Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ Φράγκου ν. Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία, Γεν. Αίτηση: 458/2019, 15/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 458/2019 Αναφορικά με τον Περί Διαιτησίας Νόμο και Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ XXXXX Φράγκου, Απαιτητών και Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία, Καθ' ων η Απαίτηση Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Μαρί-Νικόλ Γεωργίου και κα Σ. Ζευκή για Λεωνίδας Γ. Γεωργίου Για Καθ' ης η Αίτηση: Γιώργος Παναγίδης για Χρίστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Αιτούμενη Θεραπεία Με την υπό κρίση Πρωτογενή Αίτηση ο Αιτητής επιδιώκει την έκδοση του ακόλουθου Διατάγματος: Α. Διάταγμα διορισμού του Πέτρου Αρτέμη ή του Άγη Γεωργιάδη ή του Ανδρέα Πασχαλίδη ως μόνου Διαιτητή στη Διαιτησία μεταξύ Κλεάνθη Φράγκου (ως Απαιτητών) και Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική (ως Καθ' ων η Απαίτηση) αναφορικά με την ειδοποίηση ημερ. 21/5/2019 σε σχέση με το συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης (XXXXX19). B. Τα έξοδα της Αίτησης να επιδικαστούν εναντίον της Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία ή, διαδοχικά, να είναι έξοδα Διαιτησίας. Όπως προκύπτει με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής επιδιώκει την έκδοση Διατάγματος με το οποίο το Δικαστήριο να διορίσει συγκεκριμένο πρόσωπο ως διαιτητή στη βάση ειδοποίησης ημερ. 21/5/2019 αναφορικά με το Συμβόλαιο Ομαδικής Ασφάλισης XXXXX19. Βασικά ο Αιτητής επιζητεί όπως η απαίτηση του που, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, πηγάζει από το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο παραπεμφθεί προς επίλυση σε διαδικασία διαιτησίας. Νομική Βάση Αίτησης Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 10
(1)(α) &
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου και τη Δ.48, θ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ένορκη Δήλωση Ρ. Πισιάρα Η παρούσα Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Πισιάρα, δικηγορικού υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο Λεωνίδα Γ. Γεωργίου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: · Η Καθ' ης η Αίτηση είχε ασφαλίσει τον Αιτητή δυνάμει Ομαδικού Συμβολαίου Ασφαλείας το οποίο συνήφθη μεταξύ της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λίμιτεδ και της Καθ' ης η Αίτηση. · Ο Αιτητής υπέστη δυστύχημα στις 29/10/2006 με σοβαρό τραυματισμό με αποτέλεσμα την πλήρη ανικανότητα και, ως εκ τούτου, πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο εν λόγω Ασφαλιστικό Συμβόλαιο και συγκεκριμένα ο όρος στην πρόσθετη πράξη υπ' αρ. 1 του Συμβολαίου. · Η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να αποπληρώσει το δάνειο του Αιτητή, κάτι το οποίο δεν έπραξε αποστέλλοντας επιστολή στις 15/10/2007 και γραμματέα της ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς - Πάφου ότι η απαίτηση για αποπληρωμή του δανείου δεν γίνεται αποδεκτή (Τεκμήριο Α). · Ο Όρος 8.4 του Συμβολαίου της Ομαδικής Ασφάλισης αναφέρει ότι «σε περίπτωση διαφωνίας που οφείλεται στο ομαδικό αυτό Συμβόλαιο η διαφωνία αυτή θα ανατεθεί σε Διαιτητή (Arbitrator) που θα συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Αν τα δύο μέρη δεν μπορέσουν να συμφωνήσουν στον καθορισμό του Διαιτητή, αυτός θα καθοριστεί σύμφωνα με τα όσα ορίζει η τότε ισχύουσα νομοθεσία της Κύπρου (Arbitration Law Cap. 4 ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος είναι τότε σε