← Κύπρος

Κκαϊλή ως διαχειριστού της περιουσίας της συζύγου του Κκαϊλή ν. Λιασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 4729/10, 22/7/2020

Κκαϊλή ως διαχειριστού της περιουσίας της συζύγου του Κκαϊλή ν. Λιασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 4729/10, 22/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A317 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4729/10 Μεταξύ꞉ XXXXX Κκαϊλή ως διαχειριστού της περιουσίας της συζύγου του XXXXX Κκαϊλή αμφότεροι από τα Λατσιά προς όφελος του ιδίου και των παιδιών τους Εναγόντων και

  1. XXXXX Λιασής
  2. XXXXX Λιασή
  3. XXXXX Λιασής
  4. Αστρασόλ Λτδ
  5. Επίσημο Παραλήπτη (ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας «Liasis Shoelasts Company Ltd)
  6. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Για Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας και Υπουργείο Εργασίας, και Τμήμα Πολεοδομίας)
  7. Δήμο Λατσιών Εναγόμενων Ημερομηνία: 22/07/2020 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 6 - Αιτητή: Κος Αντρέας Χριστοφόρου, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: Λουκία Πατσαλίδου, για Λουκή Λουκαΐδη και ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την Αίτηση ημερομηνίας 06/11/2019 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 10/06/19 στην ως άνω αγωγή. Με την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 06/11/2019, ο Εναγόμενος 6 αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο, με την οποία να διατάττεται η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 10/06/2019 που εκδόθηκε στην υπό των άνω αριθμό και τίτλο αγωγή από τον Έντιμο Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ., μέχρι εκδικάσεως της Πολιτικής Έφεσης 220/19 που καταχώρησε ο Εναγόμενος 6 / αιτητής εναντίον της εν λόγω απόφασης. Περαιτέρω, ο αιτητής επιζητεί να επιδικαστούν τα έξοδα της αίτησης υπέρ του. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Θ. 18 και Δ.48, Θ. 8

(1)(ee). Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωσης της κυρίας XXXXX Πίροκκα, γραμματειακής λειτουργού στο Τμήμα Αγωγών της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 06/11/
  1. Η κυρία Πίροκκα ορκίζεται και λέει ότι στις 10/06/19 εκδόθηκε η απόφαση στην ως άνω αγωγή, ότι στις 24/06/19 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Εναγόμενος 6, καταχώρησε την Πολιτική Έφεση 220/19 (αντίγραφο της ειδοποίηση εφέσεως επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1) και, όπως συμβουλεύει την ενόρκως δηλούσα ο Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, ο Εναγόμενος 6 ‑ Εφεσείοντας και εδώ Αιτητής «έχει καλή υπόθεση για επιτυχία της πιο πάνω έφεσης». Με αυτή την αιτιολογία η κυρία Πίροκκα πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης, διότι εάν εκτελεστεί η απόφαση, δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, έστω και αν επιτύχει η έφεση. Έτσι, ο Εναγόμενος 6 ‑ Αιτητής θα ζημιωθεί και θα παρεμποδιστεί ουσιαστικά η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Απεναντίας, είναι η θέση της κυρίας Πίροκκα ότι οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν καμία ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατά την πρώτη εμφάνιση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 6 ‑ Αιτητή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 19/11/19, το Δικαστήριο έκρινε ορθό να διατάξει επίδοση της αίτησης και την όρισε προς τούτο στις 17/01/
  2. Κατ' εκείνη την ημερομηνία εμφανίστηκε για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση η ευπαίδευτη συνήγορός τους και ζήτησε χρόνο για ένσταση, οπόταν ορίστηκε προς τούτο στις 26/02/
  3. Πράγματι, η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης καταχωρήθηκε στις 24/02/20 και εκεί δικογραφούνται οι ακόλουθοι 6 λόγοι ένστασης꞉
  4. «Δεν συντρέχουν υπέρ του Αιτητή στην υπό κρίση περίπτωση εξαιρετικές και/ή ιδιάζουσες και/ή πολύ ειδικές περιστάσεις (special grounds) που να δικαιολογούν τη δυνατότητα παρέκκλισης από την αρχή της εκτελεστότητας δικαστικής απόφασης και/ή την κατ' εξαίρεση χορήγηση αναστολής εκτέλεσης.
