Έλληνας ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. κ.α., Αγωγή αριθ. 1930/2012, 29/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A319 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αριθ. 1930/2012 Μεταξύ: XXXXX Έλληνας, από Άγιο Δομέτιο Ενάγοντα και
- Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ.
- XXXXX Παπαδόπουλος
- XXXXX Ορφανίδου Εναγομένων Ημερομηνία։ 29 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Σπυρούλα Χριστοδούλου Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3: κα Κάλια Γεωργίου, για Κάλια Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στην παρούσα υπόθεση, εγείρονται ζητήματα που αφορούν στην ισχυριζόμενη διάπραξη του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης ενός προσώπου που κατονομάζεται ρητά σε έντυπο δημοσίευμα ως υπόλογο για τη διάπραξη πειθαρχικών ή/και ποινικών αδικημάτων στο πλαίσιο της εργασίας του. Συγχρόνως, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης των δημοσιογράφων, όταν δημοσιοποιούνται από αυτούς, προς το ευρύ κοινό, τα ευρήματα διοικητικής έρευνας, με κίνητρο την ενημέρωση ακριβώς του κοινού σε σχέση με ζήτημα που θεωρούν ότι είναι δημοσίου ενδιαφέροντος ή/και συμφέροντος. Εν προκειμένω, συμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση ζητήματα που αφορούν στην υποχρέωση διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των φυλακισμένων / κρατουμένων, στη σημασία της ορθής διοίκησης των φυλακών και στο ρόλο που, από τη μια, η Επίτροπος Διοικήσεως και, από την άλλη, ο τύπος, ως λεγόμενη «τέταρτη εξουσία», έχει δικαίωμα ή/και ευθύνη να διαδραματίσει για τον έλεγχο της διοίκησης των φυλακών, καθώς και για την ενημέρωση του κοινού. Β. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ Β.
- Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ. Όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α») που καταχωρήθηκε στις 26.4.2013 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο Λειτουργός του Τμήματος Φυλακών και ασκούσε διοικητικά καθήκοντα ως βοηθός του Διευθυντή των Φυλακών, συμμετείχε δε και στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Φυλακών. Ήταν γνωστός με το όνομα «Έλληνας». Είχε σπουδάσει νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ήταν έγγαμος, πατέρας τριών παιδιών και ήταν ευρύτατα γνωστός στην Κυπριακή κοινωνία για το ήθος και την αξιοπρέπεια και εντιμότητά του. Η Εναγόμενη αρ. 1 ήταν κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον νόμο, με έδρα στη Λευκωσία. Ήταν «η ιδιοκτήτρια και εκδότρια» της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ». Η εφημερίδα αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο κυκλοφορούσε ευρέως ανά το παγκύπριο σε χιλιάδες φύλλα ημερησίως, καθώς επίσης δημοσιευόταν στο διαδίκτυο. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν «υπεύθυνοι και διευθυντές» της εν λόγω εφημερίδας και ασχολούνταν και με την αρθρογραφία. Το παράπονο του Ενάγοντος είναι ότι (βλ. την παρα. 15 της Ε/Α), κατά ή περί τις 10.3.2012 και τις 13.3.2012, οι Εναγόμενοι δημοσίευσαν συγκεκριμένα άρθρα στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» με σκοπό να βλάψουν και/ή επηρεάσουν δυσμενώς την υπόληψη του Ενάγοντος στην εργασία του, στο επάγγελμά του και στην κοινωνία και/ή ότι ενήργησαν μ' εκδικητική γι' αυτόν διάθεση. Τα δημοσιεύματα που κατ' ισχυρισμό είχαν δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα περιεχόμενο ήταν τα εξής։ Πρώτον, συγκεκριμένο απόσπασμα από το άρθρο με τίτλο «ΥΠΗΡΞΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΙΑΣΜΟΙ» που έγραψε η Εναγόμενη 3 και που δημοσίευσε η Εναγόμενη 1 στην έκδοση της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» ημερομηνίας 10.3.2012, στη σελ. 20 αυτής. Παραθέτω το εν λόγω απόσπασμα։ «Πρώτη διαθεσιμότητα. Στο μεταξύ, εξέλιξη σημειώθηκε χθες ως προς το προσωπικό των φυλακών, σε σχέση με τον υπό διερεύνηση βιασμό του 20χρονου. Η ΕΔΥ, κατόπιν αιτήματος από το υπουργείο Δικαιοσύνης, έθεσε σε διαθεσιμότητα τον δεσμοφύλακα που ήταν καθήκον το επίμαχο βράδυ (15 Δεκεμβρίου 2011), η οποία θα έχει ισχύ για 3 μήνες. Υπενθυμίζεται ότι το ΤΑΕ Αρχηγείου που διερευνά την υπόθεση είχε ζητήσει δυο φορές τη σύλληψη του εν λόγω δεσμοφύλακα, όμως και τις δυο φορές το αίτημα απερρίφθη από δυο διαφορετικούς δικαστές. Ερωτηματικά, πάντως προκαλεί το γιατί δεν ζητήθηκε η διαθεσιμότητα και του ανώτερου αξιωματικού XXXXX Έλληνα, ο οποίος, όπως καταγράφεται στην έκθεση της επιτρόπου Διοίκησης, αρνήθηκε να παραδώσει, αλλά και απέκρυψε στοιχεία που θα την βοηθούσαν στη διερεύνηση της υπόθεσης.». Δεύτερον, συγκεκριμένο απόσπασμα από το άρθρο με τίτλο «ΤΟ ΕΙΠΕ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕ Ο ΚΛΗΡΙΔΗΣ» που έγραψε η Εναγόμενη 3 και που δημοσίευσε η Εναγόμενη 1 στην έκδοση της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» ημερομηνίας 13.3.2012, στη σελ. 19 αυτής. «Δύο τσουβάλια. [.] Στην εισήγηση δεν γίνεται καμία αναφορά (ονομαστική ή άλλως πως) στο όνομα του XXXXX Έλληνα, απλώς υπάρχει γενικευμένος ένας δεύτερος όρος εντολής, ο οποίος δίνει την εξουσία στον κ. Βασιλειάδη να «διερευνήσει το ενδεχόμενο διάπραξης από οποιοδήποτε άλλο άτομο άλλων πειθαρχικών αδικημάτων». Είναι απορίας άξιο γιατί υπάρχει αυτή η διάκριση, τη στιγμή που η επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου είναι ξεκάθαρη στην έκθεση της ότι ο κ. Έλληνας προσπάθησε από τη μια να παραπλανήσει τους λειτουργούς της που εξέτασαν προκαταρκτικά την υπόθεση και από την άλλη απέκρυψε στοιχεία. Μάλιστα η επίτροπος υπογράμμιζε στην έκθεση ότι η συμπεριφορά αυτή του κ. Έλληνα συνιστά ποινικό αδίκημα. Επιτροπή κατάταξης [.] Ο μόνος ύποπτος δεν μπορεί να είναι ο δεσμοφύλακας ο οποίος ήταν υπηρεσία το βράδυ του διερευνώμενου βιασμού, αφού αυτός δεν έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στην επιτροπή που κατατάσσει τους κρατούμενους στις διάφορες πτέρυγες. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στην επιτροπή κατάταξης, στην οποία, όπως πληροφορούμαστε, συμμετέχει και ο κ. Έλληνας. [.] Στην επιτροπή να σημειωθεί ότι συμμετέχουν ο διευθυντής των φυλακών, οι δυο λειτουργοί XXXXX Έλληνας και XXXXX Βατυλιώτου, [.]». Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα (βλ. παρα. 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης - στο εξής «η Ε/Α)) ότι τα πιο πάνω δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά, διότι։ «
- Τα πιο πάνω δημοσιεύματα αναφέρονται ρητά και ονομαστικά στο πρόσωπο του ενάγοντα.
- Τα πιο πάνω δημοσιεύματα στη φυσική και συνηθισμένη και κατά την κοινή λογική του μέσου αναγνώστη σημασία του, σημαίνει και ή έγινε αντιληπτό ότι σημαίνει και ή υπονοεί και υποδηλώνει και ή υπαινίσσεται και ή στοχεύει να καταστήσει σαφές ότι։ Α) Ο ενάγων ως ανώτερος αξιωματικός και ως λειτουργός είναι ένας διεφθαρμένος δημόσιος υπάλληλος και οι ενέργειες του δεν ήταν οι ορθές και δεν στηρίζονταν σε αντικειμενικότητα, αξία και επαγγελματική κατάρτιση και ικανότητα. Β) Ο ενάγων μεθόδευε και ή επεδίωξε και ή προκάλεσε και ή πέτυχε παρεμπόδιση του έργου της επιτρόπου διοικήσεως. Γ) Ο ενάγων προκάλεσε και ή απέκρυψε τη διερεύνηση οιωνδήποτε αδικημάτων. Δ) Ο ενάγων καταχράστηκε της θέσεως που κατείχε για να επιδιώξει άλλους σκοπούς. Ε) Ο ενάγων δεν ασχολείται σωστά με τα καθήκοντά του και δεν προσφέρει τίποτα από το αξίωμα που κατέχει, αλλά προκαλεί προβλήματα από τη θέση που κατέχει και είναι ανίκανος. Στ) Ο ενάγων από τη θέση που κατέχει ευνοεί δικούς του ανθρώπους και δεν είναι δίκαιος ή αντικειμενικός και θα πρέπει να απομακρυνθεί από τη θέση αυτή. Η) Ο ενάγων παράνομα μετέχει στην επιτροπή αξιολόγησης και στο πειθαρχικό συμβούλιο των φυλακών. Θ) Ο ενάγων κοροϊδεύει και εμπαίζει την επίτροπο διοικήσεως και την δημόσια υπηρεσία δείχνοντας άλλο πρόσωπο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα.». Στην παρα. 16 της Ε/Α, ο Ενάγων εγείρει τον ισχυρισμό ότι «Οι εναγόμενοι δημοσίευσαν τα παραπάνω επίδικα δημοσιεύματα με αλόγιστη και ή ενσυνείδητη αδιαφορία σε σχέση με το κατά πόσο τα όσα αναφέρονται στα δημοσιεύματα αληθεύουν ή όχι και ή ενώ γνώριζαν ότι αυτά ήταν αναληθή.». Στην παρα. 17 της Ε/Α, ο Ενάγων εγείρει τον ισχυρισμό ότι - «οι εναγόμενοι τα ως άνω δημοσιεύματα κακόβουλα και/ή καθ' υπολογισμό να προκαλέσουν ζημιά στην εργασία και δραστηριότητα του ενάγοντα και ή αυτοπροβολή και ή εκ προθέσεως και ή με σκοπό το κέρδος και ή την αύξηση της κυκλοφορίας της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ και ή με σκοπό να βλάψουν και ή επηρεάσουν δυσμενώς την υπόληψη του ενάγοντα και την κοινωνική του καταξίωση και ή εμφορούμενοι από μίσος εναντίον του.». Στην παρα. 18 της Ε/Α, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι συνεπεία των δημοσιευμάτων αυτών, υπέστη εξευτελισμό και ή βαριά προσβολή της ατομικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του και ή υπέστη ζημιά στην υπόληψή του και ή ταπεινώθηκε και έγινε αντικείμενο χλευαστικών σχολίων. Στην παρα. 19 της Ε/Α συνεχίζει ο Ενάγων και ισχυρίζεται ότι θίγηκε η επαγγελματική του υπόσταση και ο ίδιος υπέστη θλίψη και είχε άγχος και αγωνία που επηρέασε την υγεία του. Επηρεάσθηκε όχι μόνο αυτός αλλά και η οικογένειά του την οποία η κοινωνία αποστρεφόταν. Λόγω της ζημιάς που κατ' ισχυρισμόν υπέστη, ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα։ Α) Γενικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση και ή επιζήμια ψευδολογία. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και ή απαγορεύει στους εναγόμενους και ή τους υπαλλήλους ή αντιπροσώπους τους από το να εκτυπώνουν ή μεταδίδουν ή διανέμουν ή κυκλοφορούν ή επαναλαμβάνουν τα επίδικα δημοσιεύματα ή άλλα παρόμοια σε βάρος του ενάγοντος. Γ) Τιμωρητικές αποζημιώσεις για λίβελλο και ή συκοφαντική δυσφήμιση. Δ) Επαυξητικές αποζημιώσεις. Ε) Αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ή νομικών και συνταγματικών δικαιωμάτων του ενάγοντα από τους εναγόμενους συνεπεία των πιο πάνω δημοσιευμάτων. Στ) Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο το σεβαστό δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ζ) Νόμιμο τόκο. Η) Έξοδα της αγωγής αυτής. Β.
- Η ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ. Στην Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ») που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 έως 3 αρνούνται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά και επισημαίνουν ότι αυτά συνιστούσαν μέρος και/ή απόσπασμα μεγαλύτερων άρθρων, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη στο σύνολό τους για να διαπιστωθεί η συνάφεια και/ή το αληθές νόημα που έφεραν οι λέξεις και/ή τα δημοσιεύματα σε σχέση με τα οποία εγείρεται η αγωγή. Και αν ακόμη το Δικαστήριο ήθελε κρίνει τα επίδικα δημοσιεύματα δυσφημιστικά, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εφαρμόζεται η υπεράσπιση της αλήθειας, αφού αυτά, μέχρι του σημείου που έγιναν αντιληπτά ότι σήμαιναν - Το πρώτο δημοσίευμα, ημερ. 10.3.12, ότι (α) κατά τον ουσιώδη χρόνο διερευνάτο περιστατικό βιασμού στις φυλακές, (β) για το οποίο η Επίτροπος Διοικήσεως είχε εκδώσει 2 εκθέσεις και (γ) υπήρχαν πληροφορίες ότι υπήρξαν και άλλα παρόμοια περιστατικά στο παρελθόν, Το δεύτερο δημοσίευμα, ημερ. 13.3.12, ότι (α) κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε απονεμηθεί χάρη στον κατάδικο για τον οποίο διερευνάτο αν υπήρξε θύμα βιασμού από άλλο κατάδικο και (β) ότι οι όροι εντολής της πειθαρχικής έρευνας αφορούσαν ονομαστικά δύο μόνο άτομα, είχαν νόημα που ήταν αληθές. Περαιτέρω και /ή διαζευκτικά, εάν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει τα επίδικα δημοσιεύματα δυσφημιστικά, τότε οι Εναγόμενοι εγείρουν την υπεράσπιση ότι τα δημοσιεύματα συνιστούσαν εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και συμφέροντος, που έγινε καλόπιστα, ήτοι επί του περιστατικού βιασμού στις Κεντρικές Φυλακές και των πληροφοριών ότι υπήρξαν και άλλα παρόμοια περιστατικά στο παρελθόν, καθώς και για το γεγονός της απονομής χάριτος στον κατάδικο για τον οποίο διερευνάτο αν υπήρξε θύμα βιασμού από άλλο κατάδικο και για τους όρους εντολής του λειτουργού που θ' αναλάμβανε την πειθαρχική έρευνα. Τέλος, οι Εναγόμενοι εγείρουν ως υπεράσπιση ότι ολόκληρα τα δημοσιεύματα είναι προνομιούχα υπό επιφύλαξη που έγινε καλόπιστα, ως έντιμο ρεπορτάζ. Β.
- ΜΗ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ. Δεν εντοπίζω στο φάκελο του Δικαστηρίου να υπήρξε καταχωρημένο δικόγραφο Απάντησης από πλευράς του Ενάγοντος. Γ. Η ΠΡΟΣΦΕΡΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεσή του ο Ενάγων προσωπικά έδωσε δια ζώσης μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (στο εξής «ο ΜΕ1»). Έκλεισε την υπόθεσή του στη βάση της δικής του μαρτυρίας και μόνο. Δόθηκε ακολούθως για την Υπεράσπιση διά ζώσης μαρτυρία από τον κ. XXXXX Διονυσίου (στο εξής «ο ΜΥ1») και έκλεισε την υπόθεση της η Υπεράσπιση βάσει της μαρτυρίας αυτής και μόνο. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση στη βάση των γραπτών τελικών αγορεύσεων που υπέβαλαν οι συνήγοροι των διαδίκων προς το Δικαστήριο. Στο σύνολό της η δοθείσα προφορική μαρτυρία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα τεκμήρια με τα οποία αυτή συνοδεύτηκε βρίσκονται καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Δεν το θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αυτολεξεί ολόκληρη τη δοθείσα μαρτυρία. Την έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή και αναφέρομαι σε αυτήν στο μέτρο και το βαθμό που το κρίνω αναγκαίο προκειμένου ο αναγνώστης ν' αποκτήσει όσο το δυνατό πληρέστερη εικόνα για την υπόθεση που εξετάζω. Γ.