ισχύ)». · Οι δικηγόροι του Αιτητή στις 26/2/2019 απέστειλαν επιστολή στην Καθ' ης η Αίτηση για την προσπάθεια διορισμού κοινού Διαιτητή (Τεκμήριο Β). · Στις 15/3/2019 οι δικηγόροι του Αιτητή έλαβαν επιστολή από τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση όπως η διαφορά που έχει προκύψει επιλυθεί, αντί διαιτησίας διά του αρμοδίου Επαρχιακού Δικαστηρίου (Τεκμήριο Γ). · Στις 22/4/2019 οι δικηγόροι του Αιτητή απέστειλαν επιστολή στον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση στην οποία αναφέρετο ότι λόγω της ανησυχίας του Αιτητή ότι θα του πωλήσουν την οικία του και λόγω της σοβαρής κατάστασης της υγείας του αλλά και του προχωρημένου της ηλικίας του επιθυμούσε να προχωρήσει με διαιτησία. Στην ίδια επιστολή οι δικηγόροι του Αιτητή ζητούσαν όπως η άλλη πλευρά επικοινωνήσει μαζί τους για την προσπάθεια διορισμού κοινού Διαιτητή ενώ σε διαφορετική περίπτωση θα ακολουθούνταν οι πρόνοιες του Νόμου (Τεκμήριο Δ). · Στις 21/5/2019 οι δικηγόροι του Αιτητή απέστειλαν στην Καθ' ης η Αίτηση με ιδιώτη επιδότη Ειδοποίηση για Παραπομπή σε Διαιτησία και διορισμό Διαιτητή αναφέροντας ότι, αν ο διορισμός Διαιτητή δεν επιτυγχάνετο εντός 7 εργάσιμων ημερών, ο Αιτητής θα καταχωρούσε Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας βάσει του Άρθρου 10
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου για διορισμό Διαιτητή από το Δικαστήριο. · Η Καθ' ης η Αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στην πιο πάνω επιστολή με αποτέλεσμα την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. · Ο Αιτητής ουδεμία σχέση έχει με τον XXXXX Αρτέμη ή τον XXXXX Γεωργιάδη ή τον XXXXX Πασχαλίδη και εκφράζεται η πεποίθηση ότι θα είναι αντικειμενικοί και αμερόληπτοι κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του Διαιτητή. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από την Καθ' ης η Αίτηση Ασφαλιστική Εταιρεία η οποία βασίζεται στα Άρθρα 2, 8 και 10 του Κεφ. 4 και στη Δ.39 και Δ.48, θθ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας Αγωγής αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του Ασφαλιστικού Συμβολαίου στη ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς και/ή το εν λόγω Πιστωτικό Ίδρυμα και/ή οι διάδοχοι αυτού διά των διαδοχικών συγχωνεύσεων που έλαβαν χώρα είναι οι δικαιούχοι καταβολής του οποιουδήποτε ασφαλίσματος αν και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις. · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των Αιτουμένων Διαταγμάτων και/ή ο Αιτητής δεν προσδιορίζει στην Αίτηση του με ακρίβεια και/ή με σαφήνεια ποια είναι η διαφωνία σε σχέση με το επίδικο Συμβόλαιο η οποία θα πρέπει να οδηγήσει σε Διαιτησία. · Τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων καθότι η άρνηση καταβολής του ασφαλίσματος από την Καθ' ης η Αίτηση και/ή η απαίτηση για πληρωμή του ασφαλίσματος που υπέβαλε ο Αιτητής δεν συνιστούν κατ' ανάγκη διαφωνία που υπάγεται σε Διαιτησία. · Παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος στην υποβολή των αξιώσεων του Αιτητή τις καθιστά καταχρηστικές και/ή εν πάση περιπτώσει, επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση, ζητήματα τα οποία είναι νομικής φύσεως και θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας. Ένορκη Δήλωση Α. Τταφούνα Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Τταφούνα ο οποίος βρίσκεται στην Υπηρεσία της Καθ' ης η Αίτηση. Εν πρώτοις, στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση προβάλλεται ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο ένταξής του στο επίδικο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο είχε εκχωρήσει όλα τα δικαιώματα του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου της ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς. Γίνεται δε παραπομπή στον Πίνακα Συμβολαίου στο σημείο όπου αναφέρεται κάτω από τον τίτλο «Πληρωμή Ασφαλισμένου Κεφαλαίου τα ακόλουθα: «Το ασφάλισμα, όταν καταστεί πληρωτέο, πληρώνεται στην ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς για εξόφληση του δανείου του θανόντος» (Τεκμήριο 1). Επιπλέον ο ομνύοντας παραπέμπει στον ίδιο Πίνακα Συμβολαίου επισημαίνοντας ότι υπάρχει η κάλυψη του συμπληρωματικού ωφελήματος της μόνιμης ολικής ανικανότητας για εργασία από ατύχημα και στην πρόσθετη πράξη υπ' αρ. 1 του Συμβολαίου όπου ορίζεται ότι στην περίπτωση που η Καθ' ης η Αίτηση λάβει επαρκή και ικανοποιητική απόδειξη ως προς την επέλευση της μόνιμης ολικής ανικανότητας, τότε καταβάλλει το προβλεπόμενο το Συμβόλαιο Ασφάλισμα Θανάτου το οποίο, ως περιγράφεται ανωτέρω στον Πίνακα Συμβολαίου, θα πρέπει να καταβληθεί στον εκδοχέα ήτοι στη ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς και/ή στους διαδόχους του εν λόγω Πιστωτικού Ιδρύματος κατόπιν των διαδοχικών συγχωνεύσεων που έλαβαν χώρα κατά τα τελευταία έτη. Περαιτέρω, ο ομνύοντας αναφέρει ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην Ένορκη Δήλωση της Αίτησης για ποιο λόγο η παρούσα Αίτηση δεν εγείρεται από τους εκδοχείς του επίδικου Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ή για ποιο λόγο δεν είναι και αυτοί συνενωμένοι στην παρούσα διαδικασία. Επιπλέον επισημαίνει ότι δεν γίνεται αναφορά αν και με ποιο τρόπο ειδοποιήθηκαν προηγουμένως οι εκδοχείς του Συμβολαίου για την παρούσα διαδικασία, ούτε και αν για ποιο λόγο οι εκδοχείς δεν προχώρησαν οι ίδιοι και/ή από κοινού με τον Απαιτητή στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Μεγάλο μέρος της Ένορκης Δήλωσης Τταφούνα αναλώνεται στην υιοθέτηση και επανάληψη των λόγων Ένστασης. Όσον αφορά τα γεγονότα γίνεται παραδεκτός ο ισχυρισμός αναφορικά με την ασφάλιση του Αιτητή δυνάμει Ομαδικού Συμβολαίου ασφάλειας που συνήφθη μεταξύ της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λίμιτεδ και της Καθ' ης η Αίτηση. Σ' ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή για τον σοβαρό τραυματισμό του σε δυστύχημα και την πλήρη ανικανότητα του ως συνεπακόλουθο, ο ομνύοντας παραδέχεται μόνο ότι ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε υποβάλει απαίτηση για καταβολή του ασφαλίσματος θανάτου ισχυριζόμενος μόνιμη ολική ανικανότητα από ατύχημα. Η απόρριψη της απαίτησης πληρωμής του ασφαλίσματος που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση Πισιάρα είναι αποδεκτή όπως αποδεκτές είναι και οι επιστολές που αντηλλάγησαν και αναφέρονται στις παραγράφους 6-10 της Ένορκης Δήλωσης Πισιάρα. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 10
(1)(α) και
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 10.-
(1)Σε oπoιαδήπoτε από τις ακόλoυθες περιπτώσεις- (α) όταv τo συvυπoσχετικό πρoβλέπει ότι η παραπoμπή σε διαιτησία θα γίvει σε έvα μόvo διαιτητή και μετά τηv εμφάvιση διαφoρώv όλoι oι συμβαλλόμεvoι δεv συμφωvoύv στo διoρισμό εvός διαιτητή. ή (β) ...............ή (γ) ................ ή (δ) ..............., oπoιoσδήπoτε από τoυς συμβαλλόμεvoυς δύvαται vα επιδώσει στoυς άλλoυς συμβαλλόμεvoυς ή στoυς διαιτητές, αvάλoγα με τηv περίπτωση, γραπτή ειδoπoίηση για διoρισμό διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτoυ διαιτητή.