  5. Η παρούσα αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή οι προβαλλόμενοι ως λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής αιτείται την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, είναι γενικοί, ασαφείς και αόριστοι και δεν ικανοποιούν τα κριτήρια και αρχές που έχουν καθιερωθεί για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, το οποίο εκ της φύσεως του αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό της διαδικασίας, ασκούμενο με φειδώ.
  6. Το ισοζύγιο της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας, κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, αφού με την Αίτηση ζητείται η έκδοση Διατάγματος που συνεπάγεται την προσβολή Συνταγματικών και/ή θεμελιωδών δικαιωμάτων των Εναγόντων/ καθ' ων η αίτηση χωρίς να συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις βάσει της νομοθεσίας και/ή νομολογίας σε σχέση με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Τουναντίον ο Εναγόμενος/ Αιτητής ουδεμία βλάβη ή ουσιαστικό επηρεασμό των δικαιωμάτων του θα υποστεί από την μη ευόδωση της υπό κρίση Αίτησης και δεν παρέθεσε οποιαδήποτε μαρτυρία για κατ' ισχυρισμό ζημία.
  7. Καμία μαρτυρία και/ή επαρκής και/ή καλός λόγος δεν δύναται ότι με την μη αναστολή της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης η καταχωρηθείσα έφεση θα χάσει το αντικείμενο της και/ή με την εκτέλεση της απόφασης η κατάσταση δεν θα είναι μη αναστρέψιμη.
  8. Η Έφεση που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή δεν έχει οποιεσδήποτε προοπτικές επιτυχίας.
  9. Ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και η αίτηση είναι κακόπιστη με μοναδικό σκοπό την αποφυγή και/ή καθυστέρηση της ανάληψης των εξ αποφάσεως ευθυνών και/ή υποχρεώσεων τους προς τους Καθ΄ ων η Αίτηση.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.Θ. 18 και 19, Δ.40 Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4, 8 και 9 και Δ.64 Θ.1
(2), στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στη διακριτική εξουσία και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην ειδοποίηση ένστασης, τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση προκύπτουν από τα δικόγραφα και από την ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Κκαϊλή από τη Λευκωσία, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης και φέρει ημερομηνία 24/02/
  1. Ο κύριος XXXXX Κκαϊλής είναι ο Eνάγων στην ως άνω αγωγή. Ορκίζεται και λέγει τα εξής꞉
  2. «Είμαι ο Ενάγων στην ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγή. Η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε από μέρους μου ως διαχειριστής περιουσίας της συζύγου μου XXXXX Κκαϊλή αμφότεροι από τα Λατσιά προς όφελος μου και των παιδιών μου.
  3. Τα γεγονότα που αναφέρω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση μου τα γνωρίζω προσωπικά και είναι αληθινά ενώ τα γεγονότα που δεν γνωρίζω προσωπικά και για τα οποία αναφέρεται άλλη πηγή γνώσεως είναι αληθινά εξ όσο καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω. Αναφορικά με τα νομικά ζητήματα, έχω λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μου Λουκής Γ. Λουκαΐδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
  4. Έχω αναγνώσει την Αίτηση ημερ. 6/11/19 με την οποία επιζητείται αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 10/6/19 μέχρι την εκδίκαση της Πολιτικής Έφεσης 220/19 καθώς την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει και το Τεκμήριο που επισυνάπτεται σε αυτήν. Εκτός όπου ρητά γίνεται παραδεκτό, απορρίπτω τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση ως γενικούς, αόριστους και αστήρικτους.
  5. Η σύζυγος μου υπήρξε θύμα κρούσματος καρκίνου ο οποίος σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση ημερ. 29/12/17 προκλήθηκε από την καρκινογόνο ουσία «διχλωρομεθάνιο R40», που εξέπεμπε το γειτονικό με την οικία μας εργοστάσιο «Άστρασολ» και δυστυχώς απεβίωσε από την ασθένεια της, αλλά και θύμα πρόκλησης οχληρίας και επέμβασης στης ιδιωτική της ζωή. Μετά από μια χρονοβόρα και δύσκολη δικαστική διαδικασία, αποφασίστηκε από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι 3, 4 και 6 ευθύνονται έναντι της, για οιανδήποτε ζημιά έχει υποστεί λόγω της εκπομπής του διχλωρομεθανίου από το γειτονικό εργοστάσιο Αστρασόλ Λτδ.