- Η μαρτυρία του Ενάγοντος (ΜΕ1) Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο Ενάγων υιοθέτησε και ανέγνωσε τη γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Α». Επανέλαβε κατ' ουσίαν όσα δικογραφήθηκαν στην Ε/Α και έθεσε το παράπονό του ως εξής։ «Οι εναγόμενοι στην έκδοση της εφημερίδας «Πολίτης» με ημερομηνία 10/3/2012 σε δημοσίευμα το οποίο συνέταξε η Εναγόμενη αρ. 3 XXXXX Ορφανίδου κάτω από τον τίτλο «Υπήρξαν και άλλοι βιασμοί» στην πρώτη στήλη της σελ. 20, αναφέρεται ονομαστικά στο όνομα μου με τρόπο με τον οποίο αφήνει να νοηθεί ότι εγώ ο ίδιος ευθύνομαι για τους βιασμούς και εγώ θα έπρεπε να τεθώ σε διαθεσιμότητα. Από το περιεχόμενο του εν λόγω δημοσιεύματος φαίνονται ξεκάθαρα οι προσπάθειες των εναγομένων να με πλήξουν τόσο ως αξιωματικό - λειτουργό των φυλακών, αλλά και ως άνθρωπο. Επικαλούμενοι δήθεν πληροφορίες και εκθέσεις. Οι ισχυριζόμενες δε αυτές αναφορές ποτέ δεν τέθηκαν σε γνώση μου και ούτε κλήθηκα να απολογηθώ για οτιδήποτε. Στο εν λόγω δημοσίευμα ζητούν τη διαθεσιμότητά μου με το δήθεν ερωτηματικό γιατί δεν έδωσα κατάθεση στην επίτροπο διοικήσεως. Οι ίδιοι διερωτώμαι μέχρι σήμερα γιατί δεν μπήκαν στον κόπο να με ρωτήσουν και να τους απαντήσω ότι ποτέ δεν κλήθηκα για κάτι τέτοιο; Σαν μην τους έφτανε το πρώτο δημοσίευμα, οι κύριοι αυτοί προχώρησαν και στις 13/3/2012 στη σελίδα αρ. 19 σε νέο δημοσίευμα δυσφημιστικό για μένα ζητώντας την ποινική μου δίωξη, ισχυριζόμενοι έκθεση της κας Σαββίδου, η οποία όμως δεν ζητά πουθενά τη δίωξή μου είτε πειθαρχικά είτε ποινικά. Για καλύτερη ενημέρωση και αποκάλυψη των ισχυρισμών μου παρουσιάζω τα επίδικα δημοσιεύματα ως Τεκμήρια 1 και 2 υπό το Έγγραφο Α προς το Δικαστήριο. Έχω παράπονο από τους εναγόμενους τους οποίους ποτέ μου δεν ενόχλησα και παρ' όλα αυτά δεν δίστασαν να με συκοφαντήσουν, διασύρουν και να με παρουσιάσουν ως τέρας ανηθικότητας επικαλούμενοι δήθεν εκθέσεις. Εάν οι ίδιοι σεβόμενοι το έργο τους, θα έπρεπε προτού τα δημοσιεύσουν να τα εξετάσουν και να ζητήσουν και τις δικές μου θέσεις και όχι να με διασύρουν με ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς και θέσεις. Αιτούμαι από το σεβαστό Δικαστήριο όπως καταδικαστούν σε αποζημιώσεις για την ταλαιπωρία που έχω υποστεί τόσο εγώ όσο και η οικογένειά μου μέσα από τα εν λόγω δημοσιεύματα. Περαιτέρω δε, αιτούμαι όπως τιμωρηθούν με αυξημένες αποζημιώσεις, καθώς και όπως διαταχθούν σε νέα αιτιολογική δημοσίευση και ανάκληση των εν λόγω δημοσιευμάτων. Αιτούμαι δε όπως διαταχθούν οι εναγόμενοι όπως μη προβαίνουν στο μέλλον σε οποιαδήποτε δημοσίευση ή αναφορά στο όνομά μου και στην οικογένειά μου. Αιτούμαι όπως καταδικαστούν και στην καταβολή όλων των δικηγορικών και των δικαστικών εξόδων.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του ΜΕ1 στη βάση της πιο πάνω γραπτής δήλωσης. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 από τη συνήγορο Υπεράσπισης, ο ΜΕ1 περιέγραψε το οργανόγραμμα του προσωπικού των φυλακών συνοπτικά, λέγοντας ότι - «Η δομή του προσωπικού ήταν ο διευθυντής, οι δύο λειτουργοί και δύο ανώτεροι λειτουργοί και τέσσερις λειτουργοί. Ήμουν μεταξύ των τεσσάρων λειτουργών. Τούτο εξυπακούει ότι οι τέσσερις λειτουργοί είμαστε ο καθένας λειτουργός αρμόδιος για τα θέματα που του ανέθετε ο διευθυντής των φυλακών. Ήμουν υπεύθυνος για θέματα που αφορούσαν τη διοίκηση του προσωπικού. Λάμβανα μέρος στις Επιτροπές Κατάταξης και λόγω των προσόντων που είχα, λόγω της Νομικής που τελείωσα, λόγω του γεγονότος ότι πέρασα τις εξετάσεις του Νομικού Συμβουλίου και έκαμα την άσκησή μου ως ασκούμενος δικηγόρος, είχα ευχέρεια να λαμβάνω μέρος, όχι ευχέρεια, είχα οδηγίες να λαμβάνω μέρος στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο εκδίκαζε υποθέσεις προσωπικού και κρατουμένων και όταν έλειπε ο διευθυντής και οι δύο ανώτεροι λειτουργοί αναλάμβανα χρέη αναπληρωτή διευθυντή εγώ.». Περαιτέρω, ο ΜΕ1 εξήγησε τί ήταν η Επιτροπή Κατάταξης. Ήταν νέα Επιτροπή που αποτελείτο από τον διευθυντή, τους δύο ανώτερους λειτουργούς και τους τέσσερις λειτουργούς. Η Επιτροπή Κατάταξης είχε ως σκοπό την τοποθέτηση των κρατουμένων σε πτέρυγες, την τοποθέτησή τους σε χώρους εργασίας, την παραχώρηση αδειών εξόδου και την παραπομπή των κρατουμένων στην ανοικτή φυλακή. Ερωτηθείς από τη συνήγορο Υπεράσπισης να πει ο ΜΕ1, βλέποντας το δημοσίευμα της 10.3.2012 ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, πού εντοπίζει ψέματα σε αυτό το δημοσίευμα, ο ΜΕ1 απάντησε χωρίς δυσκολία ή καθυστέρηση ότι «Δεν ανέφερα για ψέμα οτιδήποτε εγώ.». Διευκρίνισε στη συνέχεια, ότι έστω και αν τα γραφόμενα είναι αληθή, εντούτοις είναι κατά τη γνώμη του δυσφημιστικά αφ' ης στιγμής γίνεται αναφορά στο όνομά του. Κληθείς να διευκρινίσει περαιτέρω πώς διασύρεται το όνομά του από το δημοσίευμα, ο ΜΕ1 εξήγησε τη θέση του λέγοντας ότι - «Εκτός του γεγονότος ότι προκαλεί τα αρμόδια τμήματα να ενεργήσουν εναντίον μου σύμφωνα με το δημοσίευμα τούτο, επέρχεται και το γεγονός ότι θεωρούμαι με τούτο ότι εμπλέκομαι σε τούτην την κατάσταση όλη, χωρίς να έχω ιδέα για τούτο το πράγμα βασικά και αν ληφθεί υπόψη ότι η Επίτροπος Διοικήσεως δεν με κατηγορεί για τίποτα, απλά όχι αρνήθηκα να δώσω τα στοιχεία, αρνήθηκα ότι υπήρξε τέτοια υπόθεση γιατί είχα άγνοια οποιασδήποτε προηγούμενης κατάστασης. [.] Για να είμαστε στα πλαίσια της λογικής ήρταν μια καλή μέρα οι λειτουργοί της Επιτροπής Διοικήσεως και μου ζήτησαν στοιχεία για βιασμό κρατούμενου, όπου μέχρι τη δεδομένη στιγμή δεν είχα υπόψη μου για οποιονδήποτε βιασμό ή οποιοδήποτε περιστατικό το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βιασμός και να δώσω τα συγκεκριμένα στοιχεία. Άρα, τούτο δεν σημαίνει ότι αρνήθηκα να δώσω στοιχεία σχετικά. Ποτέ δεν μου ζητήθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία για το θέμα τούτο.». Επανήλθε η συνήγορος Υπεράσπισης θέτοντας στον ΜΕ1 ότι στην επίδικη ως δυσφημιστική φράση «ερωτηματικά προκαλεί γιατί δεν ζητήθηκε η διαθεσιμότητα του XXXXX Έλληνα... που θα τη βοηθούσε στη διερεύνηση της υπόθεσης», με βάση την προηγούμενη απάντηση του ιδίου του ΜΕ1 δεν έχει ψέματα. Ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε την απουσία ψεύδους στην εν λόγω επίδικη φράση, αλλά επανέλαβε ότι τη θεωρεί δυσφημιστική διότι «Με τούτο που γράφει η συντάκτης του κειμένου προκαλεί το κοινό αίσθημα ότι εμπλέκομαι σε αυτήν την κατάσταση.». Δεδομένου ότι απασχόλησε την Επίτροπο Διοικήσεως η στάση που επέδειξε ο κ. XXXXX Έλληνας κατά την έρευνα που ασκούσε το γραφείο της στις Φυλακές και την άρνηση από μέρους του οποιασδήποτε εμπλοκής σε οτιδήποτε που να δικαιολογούσε να ζητείται η διαθεσιμότητά του ή να υποβάλλεται από τη δημοσιογράφο το ερώτημα γιατί να μην ζητήθηκε η διαθεσιμότητά του, η συνήγορος Υπεράσπισης τον ρώτησε αν «είναι αλήθεια ότι η Επίτροπος σας κάλεσε να δώσετε στοιχεία τον Φεβρουάριο του '12 για περιστατικό που διερευνούσε νεαρού κατάδικου μέσα στις φυλακές από άλλον κρατούμενο;». Η απάντηση του ΜΕ1 αυτούσια, παρατίθεται։ «Για συγκεκριμένο περιστατικό όχι, ούτε μου έδωσαν περαιτέρω πληροφορίες οι υπάλληλοι της Επιτροπής, οι λειτουργοί της Επιτροπής Διοικήσεως. Μου ανέφεραν κατά πόσο είχα οποιανδήποτε σχέση, οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με βιασμό νεαρού κρατούμενου, χωρίς να μου αναφέρουν οτιδήποτε ονόματα ή οποιεσδήποτε άλλες καταστάσεις.». Επανέλαβε τη θέση του ότι։ «Η άρνηση ήταν λόγω άγνοιας καταστάσεως, δεν ήμουν ο αποκλειστικά αρμόδιος λειτουργός για τούτα τα θέματα. Υπήρχε ο αξιωματικός, ο λειτουργός ασφαλείας, υπήρχε και ο υπεύθυνος πτέρυγας, ως και ο ανώτερος λειτουργός, ο καθ' ύλη αρμόδιος γι' αυτές τις καταστάσεις και στο τέλος ο διευθυντής των φυλακών. Εγώ είπα αποκλειστικά ότι είχα πλήρη άγνοια για οτιδήποτε σχετικό με βιασμό νεαρού κρατούμενου. [.] δεν μου είπαν για ποιο περιστατικό εξέταζαν και δεν μπορούσα να τους βοηθήσω. Αφού δεν είχα οποιαδήποτε στοιχεία, πώς να τους βοηθήσω;». Η συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε τότε τον ΜΕ1 αν είναι αλήθεια ότι αυτό που ο ίδιος είπε προς τους Λειτουργούς του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως ήταν ότι το δημοσίευμα για τον βιασμό είχε ως αφορμή μεταφορά άλλου νεαρού κρατούμενου στο νοσοκομείο για ιατρική εξέταση λόγω προβλήματος υγείας. Ο ΜΕ1 δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι αυτό είχε πει. Δικαιολόγησε τη στάση του αυτή λέγοντας ότι «Μάλιστα. Να σας πω ότι ρώτησα τότε το ιατρείο, τους αρμόδιους οι οποίοι μου ανέφεραν ότι τούτη η συγκεκριμένη περίπτωση πιθανό να λήφθηκε ως βιασμός κρατούμενου.». Η συνήγορος υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι οι λειτουργοί του γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως ζήτησαν να επιθεωρήσουν και το σχετικό βιβλίο της πτέρυγας των νεαρών κρατουμένων, όπου φαίνονταν τα ονόματα των κρατουμένων σε εκείνην την πτέρυγα και για να διαπιστωθεί αν την κρίσιμη περίοδο διέμεναν και κρατούμενοι μεγαλύτεροι σε ηλικία, όπως έλεγε το δημοσίευμα. Και πάλιν δεν το αρνήθηκε ο ΜΕ1, αλλά έθεσε την απάντησή του ως εξής։ «Πιθανό να μου ζητήθηκε, γιατί πάντα τηρούσαμε τις οδηγίες του διευθυντή. Να ρωτήθηκε ο διευθυντής, να τον ρώτησα τον διευθυντή και να μου έδωσε οδηγίες να μην του παραχωρήσω το βιβλίο.». Του υποβλήθηκε στη συνέχεια ότι «Εγώ σας λέω, να σας βοηθήσω να θυμηθείτε, αρνηθήκατε να τους απαντήσετε και επικαλεστήκατε λόγους ασφαλείας, αλλά δεν τους διευκρινίσατε.». Ισχυρίστηκε τότε ο ΜΕ1 την εξής εκδοχή։ «Επαναλαμβάνω ξανά ότι ρωτήθηκε ο Διευθυντής των Φυλακών, ο οποίος ήταν αρμόδιος για όλα τα θέματα κρατουμένων στις φυλακές και μου έδωσε οδηγίες τότε να μην το παραδώσω. Δηλαδή, δεν ήταν ειδικά δική μου απόφαση να μην το δώσω, αλλά σε μετέπειτα καταστάσεις κατέστη δυνατό να μελετήσουν και να αξιολογήσουν το βιβλίο.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η Επίτροπος Διοικήσεως έκανε δύο Εκθέσεις, μια ενδιάμεση, ημερομηνίας 29/2/12 και άλλη τελική που ήταν ημερομηνίας 7/3/
- Ερωτηθείς να πει αν αυτός έχει υπόψη του το γεγονός αυτό, ο ΜE1 απάντησε λέγοντας «Δεν το έχω υπόψη μου, αλλά ξέρω ότι έκανε έκθεση.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι στην πρώτη έκθεση, την ενδιάμεση της 29/2/2012, η Επίτροπος Διοικήσεως λέει ότι η άρνηση του ΜΕ1 να δώσει στοιχεία και να επιτρέψει στους λειτουργούς της να δουν το βιβλίο σχετικών κρατουμένων παραβιάζει άρθρα του Νόμου της Επιτρόπου Διοικήσεως. Αυτή είναι η θέση της Υπεράσπισης. Απαντώντας στην υποβολή αυτή, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι «Είπα προηγουμένως ότι η άρνηση δεν προερχόταν από εμένα, αλλά από οδηγίες του διευθυντή των φυλακών.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι μέσα στην ίδια έκθεση, η Επίτροπος αναφέρει ότι η άρνηση επιθεώρησης του βιβλίου από λειτουργούς του γραφείου είχε μοναδικό στόχο την απόκρυψη στοιχείων για το περιστατικό του βιασμού και την παρακώλυση του έργου της. Αυτή είναι η θέση η θέση της Υπεράσπισης. Τοποθετήθηκε ο ΜΕ1 λέγοντας ότι։ «Αρχικά να πω, όπως ανέφερα και προηγουμένως, πως για ό,τι γινόταν στις φυλακές αρμόδιος για θέματα που αφορούσαν τέτοια περιστατικά είτε οτιδήποτε άλλο, σοβαρά θέματα, αρμόδιος για να κρίνει και να αποφασίσει ήταν ο διευθυντής φυλακών που παίρναμε οδηγίες για να χειριζόμαστε τα θέματα τούτα. Δεν είναι από καταχρηστική ευθύνη δική μου να παραδώσω ή όχι βιβλία είτε πτερύγων, είτε οτιδήποτε άλλο. Αρχικά να πω ότι υπήρχε ο αξιωματικός ασφαλείας που ήταν υπεύθυνος για τούτα τα θέματα και δεν ήμουν εγώ ο αρμόδιος λειτουργός για να παραχωρήσω τούτο το βιβλίο.». Τέλος, υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι στην έκθεση της 29/2/2012, η Επίτροπος λέει ότι η στάση αυτή του Τμήματος Φυλακών, όπου περιλαμβάνεται και η συμπεριφορά του ΜΕ1 όπως την υπέβαλε προηγουμένως, ήταν σκοπίμως παραπλανητική από την αρχή. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε ότι ενήργησε σκόπιμα, για να παραπλανήσει το προσωπικό της Επιτρόπου Διοικήσεως και συγκεφαλαίωσε την εκδοχή του ως εξής։ «Εγώ είπα από την αρχή ότι είχα άγνοια οποιουδήποτε περιστατικού αναφέρθηκε από τον λειτουργό της Επιτρόπου Διοικήσεως. Ζήτησα ενημέρωση για να μπορέσω να απαντήσω από το ιατρείο των φυλακών κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε σχετικό περιστατικό μετάβασης κρατουμένων, συνοδείας κρατουμένων στο Γενικό Νοσοκομείο και μου απαντήθηκε ότι έγινε αυτό το πράγμα στο οποίο αναφέρθηκε η συνήγορος. Ότι κάποιος 24χρονος μπήκε στο νοσοκομείο για εξέταση κολονοσκόπησης, λόγω προβλημάτων που αντιμετωπίζει και ίσως αυτό θεωρήθηκε βιασμός στις φυλακές τότε. Μιλώ για τότε. Ουδέποτε όμως κλήθηκα από την Επίτροπο για να δώσω οποιανδήποτε κατάθεση σχετικά με το θέμα, ούτε από τον τότε ερευνώντα λειτουργό, ο οποίος ανέλαβε να διεξάγει πειθαρχική έρευνα για το συγκεκριμένο περιστατικό και ουδέποτε αναφέρθηκε σχετικά το συγκεκριμένο θέμα για υπαιτιότητα δική μου. [.] Θέμα βιασμού την τότε περίοδο δεν υπήρχε για εμένα. Εγώ είχα άγνοια των όλων καταστάσεων. Υπήρχε μια διερεύνηση τότε από έναν αξιωματικό της πτέρυγας σχετικά με τον εγκλεισμό όπως τον ανέφερα στην Επίτροπο, χωρίς να παραδέχομαι οποιανδήποτε εμπλοκή όταν κλείστηκε ένας ενήλικας με έναν ανήλικο όπως παρουσιάστηκε τότε στην κατάσταση. Πληροφορήθηκα ότι παρουσιάστηκε στην κατάσταση χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αναφορά για βιασμό, το τονίζω αυτό, ούτε σε οποιανδήποτε άλλη κακομεταχείριση του νεαρού κρατούμενου.». Καταληκτικά, η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι με βάση όλα τα πιο πάνω που αναφέρονταν στην έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως ημερ. 10/3/2012, το ερώτημα που έθεσε η δημοσιογράφος «γιατί να μην τεθείτε σε διαθεσιμότητα και να τεθεί μόνο ο δεσμοφύλακας που ήταν καθήκον εκείνο το βράδυ», ήταν ένα εύλογο ερώτημα και είχε κάθε δικαίωμα να διερωτηθεί κάτι τέτοιο. Απάντησε ερωτώντας ο ΜΕ1 «Μήπως προκαλούσε τούτο το δημοσίευμα, διερωτώμαι;». Συνέχισε η συνήγορος Υπεράσπισης θέτοντας στον ΜΕ1 τη θέση της ότι «το ίδιο ακριβώς διερωτάται η δημοσιογράφος και στο δεύτερο δημοσίευμα της 13ης Μαρτίου