(2)Αv o διoρισμός δεv γίvει μέσα στις επτά επόμεvες εργάσιμες ημέρες από τηv επίδoση της ειδoπoιήσεως, τo Δικαστήριo δύvαται, ύστερα από αίτηση τoυ συμβαλλόμεvoυ o oπoίoς έδωσε τηv ειδoπoίηση, vα διoρίσει διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτo διαιτητή o oπoίoς έχει τις ίδιες εξoυσίες vα εvεργήσει στηv παραπoμπή και vα εκδώσει απόφαση ωσάv vα είχε διoριστεί με τη συvαίvεση όλωv τωv αvτισυμβαλλόμεvωv. Όπως έχει νομολογηθεί, η εξουσία του Δικαστηρίου για διορισμό Διαιτητή δυνάμει του Άρθρου 10 του Κεφ. 4 είναι επιτακτική όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις τέτοιου διορισμού. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Kimon Tutorial Centre Ltd v. Γαβριήλ κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2069, σελ. 2074. «Το άρθρο 10 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 (ανωτέρω) αναφέρεται στην εξουσία του δικαστηρίου για διορισμό διαιτητή κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους σε οποιαδήποτε των περιπτώσεων που εξειδικεύονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου
- Το άρθρο 10 ουσιαστικά αποτελεί αντιγραφή, με ορισμένες λεκτικές διαφορές, του άρθρου 10 του αγγλικού Arbitration Act
- Η εξουσία του δικαστηρίου για διορισμό διαιτητή κατόπιν αιτήσεως βάσει του άρθρου 10 του νόμου καθίσταται επιτακτική όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις τέτοιου διορισμού. Και αυτό παρά την εκ πρώτης όψεως φαινομενική διακριτική εξουσία που παρέχει στο δικαστήριο το άρθρο 10 του Νόμου (ανωτέρω). Στο σύγγραμμα Russel on The Law of Arbitration, 19η έκδοση, σελ. 147 αναφέρονται επί του θέματος τα εξής: "The appointment. It is not sufficient for the party called upon to make the appointment to do so simpliciter within the seven days. The appointment is not complete without communication thereof to the other party. Discretion of the court When all the necessary conditions are fulfilled, the court has power to make an appointment under the section. The terms of the section appear to give the court a discretion in all cases to appoint or refuse to appoint an arbitrator or umpire. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... However, it has been laid down by the Court of Appeal that where, on a reference to a single arbitrator, disputes having arisen, the parties had failed to concur in the appointment of an arbitrator, and proper notice to appoint had been given, the court could not refuse to make an appointment, and that "may" meant "must"." Κατά πόσο ο Αιτητής νομιμοποιείται στην προώθηση της υπό κρίση Αίτησης Με δεδομένη την αμφισβήτηση της νομιμοποίησης του Αιτητή να προωθεί την υπό κρίση Αίτηση με την οποία επιζητείται ο διορισμός διαιτητή για να κρίνει το βάσιμο ή όχι της απαίτησης που, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Αιτητή, πηγάζει από το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, κρίνεται σκόπιμο το εν λόγω θέμα να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Αποτέλεσε ισχυρισμό της πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση ότι ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο ένταξής του στο επίδικο Συμβόλαιο Ομαδικής Ασφάλισης εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου στη ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς.[1] Για το σκοπό δε αυτό έχει επισυναφθεί στην Ένορκη Δήλωση της Ένστασης ως Τεκμήριο 1 το επίδικο Συμβόλαιο Ομαδικής Ασφάλισης Ζωής. Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε από πλευράς Αιτητή, είτε του ισχυρισμού της Καθ' ης η Αίτηση περί εκχώρησης των δικαιωμάτων του επίδικου Ασφαλιστηρίου στη ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς, είτε για τα όσα διαλαμβάνονται στο επίδικο Συμβόλαιο μέσω του Τεκμηρίου