  6. Ως εκ τούτου και ενόψει της απόδειξης ευθύνης των Εναγομένων 3, 4 & 6 υπήρξε περαιτέρω εκδίκαση της ως άνω αγωγής μας για το ζήτημα του ύψους των αποζημιώσεων που δικαιούται και το Σεβαστό Δικαστήριο έκδωσε απόφαση υπέρ μας και εναντίον όλων των άνω Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 την απόφαση ημερ10/6/19
  7. Μέχρι σήμερα ο Αιτητής ουδέν ποσό κατέβαλε ή πρόσφερε να καταβάλει δια εξόφληση ή έναντι της απόφασης και των δικαστικών εξόδων. Στις 7/8/19 αποστάληκε επιστολή στον Εναγόμενο 6 (στο εξής «ο Αιτητής») για καταβολή του ποσού των αποζημιώσεων μας την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 και στις 5/12/19 αποστάληκε επιστολή για καταβολή των επιδικασθέντων δικηγορικών εξόδων την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  8. Εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, έλαβαν τηλεφωνικώς άρνηση καταβολής των αποζημιώσεων μας και αποστάληκε επιστολή ημερ. 23/10/19 την οποία και καταθέτω ως Τεκμήριο
  9. Εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, οι προβαλλόμενοι ως λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής αιτείται την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, είναι γενικοί, ασαφείς και αόριστοι και δεν ικανοποιούν τα κριτήρια και αρχές που έχουν καθιερωθεί για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, το οποίο εκ της φύσεως του αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό της διαδικασίας, ασκούμενο με φειδώ.
  10. Εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή, η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του παρά μόνο όπου καταδειχθεί ότι καταβολή του ποσού θα καθιστούσε την εκδίκαση της Έφεσης άνευ αποτελέσματος κάτι το οποίο δεν συντρέχει στην παρούσα περίπτωση. Η ίδια η Ενόρκως Δηλούσα καταθέτει ως Τεκμήριο αντίγραφο της Έφεσης που έχει καταχωρηθεί, η οποία στρέφεται ουσιαστικά εναντίον της απόφασης ημερ. 29/12/17 ήτοι για το ζήτημα της ευθύνης των Εναγομένων. Συνεπώς καμία δικαιολογία και επιχειρηματολογία δεν έχει δοθεί από τον Αιτητή, έστω και στον ελάχιστο βαθμό, που να αποδεικνύει ότι η Έφεση του θα καθίσταται άνευ αντικειμένου αν το εξ' αποφάσεως χρέος πληρωθεί. Παρά μόνο αρκέστηκε σε γενικότητες και αοριστολογίες.
  11. Όσο αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ως προς την επιτυχία της έφεσης αρχικά ισχυρίζομαι και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου ότι η Έφεση που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή δεν έχει οποιεσδήποτε προοπτικές επιτυχίας αφού αρκεί να αναφέρω ότι ενώ η δική μας πλευρά, στηρίχθηκε σε εμπειρογνώμονες των οποίων η μαρτυρία δεν εξουδετερώθηκε αλλά ούτε και παρουσιάστηκε άλλος εμπειρογνώμονας από πλευράς τους για να την αντικρούσει. Εν πάση περιπτώσει οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ενός Εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.
  12. Επί του προκειμένου ο Αιτητής στην ένορκό δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αρκέσθηκε σε μια γενικόλογη και αόριστη θέση και καμία βάσιμη αναφορά δεν προβάλλεται από αυτόν που να δικαιολογεί την θέση του ότι η Έφεσή του θα πετύχει. Παρά μόνο προέβηκε στην επισύναψη αντιγράφου της Ειδοποίησης Έφεσής του όπου και γίνεται ανάλυση των λόγων έφεσης του. Επιπρόσθετα ο Αιτητής κατ' έμμεσο τρόπο καλεί το παρόν Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Εφετείο και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, το πλαίσιο για την διάγνωση των δικαιωμάτων ενός Εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης του είναι η ακρόαση της έφεσης. Κανένας εκ των λόγων έφεσης δεν είναι τέτοιος ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η επιτυχία της έφεσης του Αιτητή είναι κάτι για το οποίο μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα και χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος ώστε ο παράγοντας αυτός να αποκτά σπουδαιότητα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συναφώς είναι η θέση μου ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε θέση στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Συνακόλουθα είναι η θέση μου ότι τα όσα επί του προκειμένου ο Αιτητής ισχυρίζεται δεν μπορούν να προσμετρήσουν σοβαρά ούτε και να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  13. Επιπρόσθετα και εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή το μόνο που προβάλλεται με την παρούσα Αίτηση είναι ότι εάν η απόφαση εκτελεσθεί ο Αιτητής θα ζημιωθεί και δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη εάν πετύχει η έφεση. Δεν εξηγεί όμως, γιατί αν η έφεσή του πετύχει δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς την κατεύθυνση ότι αν ο Αιτητής καταβάλει σε εμένα το εξ' αποφάσεως χρέος δεν θα δύναται ή θα αδυνατώ να το επιστρέψω στον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσής του, το εν λόγω ποσό οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η έφεσή του θα καταστεί άνευ αντικειμένου και η ίδια θα μείνει με κενά χέρια.
  14. Ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία από το Δικαστήριο όπως το ότι ως διαχειριστής της περιουσίας της συζύγου μου είμαι πρόσωπο φερέγγυο, με κινητή περιουσία κάτι το οποίο γνωρίζει ο Αιτητής. Είχε υποχρέωση ο Αιτητής να το επισημάνει στο Δικαστήριο ιδιαίτερα αφού η αίτηση του τέθηκε ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου μονομερώς. Ως εκ τούτου και εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου ότι αυτό συνιστά έναν επιπλέον αλλά και αυτοτελή λόγο απόρριψης της αίτησης.
  15. Εν πάση περιπτώσει όπως έχω ήδη αναφέρει ο ίδιος ο Αιτητής δεν προβάλει που στηρίζεται ο φόβος περί αδυναμίας απόδοσης της δικαιοσύνης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης.
  16. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ουδεμία ζημιά θα υποστώ. Όμως είναι αυτονόητη και αυθύπαρκτη η ζημιά την οποία υφίσταμαι ως και ο κάθε διάδικος από την καθυστέρηση είσπραξης δικαστικής απόφασης. Όλο το δε σύστημα της δικαιοσύνης υφίσταται ζημιά από την εν λόγω καθυστέρηση και την κωλυσιεργό τακτική των εξ αποφάσεων χρεωστών. Δημιουργείται κάκιστο προηγούμενο το οποίο θα τύχει εκμετάλλευσης εάν επιτραπεί η διαδικασία την οποία επέλεξε να ακολουθήσει ο Αιτητής σε αυτήν την υπόθεση.
  17. Όσο αφορά δε το ζήτημα των δικηγορικών εξόδων που έχουν επιδικαστεί και επίσης δεν καταβάλλονται με την δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση, ως λαμβάνω νομική συμβουλή, η συνήθης πρακτική είναι όπως αυτά εξαιρούνται σε περίπτωση επιτυχίας μιας αίτησης αναστολής υπό τον όρο ανάληψης υποχρέωσης του δικηγόρου του επιτυχόντα στην αγωγή διαδίκου να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή που το Εφετείο ήθελε εκδώσει αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια της Έφεσης. Επιπρόσθετα το δικηγορικό γραφείο το οποίο με εκπροσωπεί δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα επιστροφής του ποσού των δικηγορικών εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης. Όπως με έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι μου οι επιτυχών Εναγόμενοι επιζητούν την καταβολή των δικηγορικών τους εξόδων σε σχέση με την ως άνω αγωγή, ενώ σε σχέση με την σύζυγο μου ουδέν ποσό δεν έχουμε λάβει από την επιτυχία του δικαστικού μας αγώνα. Καταθέτω σχετική επιστολή ως Τεκμήριο
  18. Άρα, είναι η θέση μου ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου έχει απολέσει την αποτελεσματικότητα της.
  19. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση μου ότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν απόκλιση από τον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ο επιτυχών διάδικος έχει το δικαίωμα να εκτελέσει υπέρ του εκδοθείσα απόφαση και η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση είναι έκδηλα γενική και αόριστη στην ολότητα της.
  20. Έχουμε δικαίωμα στον καρπό της επιτυχίας μας μετά από ένα πολυετή και δύσκολο δικαστικό αγώνα ο οποίος δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την περαιτέρω παράταση είσπραξης της απόφασης που στην προκειμένη περίπτωση είναι η είσπραξη των αποζημιώσεων που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση για την πρόκληση στην σύζυγο μου καρκίνο από τον οποίο απεβίωσε.
  21. Δεν υπάρχει μια τέτοια ανάγκη στέρησης αυτού του συνταγματικού μας δικαιώματος αφού όπως έχω ήδη αναφέρει με την εκτέλεση του διατάγματος δεν θα χάσει η έφεση το αντικείμενο της και η καταβολή του εξ αποφάσεως χρέους δεν επηρεάζει καθόλου τα δικαιώματα του Αιτητή. Αντίθετα ενεργεί συστηματικά με κακοπιστία, προσπαθούν να αποφύγουν συμμόρφωση με την δικαστική απόφαση και δημιουργούν προβλήματα σε εμένα.
  22. Για σκοπούς δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης πιστεύω ότι είναι δίκαιο και ορθό το Σεβαστό Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της παρούσας με έξοδα εναντίον του Αιτητή.». Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Οδηγήθηκε σε ακρόαση η αίτηση με βάση το πραγματικό υπόβαθρο, όπως σκιαγραφείται στην όψη των ένορκων δηλώσεων, σε συνδυασμό πάντοτε με τα στοιχεία του δικαστικού φάκελου. Παραδόθηκαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 23/06/
  23. Προσπάθειες που έγιναν στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση της ένστασης μέχρι την επιφύλαξη της δικαστικής απόφασης για τυχόν αποδοχή της αίτησης ή για απόσυρση αυτής, δεν τελεσφόρησαν, δεν έφεραν αποτέλεσμα συναινετικό και ως εκ τούτου το Δικαστήριο προχωρεί στην έκδοση της απόφασής του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.35, Θεσμός 18, όπου προνοούνται τα εξής: «Δ.35, θ.
  24. Μία έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται, εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των Ανώτερων Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει, εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί Διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση, το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.». Η πιο πάνω διαταγή θα πρέπει να διαβάζεται υπό το φως και του Θεσμού 19, όπου αναφέρεται ότι, όπου στη Δ.35 προνοείται ότι οποτεδήποτε μία αίτηση βασιζόμενη σε αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο Κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή και σε έναν Δικαστή των Ανώτερων Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα να γίνεται στο Δικαστήριο ή Δικαστή του Κατώτερου Δικαστηρίου. Συμφωνούν οι διάδικοι ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση υπό το φως των ανωτέρω. Αναγνωρίζουν, επίσης, αμφότεροι ότι η πιο πάνω Δ.35 Θεσμός 18 δεν δημιουργεί δέσμια αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της εφεσιβληθείσας απόφασης, αλλά αντίθετα, αναμένουν από το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων για διαμόρφωση δικαστικής κρίσης και να ασκήσει διακριτική ευχέρεια με την αναγκαία αιτιολόγηση, προκειμένου να αποφασίσει για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης. Οι παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, περιγράφονται στην απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147. Αφορούν, αφενός, στο δικαίωμα του επιτυχόντα διάδικου να τελεσφορεί η πρωτόδικη απόφαση και, αφετέρου, στο δικαίωμα του αντιδίκου του να έχει αποτελεσματικό δικαίωμα για άσκηση έφεσης. Η εξισορρόπηση των εν λόγω συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και με τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Έχει αποσαφηνιστεί στην προμνησθείσα απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147 ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και σε σωρεία μεταγενέστερων αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, όπου ενδεικτικά αναφέρω ότι στη Χαραλάμπους Νίκος Σταύρου ν. A Panayides Contracting Ltd.
(2001)1 ΑΑΔ 1978 επισημάνθηκε ότι: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή ανατροπή της από το εφετείο. Έπειτα ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντίδικου του». Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους, για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής, έτσι ώστε να διευκολύνει την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Η ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ. Στην παράγραφο 14 της γραπτής του αγόρευσης, ο συνήγορος του Εναγόμενου 6 ‑ Αιτητή, εισηγείται ότι꞉ «Είναι ισχυρισμός μου ότι με μία απλή ανάγνωση των λόγων έφεσης, καθώς και της πρωτόδικης απόφασης, ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 29/12/17, προκύπτει με σαφήνεια η βεβαιότητα επιτυχίας έφεσης. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι: α) Εφευρέθηκε Αστικό Αδίκημα εφαρμογής και επίβλεψης νόμου που κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε. β) Δεν υπάρχει στο κείμενο της πιο πάνω Απόφασης καταδίκη του Εναγόμενου 6 - Αιτητή ως προς την Οχληρία, αλλά στη συνέχεια επιδικάστηκαν Αποζημιώσεις. γ) Παρεμποδίστηκε ο Εναγόμενος 6 - Αιτητής να αντεξετάσει τους μάρτυρες των υπολοίπων Εναγόμενων. δ) Απαλλάχθηκε ο Εναγόμενος 5, Ιδιοκτήτης του Εργοστασίου, για Οχληρία και καταδικάστηκε ο Εναγόμενος 6 - Αιτητής χωρίς να εξεταστούν οι Υπερασπίσεις που προβλέπονται για την Οχληρία. ε) Καταδικάστηκε ο Εναγόμενος 6 - Αιτητής για Αμέλεια χωρίς να εξεταστούν οι Υπερασπίσεις για την Αμέλεια. στ) Αγνοήθηκε η μαρτυρία του Εναγόμενου 6 - Αιτητή ως προς τις εξετάσεις που έγιναν και τις ενέργειες που ακολούθησαν για το κλείσιμο του Εργοστασίου.». Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 15 της γραπτής του αγόρευσης ο συνήγορος του Εναγόμενου 6 ‑ Αιτητή επικαλείται ως λόγο που συνηγορεί υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης το γεγονός ότι έχουν επιδικαστεί υπέρ των Εναγόντων «πολύ μεγάλα ποσά». Εισηγείται, συναφώς, ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει την παρούσα αίτηση μεμονωμένα, αλλά συνολικά, αφού από την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση προέκυψαν 19 αποφάσεις που συνεπάγονται την καταβολή προς τους Ενάγοντες αποζημιώσεων μερικών εκατομμυρίων. Στην παράγραφο 16 της γραπτής του αγόρευσης διατυπώνει τη θέση ότι είναι προφανές ότι οι Ενάγοντες θα αδυνατούν να επιστρέψουν τα πιο πάνω ποσά σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ενώ αντίθετα τυχόν αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης δεν θα τους στερήσει κανένα δικαίωμα, αφού η Δημοκρατία ως φερέγγυα θα καταβάλει στους Ενάγοντες όλες τις αποζημιώσεις με τόκο, όπως προβλέπεται στην πρωτόδικη απόφαση. Από την άλλη, η συνήγορος των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση καλεί το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας με βάση τη Δ.35 Θ.18 να σταθμίσει τι είδους ζημιά και πόση θα προκληθεί σε κάθε διάδικο σε περίπτωση έκδοσης ή όχι διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Δεν συμμερίζεται η συνήγορος των Εναγόντων ‑ Εφεσίβλητων (εδώ Καθ' ων η αίτηση) τη θέση ότι η έφεση που άσκησε ο Εναγόμενος 6 (εδώ αιτητής) έχει πιθανότητες να επιτύχει και εξηγεί τη δική της εκτίμηση στη βάση του ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε σε μαρτυρία εμπειρογνωμόνων που προσκόμισαν οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η αίτηση, η οποία ουδόλως εξουδετερώθηκε, αφού από πλευράς Εναγόμενου 6 ‑ Αιτητή ουδείς εμπειρογνώμονας εμφανίστηκε για να την αντικρούσει. Εισηγείται ότι με βάση την προμνησθείσα απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147, μόνο εκεί όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της έφεσης μπορεί το Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεσή της, ενώ τέτοια βεβαιότητα δεν μπορεί να διαπιστωθεί από το παρόν Δικαστήριο να υπάρχει, αφού ο ίδιος ο αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του είναι εντελώς γενικόλογα και αόριστα που επικαλείται τις καλές πιθανότητες επιτυχίας. Η απλή επισύναψη αντιγράφου της ειδοποίησης έφεσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει πρόγνωση με βεβαιότητα για επιτυχία της έφεσης. Συνεπώς, δεν έχει αποδειχθεί με σοβαρότητα το επιχείρημα για καλή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Προς επίρρωση της ανωτέρω τοποθέτησής της η κυρία Πατσαλίδου επικαλείται αγγλική νομολογία, όπου ετέθηκε η αρχή ότι η μαρτυρία για υποστήριξη ενός αιτήματος αναστολής εκτέλεσης πρέπει να είναι πλήρης, ειλικρινής και ξεκάθαρη. Τέτοια, κατά τη δική της εισήγηση, εδώ δεν υπήρξε. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 6 ‑ Αιτητή ότι, εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης και αναγκασθεί ο ίδιος ο Αιτητής να πληρώσει στους Ενάγοντες/Εφεσίβλητους το ποσό που επιδικάστηκε υπέρ τους πρωτόδικα στην αγωγή, τότε εκείνοι δεν θα μπορούν να το επιστρέψουν στον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσής του, η κυρία Πατσαλίδου απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό ως εξίσου ανυπόστατο και ατεκμηρίωτο. Ειδικότερα, επισημαίνει ότι ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη στοιχεία, όπως για παράδειγμα ότι οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η αίτηση είναι πρόσωπα φερέγγυα με εισόδημα και κινητή περιουσία στην Κύπρο. Δεν τεκμηρίωσε ο αιτητής από πού πηγάζει ο φόβος του περί αδυναμίας απόδοσης δικαιοσύνης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Το βάρος να αποδείξει ότι ευσταθεί ο κίνδυνος αυτός ήταν στους ώμους του αιτητή που το επικαλείται. Παραλληλίζει η κα Πατσαλίδου την παρούσα υπόθεση με την υπόθεση CHARALAMBOUS v. NICOLAIDES & NEOPHYTOU
(1985)1 CLR 737, όπου και εκεί δεν τεκμηριώθηκε κίνδυνος αφερεγγυότητας του επιτυχόντα πρωτόδικα διαδίκου, ενώ απεναντίας είχε προσφερθεί μαρτυρία από τον ενιστάμενο διάδικο στην αίτηση αναστολής εκτέλεσης ότι ο συνεταιρισμός είχε περιουσία και ήταν φερέγγυος και ήταν σε θέση να πληρώσει την αιτήτρια εάν πετύχαινε στην έφεσή της. Επισημάνθηκε από τον πρωτόδικο Δικαστή ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν είχε αμφισβητηθεί από την αιτήτρια, ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του πιο πάνω ενόρκως δηλούντα, συνεπώς έμεινε αναντίλεκτος. Τονίζει ιδιαίτερα η κα Πατσαλίδου στη σελίδα 9 της αγόρευσής της ότι οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η αίτηση «έχουν κάθε δικαίωμα να δρέψουν άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας τους στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγαν για 9 χρόνια σε σχέση με την πρόκληση οχληρίας και επέμβαση στην απόλαυση της χρήσης του ακινήτου τους (Τεκμήριο 1 της Ένστασης).» Προσθέτει ότι οι γενικοί, ελλιπείς και αόριστοι ισχυρισμοί του αιτητή δεν υπερισχύουν του δικαιώματος αυτού, γι' αυτό και εισηγείται ότι το ισοζύγιο της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, αφού δεν έχει αποδειχθεί ότι η καταβολή του επιδικασθέντος ποσού προς τους Καθ' ων η αίτηση υπάρχει εύλογη πιθανότητα να δημιουργήσει μη αναστρέψιμη κατάσταση και κατά συνέπεια να χάσει η έφεση το αντικείμενό της ή να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον Eναγόμενο 6 ‑ Αιτητή. Σε περίπτωση, όμως, που το Δικαστήριο ήθελε αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης, η κυρία Πατσαλίδου εισηγείται να διαχωρίσει τα έξοδα για τις δικηγορικές υπηρεσίες, τα οποία δικαιούται να εισπράξει ο δικηγόρος των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η αίτηση, αντίστοιχα προς τη διαδικασία που υιοθετείται στην Αγγλία και η οποία ακολουθήθηκε σε Κυπριακή Νομολογία (Annual Practice 1956, Ord. 58 r. 16, Χαραλάμπους Νίκος Σταύρου ν. A Panayides Contracting Ltd.
(2001)1 ΑΑΔ 1978). Επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα ουδέν ποσό έχει καταβληθεί για τα δικηγορικά έξοδα από τον Eναγόμενο 6 προς τους Ενάγοντες ή και τους δικηγόρους των Εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση η κα Πατσαλίδου καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι η αναστολή πρόκειται για ένα εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δεν θα πρέπει να λαμβάνεται από το Δικαστήριο παρά μόνο όπου υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που να το δικαιολογούν, ενώ εδώ θεωρεί η αίτηση είναι στην ολότητά της αόριστη ή αβάσιμη και καλεί το Δικαστήριο να την απορρίψει με έξοδα εναντίον του Εναγόμενου 6 ‑ Αιτητή. Επισημαίνει προς το Δικαστήριο ότι έχουν ήδη εκδοθεί 7 απορριπτικές πρωτόδικες αποφάσεις στις αγωγές αριθμός 4567/10, 4639/10, 4689/10, 4730/10, 5904/10, 9550/10 και 117/12, οι οποίες αφορούν τα ίδια επίδικα θέματα με την παρούσα αγωγή και είχαν καταχωρηθεί πανομοιότυπες αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Σύμφωνα με το Annual Practice 1958, σελ. 1697, το Δικαστήριο δεν συνηθίζει να αποστερεί από ένα επιτυχόντα διάδικο τους καρπούς της επιτυχίας του, από την άλλη όμως έχει καθήκον να μεριμνήσει ώστε η όποια επιτυχία σε έφεση να μην καταστεί άνευ αντικειμένου. Αναφέρεται ρητά ότι το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αναστολής εκτέλεσης όπου οι ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν. Με βάση όσα τέθηκαν ενώπιόν μου από τους διαδίκους, όπως τα αναλύω ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχουν καταδειχθεί «ειδικές περιστάσεις» που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αναστολής. Κατ' αρχάς. το ότι έχει καταχωρηθεί έφεση δεν αποτελεί αφ' εαυτού ειδική περίσταση που να δικαιολογεί την αναστολή της εφεσιβαληθείσας απόφασης. Οφείλω να υπενθυμίσω ότι, νομολογιακά, η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν γίνεται αποδεκτή ως καθοριστικός παράγοντας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, εκτός αν υπάρχει πρόγνωση βέβαιης επιτυχίας της έφεσης. Εδώ, όπως εισηγείται η ενόρκως δηλούσα βάσει συμβουλής του συνηγόρου που χειρίζεται την έφεση εκ μέρους του Εναγομένου 6 / Εφεσείοντα - Αιτητή, η έφεση «έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας». Έχω δει με προσοχή στη γραπτή αγόρευση του κ. Α. Χριστοφόρου, συνηγόρου του Αιτητή, τα σημεία 14(α) έως (στ) επί των οποίων στηρίζει τη γνώμη του και συμβουλή που έδωσε προς την ενόρκως δηούσα για καλή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Πράγματι, ορισμένα από τα σημεία αυτά δείχνουν ότι είναι συζητήσιμη η υπόθεση του εφεσείοντα, δεν θεωρώ όμως ότι είναι αυταπόδεικτα ή εξόφθαλμα τα ισχυριζόμενα σφάλματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, αφού προϋποθέτουν έλεγχο των στοιχείων του φακέλου για διακρίβωση των χειρισμών του πρωτόδικου δικαστηρίου σε ότι αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, για παρεμπόδιση αντεξέτασης μαρτύρων ή για παραγνώριση δικογραφημένων θέσεων της υπεράσπισης ή/και μαρτυρίας αυτής. Τέλος, δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αναφέρω ότι ουδεμία μαρτυρία που προσέφερε η ενόρκως δηλούσα κα Πίροκκα, για να τεκμηριώσει κίνδυνο να καταστεί άνευ αντικειμένου το δικαίωμα έφεσης, που ήδη άσκησε η Κυπριακή Δημοκρατία διά μέσω του Εναγομένου 6 / Αιτητή. Το ότι η άμεση εκτέλεση της απόφασης που πρωτόδικα εκδόθηκε εναντίον της δημιουργεί γι'αυτήν υποχρέωση να πληρώσει πέριξ των €70.000 πλέον τόκους στους Ενάγοντες / εφεσίβλητους / καθ'ων η αίτηση, δεν της αφαιρεί επ ουδενί λόγο την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος έφεσής της. Ο κίνδυνος, εάν η έφεσή της επιτύχει, να μην έχουν οι Ενάγοντες / εφεσίβλητοι / καθ'ων η αίτηση τα χρήματα για να της επιστρέψουν το ποσό που θα λάβουν, δεν έχει καθόλου τεκμηριωθεί με μαρτυρία από πλευράς της ίδιας της κας Πίροκκα που εγείρει τον εν λόγω ισχυρισμό. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους αυτού που το ισχυρίζεται. Οι Ενάγοντες είναι κάτοικοι Λατσιών, άρα κάτοικοι Κύπρου και δεν θα ήταν δύσκολο να γίνει κάποια έρευνα από τον Αιτητή για το τί διαθέτουν ή για το αν ουδέν διαθέτουν, ώστε να αποκαταστήσουν χρηματικά στον Εναγόμενο 6 - Αιτητή ποσό πέριξ των €70.000 πλέον τόκους, αν καταλήξει να επιτυγχάνει στην έφεση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την αίτηση με έξοδα υπέρ των Εναγόντων / Καθ'ων και εναντίον του Εναγομένου 6 / Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.) ........... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.