- Γιατί μόνο ο φύλακας της πτέρυγας να τεθεί σε διαθεσιμότητα και γιατί οι όροι εντολής έρευνας του ερευνώντος λειτουργού να μην σας αφορούν και εσάς με δεδομένη τη συμπεριφορά σας ως καταγράφεται στην έκθεση της Επιτρόπου;». Απάντησε ο ΜΕ1 λέγοντας ότι «Εφόσον δόθηκαν οι όροι εντολής στον ερευνώντα λειτουργό, γιατί προωθεί το δημοσίευμα; Οδηγίες βασικά στον ερευνώντα λειτουργό ή οδηγίες, δεν ξέρω πώς να το πω, για να γίνει και πειθαρχική, ποινική έρευνα εναντίον μου και ονομαστικά μάλιστα, γιατί; Για κάποιον σκοπό και να προχωρήσω παρακάτω, γιατί να αναφέρεται αποκλειστικά σε εμένα; Αναφέρεται στον διευθυντή φυλακών και δεν αναφέρεται ποιος είναι ο ψυχολόγος των φυλακών, ποιος είναι ο ψυχίατρος, κοινωνικός λειτουργός και γιατί να κάνει αναφορά ειδικά σε εμένα, ονομαστικά σε εμένα;». Για να σχολιάσει τότε η συνήγορος Υπεράσπισης ότι «Είναι εφημερίδα και δίνει την άποψή της και λέει τη γνώμη της. Δεν δίδει διαταγές και ούτε κατευθύνσεις στην Κυβέρνηση.», με τον ΜΕ1 να αντιδρά και να αντιτάσσει ότι - «Έτσι δείχνει εδώ, ότι δείχνει κατεύθυνση. Λέει τη γνώμη της, αλλά η θέση της και γνώμη της είναι βαρύνουσα, καθ' ότι την εφημερίδα τούτην τη διαβάζουν αρκετά πρόσωπα εξ' όσων είμαι σε θέση να γνωρίζω, είτε ηλεκτρονικά είτε με οποιονδήποτε τρόπο και η έκθεση της Επιτρόπου, ενόσω δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο πραγματικών γεγονότων ή χωρίς να έχω κριθεί σε οτιδήποτε επιλήψιμο, η έκθεση Επιτρόπου είναι μια έκθεση που είναι περιορισμένης εμβέλειας διαβάσματος. Έρχεται η δημοσιογράφος με το δημοσίευμα αυτό να κατευθύνει τον ερευνώντα λειτουργό ή αυτόν που έδωσε την εντολή να με εξετάσει και εμένα σχετικά, που δεν ξέρω.». Υπό το φως της ανωτέρω συζήτησης, η συνήγορος Υπεράσπισης συνόψισε το παράπονο του ΜΕ1 όπως η ίδια το αντιλήφθηκε από τα λεγόμενά του, ότι - «Άρα το παράπονό σας δεν είναι ούτε ότι τα δημοσιεύματα γράφουν ψεύδη, ούτε ότι σας δυσφημούν, αλλά, αν αντιλήφθηκα καλά από την τελευταία σας απάντηση, είναι γιατί να δημοσιεύουν για το περιστατικό και το περιεχόμενο της έκθεσης του Επιτρόπου στο ευρύ κοινό.». O ME1 δήλωσε ότι πλήγηκε το όνομά του γιατί όπου πήγαινε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο τον ρωτούσαν όλοι σχετικά με τούτο το επεισόδιο και τούτο έκανε ζημιά στο καλό όνομα που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι δεν κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του και ότι, από το 2012 που έγινε η έρευνα της Επιτρόπου Διοικήσεως μέχρι το 2014 που αυτός αφυπηρέτησε, υπήρχε το χρονικό διάστημα να ξεκινούσε πειθαρχική διαδικασία, στην οποία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αφυπηρετήσει από τη Δημόσια Υπηρεσία εάν υπήρχε τέτοια διαδικασία σε εξέλιξη ή εκκρεμότητα εναντίον του. Επέμεινε η συνήγορος Υπεράσπισης ρωτώντας τον ΜΕ1 αν τον Αύγουστο του 2012 διορίστηκε ερευνών λειτουργός για να διερευνήσει πειθαρχικά παραπτώματα εναντίον του για το ζήτημα του ισχυριζόμενου βιασμού νεαρού κρατούμενου στην πτέρυγα νεαρών. Αυτούσια η απάντηση του ΜΕ1 παρατίθεται։ «Δηλαδή μετά που 6 μήνες μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό, αφού τον Δεκέμβριο έγινε. Να πούμε ότι πιθανόν και τούτο που τόνισα προηγουμένως ότι τα δημοσιεύματα τούτα πιθανό να ώθησαν, δεν θυμάμαι γιατί έχουν περάσει 8 χρόνια από τότε, πιθανό να ώθησαν και την υπηρεσία να προέβηκε σε οποιανδήποτε διευκρινιστική διερεύνηση. Δεν θυμάμαι τι έγινε, αλλά να πούμε ότι τότε υπέβαλα ο ίδιος προσωπικά παραίτηση, το 2014 και μάλιστα προχώρησε, έγινε δεκτή η παραίτησή μου χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε από τη Δημόσια Υπηρεσία ένσταση ή από το Υπουργείο ένσταση για οτιδήποτε. Εάν και εφόσον εμπλεκόμουν σε οποιανδήποτε διερεύνηση του θέματος θα μπορούσε η Δημόσια Υπηρεσία ή και το Υπουργείο αν ορθώς ισχυρίζεται η δικηγόρος έγινε από το Υπουργείο, τότε μπορούσε να σταματήσει η αίτησή μου για αποχώρηση μέχρις ότου εκδικαστεί, τελειώσει τουλάχιστον η όλη κατάσταση. Αλλά διερωτώμαι, από το 2012 τον Αύγουστο μέχρι τον Ιούνιο του 2014 που παραιτήθηκα από τον χώρο των φυλακών δεν είχα οποιανδήποτε γνώση της όλης αυτής κατάστασης και αν ναι, γιατί δεν κλήθηκα να κατηγορηθώ για οτιδήποτε έστω και αν έγινε οποιαδήποτε διερεύνηση;». Έδειξε την έκπληξή της η συνήγορος Υπεράσπισης για το γεγονός ότι δεν θυμόταν ο ΜΕ1 κάτι τόσο σοβαρό ή για το ότι το θυμόταν «λίγο θολά». Διερωτήθηκε η ίδια, «δεν σας ενημέρωσε κανένας, δεν πιάσατε επιστολή;». Και πάλιν, η απάντηση του ΜΕ1 ήταν ότι «Δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι τη διερεύνηση τούτη που λέτε. Αν έχετε οποιαδήποτε στοιχεία δώστε μου τα να τα θυμηθώ.». Του υπέβαλε λοιπόν ότι είναι η θέση της Υπεράσπισης πως είχε διοριστεί ερευνών λειτουργός τον Αύγουστο του 2012 για να διερευνήσει πιθανή διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων από αυτόν αναφορικά με τον ισχυρισμό βιασμού νεαρού κρατούμενου στην πτέρυγα των κρατουμένων. Πέραν της αντεξέτασής του για τα επίδικα δημοσιεύματα, ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε και αναφορικά με το ρόλο και τη συμμετοχή των Εναγομένων στην έκδοση ή/και δημοσίευσή τους, καθώς και για την έκταση της κυκλοφορίας που είχαν. Συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής ή αρθρογράφος της Εφημερίδας «Πολίτης», καθώς και ότι η Εναγόμενη 3 δεν ήταν ούτε υπεύθυνη ούτε διευθύντρια στην εν λόγω εφημερίδα. Του υποβλήθηκε, επίσης, ότι τα επίδικα άρθρα δεν είχαν δημοσιευθεί στο διαδίκτυο. Ο ΜΕ1 απάντησε ότι, εξ όσων αυτός θυμόταν, ο Εναγόμενος 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής ή/και αρθρογράφος της Εναγόμενης 1 εφημερίδας ή/και ότι αμφότεροι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν δημοσιογράφοι και συντάκτες της εφημερίδας. Εφόσον η εφημερίδα «Πολίτης» τοποθετείται στο διαδίκτυο, έπεται ότι και τα επίδικα άρθρα ήταν στο διαδίκτυο, εκτός αν τα αφαίρεσαν. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ο λόγος που οι Εναγόμενοι δεν απευθύνθηκαν στον ίδιο για να λάβουν τη γνώμη του προτού δημοσιεύσουν τα επίδικα άρθρα, είναι διότι είχαν στα χέρια τους πληροφορίες από επίσημα αρμόδια σώματα, όπως είναι το γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως, άρα τα γεγονότα ήταν ενώπιόν τους. Και κατέληξε η συνήγορος Υπεράσπισης σχολιάζοντας ότι «Από εκεί και πέρα έγραψαν τη γνώμη τους. Μπορεί να μην σας αρέσει αλλά είναι γνώμη τους.» Τοποθετήθηκε ο ΜΕ1 επί τούτου λέγοντας ότι։ «Η γνώμη της Επιτρόπου και τα γεγονότα όπως τα δηλώνετε δεν σημαίνει ότι ήταν και πραγματικά, αληθινά γεγονότα. Άρα όφειλαν τη γνώμη τη δική μου, όφειλαν να με ρωτήσουν για διευκρινίσεις ή οτιδήποτε ήθελαν να ρωτήσουν και ευχαρίστως με την κυρία XXXXX επειδή είχαμε πολύ καλή συνεργασία θα μπορούσε να με ρωτήσει.». Όσον αφορά τις συνέπειες που είχε για την επαγγελματική του σταδιοδρομία το επίδικο συμβάν, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι αυτός παραιτήθηκε σε ηλικία 61 ετών, ενώ μπορούσε να αφυπηρετήσει στα
- Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, «Λόγω δημοσιευμάτων που υπήρχαν στην κοινωνία και λαμβάνοντας υπ' όψιν και άλλα δημοσιεύματα που ήταν εναντίον του ονόματός μου ή και μετέπειτα δημοσιεύσεις που δεν είναι στην παρούσα αγωγή ναι, με ώθησαν τότε να σκεφτώ λογικά και να ζητήσω την παραίτησή μου ενώ μπορούσα να μείνω μέχρι τα
- [.] Ήταν μεταξύ των λόγων που με ώθησαν να υποβάλω παραίτηση.». Ερωτηθείς να πει για ποιαν «ταλαιπωρία» είναι που αξιώνει αυξημένες αποζημιώσεις, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στο ότι όλα τα μέλη της οικογένειάς του, συγγενείς, ξαδέλφια, κ.λπ., οι οποίοι έμαθαν σχετικά με τα δημοσιεύματα, την ονομαστική μου αναφορά, διερωτούνταν κατά πόσο αληθεύουν οι κατηγορίες εναντίον μου ή όχι. «Τούτο φανταστείτε να πάω σε μια επίσκεψη, είτε στον αδελφό μου είτε στον ξάδελφό μου, κτλ. και να γίνεται ευρεία συζήτηση σχετικά με τούτο το θέμα. Να ερωτώμαι σχετικά με τούτα τα θέματα. Αντιλαμβάνεστε ότι τούτο έβλαψε στο πρώτο χρονικό διάστημα τουλάχιστον θέματα συγγένειας και θέματα που μπορεί και ορισμένοι να αντιλαμβάνονταν διαφορετικά, το θέμα ως το ανέφερε και η δημοσιογράφος και να θεωρούσαν τον Έλληνα ως έναν ανάξιο, ανίκανο στη θέση που διορίστηκε.». Γ.
- Η μαρτυρία του κ. Δ. Διονυσίου (ΜΥ1). Ο ΜΥ1 υιοθέτησε και ανέγνωσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β». Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο꞉ «
- Ονομάζομαι XXXXX Διονυσίου και είμαι δημοσιογράφος και διευθυντής της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ. Είμαι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 να δώσω σήμερα μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση. Το 2012 ήμουν σύμβουλος έκδοσης της εν λόγω εφημερίδας.
- Τον ουσιώδη χρόνο ανάμεσα στους δημοσιογράφους που κάλυπταν το αστυνομικό ρεπορτάζ ήταν και η XXXXX Ορφανίδου, Εναγομένη
- Με τον όρο αστυνομικό ρεπορτάζ εννοούμε την κάλυψη θεμάτων που αφορούν την Αστυνομία, την διάπραξη ποινικών αδικημάτων και τη διερεύνησή τους από την Αστυνομία, αλλά και ευρύτερα θέματα που αφορούσαν π.χ. τις φυλακές.
- Τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν πληροφορίες και δημοσιεύματα περί βιασμού νεαρού κατάδικου στις Κεντρικές Φυλακές από άλλο κρατούμενο. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες μας, αυτό το περιστατικό δεν ήταν το μοναδικό και φαίνεται ότι είχαν υπάρξει και άλλα παρόμοια σεξουαλικά εγκλήματα στις φυλακές τα οποία δεν δημοσιοποιήθηκαν ούτε ερευνήθηκαν. Το περιστατικό αυτό περί βιασμού είχε τύχει αυτεπάγγελτης εξέτασης και έρευνας από το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως, η οποία και είχε εκδώσει για το θέμα 2 εκθέσεις, 1 ενδιάμεση έκθεση ημερομηνίας 29/2/2012 και μια ημερομηνίας 07/03/
- Κατάδικος διέθετε στοιχεία και μαρτυρίες για βιασμούς καταδίκων από συγκρατούμενούς τους. Ο ίδιος είχε κατά καιρούς προστατεύσει νεαρούς συγκρατούμενούς του, οι οποίοι είχαν πέσει θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και ξυλοδαρμού στις φυλακές και επροτίθετο από μόνος του να αποταθεί στην Επίτροπο Διοικήσεως.
- Παρουσιάζω αντίγραφα των εν λόγω Εκθέσεων της Επιτρόπου Διοικήσεως και επιθυμώ να καταστούν Τεκμήρια 1 και 2 υπό Έγγραφο Β. Στην Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως ημερομηνίας 29/2/2012, γίνεται αναφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή ξεκίνησε την αυτεπάγγελτη έρευνά της, στη συνάντηση των λειτουργών του γραφείου της Επιτρόπου Διοίκησης με τον αρμόδιο Λειτουργό κο Έλληνα, δηλαδή τον Ενάγοντα και τον λειτουργό κο Λαζάρου. Σύμφωνα με την έκθεση, αρχικά υπήρξε πλήρης άρνηση από τον ενάγοντα ότι συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό βιασμού ή ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Ο λειτουργός του Τμήματος Φυλακών - ενάγων ανέφερε ότι το δημοσίευμα που ήταν αφορμή για την αυτεπάγγελτη έρευνα της Επιτρόπου είχε ως αφορμή την μεταφορά κάποιου 24χρονου κρατούμενου - όχι του 20χρονου που μιλούσε το δημοσίευμα - στο Νοσοκομείο για εξέταση του προβλήματος υγείας. Μάλιστα η Διεύθυνση του Τμήματος Φυλακών παρουσίασε τον κρατούμενο αυτό στους λειτουργούς του γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως για να επιβεβαιώσει τα γεγονότα. Ακολούθως οι λειτουργοί του γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως ζήτησαν από τον υπεύθυνο αξιωματικό του Τμήματος Φυλακών - Ενάγοντα να επιθεωρήσουν σχετικά έγγραφα και αυτός αρνήθηκε επικαλούμενος λόγους ασφαλείας, τους οποίους, όταν ρωτήθηκε, απέφυγε να διευκρινίσει. Η Επίτροπος χαρακτηρίζει την άρνηση αυτή ποινικό αδίκημα, η οποία είχε ως μοναδικό στόχο την απόκρυψη στοιχείων και την παρακώλυση του έργου της. Περαιτέρω, χαρακτηρίζει την στάση του Τμήματος Φυλακών σκόπιμα παραπλανητική από την αρχή, αφού μετά την αρχική πλήρη άρνηση για βιασμό, στη συνέχεια ο ενάγων ανασκεύασε τις αρχικές του θέσεις και παραδέχθηκε ότι διερευνήθηκε σχετικό περιστατικό, αλλά αυτό δεν αφορούσε βιασμό. Την έρευνα αυτή των φυλακών διενήργησε ο λειτουργός του Τμήματος Φυλακών Λάζαρος Λαζάρου.
- Επίσης τον ίδιο ουσιώδη χρόνο η ΕΔΥ είχε θέσει σε διαθεσιμότητα μόνο τον δεσμοφύλακα που ήταν καθήκον το βράδυ που συνέβη το πιο πάνω περιστατικό. Ταυτόχρονα, το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) Αρχηγείου ερευνούσε την υπόθεση. Επίσης, είχε διοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ερευνών λειτουργός για να διεξάγει έρευνα για πιθανή διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων σε σχέση με το περιστατικό αυτό εναντίον του ως άνω Λάζαρου Λαζάρου, εναντίον του επί καθήκοντα δεσμοφύλακα και οποιουδήποτε άλλου προσώπου.
- Με αυτά τα δεδομένα, η Εναγόμενη 3 συνέταξε το δημοσίευμα ημερρομηνίας 10 Μαρτίου 2012, με τίτλο «Υπήρξαν και άλλοι βιασμοί», το οποίο αντιλαμβάνομαι ότι είναι ήδη Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε αυτό το δημοσίευμα κατακρατούνται όλα τα πιο πάνω γεγονότα και περαιτέρω η συντάκτης του, Εναγόμενη 3, εκφράζει τις απόψεις της και σχολιάζει. α. Καταρχήν σχολιάζει ότι οι πληροφορίες για περισσότερους βιασμούς και παρόμοια αδικήματα εντός των φυλακών δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη και ότι είναι δυνατόν να γίνεται προσπάθεια αποσιώπησης ή και συγκάλυψης τέτοιων περιστατικών και να είναι δύσκολη η δημοσιοποίησή τους από τα θύματα. Ενδεικτικές της προσπάθειας αποσιώπησης και συγκάλυψης είναι οι αναφορές της Επιτρόπου Διοικήσεως στις εκθέσεις της ονομαστικά και στον κ. Λ. Λαζάρου και στον κ. Α. Έλληνα. β. Το γεγονός ότι είχε ζητηθεί μόνο η διαθεσιμότητα του δεσμοφύλακα που ήταν καθήκον το βράδυ και όχι του XXXXX Λαζάρου ή του XXXXX Έλληνα με τη συμπεριφορά που αναφέρεται πιο πάνω, δημιουργεί ερωτηματικά. γ. Επίσης, το γεγονός ότι οι όροι εντολής αυτής της πειθαρχικής έρευνας αφορούσαν μόνο το συγκεκριμένο συμβάν και όχι τη διερεύνηση για προηγούμενα παρόμοια, έδιδε την εικόνα περιορισμένης και ελλιπούς έρευνας, εξ ου και ο τίτλος «Πειθαρχική έρευνα περιορισμένης ευθύνης».
- Σε ό,τι αφορά ολόκληρο το δημοσίευμα ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2012, με τίτλο «Το είπε και το έκανε ο Κληρίδης», αυτό αφορά το ίδιο ζήτημα και καταγράφει κάποιες περαιτέρω εξελίξεις στα γεγονότα. Συγκεκριμένα։ α. Ο Γενικός Εισαγγελέας είχε εισηγηθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την απονομή χάριτος στον νεαρό κρατούμενο, ο οποίος είχε πέσει θύμα βιασμού και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πράγματι απένειμε χάρη. β. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε τον ουσιώδη χρόνο υποβάλει πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο για διορισμό ερευνώντα λειτουργού για διερεύνηση πειθαρχικών αδικημάτων στο Τμήμα Φυλακών. Συγκεκριμένα, να διοριστεί ο κος Αντώνης Βασιλειάδης Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ως ερευνών λειτουργός για να διεξάγει πειθαρχική έρευνα εναντίον του υπεύθυνου αξιωματικού της Πτέρυγας Νεαρών κου XXXXX Λαζάρου και του επί καθήκοντι δεσμοφύλακα κατά τον επί επίδικο χρόνο, κου Χριστοφή XXXXX. Επίσης, όπως διερευνήσει το ενδεχόμενο διάπραξης από οποιοδήποτε άλλο άτομο άλλων πειθαρχικών αδικημάτων στον χώρο των φυλακών σχετικά με το υπό διερεύνηση περιστατικό. Η πρόταση αυτή εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο. Παρουσιάζω αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2012 του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία επισυνάπτεται η εν λόγω πρόταση και επιθυμώ να καταστεί Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β. Η πιο πάνω πρόταση εγκρίθηκε στις 9/3/12 από το Υπουργικό Συμβούλιο. Παρουσιάζω αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2012 του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως με την οποία ενημερώνεται σχετικά ο πιο πάνω Εισαγγελέας για τον ορισμό του και επιθυμώ να καταστεί Τεκμήριο
- γ. Ότι η ποινική έρευνα που διεξαγόταν από το ΤΑΕ τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο.
- Στο δημοσίευμα αυτό πέραν της καταγραφής των πιο πάνω γεγονότων και εξελίξεων, η συντάκτριά του, Εναγόμενη 3, καταγράφει και κάποια δικά της σχόλια και απόψεις, κάποια από τα οποία είναι και υπό τύπο ερωτημάτων. Συγκεκριμένα։ α. Επιδοκιμάζει την απονομή χάριτος στον νεαρό κατάδικο και την συνέπεια που είχε δείξει ο Γενικός Εισαγγελέας. β. Ασκεί κριτική και αποδοκιμάζει το γεγονός ότι στους όρους εντολής του ερευνώντος λειτουργού Α. Βασιλειάδη δεν γίνεται ονομαστική αναφορά στον XXXXX Έλληνα με δεδομένη τη συμπεριφορά του όπως την καταγράφει η Επίτροπος Διοικήσεως στην ένδιάμεση έκθεσή της, αλλά και των καθηκόντων του και συγκεκριμένα με δεδομένο ότι αυτός συμμετείχε στην επιτροπή κατάταξης, η οποία και αποφασίζει σε ποια πτέρυγα θα τοποθετηθεί ο κάθε κατάδικος. γ. Διερωτάται γιατί μέχρι εκείνη την στιγμή είχε υπάρξει μόνο μία διαθεσιμότητα, αυτή του δεσμοφύλακα και όχι των προσώπων που, ως η ίδια η Επίτροπος Διοικήσεως αναφέρει, προσπάθησαν να την παραπλανήσουν και παρακώλυσαν το έργο της.
- Εξ όσων έχω πληροφορηθεί, στη συνέχεια διορίστηκε ερευνών λειτουργός για τη διεξαγωγή έρευνας κατά του Ενάγοντα, αναφορικά με πειθαρχικά παραπτώματα που αυτός ενδεχομένως να είχε διαπράξει. Παρουσιάζω αντίγραφο σχετικής επιστολής ημερομηνίας 02/08/2012 προς τον ίδιο ως επίσης και αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 07/08/2012 προς διάφορους λειτουργούς των φυλακών με την οποία αυτοί καλούνται να δώσουν κατάθεση σχετικά και επιθυμώ να καταστούν Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β.
- Αντιλαμβάνομαι ότι ο Ενάγων θεωρεί ότι τα αποσπάσματα των πιο πάνω δημοσιευμάτων που ο ίδιος προωθεί στην παρούσα υπόθεση τον δυσφημούν και τον διασύρουν και ότι κατά τη μαρτυρία του έχει δηλώσει την αποδοκιμασία του για αυτά. Είναι δικαίωμά του. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση σημαίνει ότι ο συντάκτης τους ή εμείς ως εφημερίδα τον δυσφημίζουμε ή ότι είμαστε κακόβουλοι μαζί του.
- Απορρίπτω τις θέσεις του Ενάγοντα ότι δημοσιεύσαμε τα επίδικα με σκοπό να βλάψουμε ή να επηρεάσουμε δυσμενώς την υπόληψη του ή ότι ενεργήσαμε με εκδικητική προς αυτόν διάθεση. Επίσης απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι δημοσιεύσαμε τα επίδικα δημοσιεύματα με αλόγιστη ή ενσυνείδητη αδιαφορία σε σχέση με την αλήθεια του περιεχομένου τους ή ότι τα δημοσιεύσαμε γνωρίζοντας ότι είναι αναληθή. Απορρίπτω ακόμη τον ισχυρισμό του ότι τα δημοσιεύσαμε κακόβουλα ή καθ' υπολογισμό να προκαλέσουν ζημιά σε αυτόν ή για αυτοπροβολή ή με σκοπό το κέρδος ή την αύξηση της κυκλοφορίας της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ ή με σκοπό να βλάψουμε ή επηρεάσουμε δυσμενώς την υπόληψή του ή εμφορούμενοι από μίσος εναντίον του.
- Σε ότι αφορά το παράπονο του Ενάγοντα ότι δεν επικοινωνήσαμε μαζί του ως εφημερίδα για να τον ρωτήσουμε τις θέσεις του ή αν ευσταθούσαν οι πληροφορίες που είχαμε, θα ήθελα να πω τα εξής։ Τα όσα καταγράφονται σε ολόκληρα τα δημοσιεύματα έχουν ως πηγή διάφορα έγγραφα στα οποία κάνω αναφορά πιο πάνω, καθώς και σε διάφορες προφορικές επαφές της Εναγομένης 3, οι οποίες απλώς επιβεβαίωναν το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, ήτοι των 2 εκθέσεων της Επιτρόπου Διοικήσεως και τις επιστολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης για το διορισμό ερευνώντος λειτουργού. Είχαμε στη διάθεσή μας όλα τα γεγονότα. Αυτά είναι που καταγράφηκαν στα επίδικα και επιπλέον εκφράστηκαν και κάποιες απόψεις της Εναγομένης
- Δεν υπήρχε κάτι άλλο προς επιβεβαίωση ή εξακρίβωση από τον Ενάγοντα. Άλλωστε ολόκληρα τα δημοσιεύματα της 10ης και 13ης Μαρτίου 2012 δεν αφορούν ούτε αναφέρονται αποκλειστικά στον Ενάγοντα όπως εξηγείται πιο πάνω, αλλά σε ένα μεγαλύτερο θέμα με πολλές προεκτάσεις. Ο Ενάγων ουδέποτε επικοινώνησε μαζί μας. Αν το έκανε, φυσικά και θα δημοσιεύαμε τη θέση του.
- Ο XXXXX Παπαδόπουλος Εναγόμενος 2 ήταν τον ουσιώδη χρόνο και συνεχίζει να είναι κατά νόμο υπεύθυνος της εφημερίδας. Δεν υπήρξε σε οποιοδήποτε στάδιο διευθυντής της εφημερίδας Πολίτης, ούτε αρθρογράφος ή δημοσιογράφος της. Δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ή συμμετοχή στη σύνταξη οποιουδήποτε από τα επίδικα δημοσιεύματα ούτε και γνώση εκ των προτέρων.
- Η XXXXX Ορφανίδου, Εναγομένη 3, ήταν τον ουσιώδη χρόνο δημοσιογράφος στην εφημερίδα Πολίτης, ενώ ουδέποτε υπήρξε διευθυντής της. Είναι η μοναδική συντάκτης των επίδικων δημοσιευμάτων.
- Τα επίδικα δημοσιεύματα δεν δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο.
- Η κυκλοφορία της εφημερίδας τους επίδικους χρόνους δεν ήταν μεγάλη.
- Γενικά θα ήθελα να αναφέρω ότι καλύπταμε και συνεχίζουμε να καλύπτουμε θέματα που αφορούν τα σωφρονιστικά ιδρύματα της χώρας και τις συνθήκες κράτησης των φυλακισμένων, τη συμπεριφορά των σωφρονιστικών αρχών και υπαλλήλων. Επίσης καλύπταμε και συνεχίζουμε να καλύπτουμε τις δραστηριότητες και τον τρόπο που ασκεί έλεγχο στην Διοίκηση το γραφείο του εκάστοτε Επιτρόπου Διοικήσεως και οι λειτουργοί του. Θεωρούμε ότι όλα αυτά είναι ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος, που ενδιαφέρουν το κοινό και τους πολίτες της χώρας. Περαιτέρω, θεωρούμε ότι το κοινό έχει δικαίωμα να γνωρίζει τί συμβαίνει σε σωφρονιστικά ιδρύματα, πως αυτοί οι οργανισμοί λειτουργούν και διοικούνται και πώς οι κάτοικοι ζουν στη φυλακή και αν προστατεύονται τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και η αξιοπρέπειά τους. Επίσης, θεωρούμε ότι είναι στα πλαίσια του δικαιώματος μας ως τύπος, αλλά και της υποχρέωσής μας να πληροφορούμε τους πολίτες, να κρίνουμε, να θέτουμε ερωτήματα και να σχολιάζουμε το τί συμβαίνει σε αυτά τα ιδρύματα. Στην προκειμένη, η Επίτροπος Διοικήσεως, ως η ίδια αναφέρει στην ενδιάμεση έκθεσή της, ημερομηνίας 29/2/2012, αυτεπάγγελτα ξεκίνησε τη διερεύνηση του περιστατικού, διαβάζοντας σχετικό δημοσίευμα του «Πολίτη», τον Δεκέμβριο
- Στη συνέχεια στην ίδια έκθεση, περιγράφει τη συμπεριφορά εν γένει των λειτουργών των φυλακών και ειδικότερα του XXXXX Έλληνα και την χαρακτηρίζει ως προσπάθεια παραπλάνησης και αποπροσανατολισμού της. Αυτά προφανώς η συντάκτρια - Εναγόμενη 3 θεώρησε ότι είχε και δικαίωμα και υποχρέωση να τα θέσει ενώπιον των πολιτών και επίσης να εκφράσει την αποδοκιμασία της.». Επανέλαβε ο ΜΥ1, αφού ολοκλήρωσε την ανάγνωση της γραπτής του δήλωσης, τα εξής։ «Θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι δεν ήταν στην πρόθεσή μας να θίξουμε ή να πλήξουμε σκόπιμα τον οποιονδήποτε. Εξάλλου τον κύριο Έλληνα δεν τον γνωρίζω. Στηριχθήκαμε σε δεδομένα τα οποία είχαμε μπροστά μας, τα οποία κατά την άποψή μας ήταν αδιαμφισβήτητα. Ήταν δεδομένα που προέκυψαν μέσα από έρευνα του γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως μετά από εμπλοκή της Νομικής Υπηρεσίας, οπόταν όλα αυτά τα δεδομένα έχω την εντύπωση αν τα παρακολουθήσει κάποιος επιβεβαιώνουν πλήρως το δημοσίευμά μας. Αντιλαμβάνομαι ότι η κυρία Ορφανίδου εξέφρασε και κάποιες προσωπικές απόψεις και σχόλια. Έχω την εντύπωση ότι εάν τα σχόλια αυτά εδράζονται επί πραγματικών γεγονότων είχε το δικαίωμα να προβεί σε αυτά τα σχόλια, είναι μέρος της ελευθερίας του Τύπου, είναι μέρος του δικού μας καθήκοντος. Ξέρουμε ότι μερικές φορές είμαστε δυσάρεστοι, αλλά και εμείς επιτελούμε ένα έργο πιστεύω και η κατάσταση που επικρατούσε τότε στις φυλακές πραγματικά πιστεύω ότι ήταν πολύ προβληματική και στη συνέχεια αποδείχθηκε πάρα πολύ προβληματική. Ίσως και τα κείμενά μας να αποδεικνύονται και λίγο προφητικά. Εκτός από βιασμούς είχαμε και αυτοκτονίες και πιστεύω ότι η εφημερίδα μας όπως και άλλα media εγκύπτοντας σε αυτό το σοβαρό θέμα οδήγησαν τις Αρχές να λάβουν αυτά τα απαραίτητα μέτρα γιατί και αυτός ο οποίος πάει φυλακή πρέπει να υπηρετεί αυτήν τη θητεία με αξιοπιστία και ο στόχος είναι ο σωφρονισμός και όχι η εξόντωση. Αυτές ήταν οι θέσεις μας. Δεν πιστεύω ότι δράσαμε κακόβουλα, αλλά θίξαμε, ναι, έντονα, ένα θέμα που ήταν υπαρκτό. [.] Και πάλι να εκφράσω τη λύπη μου για το πώς αισθάνεστε, αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς αυτή είναι η λειτουργία του Τύπου. Φέρνοντας στην επιφάνεια κάποια θέματα καθιστά αναγκαστικά κοινωνούς τους πολίτες. Αυτή είναι νομίζω η θεμελιώδης αρχή της Δημοκρατίας, οι πολίτες να ενημερώνονται, να συνειδητοποιούν κάποια προβλήματα που υπάρχουν, να είναι ενήμεροι και κατ' επέκταση να μπορούν να έχουν άποψη για το τι συμβαίνει. Ο ενημερωμένος πολίτης είναι ο δημοκρατικός πολίτης και αυτό το πράγμα συνθέτει τη γκάμα του δημοκρατικού μας συστήματος.». Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι είναι δημοσιογράφος από το 1985 στην εφημερίδα «Πολίτης», από το 1999 είναι σύμβουλος και από το 2016 είναι διευθυντής. Κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επίδικων δημοσιευμάτων αυτός ήταν «σύμβουλος έκδοσης». Ένας σύμβουλος έκδοσης είναι συνήθως ένας παλιός δημοσιογράφος, όμως, αυτός, επειδή εκείνη την περίοδο δεν ασκούσε μάχιμη δημοσιογραφία, απλώς αρθρογραφούσε, κράτησε αυτόν τον τίτλο. Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι όλες οι εφημερίδες είναι υποχρεωμένες από τον νόμο να έχουν κατά νόμο υπεύθυνο σε ότι αφορά την κυκλοφορία εφημερίδας και όλες οι εφημερίδες είναι υποχρεωμένες να δηλώνουν τον κατά νόμο υπεύθυνο. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι ο «κατά νόμο υπεύθυνος» δεν σημαίνει το διευθυντή της εταιρείας. Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το Μάρτιο του 2012, ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής της εφημερίδας Πολίτης. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΥ1 ήταν ότι ο Εναγόμενος 2 «είναι εμφανώς καταγραμμένος ως εκδότης και ως κατά νόμο υπεύθυνος. Δυο ιδιότητες φαίνονται στην ταυτότητα της εφημερίδας.». Διευκρίνισε ο ΜΥ1, για το σημείο όπου στη γραπτή του δήλωση αναφερόταν σε «δημοσιογραφικές πληροφορίες», ότι։ «Ένας δημοσιογράφος έχει πηγές πληροφόρησης, επίσημες και ανεπίσημες. Η δημοσιογράφος μας είχε σοβαρή πληροφόρηση από τον δωδέκατο, όπου και έγραψε σχετικό δημοσίευμα, ότι στις φυλακές υπήρξαν και άλλα σεξουαλικά εγκλήματα πέραν αυτού που καταγράφεται κατά συγκεκριμένο τρόπο στο ρεπορτάζ τον 03/
- Όπως είπα υπήρξε επίσημη πληροφόρηση από τις δυο εκθέσεις της επιτρόπου διοικήσεως, οι οποίες ήταν και αρκούντως λεπτομερείς. Τώρα, σε ότι αφορά άλλες πηγές πληροφόρησης ούτε η δημοσιογράφος ούτε και εγώ οφείλουμε να αποκαλύψουμε κάποιες πηγές.». Ερωτηθείς να πει αν οι εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως είναι απόρρητες ή όχι, ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας ότι οι εκθέσεις είναι δημόσια έγγραφα και μάλιστα την τελική έκθεση της Επιτρόπου αυτός την τύπωσε από το γραφείο της, δηλαδή από το αρχείο δημοσιευμένων εκθέσεων που έχει στην ιστοσελίδα του γραφείου της η Επίτροπος. Το ίδιο ισχύει και για την ενδιάμεση. Απεναντίας, η συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία αυτός αποκαλεί ως δημόσια έγγραφα, δεν είναι εκτεθειμένα και αποτελούν απόρρητα έγγραφα. Διαφώνησε ο ΜΥ1 με τη θέση αυτή, επισημαίνοντας ότι τα «απόρρητα έγγραφα» χαρακτηρίζονται έτσι, ότι δηλαδή έχουν το χαρακτήρα απόρρητου. Αυτά τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1 και 2 υπό Έγγραφο Β στο Δικαστήριο, δεν είναι απόρρητα, είναι δημόσια έγγραφα και αυτός είναι ο στόχος της λειτουργίας όλων των ανεξάρτητων αξιωματούχων, να είναι δημοσιοποιημένα. Αυτή η πρακτική δεν ισχύει μόνο για την Επίτροπο Διοικήσεως, αλλά και για τον Γενικό Ελεγκτή και για την Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και γενικά για όλους τους ανεξάρτητους αξιωματούχους. Κατέληξε έτσι ο ΜΥ1 να υποστηρίζει ότι «Εννοώ με αυτό ότι σε κάθε δημοσιογράφο είναι πάρα μα πάρα πολύ εύκολη η πρόσβαση σε αυτά τα έγγραφα.». Από την άλλη, η συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε στον ΜΥ1 τη θέση της ότι «τα έγγραφα αυτά τα λάβατε με παράνομο και αθέμιτο τρόπο» και τον κάλεσε να πει ειδικά για την ενδιάμεση έκθεση ημερομηνίας 29.2.2012, αν ήταν και αυτή αναρτημένη στην ιστοσελίδα, ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας ότι «Την ενδιάμεση την έχει εξασφαλίσει η συντάκτρια.». Συσχετίζοντας το περιεχόμενο της Έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως με τα γραφόμενα στο επίδικο δημοσίευμα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι όπου γινόταν ονομαστική αναφορά στον Ενάγοντα τούτη ήταν «κατά λέξη» ως η αναφορά του διερευνητικού κλιμακίου της Επιτρόπου Διοικήσεως, η οποία ήταν καταπέλτης σε ό,τι αφορά την παρουσίαση των δεδομένων. Η Επίτροπος μίλησε για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων, γιατί, όταν ζητήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιόν τους ο βιαστής, οι υπεύθυνοι των φυλακών Λχχχχ και Έλληνας παρουσίασαν άλλο υπόδικο και ισχυρίστηκαν ότι ήταν περίπου περί παρεξηγήσεως και ότι η παρεξήγηση οφειλόταν στο ότι ο εν λόγω εικοσιτετράχρονος που παρουσίασαν έκανε απλώς μια εξέταση κολονοσκόπησης. Κατά τη διάρκεια της ίδιας ακριβώς συζήτησης και εφόσον ο ενάγοντας ήρθε ενώπιον των πραγματικών δεδομένων, ανασκεύασε και παραδέχτηκε ότι η υπόθεση αφορούσε άλλον κρατούμενο. Κατέληξε ο ΜΥ1 σχολιάζοντας «Μεταφέρω με κάθε ακρίβεια τα λεγόμενα της επιτρόπου και μάλιστα σημείωσε η επίτροπος ότι ο κ. Έλληνας αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία που του ζητήθηκαν σε σχέση με την υπόθεση, οπότε ναι, ο κ. Έλληνας με βάση την έκθεση και με βάση τις ιδιότητες που είχε και τις αρμοδιότητες που είχε κατά την τρέχουσα εκείνη περίοδο καταγγέλθηκε από την Επίτροπο Διοικήσεως.». Αμέσως μετά τα πιο πάνω λεχθέντα από τον ΜΥ1, η συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε τη θέση της ότι «η τελευταία αναφορά σας που είπατε στο δικαστήριο είναι εντελώς ψευδής.», με τον ΜΥ1 να απορρίπτει το χαρακτηρισμό αυτό. Ερωτήθηκε στη συνέχεια αν γνωρίζει αν έγινε οποιαδήποτε έρευνα από την αστυνομία για τυχόν διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος από τον Ενάγοντα σε σχέση με όσα «κατήγγειλε» η Επίτροπος Διοικήσεως. Ο ΜΥ1 παρέπεμψε σε μία σειρά από έγγραφα που δείχνουν ότι η συγκεκριμένη στάση του κ. Έλληνα διερευνήθηκε, τουλάχιστον διατάχθηκε έρευνα επώνυμη εναντίον του, κλήθηκαν μάρτυρες, αλλά από εκεί και πέρα δεν ξέρει ο ΜΥ1 πού έχει καταλήξει το όλο θέμα. Από την άλλη η συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε στον ΜΥ1 τη θέση της ότι ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε καταγγελία για οποιοδήποτε αδίκημα ποινικό εις βάρος του ενάγοντος, με τον ΜΥ1 να της απαντά ότι «Αν και δεν μου πέφτει λόγος γι' αυτό, ενώπιόν σας είναι τα σχετικά έγγραφα που αποδεικνύουν τα περί του αντιθέτου.». Τον προκάλεσε η συνήγορος να πει συγκεκριμένα, ποιο έγγραφο αναφέρεται σε έρευνα για τυχόν ποινικό αδίκημα εις βάρος του ενάγοντα, με τον ΜΥ1 να απαντά ότι «δεν είναι το δικό μου αντικείμενο να εξετάσω τι έγινε στη συνέχεια και επίσης δεν είναι η εφημερίδα μας που μίλησε για ποινικό αδίκημα, είναι η Επίτροπος Διοικήσεως που μίλησε για ποινικό αδίκημα», προχωρώντας να υποβάλει το δικό του ερώτημα «Νομίζω μου επιτρέπεται να διερωτηθώ γιατί βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή ενώπιον του Δικαστηρίου και η Επίτροπος Διοικήσεως, όπως προσπαθεί να υποβάλει η συνήγορος ότι η Επίτροπος κατέθεσε ψέματα και είπε αναλήθειες, έχω την εντύπωση ότι τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι και αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου για τέτοιες σοβαρές κατηγορίες ότι ψεύδεται.». Ζητήθηκε από τον ΜΥ1 να δει την επιστολή ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β και να πει σε ποιο σημείο της επιστολής που απευθύνεται στον κ. Έλληνα και φέρει ημερομηνία 2.8.2012 γίνεται αναφορά για τυχόν ποινικό αδίκημα. Παραθέτω αυτούσια την απάντηση։ «Είναι σαφές ότι εδώ γίνεται αναφορά σε διερεύνηση πειθαρχικού παραπτώματος, αλλά και πάλι προσπαθώ να κατανοήσω ποια είναι η σύνδεση αν με το δημοσίευμα το δικό μας μιλήσαμε για πιθανή διάπραξη ποινικού αδικήματος αναπαράγοντας την έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως. Δεν είμαστε Δικαστήριο για να ξέρουμε πως θα εξελιχθεί μια υπόθεση. Από την άλλη και ως δημοσιογράφοι γνωρίζουμε πάρα πολλές φορές ότι μια διαδικασία ξεκινά με διερεύνηση πειθαρχικών παραπτωμάτων, με βάση τη νομοθεσία περί δημόσιων υπαλλήλων και στην πορεία μπορεί να διαπιστωθούν και άλλου είδους παραπτώματα όπως ποινικά και εμείς ως δημοσιογράφοι καταγράψαμε αυτά τα οποία υπήρχαν στην έκθεση της επιτρόπου διοικήσεως.». Ακολούθησε η υποβολή από τη συνήγορο του Ενάγοντος προς τον ΜΥ1 της θέσης της ότι η συντάκτρια των δημοσιευμάτων τα αλλοίωσε αυτά που ήταν στην έκθεση της επιτρόπου διοικήσεως και τα παρουσίασε πολύ διαφορετικά. Διαφώνησε ο ΜΥ
- Ζητήθηκε επίσης από τον ΜΥ1 να πει πώς ήρθε στα χέρια της εφημερίδας «Πολίτης» και των συντακτών της η επιστολή ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β. Δεν θέλησε να απαντήσει ο ΜΥ1, διότι δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει για το πώς ήρθε στην κατοχή των δημοσιογράφων μια πληροφορία ή ένα έγγραφο, έστω και αν αυτό αποτελεί επιστολή που απευθυνόταν προσωπικά σε κάποιον πολίτη και συγκεκριμένα στον Ενάγοντα. Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι η επιστολή αυτή «είναι και προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και δημοσίου ενδιαφέροντος και έχω την εντύπωση ότι το δημόσιο ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση υπερτερεί. Από την άλλη, δεν θυμάμαι αν έχουμε δημοσιεύσει αυτές τις επιστολές εμείς δημόσια.». Δ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Δ.