- Όπως δε προέκυψε από το Τεκμήριο 1 και ειδικότερα στον Πίνακα Συμβολαίου κάτω από τον τίτλο «Πληρωμή Ασφαλισμένου Κεφαλαίου», το ασφάλισμα, όταν καταστεί πληρωτέο πληρώνεται στη ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς για εξόφληση του δανείου του θανόντος. Επιπλέον από το ίδιο το περιεχόμενο της Ένορκη δήλωσης Πισιάρα που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, η εκχώρηση του ωφελήματος προς συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα επιβεβαιώνεται αφού στην παράγραφο 4 αυτής ρητά αναφέρεται ότι «η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να αποπληρώσει το δάνειο του Αιτητή, κάτι το οποίο δεν έπραξε, αποστέλλοντας επιστολή στις 15/10/2007 στον Διευθυντή και Γραμματέα της ΣΠΕ Χρυσοχούς .». Εκείνο που, συνεπώς, προκύπτει είναι ότι, αφού με βάση τον ισχυρισμό του Αιτητή η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να αποπληρώσει το δάνειο του Αιτητή, το συγκεκριμένο ωφέλημα έχει όντως εκχωρηθεί προς όφελος της ΣΠΕ Πόλης Χρυσοχούς. Στη βάση των πιο πάνω το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο Αιτητής νομιμοποίητο από μόνος του να καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκοντας την παραπομπή της απαίτησης του σε Διαιτησία και τον διορισμό Διαιτητή. Επισημαίνεται ότι εκχώρηση (assignment), κατά τη νομική έννοια του όρου, επάγεται τη διάθεση προσωπικού δικαιώματος αναγόμενου σε αγώγιμο δικαίωμα και όχι εμπράγματου δικαιώματος. Η κλασική περίπτωση εκχώρησης είναι εκείνη όπου ο εκχωρητής (χρεώστης) διαθέτει υπέρ του εκδοχέα (πιστωτή) οφειλή τρίτου προς αυτόν. Παρόλο που το Αγγλικό Κοινοδίκαιο δεν αναγνώριζε την εκχώρηση δικαιώματος προς αποφυγή επιπλοκών στις σχέσεις των συμβαλλομένων, το Δίκαιο της Επιείκειας θεώρησε παραδεχτή την εκχώρηση τόσο νομικών δικαιωμάτων όσο και δικαιωμάτων κτώμενων κατά το Δίκαιο της Επιείκειας. Οι αρχές που διέπουν την εκχώρηση τόσο νομικού δικαιώματος όσο και δικαιώματος απορρέοντος από το Δίκαιο της Επιείκειας ισχύουν στην Κύπρο στον ίδιο βαθμό και έκταση όπως και στην Αγγλία[2]. Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι, όπως έχει νομολογηθεί, σε τέτοιες περιπτώσεις όπου υπάρχει εκχώρηση (assignment) δικαιώματος από ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το δικαίωμα λήψης ενδίκων μέσων το έχει ο εκδοχέας (assignee) και όχι ο εκχωρητής (assignor). Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Φεραίου Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, ο εκδοχέας (assignee) νομιμοποιείται να καταχωρήσει την αγωγή στο όνομά του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα του από την εκχώρηση χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή (assignor). Στην Αγγλική υπόθεση Weddell v. J.A. Pearce & Major
(1987)3 All E.R. 624 αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας (assignee) έχει locus standi ως Ενάγοντας[3] και ότι η μη συνένωση του εκχωρητή (assignor) δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη[4]. Παρόλο δε ότι η συνένωση του εκχωρητή (assignor) είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1524 ο Εφεσείων είχε εκχωρήσει απόλυτα τα ωφελήματα του ασφαλιστικού του συμβολαίου σε Τράπεζα που είχε παραχωρήσει σ' αυτόν στεγαστικό δάνειο. Μετά την έκδοση του ασφαλιστηρίου εγγράφου και εκκρεμούσας της οφειλής του Εφεσείοντα για αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου αυτός υπέστη ατύχημα ως αποτέλεσμα του οποίου έχασε το ένα του μάτι. Υπήρξε διαφωνία κατά πόσο η ανικανότητα που προέκυψε καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο και οι Εφεσίβλητοι/Εναγόμενοι αρνήθηκαν την πληρωμή οποιουδήποτε ωφελήματος. Ο Εφεσείων εκχωρητής (assignor) ενήγαγε προσωπικά χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα (assignee) ως διάδικο. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα κατά πόσο ο εκχωρητής (assignor) είχε δικαίωμα από μόνος του να καταχωρήσει αγωγή προσωπικά κατέληξε ότι τέτοιο δικαίωμα δεν είχε εκτός αν εκχωρητής (assignor) συνένωνε και τον εκδοχέα (assignee) ως διάδικο που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης ή αν ο εκχωρητής (assignor) ενεργούσε κατ' εντολή του εκδοχέα (assignee). Έχοντας δε διαπιστώσει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι πουθενά δεν φαινόταν να είχε ο εκδοχέας (assignee) εξουσιοδοτήσει τον εκχωρητή (assignor) Ενάγοντα να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του, απέρριψε την αγωγή γι' αυτό το λόγο. Στην πιο πάνω Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έγινε αναφορά με επιδοκιμασία στην Αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council and others v. Bank of England
(1995)4 All E.R. 312 όπου εξετάστηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής (assignor) ήγειρε αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα (assignee) και, συγκεκριμένα, του πιο κάτω αποσπάσματος: "Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor wished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . ." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα ...» Όπως λοιπόν αποφασίστηκε, στις περιπτώσεις που ενάγει ο εκχωρητής θα πρέπει τουλάχιστον να συνενώνεται αναγκαστικά και ο εκδοχέας ως αναγκαίος διάδικος, εκτός εάν υπάρχει ρητή εξουσιοδότηση ο εκχωρητής να λειτουργεί ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση διαδικασία αφορά σε Εναρκτήρια Αίτηση και όχι σε Αγωγή. Ωστόσο, η υπό κρίση Εναρκτήρια ή Πρωτογενής Αίτηση αποτελεί ένδικο μέσο και, ως τέτοιο, θεωρώ, πως στο πλαίσιο αυτής τυγχάνουν εφαρμογής όλα όσα έχουν πιο πάνω παρατεθεί. Είναι φανερόν στην υπό κρίση περίπτωση ότι ο εκδοχέας του ωφελήματος του επίδικου Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου δεν λαμβάνει μέρος στην παρούσα διαδικασία η οποία προωθείται μόνο από τον Αιτητή προσωπικά. Στη βάση όσων έχουν λεχθεί πιο πάνω οδηγούμαστε στην κατάληξη ότι ο Αιτητής δεν είχε το δικαίωμα και/ή δεν νομιμοποιείτο στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας εκτός και αν συνένωνε και τον εκδοχέα ή αν ενεργούσε κατ΄εντολή του. Τούτου λεχθέντος η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη προχωρώ να εξετάσω και την ουσία της Αίτησης σε περίπτωση που η Απόφαση μου κριθεί, κατ΄έφεση, λανθασμένη. Κατά πόσο προσδιορίζεται στην Αίτηση η διαφορά για την επίλυση της οποίας ζητείται ο διορισμός Διαιτητή Όπως ορθά επισημάνθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή, στην υπό εξέταση Αίτηση το Δικαστήριο εξετάζει: ▬ Κατά πόσο υπάρχει έγκυρη διαιτητική ρήτρα, ▬ Κατά πόσο προέκυψε διαφορά και ▬ Κατά πόσο δόθηκε η προβλεπόμενη από το Άρθρο 10 του Νόμου ειδοποίηση. Στην υπό εξέταση Αίτηση δεν αμφισβητήθηκε ούτε η ύπαρξη εν προκειμένω έγκυρης διαιτητικής ρήτρας και συγκεκριμένα ο όρος 8.4 του επίδικου Συμβολαίου Ομαδικής Ασφάλισης, ούτε η αποστολή από τον Αιτητή στην Καθ΄ης η Αίτηση ειδοποίησης για παραπομπή σε Διαιτησία και για διορισμό Διαιτητή. Ας σημειωθεί περαιτέρω πως ο όρος 8.4 πρόκειται για ρήτρα με θετικό, ρητό και σαφές νόημα. Κατ΄ακολουθίαν, η ρήτρα αυτή είναι έγκυρη και εκτελεστή.[5] Εν πάση περιπτώσει τα διαλαμβανόμενα στον όρο 8.4 του επίδικου Συμβολαίου αποτελούν «συνυποσχετικό» εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Κεφ.4[6]. Στην προκειμένη περίπτωση αποτέλεσαν κοινό έδαφος τα ακόλουθα γεγονότα: i. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 έχει ασφαλίσει τον Αιτητή δυνάμει Ομαδικού Συμβολαίου Ασφάλειας το οποίο συνήφθη μεταξύ της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και της Καθ' ης η Αίτηση. ii. Ο Αιτητής ισχυριζόμενος μόνιμη ολική ανικανότητα από ατύχημα υπέβαλε, με βάση το επίδικο Συμβόλαιο, απαίτηση για αποπληρωμή του δανείου του. iii. Η Καθ' ης η Αίτηση με επιστολή της ημερ. 15/10/2007, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση της Αίτησης, απέρριψε την εν λόγω απαίτηση. iv. Στις 26/2/2019 οι δικηγόροι του Αιτητή απέστειλαν επιστολή στην Καθ' ης η Αίτηση επικαλούμενοι τον Όρο 8.4 του επίδικου Συμβολαίου για προσπάθεια διορισμού κοινού Διαιτητή (Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της Αίτησης). v. Στις 15/3/2019 οι δικηγόροι του Αιτητή έλαβαν επιστολή από τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση στην οποία εισηγούνταν όπως η διαφορά που είχε προκύψει επιλυθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το κρίσιμο ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά ή διαφωνία η οποία χρήζει επίλυσης από Διαιτητή. Η πλευρά του Αιτητή έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Όρου 8.4 του επίδικου Συμβολαίου Ομαδικής Ασφάλισης, ο οποίος Όρος προβλέπει τα ακόλουθα: «8.4. Σε περίπτωση διαφωνίας που οφείλεται στο Ομαδικό αυτό Συμβόλαιο, η διαφωνία αυτή θα ανατεθεί σε "Διαιτητή" (Arbitrator) που θα συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Αν τα δύο μέρη δεν μπορέσουν να συμφωνήσουν στον καθορισμό του "Διαιτητή" αυτός θα καθοριστεί σύμφωνα με τα όσα ορίζει η τότε ισχύουσα νομοθεσία της ΚΥΠΡΟΥ (Arbitration Law Cap. 4 ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος είναι τότε σε ισχύ)». Όπως ορθά έχει επισημανθεί από πλευράς Καθ' ης η Αίτηση, για την παραπομπή μιας διαφωνίας ή διαφοράς σε Διαιτησία πρέπει να καθίσταται σαφής η διαφορά καθώς και η φύση της επί της οποίας καλείται ο Διαιτητής να αποφασίσει. Σχετικό με τα πιο πάνω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Steamer Shipping Co. Ltd v. Sibyl Trading and Shipping Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1069: «Επ' αυτού δεν υπάρχει αμφιβολία για την ορθότητα της απόφασης πρωτόδικα. Η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας. Το ίδιο το άρθρο 8, όπως και το αντίστοιχο και ουσιαστικά πανομοιότυπο άρθρο 4 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 (και πριν από αυτό το άρθρο 4 του Arbitration Act 1889), αφορά μόνο αγωγή "in respect of any matter agreed to be referred". Η ρήτρα διαιτησίας, εκφράζοντας τη συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίδουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη. Στην προκειμένη περίπτωση, η ρήτρα διαιτησίας καλύπτει "any dispute", δηλαδή "οποιαδήποτε διαφορά", και δεν είναι ακόλουθο ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά και dispute ή διαφορά, ούτε, όπως λέγουν οι Εναγόμενοι 2, ότι οποιαδήποτε απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας συνιστά "dispute". Ο ευπαίδευτος δικαστής ορθώς λοιπόν έθεσε τη βάση της προσέγγισης του λέγοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν η απαίτηση των εναγόντων συνιστούσε διαφορά ή αμφισβήτηση που να ενέπιπτε στα πλαίσια του όρου 17 των ναυλοσύμφωνων. Στην πολύ ανάλογη προς την προκειμένη υπόθεση Skaliotou ν. Pelekanos
(1976)1 C.L.R. 251, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε εκτεταμένη αναφορά στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, παρατηρώντας στις σελίδες 262-263: "The first complaint of counsel was (
- a)that the finding of the trial Judge that there was no dispute was wrong in law once in the affidavit of the husband of the defendant there was a reference to the arbitration agreement indicating that the dispute was within the arbitration; and (
- b)that the trial Judge wrongly exercised his discretion in declining to grant a stay of the action. The question is what is the present dispute about. We think that the answer has to be gathered from the affidavits filed in the application to stay and from the endorsement of the writ and of the statement of claim, as well as the accounts. It has not been alleged that when the claim was made by the plaintiff, there was a letter from the defendant rebutting or denying the said claim, and going through all the material which was before the learned trial Judge, including the submissions of counsel, we find ourselves in agreement with the trial Judge that in spite of the reference to arbitration in the affidavit of the husband of the defendant, nevertheless, nowhere it is to be found what was the precise nature of the dispute which has arisen between the parties. Indeed, we would go further and state that even the new counsel before us when arguing the appeal, was not in a position to state clearly what was the disagreement between the parties in this case or what was the precise nature of the dispute which had arisen between the parties to be referred in accordance with the arbitration agreement. With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14(l)(