- Κατά πόσον τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά. Το πότε ένα δημοσίευμα είναι «δυσφημιστικό» απαντάται στο άρθρο 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προβλέπει ότι: «
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανόμενης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα· ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση· ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του· ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη· ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους.». Είναι πάγια νομολογημένο ότι μαρτυρία ως προς το πώς το δημοσίευμα έγινε αντιληπτό από τον ίδιο τον ενάγοντα ή τους μάρτυρες του, δεν είναι παραδεκτή και δεν ενέχει σημασία (Capital & County´s Bank v. Henty
(1882)7 AC 745, Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publications Ltd
(1963)2 C.L.R. 290 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Δώρου Γεωργιάδη, Πολ. Έφ. Αρ. 118/08, ημερ. 4.3.2011). Είναι γι' αυτό τον λόγο που δεν προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος (ΜΕ1) αναφορικά με το πώς αυτός αντιλήφθηκε το επίδικο δημοσίευμα. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου, εφόσον το θέμα αποφασίζεται ως πραγματικό ζήτημα. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου τεκμαίρεται να εκφράζει την αντίληψη του ιδεατού μέσου ανθρώπου που διαθέτει την κοινή λογική (Knuffer v. London Express Newspaper Ltd
(1954)1 All E.R. 495, Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198, Salmond on the Law of Torts 16η έκδ. σελ. 142 και Street on Torts 11η εκδ., σελ. 487-488). Το εφαρμοστέο κριτήριο για την κατάταξη ενός δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού είναι η «εντύπωση» που προκαλεί στο μέσο πολίτη. Παραπέμπω στην Ατταλίδης v. Ροδούλη
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1690, όπου αναφέρθηκε ότι: «Όπως ορθά εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εφεσίβλητου, το ζητούμενο είναι η εντύπωση που προκάλεσε το επίδικο άρθρο στο μέσο πολίτη και όχι σε ένα δικηγόρο ή σε ένα διανοούμενο, ούτε σε κάποιο που θα το διαβάσει και θα το ξαναδιαβάσει και θα προβεί σε μια εκ βάθους ανάλυση του με προοπτική ανακάλυψης του πραγματικού ή ενός πιθανού νοήματος του.». Με βάση την προμνησθείσα νομολογία, δεν προβαίνω σε σύγκριση της εντύπωσης που αποκόμισαν οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων για το νόημα των επίδικων δημοσιευμάτων και πώς αυτές το περιέγραψαν ή/και ανέπτυξαν στις τελικές γραπτές αγορεύσεις τους. Λαμβάνω μόνο υπόψη τις εισηγήσεις τους για το τί ο μέσος πολίτης θα κατάλαβε, διαβάζοντας τα επίδικα δημοσιεύματα. Επίσης, έχει αποσαφηνιστεί ότι στο στάδιο που το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή δεν είναι δυσφημιστικό, δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση του ποια ήταν η πρόθεση του εναγομένου, παρά μόνο εξετάζει την έννοια που θα απέδιδαν στο δημοσίευμα λογικά σκεπτόμενα άτομα (Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. v. Ανδρέα Χριστοδούλου (Πολιτική Έφεση αρ. 15/2009) ημερ. 20/06/2012). Για τούτο το λόγο, δεν υπεισέρχομαι σε αυτό το στάδιο σε έλεγχο τις αξιοπιστίας των όσων δήλωσε ο κ. Δ. Διονυσίου (ΜΥ1) αναφορικά με το ποια ήταν ή δεν ήταν η πρόθεση των Εναγομένων κατά τη συγγραφή και δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων. Το κείμενο ή κείμενα, πρέπει να ιδωθούν από το Δικαστήριο σωρευτικά και οι λέξεις να αναγνωσθούν λογικά, χωρίς υπερβολική ανάλυση, ούτε όμως υπερβολική υποψία (Gatley on Libel and Slander 11η έκδ. σελ. 103 και Jeynes v. New Magasines Ltd
(2008)EWCA Civ. 130). Σε αυτό το εγχείρημα, το Δικαστήριο πρέπει να αποδώσει στις λέξεις ή το κείμενο τη συνήθη και φυσική τους σημασία, όπως αυτή θα εκλαμβανόταν από τον μέσο, συνηθισμένο, λογικό άνθρωπο (Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publishing Co. Ltd
(1963)3 A.A.Δ. 90). Όπως διευκρινίζεται στο Σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 και 124 (παραθέτω το σχετικό απόσπασμα όπως τίθεται στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος v. Δώρος Γεωργιάδης
(2011)1 Α.Α.Δ. 407 σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά): «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shah v. Standard Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος· αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ' ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές.» Στην προμνησθείσα υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος v. Δώρος Γεωργιάδης
(2011)1 Α.Α.Δ. 407, επίδικα ήταν ορισμένα δημοσιεύματα σε ημερήσια εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας, με τα οποία γίνονταν αναφορές στον ενάγοντα, επώνυμο μουσικό και καλλιτεχνικό παράγοντα, για σεξουαλική παρενόχληση και εκμετάλλευση νεαρών κοριτσιών, και τα οποία δημοσιεύματα απέδιδαν στον ενάγοντα ότι βρισκόταν υπό τη διερεύνηση της Αστυνομίας για λόγους για τους οποίους η Αστυνομία εμφανιζόταν πως είχε στοιχεία και ότι, εν πάση περιπτώσει, η Αστυνομία είχε εύλογες υποψίες ότι αυτός ενεχόταν στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο τα δημοσιεύματα ήταν δυσφημιστικά για τον ενάγοντα. Πρωτόδικα κρίθηκε ότι ήταν δυσφημιστικά. Κατ' έφεση, όμως, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέδειξε, ως θέμα αρχής, ότι στις περιπτώσεις όπου το παράπονο αφορά στο ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά επειδή κατ' ισχυρισμόν αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια συμμετοχή στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν διατυπώνεται βεβαιότητα ενοχής (1ου βαθμού δυσφήμιση) ή απλή υποψία ενοχής (2ου βαθμού δυσφήμιση) ή ότι υπάρχουν λόγοι κάποιος να βρίσκεται υπό διερεύνηση (3ου βαθμού δυσφήμιση). Καθοδήγηση επ' αυτού του θέματος παρέχει το Σύγγραμμα Gatley (ανωτέρω), σελ. 124 όπου αναφέρονται τα εξής: «It is usually said that there are two levels of imputation below that of guilt ("Level 1") which are possible in such a situation, both of which are defamatory, though in different degrees: that there are reasonable grounds to suspect that the claimant is involved ("Level 2") or that there are grounds to investigate what the claimant has done ("Level 3"). In Lewis v. Daily Telegraph [1964] A.C. 234 it was admitted that the words were defamatory in the last sense (or something like it) but the defendants could justify that by showing that the investigation was taking place.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Συνήθως λέγεται ότι υπάρχουν δύο επίπεδα καταλογισμού, κάτω από εκείνο της ενοχής (επίπεδο 1), τα οποία είναι δυνατόν σε μια τέτοια περίπτωση, να είναι και τα δύο δυσφημιστικά, διαφορετικού όμως βαθμού σοβαρότητας: ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να υποψιαστεί κανείς την εμπλοκή του ενάγοντος (επίπεδο 2) ή ότι υπάρχει βάσιμος λόγος για να διερευνηθεί τί έπραξε ο ενάγων (επίπεδο 3). Στην υπόθεση Lewis ήταν παραδεκτό ότι οι λέξεις ήταν δυσφημιστικές με την τελευταία έννοια (ή κατά τρόπο ανάλογο), αλλά οι εναγόμενοι μπόρεσαν να το αιτιολογήσουν, προβάλλοντας ότι η διεξαγωγή της έρευνας ελάμβανε χώρα.» Και η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος v. Δώρος Γεωργιάδης
(2011)1 Α.Α.Δ. 407, υπό το φως των πιο πάνω αποσπασμάτων από τον Gatley ήταν ότι꞉ «Εν ολίγοις, συνάγεται από τα πιο πάνω πως αν αναφέρεται στο δημοσίευμα ότι ο παραπονούμενος είναι υπό υποψία ή ότι διερευνάται γι' αυτόν υπόθεση δεν μπορεί ευλόγως να ερμηνευτεί ή να γίνει αντιληπτό ότι σημαίνει πως αυτός είναι ένοχος, γιατί αν ο κοινός λογικός άνθρωπος σκεφτόταν πως όποτε υπάρχει αστυνομική έρευνα ο υπό διερεύνηση είναι ένοχος, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να δοθεί ακριβής πληροφόρηση για οτιδήποτε για το οποίο το κοινό ενδιαφέρεται να γνωρίζει και να πληροφορείται. Συνάγεται επίσης πως σε περίπτωση που τα επίδικα δημοσιεύματα επιδέχονται μιας πιο «αθώας» ερμηνείας από την πιο σοβαρή που εισηγείται ο παραπονούμενος, τότε θα προτιμηθεί η πρώτη. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αναζήτησε το νόημα των δημοσιευμάτων σωρευτικά. [...] Τα πλείστα, αν όχι όλα τα επίδικα δημοσιεύματα, αποδίδουν στον εφεσίβλητο ότι βρισκόταν υπό τη διερεύνηση της αστυνομίας για λόγους για τους οποίους η αστυνομία εμφανιζόταν πως είχε στοιχεία και ότι εν πάση περιπτώσει, η αστυνομία είχε εύλογες υποψίες ότι αυτός ενεχόταν στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων ότι αυτά αναφέρονταν σε οτιδήποτε άλλο αναφορικά με τον εφεσίβλητο παρά μόνο στο ότι η αστυνομία διερευνούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων, χωρίς οι εφεσείοντες να εκφράζουν άποψη ή υπονοούμενα περί της ενοχής του εφεσίβλητου.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Πιο πρόσφατα, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 24.3.2020 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 339/2008, Εκδοτικού Οίκου Δία Λτδ ν. ΧΧΧΧ Γεωργιάδη (ECLI:CY:AD:2020:A107), υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος ν Γεωργιάδης
(2011)1 ΑΑΔ 407 και έγινε, παρομοίως, η εξής αναφορά꞉ «Στις περιπτώσεις που τα δημοσιεύματα αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια σχέση με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι υποθέσεις αυτές ταξινομούνται σε τρία διακριτά «επίπεδα καταλογισμού» γνωστά ως "Chase levels" από την ομώνυμη υπόθεση Chase v News Group Newspapers [2002] EWCA 1772, ως εξής: (ι) ότι ο ενάγων είναι ένοχος κάποιου αδικήματος (επίπεδο 1)˙ (ιι) ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να υποψιαστεί κάποιος ότι ο ενάγων έχει διαπράξει το αδίκημα (επίπεδο 2)˙ και (ιιι) ότι υπάρχουν λόγοι για να διερευνηθεί κατά πόσο ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για την κατ' ισχυρισμό πράξη (επίπεδο 3).». Όπως παρατήρησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην ως άνω απόφαση ημερ. 24.3.20, αναφερόμενο στα γεγονότα της υπόθεσης όπως διακριβώθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο꞉ «το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε το γεγονός ότι κατά το χρόνο των δημοσιευμάτων διεξαγόταν αστυνομική έρευνα κατόπιν παραπόνων και καταγγελιών από συγκεκριμένα άτομα. Έκρινε, όμως, όπως φαίνεται από το απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης που παραθέσαμε προηγουμένως, ότι οι «κτυπητοί τίτλοι» της εφημερίδας, και ο τρόπος, η έκταση και το ύφος με το οποίο περιέγραφαν το περιεχόμενο των καταγγελιών και των πληροφοριών που λάμβαναν οι εφεσείοντες, μετέδιδαν σε ένα λογικά και συνήθους νοημοσύνης άνθρωπο ξεκάθαρο μήνυμα για την αλήθεια των καταγγελιών. Κατά το Δικαστήριο, «Κρινόμενα σφαιρικά και ως ενιαίο σύνολο» τα μηνύματα τα οποία μετέδιδαν τα δημοσιεύματα δεν ήταν ότι ο εφεσίβλητος ήταν απλά ύποπτος για αυτά που εξέταζε η Αστυνομία, αλλά εμπέδωναν τη βεβαιότητα ότι ήταν οπωσδήποτε ένοχος. Το Δικαστήριο παράθεσε ως παράδειγμα τους χαρακτηρισμούς του εφεσίβλητου στα δημοσιεύματα ως παιδεραστή και μάλιστα αδίστακτου παιδεραστή και σάτυρου που δρούσε ανενόχλητα για εννιά χρόνια και ότι παγίδευε ανήλικα κορίτσια μέσω του τραγουδιού. Έκρινε, τελικά, ότι οι εφεσείοντες υπερέβησαν κατά πολύ τα όρια του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και του λόγου, με αποτέλεσμα τη δυσφήμιση του εφεσίβλητου, ενώ με τα δημοσιεύματα, τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, οι εφεσείοντες παραβίασαν και το τεκμήριο της αθωότητας του. Προσέβαλαν και «κηλίδωσαν» επίσης, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, «την φήμη, την υπόληψη, την αξιοπρέπεια, καθώς επίσης την κοινωνική και επαγγελματική του υπόσταση». Απεναντίας, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι꞉ «Από προσεκτική ανάγνωση των δημοσιευμάτων, φαίνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά τη φραστική αναφορά του περί του αντιθέτου, δεν αναζήτησε το νόημα των δημοσιευμάτων σωρευτικά, αλλά τα εξέτασε αποσπασματικά, επικεντρωνόμενο σε μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, σε εξέταση των δημοσιευμάτων που προηγήθηκαν του δημοσιεύματος της 7.8.2001, ημερομηνία κατά την οποία έγινε για πρώτη φορά ονομαστική αναφορά στον εφεσίβλητο, ως ένα από τους καλλιτεχνικούς παράγοντες που θεωρήθηκαν «ύποπτοι στην υπόθεση παιδεραστίας». Όλες οι λέξεις και φράσεις στις οποίες παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεωρούμενες απομονωμένα από τα δημοσιεύματα της 6.8.2001 μέχρι της 17.8.2001, ενέπιπταν στο πρώτο επίπεδο Chase, αφού φαίνονταν να υιοθετούν τους ισχυρισμούς εναντίον των καταγγελλομένων, αποδίδοντας νόημα ενοχής σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, χωρίς όμως να υπήρχε η αναγκαία σύνδεση με τον εφεσίβλητο στο χρόνο εκείνο. Το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο αυτών πολύ εύκολα γινόταν αντιληπτό ότι αναφερόταν στον εφεσίβλητο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το δημοσίευμα της 3.8.2001 περί καταγγελιών από μητέρες ότι οι δύο «κύριοι» παρέσυραν και τις δικές τους κόρες, στο οποίο παράπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αποτελούσε αποδεικτικό στοιχείο επαρκές να συνδέσει τον εφεσίβλητο με ένα από τους «κυρίους». Τα χαρακτηριστικά παραδείγματα, στα οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο προς στοιχειοθέτηση της κρίσης του, απουσιάζουν από τα δημοσιεύματα της 6.8.2001 και εντεύθεν, στα οποία χρησιμοποιούνται διάφορες διακριτικές λέξεις και φράσεις τόσο σε υπότιτλους όσο και στο σώμα του κειμένου των δημοσιευμάτων, όπως, για παράδειγμα, «οι ύποπτοι», «που καταγγέλλονται για παιδεραστία», «που θεωρούνται ύποπτοι», «η οποία ισχυρίζεται ότι έπεσε θύμα άσεμνης επίθεσης», «ισχυρίστηκε» και «που ισχυρίζονται ότι παρενοχλήθηκαν σεξουαλικά». Υπάρχουν δε αναφορές και σε δηλώσεις τρίτων προσώπων όπως, για παράδειγμα, η επαναβεβαίωση του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης για την «αποφασιστικότητα των Αρχών να εξιχνιάσουν τη σοβαρή υπόθεση» (δημοσίευμα 6.8.2001), η ανακοίνωση του Αρχηγού Αστυνομίας ότι ο εφεσίβλητος και το άλλο πρόσωπο «συνελήφθησαν προς διευκόλυνση των ανακρίσεων σχετικά με διερευνώμενες υποθέσεις άσεμνων επιθέσεων κατά θηλέων.» (δημοσίευμα 7.8.2001) και του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας «ότι η υπόθεση έχει πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης και το δικαστήριο είναι αυτό που θα κρίνει για την ενοχή ή όχι των υπόπτων» (δημοσίευμα 9.8.2001). Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να έστρεψε την προσοχή του στα πιο πάνω στοιχεία. Καμία αναφορά δεν γίνεται σε αυτά ή σε άλλα παρόμοια. Το Δικαστήριο δεν τα αναφέρει. Δεν φαίνεται να εξέτασε «το δηλητήριο» με «το αντίδοτο». Ειδικότερα για τους τίτλους ειδήσεων, για τους οποίους γίνεται λόγος στην πρωτόδικη απόφαση, παρατηρούμε ότι συχνά στοχεύουν στο να προσελκύσουν την προσοχή του αναγνώστη και μπορεί θεωρούμενοι αποσπασματικά να αποτελέσουν λίβελο. Το κείμενο όμως της είδησης, μπορεί να είναι «αντίδοτο» το οποίο εξουδετερώνει ένα τίτλο «δηλητήριο». Σε τέτοια περίπτωση, ο λογικός αναγνώστης, διαβάζοντας το δημοσίευμα στο σύνολό του θα καταλήξει στο ότι ο τίτλος είναι λανθασμένος. Το δε πλαίσιο (context) είναι σημαντικό ιδιαίτερα όταν τo παράπονο αφορά σε λέξεις ή φράσεις που αποτελούν μέρος σειράς δημοσιευμάτων που εξετάζονται ως σύνολο.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος δικαστηρίου.) Στην πιο πάνω απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 339/2008, Εκδοτικού Οίκου Δία Λτδ ν. ΧΧΧΧ Γεωργιάδη (ECLI:CY:AD:2020:A107), αναδεικνύεται και η ανάγκη να μην εξετάζονται τα επίδικα δημοσιεύματα ένα - ένα, απομονωμένα το ένα από το άλλο, όταν και εφόσον αυτά συνδέονται χρονικά και θεματικά μεταξύ τους. Όπως παρατήρησε꞉ «Το θέμα αυτό απασχόλησε πρόσφατα το Εφετείο στην υπόθεση Παπασάββας ν Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ κ.ά , ECLI:CY:AD:2018:A418, ECLI:CY:AD:2018:A418, Π.Ε. 274/2016, ημερ. 27.9.2018, το οποίο δέχτηκε ως ορθή τη θέση ότι τα επίδικα δημοσιεύματα, τα οποία δεν ήταν δημοσιεύματα μιας ημέρας, έπρεπε να αντικριστούν στην ολότητά τους και σφαιρικά, στη βάση ότι υπήρχε «συνεκτικός κρίκος μεταξύ των δημοσιευμάτων αφορώντων τον εφεσείοντα με μια χρονική και θεματική συνέχεια που δεν μπορεί να απομονωθεί εφόσον τα γεγονότα που απασχολούν αφορούν δύο βασικά θέματα.» (Βλ. επίσης Burrows v Knightley
(1987)10 N.S.W.L.R.651 και Haddad v Nationwide News Pty Ltd [2013] NSWSC 2027). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Phelps v Nationwide News Pty Ltd [2001] NSWSC 130, όπου η δικαστής Simpson J (όπως ήταν τότε) παρατήρησε τα ακόλουθα σχετικά με τον προσδιορισμό των ορίων «ενός δημοσιεύματος» («a publication»): «The issue raises a question about the proper identification, or the boundaries, of 'a publication' as distinct from separate publications. There is no rigid dividing line, no categoric test that can be applied to the determination of the boundaries. That is because the examples of publications that may be perceived either as a single entity or as multiple single entities are numerous. There will, no doubt, be many cases where reasonable minds might differ on the proper categorisation, and many where a reasonably minded person would recognise that either classification would be valid. In these cases, the plaintiff has the option as to the manner of pleading.» Η προσέγγιση του δικαστή Eady J στην υπόθεση Galloway v Telegraph Group [2004] EWHC 2786 ήταν διαφορετική: «Furthermore, when judging the meaning of the 23 April articles, it is necessary to bear in mind that many readers will have had a general impression of their reading from the day before. It is legitimate to take that into account when assessing the meaning of the second day's coverage. The reverse is not the case, since it is not permitted when attributing a meaning or meanings to a published article to refer to subsequent material». Εφαρμογή στην παρούσα. Προχωρώ σε εφαρμογή των προεκτεθέντων νομικών αρχών στο πλαίσιο της ενώπιόν μου υπόθεσης. Κατ' αρχάς, κρίνω πως είναι κατάλληλο να παρατεθεί ολόκληρο το κείμενο ενός εκάστου δημοσιευθέντος άρθρου, εφόσον είναι λογικό να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ότι ο αναγνώστης είχε την ευκαιρία να διαβάσει ολόκληρο το περιεχόμενο του άρθρου, από το οποίο ο Ενάγων εξάγει το απόσπασμα για το οποίο παραπονείται ότι είναι δυσφημιστικό. Το σχετικό απόσπασμα φαίνεται πιο κάτω με υπογράμμιση και με έντονα γράμματα μαζί. Συγχρόνως, κρίνω κατάλληλο να παραθέσω τα δύο επίδικα άρθρα σε χρονική αλληλουχία, με τη σειρά που δημοσιεύθηκαν. Πρώτο άρθρο - Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. «20 ΣΑΒΒΑΤΟ 10 ΜΑΡΤΙΟΥ 2012 ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΛΙΤΗΣ Μία από τις πολλές φαίνεται πως είναι η περίπτωση του 20χρονου στις φυλακές Υπήρξαν και άλλοι βιασμοί Πρόθυμος να μιλήσει και να δώσει μαρτυρία για περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης νεαρών κρατουμένων παρουσιάζεται συγκεκριμένος κατάδικος. Θέτει μόνο μια προϋπόθεση: Να μιλήσει σε ανεξάρτητο φορέα. ΓΡΑΦΕΙ XXXXX ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ Η υπό διερεύνηση υπόθεση του βιασμού του 20χρονου καταδίκου στις κεντρικές φυλακές από 50χρονο συγκρατούμενο του και υπότροπο σεξουαλικών εγκλημάτων δεν φαίνεται να είναι η μόνη. Πληροφορίες του «Π» από αξιόπιστη πηγή αναφέρουν ότι στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν και άλλα παρόμοια σεξουαλικά εγκλήματα στις φυλακές, τα οποία για λόγους που εύκολα μπορεί κάποιος να υποθέσει, δεν είδαν το φως της δημοσιότητας και ως εκ τούτου δεν έτυχαν και οποιασδήποτε διερεύνησης. Με αφορμή, όμως, το τελευταίο περιστατικό, για το οποίο ο «Π» είχε γράψει από τις 28 περασμένου Δεκεμβρίου, «ο νόμος της σιωπής» που ισχύει στο σωφρονιστικό ίδρυμα έχει σπάσει. Έτοιμος κατάδικος Κατάδικος, το όνομα του οποίου κατέχουμε (και εάν χρειασθεί μπορούμε να δώσουμε τόσο στο γραφείο της επιτρόπου Διοικήσεως, όσο και στον ερευνώντα λειτουργό που διόρισε χθες το Υπουργικό Συμβούλιο, εισαγγελέα ΑΧΧΧ ΒΧΧΧ), διαθέτει συγκεκριμένα στοιχεία και μαρτυρίες για ανάλογους βιασμούς καταδίκων από συγκρατούμενούς τους. Οι ίδιες διασταυρωμένες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο συγκεκριμένος κατάδικος, ο οποίος προστάτευσε κατά καιρούς νεαρούς συγκρατούμενούς του οι οποίοι έπεσαν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης αλλά και ξυλοδαρμού στις φυλακές, προτίθεται και από μόνος του να αποταθεί στην επίτροπο Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου. «Τα στοιχεία είναι συγκεκριμένα, με ονόματα και μάρτυρες», μας ανέφερε η ίδια πηγή, «αλλά θα δοθούν υπό την προϋπόθεση ότι η διερεύνηση των όποιων πληροφοριών και στοιχείων έχει ο συγκεκριμένος κατάδικος θα γίνει από ανεξάρτητο θεσμό που δεν έχει σχέση ούτε με την διεύθυνση των φυλακών ούτε με την αστυνομία» Τα είπε η Επίτροπος Οι πιο πάνω πληροφορίες δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη. Και αυτό γιατί η ίδια η επίτροπος Διοικήσεως, τόσο στην ενδιάμεση, όσο και στην τελική έκθεση που ετοίμασε για την υπόθεση του ισχυριζόμενου βιασμού του 20χρονου καταδίκου από τον 50χρονο συγκρατούμενό του στις κεντρικές φυλακές, αφήνουν διάπλατα να εννοηθεί ότι κάποιο κύκλωμα αξιωματικών και δεσμοφυλάκων συγκαλύπτουν τέτοια εγκλήματα. Δεν είναι τυχαίο που η κυρία Σαββίδου ανέδειξε, παραθέτοντας συγκεκριμένα ονόματα αξιωματικών και δεσμοφυλάκων, το πώς και με πόση ευκολία επιχειρείται η συγκάλυψη. Εξάλλου τα ψέματα που ειπώθηκαν και η προσπάθεια αποτροπής της διερεύνησης είναι ενισχυτικό του ότι κάτι σοβαρότερο συμβαίνει στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Ενισχυτικό ακόμη είναι και το γεγονός ότι η προσπάθεια συγκάλυψης γίνεται οργανωμένα και βάσει σχεδίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολο έως αδύνατο σε κρατουμένους που πέφτουν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή κακομεταχείρισης να μιλήσουν ή να ζητήσουν βοήθεια. Πρώτη διαθεσιμότητα Στο μεταξύ, εξέλιξη σημειώθηκε χθες ως προς το προσωπικό των φυλακών, σε σχέση με τον υπό διερεύνηση βιασμό του 20χρονου. Η ΕΔΥ, κατόπιν αιτήματος από το υπουργείο Δικαιοσύνης, έθεσε σε διαθεσιμότητα τον δεσμοφύλακα που ήταν καθήκον το επίμαχο βράδυ (15 Δεκεμβρίου 2011), η οποία θα έχει ισχύ για 3 μήνες. Υπενθυμίζεται ότι το ΤΑΕ Αρχηγείου που διερευνά την υπόθεση είχε ζητήσει δυο φορές τη σύλληψη του εν λόγω δεσμοφύλακα, όμως και τις δυο φορές το αίτημα απερρίφθη από δυο διαφορετικούς δικαστές. Ερωτηματικά, πάντως προκαλεί το γιατί δεν ζητήθηκε η διαθεσιμότητα και του ανώτερου αξιωματικού XXXXX Έλληνα, ο οποίος, όπως καταγράφεται στην έκθεση της επιτρόπου Διοίκησης, αρνήθηκε να παραδώσει αλλά και απέκρυψε στοιχεία που θα την βοηθούσαν στη διερεύνηση της υπόθεσης. Στη θέση του παραμένει και ο αξιωματικός ΛΧΧΧ ΛΧΧΧ, ο οποίος είχε επίσης εμπλακεί στη υπόθεση διερευνώντας το βιασμό, και κατέληξε εν τέλει στο συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ. Ο υπουργός Δικαιοσύνης επέστρεψε χθες από τις Βρυξέλες, είναι άγνωστο, όμως, εάν θα προβεί σε κάποιες κινήσεις. Σε σχέση με τις έρευνες της αστυνομίας, αυτές συνεχίστηκαν και χθες με επισκέψεις των ανακριτών στις φυλακές, κατά τη διάρκεια των οποίων συνεχίστηκε η λήψη καταθέσεων. Πειθαρχική έρευνα περιορισμένης ευθύνης! Από χθες δόθηκε το πράσινο φως και στον εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΑΧΧΧ ΒΧΧΧ να αρχίσει τη δική του διερεύνηση, η οποία αφορά αποκλειστικά το πειθαρχικό μέρος της υπόθεσης του 20χρονου. Σύμφωνα με τη σχετική δήλωση Του κυβερνητικού εκπροσώπου Στέφανου Στεφάνου «ο κ. ΒΧΧΧ θα διερευνήσει το ενδεχόμενο διάπραξης από οποιοδήποτε άλλο άτομο άλλων πειθαρχικών αδικημάτων στο χώρο των φυλακών, σχετικά με το περιστατικό που αφορά ισχυρισμούς για βιασμό νεαρού κρατουμένου στην πτέρυγα νεαρών των κεντρικών φυλακών». Είναι σαφές, λοιπόν, ότι ο εισαγγελέας Α. ΒΧΧΧ θα κινηθεί μόνο στα περιορισμένα πλαίσια εξέτασης του περιστατικού με τον 20χρονο, και δεν έχει στους όρους εντολής του εξουσία να διερευνήσει τυχόν άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Πάντως, η καθυστέρηση σχεδόν τριών μηνών στην έναρξη της ποινικής και της πειθαρχικής έρευνας, παρά το γεγονός ότι σχετικές πληροφορίες είδαν το φως της δημοσιότητας από τον περασμένο Δεκέμβρη, αλλά, και κυρίως, η άρνηση, όπως διαφαίνεται, του υπουργείου Δικαιοσύνης να προτείνει στο υπουργικό Συμβούλιο, διεύρυνση των εξουσιών του ερευνώντος λειτουργού δημιουργεί, τουλάχιστον, νέες σκιές και ερωτηματικά. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να δινόταν εξουσία στον κ. ΒΧΧΧ να λάβει συνεντεύξεις και από άλλους κρατουμένους, έστω και δειγματοληπτικά, για να διαφανεί αν όντως ευσταθούν ή όχι οι πληροφορίες που θέλουν περιστατικά όπως αυτό το οποίο καλείται να διερευνήσει να συμβαίνουν τακτικά στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Με αυτά τα δεδομένα εύλογα θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι ίσως κάποιοι να γνωρίζουν πως μια τέτοια διευρυμένη έρευνα θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου με απρόβλεπτες συνέπειες σε πολλά επίπεδα.». Δεύτερο άρθρο - Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΡΙΤΗ 13 ΜΑΡΤΙΟΥ 2012
- Ελεύθερος ο 20χρονος που φέρεται να έπεσε θύμα βιασμού στις φυλακές Το είπε και το έκανε ο Κληρίδης Ποιοι συμμετέχουν στην επιτροπή κατάταξης των καταδίκων και γιατί ο υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης προτείνει ονομαστικά τη διαθεσιμότητα ενός μόνο αξιωματικού των Κεντρικών Φυλακών ΓΡΑΦΕΙ XXXXX ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ Το είπε και το έκανε ο γενικός εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης, και εισηγήθηκε τελικά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την αποφυλάκιση του 19χρονου ο οποίος φέρεται να έπεσε θύμα βιασμού στις φυλακές. Η εισήγηση έγινε αποδεκτή και ως εκ τούτου ο 19χρονος αναπνέει από χθες αέρα ελευθερίας. Ο κ. Κληρίδης διατύπωνε από τις 2 Μαρτίου τη σκέψη του να εισηγηθεί στον Πρόεδρο Χριστόφια την απονομή χάριτος στον 19χρονο - αναφέρεται στην επιστολή που απέστειλε στον υπουργό Δικαιοσύνης, με την οποία ζητούσε να διερευνηθεί η υπόθεση - και τελικά την έκανε πράξη. Έτσι ο 19χρονος είναι πλέον ελεύθερος. Δύο τσουβάλια Στο μεταξύ, στο απυρόβλητο αφήνει το υπουργείο Δικαιοσύνης τον ανώτερο αξιωματικό των φυλακών XXXXX Έλληνα σε ό,τι αφορά τους όρους εντολής της έρευνας που διενεργεί με απόφαση του Υπουργικού ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας ΑΧΧΧ ΒΧΧΧ. Στην επιστολή του προς το Υπουργικό Συμβούλιο, με την οποία ζητά την έγκριση του διορισμού του κ. ΒΧΧΧ ως ερευνώντα λειτουργού για την υπόθεση, ο υπουργός Δικαιοσύνης Λουκάς Λουκά αναφέρεται ονομαστικά σε δυο πρόσωπα εναντίον των οποίων ζητά τη διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας. Ο ένας είναι ο δεσμοφύλακας που ήταν καθήκον το βράδυ του διερευνώμενου βιασμού και ο οποίος βρίσκεται ήδη σε τρίμηνη διαθεσιμότητα, και ο άλλος είναι ο υπεύθυνος αξιωματικός της πτέρυγας νεαρών ΛΧΧΧ ΛΧΧΧ. Στην εισήγηση δεν γίνεται καμία αναφορά (ονομαστική ή άλλως πως) στο όνομα του XXXXX Έλληνα, απλώς υπάρχει γενικευμένος ένας δεύτερος όρος εντολής, ο οποίος δίνει την εξουσία στον κ. ΒΧΧΧ να «διερευνήσει το ενδεχόμενο διάπραξης από οποιοδήποτε άλλο άτομο άλλων πειθαρχικών αδικημάτων». Είναι απορίας άξιο γιατί υπάρχει αυτή η διάκριση, τη στιγμή που η επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου είναι ξεκάθαρη στην έκθεση της ότι ο κ. Έλληνας προσπάθησε από τη μια να παραπλανήσει τους λειτουργούς της που εξέτασαν προκαταρκτικά την υπόθεση και από την άλλη απέκρυψε στοιχεία. Μάλιστα η επίτροπος υπογράμμιζε στην έκθεση ότι η συμπεριφορά αυτή του κ. Έλληνα συνιστά ποινικό αδίκημα. Επιτροπή κατάταξης Ο υπουργός Δικαιοσύνης παραβλέπει ακόμα και τη σύσταση του γενικού εισαγγελέα Πέτρου Κληρίδη, ο οποίος από τις 2 Μαρτίου του υπεδείκνυε ότι «δικαιολογείται απόλυτα η υποβολή εισήγησης προς την ΕΔΥ για να τεθούν σε διαθεσιμότητα οι ύποπτοι δεσμοφύλακες». Ο μόνος ύποπτος δεν μπορεί να είναι ο δεσμοφύλακας ο οποίος ήταν υπηρεσία το βράδυ του διερευνώμενου βιασμού, αφού αυτός δεν έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στην επιτροπή που κατατάσσει τους κρατούμενους στις διάφορες πτέρυγες. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στην επιτροπή κατάταξης, στην οποία, όπως πληροφορούμαστε, συμμετέχει και ο κ. Έλληνας. Αντίθετα, ο κ. ΛΧΧΧ δεν συμμετέχει, αν και πληροφορίες τον φέρουν να αναμειγνύεται όταν δεν μπορεί να συμμετάσχει ο αναπληρωτής διευθυντής ΓΧΧΧ ΤΧΧΧ και τον διορίζει στη θέση του. Στην επιτροπή να σημειωθεί ότι συμμετέχουν ο διευθυντής των φυλακών, οι δυο λειτουργοί XXXXX Έλληνας και ΕΧΧΧ ΒΧΧΧ, ο ψυχολόγος ή ο ψυχίατρος, ο κοινωνικός λειτουργός και ο δάσκαλος. Οι συνεδρίες γίνονται μια φορά τη βδομάδα, οπότε και αποφασίζεται η πτέρυγα στην οποία θα τοποθετηθεί ο κάθε κατάδικος. Ασφαλείς, πάντως, πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ρόλος των γιατρών, του κοινωνικού λειτουργού και του δασκάλου είναι υποτυπώδης, αφού στην ουσία οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους αξιωματικούς και τα εν λόγω πρόσωπα απλών υπογράφουν. Έμειναν στον έναν Υπό αυτά, λοιπόν, τα δεδομένα, παραμένει ερωτηματικό γιατί η μόνο μέχρι στιγμής διαθεσιμότητα είναι αυτή του δεσμοφύλακα. Ο υπουργός Δικαιοσύνης δεν διέταξε ούτε χθες τη διαθεσιμότητα άλλων εμπλεκομένων, παρότι βρίσκεται σε εξέλιξη η ποινική έρευνα και παράλληλα άρχισε τη δική του ο εισαγγελέας ΑΧΧΧ ΒΧΧΧ. Ο μόνος, δηλαδή, που έπρεπε να απομακρυνθεί από τις φυλακές, γιατί δυνατόν να παρακώλυε την έρευνα, ήταν ο δεσμοφύλακας που ήταν καθήκον το συγκεκριμένο βράδυ; Οι αξιωματικοί που αποδεδειγμένα παρακώλυσαν και παραπλάνησαν την επίτροπο Διοικήσεως δεν έπρεπε να είναι αυτοί που από την πρώτη στιγμή έπρεπε να τεθούν σε διαθεσιμότητα; Σε ό,τι αφορά την έρευνα του ΤΑΕ Λευκωσίας, βρίσκεται, όπως πληροφορούμαστε, σε προχωρημένο στάδιο και φαίνεται ότι θα ολοκληρωθεί εντός του χρονοδιαγράμματος που έθεσε ο αρχηγός αστυνομίας (16 Μαρτίου). Οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι προκύπτουν ποινικά αδικήματα. Αποκαλεί «εγκληματική ενέργεια» τον εγκλεισμό νεαρών με ενήλικες, και θέτει όριο στην ανεκτικότητα Ευθύνες με βαρύτατες συνέπειες ζητά στην επιστολή του ο γ.ε. Καταπέλτης είναι η επιστολή που απέστειλε στις 2 Μαρτίου ο γενικός εισαγγελέας στον υπουργό Δικαιοσύνης, με την οποία τον καλούσε να διατάξει έρευνα. Κατ΄ αρχήν χαρακτηρίζει «εξαιρετικά σοβαρά» τα όσα αναφέρονται στην ενδιάμεση έκθεση της κ. Σαββίδου, και συνεχίζει: «Το θέμα θα πρέπει να διερευνηθεί εξονυχιστικά και να καταλογισθούν ευθύνες με βαρύτατες συνέπειες για όσους είτε εσκεμμένα, είτε από αμέλεια, ευθύνονται για την κακομεταχείριση στην οποία υπέστη ο νεαρός κατάδικος. Δεν είναι δυνατόν, ούτε και δικαιολογείται, έστω και από αμέλεια - παρόλο που αμφιβάλλω εάν δεν υπήρξε σκοπιμότητα- η τοποθέτηση ενήλικα που καταδικάστηκε για βιασμό και μάλιστα θεωρείται υπότροπος, στην πτέρυγα νεαρών προσώπων, με αιτιολογία τον υπερπληθυσμό των φυλακών. Η ανεκτικότητα συναγελασμού νεαρών προσώπων με ενήλικες υπότροπους για βιασμό αποτελεί εγκληματική ενέργεια. «Το γεγονός του 'εκ παραδρομής' εγκλεισμού νεαρού κατάδικου με ενήλικα υπότροπο για βιασμούς για πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της νύχτας, υπερβαίνει κάθε όριο ανεκτικότητας και θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να ενημερωθείτε άμεσα από τη διεύθυνση των φυλακών. Ομολογώ ότι με απασχολεί η σκέψη να εισηγηθώ στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την άσκηση του δικαιώματος του για παροχή χάριτος στον νεαρό, παρόλο που ημερομηνία αποφυλάκισης του είναι η 23η Ιουνίου
- Καταλήγοντας ο κ. Κληρίδης αναφέρει ότι «θεωρώ σκόπιμο να υποδείξω πως, κατά τη γνώμη μου, τόσο η έναρξη της ποινικής ανάκρισης όσο και η έναρξη της πειθαρχικής έρευνας που ενδεχόμενα θα διατάξετε, δικαιολογεί απόλυτα την υποβολή εισήγησης προς την ΕΔΥ να θέσει δια διαθεσιμότητα τους ύποπτους δεσμοφύλακες». (*Έγινε ανωνυμοποίηση από το παρόν Δικαστήριο όσον αφορά τα μη δημόσια πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι και τα οποία αναφέρονται ονομαστικά στα πιο πάνω άρθρα). Εξετάζω στο σημείο αυτό αν ο μέσος λογικός αναγνώστης διαβάζοντας τα πιο πάνω δύο άρθρα θ'αποκόμιζε την εντύπωση ότι τα πιο πάνω άρθρα, στο βαθμό που αναφέρονταν στον Ενάγοντα, είχαν το δυσφημιστικό νόημα που δικογραφεί ο ίδιος στην Έκθεση Απαίτησής («Ε/Α») του. Υπενθυμίζω ότι βάσει της παρα. 12 της Ε/Α, αυτός ισχυρίζεται ότι։ «Α) Ο ενάγων ως ανώτερος αξιωματικός και ως λειτουργός είναι ένας διεφθαρμένος δημόσιος υπάλληλος και οι ενέργειες του δεν ήταν οι ορθές και δεν στηρίζονταν σε αντικειμενικότητα, αξία και επαγγελματική κατάρτιση και ικανότητα. Β) Ο ενάγων μεθόδευε και ή επεδίωξε και ή προκάλεσε και ή πέτυχε παρεμπόδιση του έργου της επιτρόπου διοικήσεως. Γ) Ο ενάγων προκάλεσε και ή απέκρυψε τη διερεύνηση οιωνδήποτε αδικημάτων. Δ) Ο ενάγων καταχράστηκε της θέσεως που κατείχε για να επιδιώξει άλλους σκοπούς. Ε) Ο ενάγων δεν ασχολείται σωστά με τα καθήκοντά του και δεν προσφέρει τίποτα από το αξίωμα που κατέχει, αλλά προκαλεί προβλήματα από τη θέση που κατέχει και είναι ανίκανος. Στ) Ο ενάγων από τη θέση που κατέχει ευνοεί δικούς του ανθρώπους και δεν είναι δίκαιος ή αντικειμενικός και θα πρέπει να απομακρυνθεί από τη θέση αυτή. Η) Ο ενάγων παράνομα μετέχει στην επιτροπή αξιολόγησης και στο πειθαρχικό συμβούλιο των φυλακών. Θ) Ο ενάγων κοροϊδεύει και εμπαίζει την επίτροπο διοικήσεως και την δημόσια υπηρεσία δείχνοντας άλλο πρόσωπο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Κρίνω ότι το δυσφημιστικό νόημα που δικογραφείται στις πιο πάνω υποπαραγράφους «Β» και «Γ» της παρα. 12 της Έκθεσης Απαίτησης είναι πράγματι το νόημα που μπορούσε να αντιληφθεί ο μέσος λογικά σκεπτόμενος αναγνώστης των εν λόγω δύο άρθρων. Τα υπόλοιπα νοήματα (βλ. παρα. Α, Δ έως Θ) τα απορρίπτω ως μη ανταποκρινόμενα στο περιεχόμενο των επίδικων άρθρων. Όσον αφορά όμως το δυσφημιστικό νόημα που αποδέχομαι ότι αναδύεται εύλογα από μια ανάγνωση των επίδικων άρθρων (ήτοι τα δικογραφημένα υπό την παρα. 12Β και 12Γ), αιτιολογώ το συμπέρασμά μου ως εξής։ Το πρώτο άρθρο αφορά σε έρευνα της εφημερίδας «Πολίτης» γύρω από το φαινόμενο σεξουαλικής κακοποίησης νεαρών κρατουμένων. Ειδικό αντικείμενο του άρθρου αποτελεί η υπό διερεύνηση υπόθεση του βιασμού του 20χρονου καταδίκου στις κεντρικές φυλακές από 50χρονο συγκρατούμενο. Επισημαίνει η συντάκτης του άρθρου ότι στην πραγματικότητα υποβόσκει ένα φαινόμενο συγκάλυψης ή/και μη διερεύνησης τέτοιων παρόμοιων υποθέσεων. Προηγήθηκαν και άλλες παρόμοιες υποθέσεις, που είτε δεν διερευνήθηκαν είτε συγκαλύφθηκαν. Τούτο διότι επικρατεί «ο νόμος της σιωπής» στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Πιθανοί μάρτυρες φοβούνται να δώσουν μαρτυρία, εκτός αν αυτή θα ληφθεί από ανεξάρτητο θεσμό που δεν έχει σχέση ούτε με την διεύθυνση των φυλακών ούτε με την αστυνομία. Εν προκειμένω, η ίδια η Επίτροπος Διοικήσεως, τόσο στην ενδιάμεση, όσο και στην τελική έκθεση που ετοίμασε για την υπόθεση του ισχυριζόμενου βιασμού του 20χρονου καταδίκου από τον 50χρονο συγκρατούμενό του στις κεντρικές φυλακές, αφήνει στις εκθέσεις της διάπλατα να εννοηθεί ότι κάποιο κύκλωμα αξιωματικών και δεσμοφυλάκων συγκαλύπτουν τέτοια εγκλήματα. Μάλιστα, η Επίτροπος κυρία Σαββίδου ανέδειξε, παραθέτοντας συγκεκριμένα ονόματα αξιωματικών και δεσμοφυλάκων, το πώς και με πόση ευκολία επιχειρείται η συγκάλυψη. Εξάλλου, τα ψέματα που ειπώθηκαν και η προσπάθεια αποτροπής της διερεύνησης είναι ενισχυτικό του ότι κάτι σοβαρότερο συμβαίνει στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Υπό το φως του πιο πάνω περιγραφόμενου υπόβαθρου γεγονότων, περί ύπαρξης κυκλώματος αξιωματικών που συγκαλύπτουν με ψεύδη το τί πραγματικά συμβαίνει στις Κεντρικές Φυλακές προκειμένου να αποτρέψουν την εις βάθος διερεύνηση περιπτώσεων σεξουαλικής κακοποίησης ή και βιασμού νεαρών κρατουμένων, η συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος κάνει ρητή και ονομαστική σύνδεση του Ενάγοντος με αυτό το κύκλωμα αξιωματικών, μέσω της εξής αναφοράς που έχει δικογραφηθεί ως δυσφημιστική։ «Και ενώ η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, κατόπιν αιτήματος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, έθεσε σε διαθεσιμότητα τον δεσμοφύλακα που ήταν καθήκον το επίμαχο βράδυ της 15ης Δεκεμβρίου 2011 του υπό διερεύνηση βιασμού του 20χρονου, εντούτοις το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν ζήτησε τη διαθεσιμότητα και του ανώτερου αξιωματικού XXXXX Έλληνα, ο οποίος, όπως καταγράφεται στην έκθεση της Επιτρόπου Διοίκησης, αρνήθηκε να παραδώσει αλλά και απέκρυψε στοιχεία που θα την βοηθούσαν στη διερεύνηση της υπόθεσης.». Δηλαδή, αποδίδεται στον Ενάγοντα ότι αυτός «προκάλεσε και ή πέτυχε παρεμπόδιση του έργου της Επιτρόπου Διοικήσεως» (βλ. παρα. 12Β) και κατ' αυτόν τον τρόπο «προκάλεσε και ή απέκρυψε τη διερεύνηση οιωνδήποτε αδικημάτων» (βλ. παρα. 12Γ). Πρόκειται για κατακριτέα ή/και αξιόποινη πράξη, η οποία έχει συνεπακόλουθα δυσφημιστική χροιά. Ασφαλώς, εύκολα μπορεί ν' αντιληφθεί κανείς ότι η συντάκτρια επικαλείται ως πηγή αυτού του ευρήματος γεγονότων την Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν διατυπώνει η Εναγόμενη αρ.3 προσωπική γνώμη για το ότι ο Ενάγων ενήργησε έτσι. Δεν ήταν δική της προσωπική δημοσιογραφική έρευνα που παρεμπόδισε ο Ενάγων. Η Εναγόμενη αρ. 3 λέγει ότι στην Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως γίνεται ονομαστική αναφορά στον Ενάγοντα για εμπλοκή σε απόκρυψη στοιχείων ή και άρνηση παράδοσης στοιχείων. Και η Εναγόμενη αρ. 3 δεν κάνει τίποτα άλλο από το να διερωτηθεί απλώς δημοσίως, γιατί λοιπόν να μην ερευνηθεί πειθαρχικά και ο Ενάγων γι' αυτή του την συμπεριφορά; Η ίδια η Εναγομένη 3 δεν λέγει με βεβαιότητα ότι ο Ενάγων διέπραξε πειθαρχικά ή ποινικά αδικήματα. Λέγει ότι θα ανέμενε ή/και θα έπρεπε να ερευνηθεί γι' αυτά στη βάση των όσων ρητά και ονομαστικά διατυπώνει για τον ίδιο η Επίτροπος Διοίκησης. Επομένως, ο καταλογισμός αυτής της κατακριτέας ή και αξιόποινης πράξης ταξινομείται κατά την κρίση μου ως 3ου βαθμού δυσφήμιση με βάση τα τρία διακριτά «επίπεδα καταλογισμού» γνωστά ως "Chase levels" από την ομώνυμη υπόθεση Chase v News Group Newspapers [2002] EWCA 1772, η οποία όπως εξήγησα ανωτέρω υιοθετήθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 24.3.2020 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 339/2008, Εκδοτικού Οίκου Δία Λτδ ν. ΧΧΧΧ Γεωργιάδη (ECLI:CY:AD:2020:A107). Δηλαδή, το επίδικο απόσπασμα είναι δυσφημιστικό, αλλά πιο ελαφριού βαθμού, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι την ίδια ώρα που χύνει «δηλητήριο» για τον Ενάγοντα, έχει ως «αντίδοτο» το ότι δεν προεξοφλεί την ενοχή του, απεναντίας τον θέτει υπόλογο για έρευνα και απευθύνει τα πυρά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στην ΕΔΥ τα οποία έχουν τον τελικό λόγο για την έναρξη ή/και κατάληξη της πειθαρχικής διαδικασίας. Το δεύτερο επίδικο άρθρο δημοσιεύθηκε σε απόσταση χρόνου 3 μόνο ημερών από το πρώτο άρθρο. Είναι, επομένως, εύλογο να πιθανολογήσει το Δικαστήριο ότι ο μέσος λογικός αναγνώστης που συνήθιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο να διαβάζει την εφημερίδα «Πολίτης» και ο οποίος έδειξε ενδιαφέρον να διαβάσει το θέμα του πρώτου άρθρου, θα διάβασε και το δεύτερο. Θα είχε δηλαδή κατά νου το υπόβαθρο γεγονότων που έθιγε το πρώτο άρθρο. Και αν ακόμη, δεν είχε την ευκαιρία να διαβάσει το πρώτο άρθρο, διαβάζοντας μεμονωμένα το δεύτερο ο αναγνώστης αποκτούσε και πάλι σαφή αντίληψη μέσα από το σύνηθες νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνταν στο δημοσίευμα ότι αυτό αποτελούσε ρεπορτάζ για όσα βρίσκονταν σε εξέλιξη σε σχέση με τη διερεύνηση «της υπόθεσης βιασμού 20χρονου κρατούμενου από άλλο κρατούμενο στις Κεντρικές φυλακές». Ασκούσε κριτική η δημοσιογράφος για το γεγονός ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, με επιστολή του προς το Υπουργικό Συμβούλιο, ζητούσε το διορισμό ερευνώντος λειτουργού και τη διενέργεια πειθαρχικής έρευνας εναντίον ενός δεσμοφύλακα που ήταν καθήκον το βράδυ του διερευνώμενου βιασμού και εναντίον του υπεύθυνου αξιωματικού της πτέρυγας νεαρών, ενώ «στο απυρόβλητο αφήνει το υπουργείο Δικαιοσύνης τον ανώτερο αξιωματικό των φυλακών XXXXX Έλληνα». Τούτο η Εναγόμενη 3, ως συντάκτρια του επίδικου άρθρου, το αξιολογεί και διατυπώνει την άποψη ότι ισοδυναμεί με «διάκριση» και θέτει το ερώτημα։ «Είναι απορίας άξιο γιατί υπάρχει αυτή η διάκριση, τη στιγμή που η Επίτροπος Διοικήσεως Ελίζα Σαββίδου είναι ξεκάθαρη στην έκθεση της ότι ο κ. Έλληνας προσπάθησε από τη μια να παραπλανήσει τους λειτουργούς της που εξέτασαν προκαταρκτικά την υπόθεση και από την άλλη απέκρυψε στοιχεία. Μάλιστα η επίτροπος υπογράμμιζε στην έκθεση ότι η συμπεριφορά αυτή του κ. Έλληνα συνιστά ποινικό αδίκημα.». Διερωτάται περαιτέρω η δημοσιογράφος «Οι αξιωματικοί που αποδεδειγμένα παρακώλυσαν και παραπλάνησαν την επίτροπο Διοικήσεως δεν έπρεπε να είναι αυτοί που από την πρώτη στιγμή έπρεπε να τεθούν σε διαθεσιμότητα;». Εδώ, σ' αυτό το δεύτερο άρθρο, κρίνω ότι η Εναγόμενη αρ. 3 ως δημοσιογράφος επέλεξε να αναβαθμίσει (to escalate) το επίπεδο καταλογισμού ενοχής του Ενάγοντος στο πρώτο επίπεδο κατά την ομώνυμη υπόθεση Chase v News Group Newspapers [2002] EWCA 1772, αφού λέγει ότι «αποδεδειγμένα» τέλεσε την αξιόποινη πράξη παρακώλυσης και παραπλάνησης της Επιτρόπου Διοικήσεως. Δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας για το αν ο Ενάγων είχε τελέσει τέτοια αξιόποινη πράξη. Δείχνει και πάλιν να στηρίζεται στην πρωτογενή κρίση και διαπίστωση της Επιτρόπου Διοικήσεως, σχολιάζοντας εμφαντικά αυτή τη φορά ότι «είναι ξεκάθαρη» στην έκθεσή της η Επίτροπος όταν του αποδίδει τέτοια ενοχή. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ξεκάθαρα το δεύτερο δημοσίευμα αποδίδει στον Ενάγοντα το δυσφημιστικό νόημα ως δικογραφήθηκε στις υποπαρα. Β και Γ της παρα. 12 της Έκθεσης Απαίτησης. Δεν μου διαφεύγει ότι η νομολογία λαμβάνει ως βασική υπόθεση (essential assumption) ότι ο συνήθης λογικός αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι, σε ό,τι αφορά την ποινική ευθύνη, ο καθένας απολαμβάνει το τεκμήριο της αθωότητας, μέχρις ότου η ενοχή του αποδειχθεί προς ικανοποίηση αρμοδίου δικαστηρίου και ότι συχνά κατηγορούμενοι καταλήγουν να αθωώνονται (βλ. την υπόθεση Mirror Newspapers Ltd v Harrison
(1982)149 CLR 293, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην TPG Technology Consulting Ltd v Canada
(2012)109 OR
(3d)para 13, την οποία υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην προμνησθείσα απόφαση ημερ. 24.3.20). Ωστόσο, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι εκεί όπου με τόση βεβαιότητα διατυπώνεται ο ισχυρισμός για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από ένα πρόσωπο, το δυσφημιστικό για την προσωπικότητα ή και το επάγγελμά του αποτέλεσμα, προκαλείται, μένει εκεί και δεν εξαλείφεται μέχρις ότου αυτός τελικά αθωωθεί από αρμόδιο δικαστήριο. Καταλήγω ότι αμφότερα τα επίδικα δημοσιεύματα, το πρώτο σε λιγότερο βαθμό (chase level 3) και το δεύτερο σε μεγαλύτερο βαθμό (chase level 1), κατά την κρίση μου είναι δυσφημιστικά καθ' ότι είναι πιο πιθανόν παρά να μην είναι ικανά εκ φύσεως «να βλάψουν ή να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόληψη του Ενάγοντος στο επάγγελμά του» (βλ. το άρθρο 17
(1)(γ) του Κεφ. 148). Τούτου λεχθέντος, διευκρινίζω ότι δεν χρειαζόταν να έχω ενώπιον μου μαρτυρία ότι όντως τα επίδικα δημοσιεύματα έβλαψαν την υπόληψη του Ενάγοντος στο επάγγελμά του, αφού το ίδιο το άρθρο 17
(1)(γ) λέει ότι είναι αρκετό «να τείνει να βλάψει». Το ίδιο κριτήριο ως προς τη δυσφήμιση επαγγέλματος περιγράφεται στο Σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander tenth edition όπου στην παράγραφο 2.26, σελίδα 59: «Any imputation which may tend to injure a person's reputation in a business, employment, trade, profession, calling or office carried on or held by him is defamatory.». Δεν είναι αναγκαίο να αποδείξει ο Ενάγων ότι η υπόληψή του έχει πράγματι υποστεί βλάβη ή ότι πράγματι έχει εκτεθεί σε περιφρόνηση κτλ. Ο νόμος δεν θέτει τέτοιο αποδεικτικό βάρος στους ώμους του Ενάγοντος. Αυτό που απαιτείται είναι μόνο το δημοσίευμα να «τείνει» ή να «ενδέχεται» να επιφέρει τέτοιες συνέπειες. Τούτο κρίνεται υπό το φως του γενικότερου κοινωνικού πλαισίου και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος. Στην παρούσα υπόθεση, ο ίδιος ο Ενάγων έδωσε μαρτυρία ότι τα επίδικα δημοσιεύματα προκάλεσαν ψυχολογική πίεση στον ίδιο και στους οικείους του, ότι τον οδήγησαν να κάνει σκέψεις για πρόωρη παραίτηση, 2 - 3 χρόνια πριν την κανονική ηλικία αφυπηρέτησής του, όπως και έπραξε εν τέλει. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι προσκόμισαν μαρτυρία για να δείξουν ότι μερικούς μήνες μετά τα επίδικα δημοσιεύματα υπήρξε αλληλογραφία (βλ. επιστολή ημερ. 2.8.2012 από Ερευνώσα Λειτουργό προς τον Ενάγοντα - Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β) που φανέρωνε την έναρξη έρευνας σχετικά με τη διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων που ενδεχομένως αυτός να είχε διαπράξει κατά παράβαση του άρθρου 60 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου Ν.1/90σχετικά με τα θεμελιώδη καθήκοντα δημοσίου υπαλλήλου με σημείωση ότι «η διερεύνηση αυτή επιβάλλεται με βάση τις παρατηρήσεις που περιέχονται στην έκθεση του ερευνώντος λειτουργού αναφορικά με τον ισχυρισμό για βιασμό νεαρού κρατούμενου στην Πτέρυγα Νεαρών». Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της εν λόγω έρευνας, κάτι για το οποίο δεν έχω ενώπιον μου επαρκή ή/και σαφή μαρτυρία, το γεγονός παραμένει ότι, άπαξ και προβλήθηκε ή/και ανακινήθηκε δημοσιογραφικά το θέμα των ευθυνών του Ενάγοντος στην όλη διερεύνηση του ισχυριζόμενου βιασμού καθώς και το απαράδεκτο της εξαίρεσής του από τους όρους εντολής του εισαγγελέως που θα ασκούσε έρευνα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης εμφανίζεται να έκανε δεύτερες σκέψεις και να συμπεριέλαβε και αυτόν πλέον στον κατάλογο των ατόμων που θα υπόκειντο σε έρευνα. Δηλαδή, συνεπεία των επίδικων δημοσιευμάτων δεν έμεινε τελικά στο απυρόβλητο ο Ενάγων, όπως φαινόταν στην Εναγόμενη 3 ότι θα συμβεί και το οποίο κάκιζε η Εναγόμενη 3 μέσα στο δημοσίευμά της. Στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, αποδεικνύεται κατά την κρίση μου, ότι η δημοσιότητα που έλαβε η περίπτωση του Ενάγοντος με τα δύο επίδικα άρθρα, δημιούργησε την τάση ή/και το ενδεχόμενο να επηρεασθεί δυσμενώς η υπόληψη αλλά και η επαγγελματική του φήμη και σταδιοδρομία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά κατά την έννοια του άρθρου 17
(1)(γ)(δ)(ε) του Κεφ. 148 σε ό,τι αφορά το πρόσωπο και το επάγγελμα του Ενάγοντος. Στ. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΙΣΧΥΟΥΝ ΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ Ουδεμία ευθύνη θα μπορεί να καταλογιστεί στην Εναγόμενη 3 ή/και στους Εναγομένους 1 και 2, αν αποδειχθεί ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αποδίδουν την αλήθεια ή ότι συνιστούν έντιμο σχόλιο επί αληθών γεγονότων ή ότι καλύπτονται από προνόμιο υπό επιφύλαξη. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται και τις τρεις υπερασπίσεις αυτές. Η γραμμή άμυνας που αναπτύσσουν προϋποθέτει να γίνει σύγκριση των επίδικων δημοσιευμάτων με τις Εκθέσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως. Λόγω του ότι πρόκειται για εκτενή κείμενα, έχω απομονώσει ορισμένα μόνο αποσπάσματα, τα οποία θεωρώ αποκαλυπτικά των όσων η Εναγομένη αρ. 3 είχε διαβάσει και επικαλεστεί στηριζόμενη στις εν λόγω εκθέσεις. Σημειώνονται με έντονα γράμματα τα μέρη που παρουσιάζουν ειδικό ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση. ΟΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 ΥΠΟ ΕΓΓΡΑΦΟ Β. Αυτεπάγγελτη Έρευνα Επιτρόπου Διοικήσεως Και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Σχετικά με ισχυρισμούς για βιασμό νεαρού κρατούμενου στην Πτέρυγα Νεαρών των Κεντρικών Φυλακών Ενδιάμεση Έκθεση (άρθρο 6
(3)Περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων 1991 έως 2011) Αρ. Φακ: ΑΥΤ 1/2012 Λευκωσία, 29 Φεβρουαρίου 2012 Ερευνώντες Λειτουργοί: [παρατίθενται τα ονόματα] Προϊστάμενος Τομέα: [παρατίθεται το όνομα] Ι. Αρμοδιότητα διερεύνησης 1. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1δ(i) των Περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων του 1991 έως 2011, ο Επίτροπος Διοικήσεως έχει την αρμοδιότητα να διερευνά αυτεπάγγελτα και να υποβάλλει Εκθέσεις με απόψεις και εισηγήσεις σχετικά με οποιαδήποτε κατάσταση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα, το άρθρο 6
(3)του ίδιου Νόμου προνοεί ότι ο Επίτροπος Διοικήσεως μπορεί, σε περίπτωση που η διερεύνηση μιας υπόθεσης απαιτεί πολύ χρόνο, να υποβάλλει Ενδιάμεση Έκθεση, με εισηγήσεις για τη λήψη μέτρων θεραπείας που, κατά την κρίση του, είναι αναγκαία μέχρι την περάτωση της έρευνας και την υποβολή της τελικής Έκθεσης του. Η παρούσα Έκθεση υποβάλλεται βάσει των ως άνω άρθρων ως ενδιάμεση έκθεση για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων μέχρι την υποβολή της τελικής μου Έκθεσης. ΙΙ. Αντικείμενο αυτεπάγγελτης έρευνας
- Σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Πολίτης» ημερομηνίας 28 Δεκεμβρίου 2011 αναφέρονταν τα ακόλουθα: «Εν τω μεταξύ προσπάθεια «κουκουλώματος» διαπιστώνεται σε σχέση με το πρόσφατο συμβάν που αφορούσε νεαρό κατάδικο ο οποίος κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με ενήλικο, ο οποίος είχε καταδικαστεί για βιασμό. Μέχρι στιγμής, η διεύθυνση των Φυλακών δεν έχει δώσει εξηγήσεις για το πώς ο ενήλικος καταδικασθείς για βιασμό βρέθηκε στην πτέρυγα νέων και μάλιστα στο ίδιο δωμάτιο με νεαρό. Οι διεθνείς κανονισμοί επιβάλλουν τον διαχωρισμό των καταδίκων, ώστε να αποφεύγονται δυσάρεστα συμβάντα. Όπως είχε αποκαλύψει ο «Π» η διεύθυνση των Φυλακών όταν ανακάλυψε το συμβάν απομάκρυνε άρον άρον όλους τους ενήλικους από την πτέρυγα νέων και έστειλε νεαρό κατάδικο στο Γενικό Νοσοκομείο για εξετάσεις ώστε να διαπιστωθεί εάν βιάστηκε.»
- Το πιο πάνω δημοσίευμα μου προκάλεσε έντονο προβληματισμό και αποτέλεσε την αφορμή για την έναρξη της Αυτεπάγγελτης Έρευνας σε σχέση με το περιστατικό που αναφέρεται σε αυτό. Κατά τη διερεύνηση, εξασφαλίστηκαν σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τα πρόσωπα που πιθανόν να εμπλέκονταν στο ως άνω περιστατικό. Ακολούθως, δύο ερευνώντες Λειτουργοί του Γραφείου μου επισκέφθηκαν τις Κεντρικές Φυλακές στις 23 Φεβρουαρίου 2012, όπου είχαν συνάντηση με τον Ανώτερο Αξιωματικό του Τμ. Φυλακών κ. Έλληνα, ενώ συνομίλησαν και με τον λειτουργό του Τμ. Φυλακών κ. ΛΧΧΧ. Επίσης, οι Λειτουργοί του Γραφείου μου είχαν συνάντηση με τον Α, κρατούμενο στην Πτέρυγα Νεαρών ηλικίας 20 χρονών, ο οποίος, βάσει των πληροφοριών που τέθηκαν υπόψη μου, αναφερόταν ως το θύμα του ισχυριζόμενου βιασμού. III. Οι θέσεις της αρμόδιας αργής
- Κατά τη συνάντηση των Λειτουργών του Γραφείου μου με τον αρμόδιο Λειτουργό κ. Έλληνα, αρχικό υπήρξε πλήρης άρνηση ότι συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό βιασμού ή ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός εντός του Δεκεμβρίου
- Συγκεκριμένα, ο λειτουργός του Τμ. Φυλακών ανέφερε ότι το δημοσίευμα είχε ως αφορμή την μεταφορά κρατούμενου με το όνομα D ηλικίας 24 χρονών, στο Γενικό Νοσοκομείο για ιατρική εξέταση (κωλονοσκόπηση) λόγω προβλήματος υγείας. Όπως εξηγήθηκε, η εξέταση αυτή υπήρξε η αφορμή για το δημοσίευμα και ότι ο συγκεκριμένος κρατούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο για ιατρικούς λόγους και όχι γιατί ήταν θύμα βιασμού από συγκροτούμενο του. Η Διεύθυνση του Τμ. Φυλακών παρουσίασε μάλιστα τον εν λόγω κρατούμενο στους Λειτουργούς του Γραφείου μου για να επιβεβαιώσει τα ως άνω γεγονότα.
- Ακολούθως, οι Λειτουργοί του Γραφείου μου ζήτησαν από τον υπεύθυνο Αξιωματικό του Τμ. Φυλακών να επιθεωρήσουν το σχετικό Βιβλίο της Πτέρυγας Νεαρών, όπου καταγράφονται τα ονόματα των κρατουμένων που διαμένουν στη συγκεκριμένη Πτέρυγα, προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσο την κρίσιμη περίοδο στην Πτέρυγα Νεαρών διέμεναν κρατούμενοι μεγαλύτερης ηλικίας, όπως αναφερόταν στο σχετικό δημοσίευμα. Ο Λειτουργός του Τμ. Φυλακών αρνήθηκε να ικανοποιήσει το πιο πάνω αίτημα επικαλούμενος λόγους ασφάλειας, τους οποίους αν και ρωτήθηκε απέφυγε να διευκρινίσει.
- Ως εκ τούτου, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η ως άνω άρνηση παραβιάζει τα άρθρα 8
(5), 8
(7)και 9
(1)των περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων, που προβλέπουν την υποχρέωση κάθε λειτουργού να παρέχει τις πληροφορίες που, κατά την κρίση του Επιτρόπου, είναι χρήσιμες για τη διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς να επιτρέπεται η επίκληση του καθήκοντος της εχεμύθειας, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προνοούνται στις σχετικές διατάξεις. Είναι προφανές ότι η άρνηση για επιθεώρηση του Βιβλίου από τους Λειτουργούς του Γραφείου μου είχε ως μοναδικό στόχο την απόκρυψη στοιχείων και την παρακώλυση του έργου μου.
- Η στάση αυτή, πέραν του ότι συνιστά ποινικό αδίκημα, σε καμία περίπτωση δεν γίνεται αποδεκτή και για το λόγο αυτό καλώ τη Διεύθυνση των Φυλακών να συνεργαστεί εποικοδομητικά και στα πλαίσια του Νόμου για την άσκηση των αρμοδιοτήτων μου. Σε αντίθετη περίπτωση, προτίθεμαι να εξαντλήσω όλα τα περιθώρια που μου παρέχει ο Νόμος για την αποτελεσματική διερεύνηση των καταγγελιών που τίθενται υπόψη μου.
- Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι η στάση του Τμ. Φυλακών φαίνεται να υπήρξε σκόπιμα παραπλανητική από την αρχή. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη συνάντηση των Λειτουργών του Γραφείου μου με τους αρμόδιους Λειτουργούς του Τμ. Φυλακών αναφέρθηκε αρχικά ότι δεν υπήρξε κανένας ισχυρισμός για βιασμό νεαρού και ότι το δημοσίευμα στόχευε να πλήξει τη Διεύθυνση των Φυλακών. Στη συνέχεια της συνομιλίας, όμως, μετά την αποκάλυψη των πληροφοριών που οι Λειτουργοί μου είχαν στη διάθεση τους σε σχέση με τα ονόματα των εμπλεκόμενων κρατουμένων, ο Αξιωματικός ανασκεύασε τις αρχικές του θέσεις και παραδέχθηκε ότι τελικά διερευνήθηκε σχετικό περιστατικό, στο οποίο εμπλέκονταν ένας νεαρός κρατούμενος με άλλο συγκροτούμενο του μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά αυτό δεν αφορούσε βιασμό. Όπως εξήγησε, οι δύο κρατούμενοι παρακολουθούσαν μαζί τηλεόραση εντός της Πτέρυγας Νεαρών και κλειδώθηκαν από λάθος στο ίδιο κελί. Σημείωσε δε ότι, λόγω του σχετικού δημοσιεύματος, την προηγούμενη ημέρα είχαν επισκεφθεί τις Φυλακές μέλη του ΤΑΕ για να ερευνήσουν το αναφερόμενο περιστατικό.
- Την εν λόγω έρευνα εντός των Φυλακών διενήργησε ο λειτουργός του Τμ. Φυλακών κ. ΧΧΧΧ Λαζάρου, ο οποίος, όπως ανέφερε, έλαβε καταθέσεις από τους δύο κρατούμενους και από τους δύο δεσμοφύλακες. Τα γεγονότα που προέκυψαν από την έρευνα του Τμ. Φυλακών περιγράφηκαν αδρομερώς από τον ερευνώντα Λειτουργό του Τμ. Φυλακών και έχουν ως εξής: • Ο κρατούμενος Β, 55 χρονών περίπου, καταδικασθείς για βιασμό και υπότροπος, διέμενε πράγματι στην Πτέρυγα Νεαρών λόγω έλλειψης χώρου από τον υπερπληθυσμό των Φυλακών. Την ίδια περίοδο αλλά σε άλλο κελί εντός της Πτέρυγας Νεαρών διέμενε και ο Α, 20 χρονών περίπου από την ..., καταδικασθείς για κλοπές. • Επειδή εντός της Πτέρυγας Νεαρών έχουν τοποθετηθεί τηλεοράσεις στον κοινόχρηστο διάδρομο, αρκετοί κρατούμενοι μετακινούνται εντός της πτέρυγας σε κελιά άλλων κρατουμένων προκειμένου να έχουν καλύτερη ορατότητα στην τηλεόραση και αργότερα επιστρέφουν στο κελί τους, το οποίο κλειδώνεται κατά τις 9:30μ.μ από τον επί καθήκοντι δεσμοφύλακα, αφού διενεργηθεί ο προβλεπόμενος έλεγχος των κελιών. • Ο κρατούμενος Β επισκέφθηκε το κελί του νεαρού κρατούμενου Α το συγκεκριμένο βράδυ προκειμένου να παρακολουθήσουν μαζί τηλεόραση. Κατά τις 9.30 το βράδυ, όταν ο δεσμοφύλακας έκανε τον σχετικό έλεγχο, κλείδωσε, εκ παραδρομής όπως αναφέρθηκε, τους δύο κρατούμενους στο ίδιο κελί, παρόλο που στο συγκεκριμένο κελί θα έπρεπε να βρίσκεται μόνο ένας κρατούμενος, ο νεαρός Α. • Το γεγονός αυτό διαπιστώθηκε κατά την αλλαγή της βάρδιας, η ώρα 1:0Ό-1:30π.μ περίπου, από τον δεσμοφύλακα που θα αναλάμβανε βάρδια εκείνη την ώρα και ο οποίος διενήργησε τον προβλεπόμενο έλεγχο στα κελιά. Ως εκ τούτου, από την έρευνα προέκυψε.ότι οι δύο κρατούμενοι παρέμειναν κλειδωμένοι στο ίδιο κελί στην Πτέρυγα Νεαρών από τις 9:30μμ μέχρι τη 1:30πμ. • Κατά τη λήψη σχετικών καταθέσεων, ο νεαρός κρατούμενος δεν κατήγγειλε ότι υπήρξε θύμα βιασμού από τον συγκεκριμένο συγκροτούμενο του.
- Μετά την ολοκλήρωση της πιο πάνω έρευνας, ο επί καθήκοντι δεσμοφύλακας, ο οποίος κλείδωσε τους δύο κρατούμενους στο Ίδιο κελί, δεν διώχθηκε πειθαρχικά καθώς, όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από τον ερευνώντα λειτουργό, αυτό συμβαίνει και με άλλους δεσμοφύλακες και θα ήταν άδικο να διωχθεί μόνο ο συγκεκριμένος δεσμοφύλακας για την «παράλειψη» αυτή. Αντίθετα, και οι δύο εμπλεκόμενοι κρατούμενοι τέθηκαν σε απομόνωση για 4 ημέρες λόγω του ότι κοιμήθηκαν μαζί στο ίδιο κελί, ενώ ο Ψ μεταφέρθηκε αμέσως σε άλλη πτέρυγα των Φυλακών, όπου κρατείται μέχρι σήμερα.
- Βάσει των πιο πάνω, η αρμόδια αρχή επιβεβαίωσε το γεγονός ότι οι δύο κρατούμενοι, ένας 55χρονος καταδικασθείς για βιασμό και ένας 20χρονος, παρέμειναν κλειδωμένοι στο ίδιο κελί εντός της πτέρυγας Νεαρών από τις 9.30 μέχρι την 1.30 το βράδυ. Το γεγονός αυτό, που δεν αμφισβητείται από το Τμ. Φυλακών, αποτελεί από μόνο του εξαιρετικά σοβαρή παραβίαση τόσο των Περί Φυλακών Νόμων και Κανονισμών όσο και των βασικών διεθνών αρχών μεταχείρισης κρατουμένων. Περαιτέρω, η παραμονή του νεαρού κρατούμενου στο ίδιο κελί με ένα κρατούμενο που εμφανίζει, βάσει του ποινικού ιστορικού του, αναμφισβήτητη ροπή στη διάπραξη σεξουαλικών αδικημάτων έθεσε τον νεαρό, τουλάχιστον, σε τεράστιο κίνδυνο. Ι V. Οι ισχυρισμοί του νεαρού κρατούμενου. [.] V. Προκαταρκτικά συμπεράσματα - Μέτρα θεραπείας
- Βάσει των πιο πάνω, έχω καταλήξει προκαταρκτικά στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο συγκεκριμένος νεαρός κρατούμενος υπέστη βιασμό από τον συγκρατούμενο του Ψ εντός της Πτέρυγας Νεαρών. Το σύνολο των συνθηκών και ενεργειών, που περιγράφηκαν τόσο από τους αρμόδιους Λειτουργούς του Τμ. Φυλακών όσο και από τον κρατούμενο, συνηγορούν στο πιο πάνω συμπέρασμα και αποκαλύπτουν, δυστυχώς, ένα σαθρό σύστημα ατιμωρησίας που φαίνεται να έχει παγιωθεί εντός των Φυλακών.
- Το συγκεκριμένο περιστατικό φανερώνει μια σειρά παράνομων και απαράδεκτων ενεργειών του Τμ. Φυλακών που, με βεβαιότητα, εξέθεσαν σε σοβαρό κίνδυνο έναν νεαρό κρατούμενο και είναι πολύ πιθανόν να οδήγησαν, τελικά, στο βιασμό του εντός των Φυλακών. Η παραμονή ενός κατάδικου για βιασμό ηλικίας 55 χρονών εντός της Πτέρυγας Νεαρών, το κλείδωμα του συγκεκριμένου κρατούμενου εντός του κελιού ενός νεαρού από τον δεσμοφύλακα που έχει την ευθύνη για την ασφάλεια των κρατουμένων, η τιμωρία του νεαρού με απομόνωση για 4 ημέρες μετά το περιστατικό, η ατιμωρησία των εμπλεκόμενων δεσμοφυλάκων και η μη παροχή οποιασδήποτε στήριξης (ιατροφαρμακευτικής και ψυχολογικής) στο νεαρό κρατούμενο αποτελούν επαρκείς, κατά την άποψη μου, ενδείξεις ενός σωφρονιστικού συστήματος που νοσεί σοβαρά, καθώς με την συνεργεία ή έστω την ανοχή του θέτει σε κίνδυνο τους κρατούμενους αντί να τους προστατεύει και τιμωρεί το θύμα αντί τον θύτη.
- Επιπλέον, η στάση του Τμ. Φυλακών να αποπροσανατολίσει την έρευνα του Γραφείου μου επικαλούμενο την μεταφορά άλλου κρατούμενου στο Νοσοκομείο και την εκδήλωση αρχικά άγνοιας για το περιστατικό, παρότι διαφάνηκε τελικά ότι είχε γίνει εσωτερική έρευνα, είναι από κάθε άποψη απαράδεκτη και καταδικαστέα. [.]
- Επειδή κρίνω ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι δυνατό να έχει διαπραχθεί ποινικό ή πειθαρχικό αδίκημα τόσο από λειτουργούς των Φυλακών όσο και από κρατούμενους, κοινοποιώ την παρούσα Ενδιάμεση Έκθεση στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τη λήψη των ενδεδειγμένων, κατά την άποψη του, μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 8
(3)των περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων του 1991 έως
- Η παρούσα Ενδιάμεση Έκθεση υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης & Δημόσιας Τάξης και στον Αν. Διευθυντή Τμ. Φυλακών και παρακαλώ όπως τεθούν υπόψη μου άμεσα και το αργότερο εντός 3 ημερών ία μέτρα που λήφθηκαν ή θα ληφθούν σε συμμόρφωση με τις εισηγήσεις μου. Ελίζα Σαββίδου Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 ΥΠΟ ΕΓΓΡΑΦΟ Β Αρ. Φακ: ΑΥΤ 1/2012 Αυτεπάγγελτη Έρευνα Επιτρόπου Διοικήσεως Και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με ισχυρισμούς για βιασμό νεαρού κρατούμενου στην Πτέρυγα Νεαρών των Κεντρικών Φυλακών Λευκωσία, 7 Μαρτίου, 2012 Προϊστάμενος Τομέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: [παρατίθεται το όνομα] Ερευνητική Ομάδα: [παρατίθενται τα ονόματα] Αντικείμενο αυτεπάγγελτης έρευνας. Με αφορμή δημοσίευμα της Εφημερίδας «Πολίτης» ημερ. 28.12.2011 προχώρησα στη διενέργεια αυτεπάγγελτης έρευνας σε σχέση με τους ισχυρισμούς για βιασμό νεαρού κρατούμενου από συγκρατούμενό του στην Πτέρυγα Νεαρών των Κεντρικών Φυλακών βάσει του άρθρου 5 παρ. δ(i) των περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων του 1991 έως
- Επειδή από την προκαταρκτική διερεύνηση του συγκεκριμένου περιστατικού προέκυψε η ανάγκη εισήγησης για τη λήψη άμεσως μέτρων θεραπείας μέχρι την υποβολή της τελικής μου Έκθεσης, υπέβαλα στις 29 Φεβρουαρίου 2012 Ενδιάμεση Έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)των περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων του 1991 έως 2011, αφού εξασφαλίστηκαν προφορικά τα σχόλια και οι απόψεις της αρμόδιας αρχής σε επίσκεψη που διενήργησαν Λειτουργοί του Γραφείου μου στις 23 Φεβρουαρίου 2012. Διερεύνηση ισχυρισμών για βιασμό νεαρού κρατούμενου Μετά την υποβολή της ως άνω Ενδιάμεσης Έκθεσης και συγκεκριμένα την 1η Μαρτίου 2012 επισκέφτηκα τις Κεντρικές Φυλακές, προκειμένου να προχωρήσω στην περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Την συγκεκριμένη ημέρα, η Διεύθυνση του Τμ. Φυλακών, μέσω των αρμόδιων Λειτουργών, αρνήθηκε να μου επιτρέψει την πρόσβαση στον νεαρό κρατούμενο και στα έγγραφα που ζήτησα στο πλαίσιο της διερεύνησης, απαιτώντας την προηγούμενη ειδοποίηση του Αν. Διευθυντή του Τμ. Φυλακών με γραπτή επιστολή. Τονίζω ότι η ως άνω συμπεριφορά και οι εκάστοτε προϋποθέσεις που θέτει το Τμ. Φυλακών αποτελούν προσπάθεια παρακώλυσης της αποτελεσματικής άσκησης των αρμοδιοτήτων μου, η οποία κινείται εκτός νομικού πλαισίου και ως τέτοια δεν γίνεται, σε καμία περίπτωση, αποδεκτή. Και τούτο επειδή, βάσει των περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων (άρθρο 8 παρ.5 ), η διαδικασία που τηρείται κατά τη διεξαγωγή της έρευνας είναι αυτή που ο Επίτροπος Διοικήσεως κρίνει ως πρέπουσα σε κάθε περίπτωση και στο πλαίσιο αυτό έχει την εξουσία να λαμβάνει πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο και με οποιονδήποτε τρόπο κρίνει ορθό. Η αρμοδιότητα μου να επισκέπτομαι τις Κεντρικές Φυλακές ενισχύεται και βάσει του Ν. 2(ΙΙΙ)/2009, με τον οποίο μου ανατέθηκε η διενέργεια επισκέψεων σε χώρους κράτησης ως Ανεξάρτητη Αρχή Πρόληψης των Βασανιστηρίων. Με αφορμή την ως άνω συμπεριφορά του Τμ. Φυλακών, ξεκαθαρίζω ότι ως Επίτροπος Διοικήσεως σκοπεύω να ασκήσω στο έπακρο τις αρμοδιότητες που η Πολιτεία μου έχει εμπιστευθεί και δεν αποδέχομαι την γραπτή ενημέρωση του Αν. Διευθυντή Τμ. Φυλακών κάθε φορά που διενεργείται επιτόπια έρευνα από εμένα ή τους Λειτουργούς του Γραφείου μου. Για τις πιο πάνω θέσεις μου, ενημέρωσα τον Υπουργό Δικαιοσύνης & Δημόσιας Τάξης, με επιστολή μου ημερομηνίας 1η Μαρτίου 2012, ζητώντας να προχωρήσει σε αυστηρές συστάσεις για την εξασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης στους χώρους, στα πρόσωπα και στα έγγραφα που βρίσκονται εντός των φυλακών και αφορούν υποθέσεις που διερευνώ στα πλαίσια άσκησης των αρμοδιοτήτων που μου αναθέτει ο νόμος. Στη συνέχεια, στις 2 Μαρτίου 2012 επισκέφθηκα εκ νέου τις Κεντρικές Φυλακές και μου παρασχέθηκε πρόσβαση στους κρατούμενους και τα έγγραφα που ζήτησα στα πλαί