- c)containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial Judge the precise nature of dispute which was arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings. We would, reiterate that, in such cases, there must be a dispute in fact, that is to say, there must be some issue joined between the parties which the arbitrator would have to try at the end. The effect of there being no dispute between the parties within an arbitration agreement is, of course, that the Court has no power to stay an action. See Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167 at p. 171)."» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Για να υπάρχει «διαφορά» αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων: Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην Tradax ν. Gueensea Marine Co
(1986)1 C.L.R. 559, στις σ. 562-563, είναι απόλυτα σχετικό: "A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law...... The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute the abitration clause was inapplicable and the right of the plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended or defeated by reference thereto." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν είναι ακόλουθο ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά διαφωνία ή διαφορά, ούτε οποιαδήποτε απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία την μη τήρηση των όρων της Συμφωνίας συνιστά διαφωνία ή διαφορά. Η υποβολή απαίτησης για καταβολή αποζημίωσης και η άρνηση της Καθ' ης η Αίτηση να την καταβάλει δεν συνιστά από μόνη της διαφορά η οποία χρήζει επίλυσης σε Διαιτησία. Στην υπό εξέταση περίπτωση η μόνη αναφορά που γίνεται από τον Αιτητή είναι υποβολή απαίτησης για καταβολή του ωφελήματος της Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας διαδικασία από ατύχημα και η άρνηση της Καθ' ης η Αίτηση να την εγκρίνει. Με άλλα λόγια ο Αιτητής δεν έχει, εν προκειμένω, εξειδικεύσει ποια είναι ακριβώς η διαφορά που προέκυψε, ούτε και κάτι τέτοιο προκύπτει από τα Τεκμήρια που επισύναψε. Δεν είναι σαφές, ούτε και έχει εξειδικευθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η ακριβής φύση της διαφοράς και αν αυτή αφορά και/ή αναφέρεται είτε σε αντικρουόμενα γεγονότα, είτε σε αντικρουόμενες ερμηνείες των όρων του επίδικου Συμβολαίου. Εν ολίγοις ο Αιτητής δεν έχει αποκαλύψει ποια διαφωνία προέκυψε σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία είναι σχετικά με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που πηγάζουν από το επίδικο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο. Ήταν υποχρέωση του Αιτητή να εξειδικεύσει και προσδιορίσει με σαφήνεια στην Αίτησή του εκείνα τα γεγονότα και/ή ζητήματα επί των οποίων υπήρξε διαφωνία για να μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο όντως εγείρεται διαφωνία και/ή διαφορά για να παραπεμφθεί σε Διαιτησία. Κάτι τέτοιο είναι προφανές ότι δεν έχει γίνει. Κατάληξη Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Κατά συνέπεια τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος της Καθ΄ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε παράγραφο 4 Ένορκης Δήλωσης Τταφούνα. [2] Δέστε Γ-Ε ν. Thanos Hotels Suppliers Ltd.
(2003)1 Α.Α.Δ. 558. [3] Όπως λέχθηκε στη σελίδα 634: «.. an equitable assignee of a chose in action has locus standi to sue on the chose in action.» [4] Δέστε σελίδα 636 όπου λέχθηκε από το Δικαστή Scott J.: «In my judgment, therefore, it is clearly established that an action commenced by an equitable assignee without joining the assignor is not a nullity. It may be liable to be stayed until the proper parties have been joined, but it is not a nullity» [5] Δέστε Russell on Arbitration, Twenty Third Edition, London, Sweet & Maxell, 2007, para. 2 - 065 [6] "συνυποσχετικό" σηµαίνει γραπτή συµφωνία για την υποβολή υφιστάµενων ή µελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, είτε ο διαιτητής κατονοµάζεται σ' αυτή είτε όχι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο