Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Hellenic Bank Public Company Limited ν. N.B.A. DEVELOPMENT LIMITED (ΗΕ 95250) μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της Μιχαηλίδη κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης 328/2018, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A321 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης 328/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ. 224, άρθρο 80 Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Hellenic Bank Public Company Limited Αιτήτρια/Εφεσείουσα και
- N.B.A. DEVELOPMENT LIMITED (ΗΕ 95250) μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της XXXXX Μιχαηλίδη
- XXXXX Σταύρου Καθ' ων η αίτηση-Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Θέμης Για Καθ'ου η Αίτηση 2: κ. Καποδίστριας Για Ε/Μ Διευθυντή του Κτηματολογίου: κα Παπαδοπούλου για Γ.Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ- ΕΦΕΣΗΣ Με την παρούσα Αίτηση-Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου-Χωρομετρίας ζητούνται από την Αιτήτρια οι ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 02/08/2018 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. Β. Διάταγμα και/ή Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στην απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 02/08/2018 ήτοι το Παράρτημα Α. Γ. Διαζευκτικά με τα Αιτητικά Α και Β, διάταγμα του Δικαστηρίου όπως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου μεταφέρει τις Υποθήκες XXXXX/2005 και Υ XXXXX/2007 που βρίσκονται εγγεγραμμένες επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ 30/16 Ε2, τεμάχιο XXXXX, Γέρι, Λευκωσία, στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 30/16 Ε2, τεμάχιο XXXXX, Γέρι, Λευκωσία, στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ. 21/64 E1, τεμάχιο XXXXX, μερίδιο 29/40, Αγλαντζιά Λευκωσία.» Ζητείται επίσης όπως κηρυχθούν αντισυνταγματικές, ως παραβιάζουσες τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-ΚΖ του Ν.9/1965 ως αυτές εισήχθηκαν δυνάμει του τροποποιητικού Νόμου 139(Ι)/
- Ως Λόγοι Έφεσης, ως φαίνεται να περιορίζονται με τη Γραπτή Αγόρευση των Αιτητών και τη σχετική επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν, παραμένουν ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1) Έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου 2) Αντισυνταγματικότητα του Ν. 139(Ι)/2015 (παραβίαση των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος) H Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Στροβιλίδου, υπάλληλου εταιρείας η οποία ως αναφέρει ανέλαβε τη διαχείριση προβληματικών λογαριασμών στην Αιτήτρια, ανάμεσα στους οποίους και οι λογαριασμοί της Καθ'ης η Αίτηση
- Μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: - Κατόπιν δικού της αιτήματος η Καθ'ης η Αίτηση 1 κατέστη πελάτης της Τράπεζας και συνήψαν διάφορες συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων. Με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης και μη τήρησης των υποχρεώσεων της, διορίστηκε παραλήπτης διαχειριστής της εν λόγω εταιρείας. - Μεταξύ άλλων προς εξασφάλιση των οφειλών της προς την Αιτήτρια, η Καθ'ης η Αίτηση 1 προέβηκε σε συμφωνίες υποθήκης με την Αιτήτρια στις 21/10/2005 και στις 12/1/2007 (Τεκμήριο 6). Οι εν λόγω υποθήκες για ποσά €70,000 και €30,000 εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις της Καθ'ης η Αίτηση 1 προς την Αιτήτρια. Οι υποθήκες ενεγράφησαν σε συγκεκριμένο ακίνητο στο Γέρι. - Η Καθ'ής η Αίτηση 1 οφείλει στην Αιτήτρια ποσό €3,918.212.
- Στις 1/9/2015 η Αιτήτρια απέστειλε στην Καθ' ης η Αίτηση 1 επιστολή, τερματίζοντας τη λειτουργία των λογαριασμών της λόγω μη συμμόρφωσής της με τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων. Περί το 2007, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεσή της Αιτήτριας και κατά παράβαση των όρων 8 και 9 των εγγράφων υποθήκης, προέβηκε η Καθ΄'ης η Αίτηση 1 σε συμφωνία για την πώληση του ακινήτου και κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο. Μετά από διαχωρισμό του ακινήτου προέκυψε και άλλο ακίνητο που περιγράφεται ως διαμέρισμα αρ. 1 στον πρώτο όροφο. - Κατά τις 4/6/2018 στάλθηκε στην Αιτήτρια Ειδοποίηση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας με την οποία η Αιτήτρια ενημερώθηκε ότι ο Δειυθυντής του Κτηματολογίου, κατόπιν καταχώρησης σχετικής αίτησης του Καθ'ου η Αίτηση 2 ως «εγκλωβισμένου αγοραστή, προτίθετο να προχωρήσει σε μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου στο όνομά του ακυρώνοντας την υποθήκη της Αιτήτριας.» - Σύμφωνα με την πιο πάνω Ειδοποίηση ο Διευθυντής θα προχωρούσε με τη μεταβίβαση του ακινήτου εκτός εάν η Αιτήτρια υπέβαλλε την ένστασή της δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 44ΚΒ του Ν. 9/1965[1]. - Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση στην εν λόγω πρόθεση του Διευθυντή την οποίαν απέστειλε στις 12/6/2018 (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11 στην Αίτηση η Ένσταση).Οι Λόγοι Ένστασης ήταν οι ακόλουθοι: α) Οι υποθήκες προηγούνται χρονικά της καταχώρησης του αγοραπωλητηρίου β)Τυχόν μεταβίβαση του ακινήτου θα ήταν αντισυνταγματική ως αντικείμενη στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι και στα περιουσιακά δικαιώματα της Αιτήτριας. - Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά μαζί με την ένστασή της η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση μεταφοράς των επίδικων υποθηκών επί άλλης ακίνητης περιουσίας, αλλά είναι αβέβαιο ως συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Αιτήτριας αν θα παραμείνει η χρονολογική τάξη της υποθήκης έναντι άλλων υφιστάμενων. Ο Διευθυντής απάντησε στην Αιτήτρια με επιστολή του 2018 με την οποία απέρριψε την Ένστασή της αλλά αποδέχθηκε το αίτημά της για μεταφορά της υποθήκης. - Η απόφαση του Διευθυντή να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου στο όνομα του Καθ΄ου η Αίτηση 2 αντιβαίνει τις πρόνοιες των συμβάσεων υποθήκης και παρεμποδίζει την εκτέλεσή τους. - Ως περαιτέρω αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση, η διαδικασία των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε, όχι μόνο θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στην Αιτήτρια, την οποίαν θα αφήσει εκτεθειμένη, αλλά επιπλέον θα γίνει υποκείμενο εκμετάλλευσης από τον ενυπόθηκο οφειλέτη δηλαδή την Καθ'ης η Αίτηση 1 για να αποφύγει τις υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια χωρίς οποιοδήποτε κόστος. Δεν προσφέρεται από το Νόμο 139(Ι)/2015 νόμιμο αντάλλαγμα και εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια για τη μεταβίβαση του ακινήτου που βαρύνεται με υποθήκη στον αγοραστή και την ακύρωση της υποθήκης του. Επομένως με τη διαδικασία του Νόμου πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της Αιτήτριας. Η εναλλακτική θεραπεία που προβλέπεται στους ενυπόθηκους δανειστές δεν είναι καθόλου ικανοποιητική ή ίση με τη ζημία που τους προκαλείται. Στο ακίνητο που θα μεταφερθεί η υποθήκη δεν δίνεται προτεραιότητα στη μεταφερόμενη υποθήκη και αυτή αφήνεται σε άγωνστη μοίρα έναντι των υφιστάμενων εμπραγμάτων βαρών. ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης Καθ'ου η Αίτηση 2 Στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασής του ο Καθ'ου η Αίτηση 2 προβάλλει τους ακόλουθους Λόγους: 1) Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και συμβατή με τις πρόνοιες του Νόμου. 2) Οι Λόγοι Ένστασης, όπως είχαν υποβληθεί στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν προνοούνται στο Νόμο. 3) Με βάση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, η Αιτήτρια εμποδίζεται να επικαλείται αντισυνταγματικότητα των άρθρων 44ΙΘ - 44ΚΒ. 4) Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι καταχρηστική. Στην Ένορκή του Δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασής του, περιληπτικά ο Καθ'ου η Αίτηση 2 αναφέρει τα ακόλουθα: · Υπέγραψε στις 11/10/2005 συμφωνία δικαιώματος αγοράς του επίδικου διαμερίσματος με την Καθ'ης η Αίτηση 1 και πλήρωσε με την υπογραφή της συμφωνίας ποσό €22,
- Μεταξύ άλλων η συμφωνία διευκρίνιζε ότι η Καθ'ης η Αίτηση 1 δεν ήταν ακόμη ιδιοκτήτης του οικοπέδου αλλά αυτό θα συνέβαινε 1 μήνα μετά και στη συνέχεια θα εκπονούνταν αρχιτεκτονικά σχέδια. Η συμφωνία έγινε σε συνεννόηση με την Αιτήτρια, η οποία του παρέδωσε τη σχετική εγγυητική επιστολή με λήξη στις 30/4/2006 και αυτόματη ανανέωση μέχρι τις 30/10/2007 για το ποσό των 22,000 Λ.Κ. Η ανωτέρω εγγυητική επιστολή δόθηκε σε πλήρη συμφωνία με τους όρους της συμφωνίας και ήταν γνωστό στην Αιτήτρια ότι χωρίς την εν λόγω εγγυητική επιστολή δεν θα κατέβαλλε το εν λόγω ποσό στην Καθ'ης η Αίτηση
- Πλήρωσε δε τα έξοδα της εγγυητικής στην Αιτήτρια. · Με ρητή του συμφωνία τόσο με την Καθ'ης η Αίτηση 1 όσο και με την Αιτήτρια, η πιο πάνω εγγυητική επιστολή θα είχε ισχύ μέχρι τις 30/10/2007 ώστε να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στην Καθ' ης η Αίτηση 1 για να εφαρμόσει όλα όσα προνοούνταν για τη μεταβίβαση στο όνομά της του οικοπέδου και να εξασφάλιζε τις σχετικές άδεις οικοδομής για ανέγερση πολυκατοικίας επί της οποία θα βρισκόταν το επίδικο διαμέρισμα ώστε να καταστεί δυνατή η σύναψη αγοραπωλητηρίου Εγγράφου και να κατατεθεί δεόντως στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με το Νόμο. · Η συμφωνία και η εγγυητική προηγούνται χρονικά των αναφερόμενων υποθηκών. Με την εγγυητική η Αιτήτρια παραιτήθηκε από κάθε ένσταση και επιφύλαξη σε σχέση με τη συμφωνία πώλησης η οποία προνοούσε την υπογραφή συμφωνίας αγοράς του επίδικου διαμερίσματος και κατάθεσής της στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. · Υπήρξε στη συνέχεια συμφωνία αγοράς του επίδικου διαμερίσματος η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Είναι ψευδής ο ισχυρισμός ότι συνάφθηκε χωρίς της συγκατάθεση της Αιτήτριας. Ο ίδιος κατέβαλε ολόκληρο το τίμημα για το διαμέρισμα. · Η Αιτήτρια τον παρακίνησε να χρηματοδοτήσει την τότε πελάτη της Καθ΄'ης η Αίτηση 1, ώστε η τελευταία με δικά του λεφτά να αγοράσει το επίδικο οικόπεδο από την τότε ιδιοκτήτρια. Η εξαίρεση του επίδικου διαμερίσματος από τις χρονικά μεταγενέστερες επίδικες υποθήκες, στη σύναψη των οποίων ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή και γνώση, αποτελούσε υποχρέωση της Αιτήτριας και της Καθ'ης η Αίτηση 1 κατά τη σύναψη των συμβάσεων των επίδικων υποθηκών. Η παράλειψή τους να το πράξουν είχε ως συνέπεια να παρεμποδίζεται ο ίδιος να απολαύσει την περιουσία του για περίοδο 7 ετών μετά την εξόφλησή της. · Η Αιτήτρια εμποδίζεται να ζητά την έκδοση των διαταγμάτων καθότι: - Η Αίτηση για μεταβίβαση στο όνομά του, είναι συμβατή με τις προϋποθέσεις του Νόμου, εκείνος εξόφλησε το τίμημα πώλησης, εξόφλησε το τίμημα πώλησης, εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της αγοράς του διαμερίσματος, εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, η σύμβαση μεταξύ εκείνου και του πωλητή είναι καθόλα έγκυρη και δεν τερματίστηκε βάσει διατάγματος Δικαστηρίου κι έγινε με ευλογίες και συγκατάθεση της Αιτήτριας - Εφεσείουσας και το περιεχόμενό της ήταν σε πλήρη γνώση της ως αναφέρεται στο Τεκμήριο
- - Οι Λόγοι Ένστασης δεν είναι συμβατοί με τη νομοθεσία - Το αγοραπωλητήριο συντάχθηκε και καταχωρήθηκε σε συμμόρφωση με την προηγούμενη συμφωνία και ως εκ τούτου η αγορά του διαμερίσματος ήταν σε γνώση της Αιτήτριας πριν από τις υποθήκες - Δεν ισχύει ο ισχυρισμός της Αιτήτριας - Εφεσείουσας ότι καταστρατηγείται η συνταγματική διάταξη του άρθρου 23 του Συντάγματος ότι αποξενώνεται περιουσία του ενυπόθηκου δανειστή χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς εύλογη και δίκαιη αποζημίωση καθότι η ίδια η Αιτήτρια - Εφεσείουσα γνώριζε ότι ο Καθ'ου η Αίτηση 2 είχε συμβληθεί με την Καθ'ής η Αίτηση 2 πελάτη της κι εγγυήθηκε την πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Επίσης γίνεται αναφορά ότι η Αιτήτρια η Αίτησης είχε υποχρέωση να αποκαλύψει όλα τα έγγραφα και ότι η παράλειψή της να το πράξει συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά με σκοπό την εκμαίευση απόφασης που εμποδίζεται να διεκδικεί. Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης καταχωρήθηκε και από το Ενδιαφερόμενο Μέρος Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Σε αυτήν αναπτύσσονται 16 Λόγοι Ένστασης ως κατωτέρω:
- Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικού και αόριστου περιεχομένου και το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας
- Η Αιτήτρια κωλύεται να προσβάλει την απόφαση του Διευθυντή, καθώς με αυτήν έκανε δεκτό το αίτημά της για μεταφορά των υποθηκών σε άλλο ακίνητο της Καθ'ης η Αίτηση αρ.
- Η Αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος
- Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως δικαιολογημένη και αιτιολογημένη καθότι ο Διευθυντής πριν την απόφασή του έλαβε όλα τα γεγονότα και περιστατικά και ήταν αποτέλεσμα δεουσας και επαρκούς έρευνας. Πριν τη λήψη της απόφασης ο Διευθυντής εξέτασε τους Λόγους Ένστασης και κατά πόσον αυτοί στοιχειοθετούνται από το Νόμο
- Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, το Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες της επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
- Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας ων νόμων.
- Οι εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας είναι αόριστες και γενικές χωρίς αντιπαραβολή των σχετικών διατάξεων του Νόμου με τις αντίστοιχες συνταγματικές και δεν επεξηγείται με πιο τρόπο στοιχειοθετείται η αντισυνταγματικότητα και δεν εξηγείται το αιτιολογικό της υπόβαθρό. Το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξετάσει αφηρημένα ζητήματα αντισυνταγματικότητας.
- Δεν παραβιάζεται το άρθρο 23 του Συντάγματος γιατί δεν περιορίζεται το σχετικό δικαίωμα της Αιτήτριας. Σε κάθε περίπτωση εάν κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός αυτός καλύπτεται από το άρθρο 23
(3)του Συντάγματος.
- Προστατεύεται κατά τρόπο εύλογο το δικαίωμα ιδιοκτησίας με τον υπό εξέταση Νόμο
- Η απουσία ρύθμισης σε σχέση με τυχόν καταβολή αποζημίωσης δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο αντισυνταγματικό
- Δεν επιτρέπεται στέρηση με την οποίαν να προκαλείται ουσιώδης ζημιά στην Αιτήτρια
- Δεν περιορίζεται το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας γιατί υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα.
- Οι διατάξεις των άρθρων 44ΚΒ και 44ΙΓ εφαρμόζονται ανεξαρτήρως των λοιπών διατάξεων τοτ Νόμου, που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με εκείνες.
- Δεν παραβιάζεται το άρθρο 26 του Συντάγματος, καθότι ο πυρήνας του δεν επηρεάζεται αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Κρασιά, Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: - Ο Καθ'ου η Αίτηση 2 στις 26/1/2007 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λ/σιας τη σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 25/1/2007 μεταξύ εταιρείας και του ίδιου ως αγοραστή -Το διαμέρισμα είναι εγγεγραμμένο σε Κτηματικά Μητρώα για το όλο στο όνομα εταιρείας - Στις 21/9/2015, ο Καθ'ου η Αίτηση κατέθεσε αίτηση μεταβίβασης ακινήτου δυνάμει του νέου Ν. 139(Ι)/
- Με την αίτησή του ο Καθ'ου η Αίτηση 2 προσκόμισε Ένορκη Δήλωση για την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος. Στη συνέχεια προσκομίστηκαν διάφορες φοροαπαλλαγέες και βεβαιώσεις ως ζητήθηκαν. Στάλθηκε στη συνέχεια προς την Αιτήτρια Ειδοποίηση για υποβολή ένστασης, η οποία υποβλήθηκε και δεν έγινε αποδεκτή, αλλά έγινε αποδεκτό το αίτημα για τη μεταφορά των υποθηκών XXXXX/2005 και XXXXX/2007 σε άλλο ακίνητο της ίδιας εταιρείας. - Ως τη XXXXX η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 44ΙΗ και 44ΣΤ, ανεξαρτήτως των άλλων προνοιών του Νόμου - Τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν. 9/1965 είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος, θέμα συνταγματικότητας δεν μπορεί να εξεταστεί και όχι μόνο δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας αλλά οι νέες διατάξεις του Νόμου προστατεύουν τους καλόπιστους τρίτους δηλαδή τους αγοραστές οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη σύμβαση πώλησης και δεν τους μεταβιβάστηκε το ακίνητο το οποίο νομίμως και κανονικώς αγόρασαν. Αυτό προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 22/6/
- Στην εν λόγω αιτιολογική έκθεση (Τεκμήριο Ι στην Ένσταση του Διευθυντή) γίνεται αναφορά ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση του Νόμου, επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει με το μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Με βάση τις Ένορκες Δηλώσεις, επί των οποίων δεν αντεξετάστηκαν οι μάρτυρες και με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές επί των γεγονότων για σκοπούς της εξέτασης της ουσίας της Αίτησης-Έφεσης και με βάση και το σύνολο των Τεκμηρίων, καταλήγω στο ότι τα ουσιαστικά γεγονότα, έχουν ως ακολούθως: - Κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας δικαιώματος αγοράς διαμερίσματος σε πολυκατοικία μεταξύ των Καθ'ων η Αίτηση 1 και 2 και σχετικών εγγυητικών επιστολών από την Αιτήτρια, ενεγράφηκαν προς όφελος της Αιτήτριας στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX Φ/Σχ. 30/16 Ε2, τεμ. XXXXX στο Γέρι στις 21/10/2005 και στις 12/1/2007 δύο υποθήκες (αρ Υ. XXXXX /2005 και Υ XXXXX /2007). - Στις 25/1/2007 καταρτιστηκε πωλητήριο έγγραφο μεταξύ των Καθ'ων η Αίτηση 1 και 2 για την αγορά διαμερίσματος σε πολυκατοικία επί του πιο πάνω ακινήτου, που κατατέθηκε στις 26/1/
- - Ο Καθ'ου η Αίτηση 2 προχώρησε σε καταχώρηση «αίτησης εγκλωβισμένου αγοραστή» στις 21/9/2015 με βάση τις πρόνοιες του Ν.139(Ι)/2015 που εισήχθηκαν στο Ν. 9/1965ζητώντας μεταβίβαση στο όνομά του, του ακινήτου αρ. εγγραφής 0/ XXXXX, Φ/Σχ 30/16 Ε2, τεμάχιο XXXXX, Γέρι. - Με βάση τις πρόνοιες του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 139(Ι)/2015, η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση (Τεκμήριο 11 στην Αίτηση) η οποία και απορρίφθηκε στις 2/8/2018 και αποφασίστηκε ουσιαστικά η εξάλειψη των υποθηκών XXXXX /2005 και Υ XXXXX /2007 από το πιο πάνω ακίνητο. Έγινε όμως αποδεκτό αίτημα της Αιτήτριας για μεταφορά των υποθηκών σε άλλο ακίνητο της Καθ' ης η Αίτηση
- - Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονταν στην απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 2/8/2018, οι λόγοι της ένστασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965 δεν εμποδίζουν το Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου, η κατάθεση της σύμβασης πώλησης έγινε δεκτή στις 26/1/2007 καθότι τηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις που προβλέπονταν στο Κεφ. 232, και το αίτημα για μεταφορά σε άλλο ακίνητο της Καθ'ης η 1 εταιρείας γινόταν δεκτό, νοουμένου ότι κατά την ημερομηνία μεταβίβασης θα ίσχυαν τα ίδια δεδομένα και το κτήμα δεν θα είχε υποθηκευθεί με τις ίδιες υποθηκες με προηγούμενο αίτημα της Αιτήτριας με βάση άλλο φάκελο. Σημειωνόταν όμως ότι έναντι του εν λόγω κτήματος επί του οποίου θα μεταφέρονταν οι υποθήκες υπήρχαν κατατεθειμένα άλλα εμπράγματα βάρη. Τέλος αναφερόταν ότι ο Διευθυντής θα προχωρούσε στην απαλλαγή του ακινήτου από τις υποθήκες και στη μεταβίβασή του επ' ονόματι του αγοραστή, εκτός εάν προσκομιζόταν εντός τριάντα ημερών, διάταγμα του Δικαστηρίου. Θέσεις των μερών Ουσιαστικά έχουν παραμείνει δύο ζητήματα προς εξέταση, ως προωθήθηκαν με τη Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτριας. Ειδικότερα αυτό της αιτιολογίας της απόφασης και της συνταγματικότητας των διατάξεων 44ΙΗ - 44 ΚΖ του Ν. 9/1965 (ειδικότερα κατά πόσον αντίκεινται ή όχι στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος). Στα πλαίσια της εξέτασης αυτών των 2 λόγων λαμβάνονται υπόψη και τυγχάνουν αναφοράς όπου αυτό θεωρείται αναγκαίο και σκόπιμο για σκοπούς πληρότητας και οι θέσεις του Καθ'ου η Αίτηση 2 καθώς και του Διευθυντή του Κτηματολογίου (ιδίως επί των θεμάτων συνταγματικότητας). Γενικά για τις διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου 139(Ι)/2015 Πριν να τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος 139(Ι)/2015, δεν μπορούσε γενικά να μεταβιβαστεί ακίνητο βαρυνόμενο με εμπράγματα βάρη (βλ. άρθρο 12
(1)του Νόμου. Τα άρθρα 44ΙΗ έως 44 ΚΖ, που βρίσκονται κάτω από το Μέρος ΜΕΡΟΣ VIB του Ν. 9/1965 με τον τίτλο «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΓΟΡΑΣΤΩΝ» και που εισήχθηκαν στο Ν. 9/1965, προβλέπουν για συγκεκριμένη διαδικασία, επιτρέποντας τη μεταβίβαση επ'ονόματι αγοραστών με συμβάσεις κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι τις 31/12/2014 ή που κατατέθηκαν δυνάμει δικαστικού διατάγματος ( βλ. άρθρο 44ΙΗ και επ.) Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ενιαίο σύνολο διατάξεων που σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνόδευε το νομοσχέδιο πριν την εισαγωγή τους σκοπό είχαν την «τροποποίηση του βασικού νόμου ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού με σκοπό τη μεταβίβασή του επ' ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι θα καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με το μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» (βλ. Τεκμήριο Ι στην Ένσταση του Διευθυντή του Κτηματολογίου) Στο ιστορικό της θέσπισης των εν λόγω διατάξεων αναφέρεται λεπτομερώς σε σχετική της ανάλυση η συνάδελφος Πανταζή Α., Ε.Δ. στα πλαίσια της Έφεσης/Αίτησης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αρ. 74/2017 Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., απόφαση ημερομηνίας 23/12/2019, όπου και αναφέρονται τα ακόλουθα: « Αξίζει εδώ ν' αναφερθεί συνοπτικά το ιστορικό θέσπισης των επίμαχων διατάξεων του Νόμου και η εμβέλειά τους. Σημειώνεται, συναφώς, ότι με τον Ν.142(Ι)/14 εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/65) το νέο Μέρος VIB υπό τον τίτλο «Προστασία Αγοραστών», το οποίο βασικά ανέστελλε όλες τις πωλήσεις ενυπόθηκων ακινήτων για τα οποία είχαν κατατεθεί συμβάσεις πώλησης στο Κτηματολόγιο δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου (Ν.81(Ι)/11) και περαιτέρω παρείχε προστασία σε περίπτωση πώλησης δανείων των ενυπόθηκων οφειλετών. Η αναστολή των πωλήσεων ίσχυσε αρχικά μέχρι τις 30.4.15 και διαδοχικά, με δύο άλλους τροποποιητικούς νόμους, παρατάθηκε μέχρι τις 4.9.15 (Ν.53(Ι)/15και Ν.133(Ι)/15). Κατά την εν λόγω ημερομηνία δημοσιεύθηκε ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15 ο οποίος επέκτεινε την προστασία των αγοραστών με τα επίμαχα άρθρα 44IH έως 44KZ, τα οποία προσέθεσε στο Μέρος VIB «Προστασία Αγοραστών» του βασικού Νόμου. Λίγες μέρες αργότερα θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι σχετικοί περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/15). Κατ' ουσία, δυνάμει των νέων αυτών άρθρων του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.139/15, ο Διευθυντής Κτηματολογίου δύναται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης από αγοραστή (ή πωλητή) ακινήτου, όπου υπάρχει κατατεθειμένη σύμβαση και υπό τον όρο ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία, να προβεί: «[...] σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή» (άρθρο 44ΚΒ). Σε περίπτωση κατά την οποίαν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, ο Διευθυντής προχωρεί στο πρώτο βήμα που είναι η αποστολή Ειδοποίησης Πρόθεσης Μεταβίβασης (ως ο Τύπος ΙΕ του Νόμου) με την οποία ενημερώνεται, μεταξύ άλλων, ο ενυπόθηκος δανειστής ότι έχει το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή ή αίτηση μεταφοράς της υποθήκης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην εξάλειψη της υποθήκης και στη μεταβίβαση επ΄ ονόματι του αγοραστή.» Είναι εμφανές από το περιεχόμενο των άρθρων αυτών, που εισήχθηκαν στο νόμο δυνάμει του ιδίου νομοθετήματος, με συγκεκριμένο σκοπό και που προβλέπουν για τη σχετική διαδικασία, προϋποθέσεις, ενστάσεις κλπ για ουσιαστικά εξάλειψη εμπράγματου βάρους επί ακινήτου με σκοπό τη μεταβίβασή του επ' ονόματι του αγοραστή, ότι πρόκειται για ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο διατάξεων. Σε αυτή την προσέγγιση καταλήγει και η συνάδελφος Θεοκλήτου Μ., Ε.Δ., η οποία αναφέρει ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης 279/2016, απόφαση Ε.Δ. Λ/σιας ημερομηνίας 7/11/2017. ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Προχωρώ στο να εξετάσω τους Λόγους Ένστασης, ως τελικά προωθούνται στη Γραπτή Αγόρευση. Δεν αποφαίνομαι επί παντός εγερθέντος ζητήματος και σε ενασχόληση με κάθε αναπτυχθέν επιχείρημα ξεχωριστά, αλλά μόνον επί αυτών που τελικά θεωρώ αναγκαίων για την επίλυση της ενώπιόν μου διαφοράς. 1ος Λόγος: Αναιτιολόγητο της απόφασης του Διευθυντή Στη Γραπτή του Αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας εισηγείται ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 2/8/2018 αποτελεί ένα τυποποιημένο λεκτικό που χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση απόρριψης ένστασης. Ενώ στην ένστασή της ημερομηνίας 12/6/2018 η Αιτήτρια ενημέρωσε το Διευθυντή του Κτηματολογίου ότι η μεταβίβαση παραβίαζε τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και ότι το ακίνητο βαρύνεται από υποθήκες της Αιτήτριας που ήταν προγενέστερες της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου από τον αγοραστή, η απόφαση δεν ασχολήθηκε ειδικά με κανένα λόγο ένστασης της Αιτήτριας για να αιτιολογήσει γιατί δεν ευσταθεί, ούτε και αιτιολόγησε γιατί και με βάση ποιες πρόνοιες του Ν. 9/1965 οι λόγοι ένστασης δεν εμποδίζουν το διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση. Δεν δέχομαι την εν λόγω επιχειρηματολογία. Στο άρθρο 44ΚΒ
(3)του Ν. 9/1965, ως είχε κατά τον επίδικο χρόνο μετά την εισαγωγή του με το Ν. 139(Ι)/2015: «
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου:». Κατά τη δική του κρίση, ως φαίνεται στο Τεκμήριο Α στην Αίτηση (επιστολή 2/8/2018 που περιέχει την προσβαλλόμενη απόφαση) ο Διευθυντής, απέρριψε την ένσταση καθότι θεώρησε ότι οι λόγοι που αναφέρονται στην ένσταση δεν τον εμπόδιζαν να προχωρήσει στη μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου και γιατί η κατάθεση της σύμβασης πώλησης έγινε δεκτή στο γραφείο του γιατί τηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις. Χωρίς να αποφαίνομαι σε αυτό το σημείο επί του βάσιμου της εν λόγω τοποθέτησης του Διευθυντή, δε θεωρώ ότι χρειαζόταν περαιτέρω αιτιολόγηση. Πάντως θέλω να επισημάνω ότι δεν δέχομαι τη θέση που προβάλλει η ευπαίδευτη συνήγορος που εμφανίζεται για το Γενικό Εισαγγελέα εκ μέρους του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ότι τελούσε υπό δέσμια αρμοδιότητα ο Διευθυντής. Δεν ήταν μόνο το Νόμο 9/1965 που είχε την υποχρέωση να εφαρμόζει αλλά και το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι: . «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής.» (εννοείται το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος) Βεβαίως υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας κάθε Νόμου, αλλά το καθήκον παραμένει σε κάθε αρχή της Δημοκρατίας να ενεργεί και να αποφασίζει με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, που είναι υπέρτερης ισχύος του του Ν. 9/1965. Σε κάθε περίπτωση, επειδή αφορά την αιτιολόγηση της απόφασης ο σχετικός Λόγος Έφεσης, θεωρώ ότι ως αυτή έχει στην επιστολή Τεκμήριο Α στην Αίτηση , που περιέχει και την προσβαλλόμενη απόφαση, ως έχω αναφέρω πιο πάνω, ότι η αιτιολογία είναι επαρκής. Το εάν παραβιάζονται ή όχι τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, εξετάζεται κατωτέρω. Δεύτερος Λόγος Έφεσης: Εισήγηση για αντισυνταγματικότητα των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ 0 του Ν. 9/1965 (παραβίαση των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος). Γενικά Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν το ζήτημα του ελέγχου της συνταγματικότητας ενός νομοθετήματος. Ως πολύ ορθά το θέτει η ευπαίδευτη συνήγορος για το Γενικό Εισαγγελέα, θέμα συνταγματικότητας νόμου, αποφασίζεται μόνο στην περίπτωση που είναι πραγματικά αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένη διαφοράς (βλ. The Board of Registration of Architects and Civil Engineers ν. Kyriakides 1966 3 CLR 640) Στην υπό κρίση περίπτωση με δεδομένο ότι με την απόρριψη του Λόγου Ένστασης σε σχέση με την αιτιολογία της απόφασης κι εφόσον κριθεί ότι υπάρχει ουσιώδης επηρεασμός της Αιτήτριας, θεωρώ ότι πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η απόφαση του Διευθυντή έχει στηριχθεί σε αντισυνταγματικές διατάξεις και άρα κατά πόσον αυτή πρέπει να ακυρωθεί για το συγκεκριμένο λόγο. Η ευπαίδευτη συνήγορος για το Διευθυντή του Κτηματολογίου, εισηγείται ότι ουσιαστικά δεν εξειδικεύεται ποιες διατάξεις είναι αντισυνταγματικές. Δεν θα συμφωνήσω, καθότι ως έχω πιο πάνω αναφέρει, θεωρώ ως άρρηκτα συνδεδεμένα τα άρθρα 44ΙΗ -44 ΚΖ του Ν. 9/1965, ως ένα αναπόσπαστο σύνολο. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Δεύτερος Λόγος Έφεσης: Ισχυριζόμενη παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος Η υποθήκη επί ενός ακινήτου, θεωρώ ότι αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα (κάτι που δέχεται άλλωστε στην αγόρευσή της και η ευπαίδευτη συνήγορος για το Γενικό Εισαγγελέα εκ μέρους του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Σε σχετική της ανάλυση η συνάδελφος, Μ.Θεοκλήτου Ε.Δ. στα πλαίσια απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αίτηση/Έφεση 279/2016, απόφαση ημερομηνίας 7/11/2017 (Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α.), προέβηκε στην ακόλουθη λεπτομερή ανάλυση την οποίαν και υιοθετώ: « Προκύπτει ότι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί είναι το κατά πόσον το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται από τις συμβάσεις υποθήκης και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές αποτελούν «ιδιοκτησία» εντός της έννοιας του Άρθρου 23 του Συντάγματος, ή όχι. Στην απόφαση Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. αρ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.14, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε, ως προς την έννοια του όρου «περιουσία», το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών, Υπόθ. Αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.12 (σκέψη 30): «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια στην πρόσφατη απόφαση ημερ. 16.3.17 στην Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων. Σύμφωνα με πάγια θέση του ΕΔΑΔ κατά την ερμηνεία του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΑΔ») το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, τα «possessions» τα οποία καλύπτονται από το δικαίωμα ιδιοκτησίας, μπορεί να είναι υπάρχοντα (existing possessions), συμπεριλαμβανομένων και απαιτήσεων (claims) τις οποίες κάποιος έχει θεμιτή προσδοκία (legitimate expectation) ότι θα απολαύσει (Kopecky v. Slovakia, Αίτηση αρ. 44912/98, ημερ. 28.9.04, παρ. 35), όταν αυτή η θεμιτή προσδοκία αντλεί τη βάση της στο εθνικό δίκαιο. Έτσι, απαιτήσεις που πηγάζουν από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κρίθηκε ότι εμπίπτουν στον όρο «possessions» (Pressos Compania Naviera SA v. Belgium, Αίτηση αρ. 17849/91, ημερ. 20.11.95 και Maurice v. France, Αίτηση αρ. 11810/03, ημερ. 6.10.05), ομοίως δε στον ίδιο όρο κρίθηκε να εμπίπτουν απαιτήσεις που αντλούν τη βάση τους σε συμβάσεις (Mellacher v. Austria, Αιτήσεις αρ. 10522/83, 11011/84, 11070/84, 11070/84, ημερ. 19.12.89). Στο σύγγραμμα του Δρος Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, στο οποίο οι συνήγοροι της αιτήτριας παρέπεμψαν, αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. [...] Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Ενόψει της ως άνω παρατεθείσας νομολογίας, είναι σαφές ότι τα δικαιώματα της αιτήτριας που απορρέουν από τις τρεις επίδικες συμβάσεις υποθήκευσης αποτελούν «ιδιοκτησία» που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, αλλά και «possession» σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1 της ΕΣΑΔ, όρος η ερμηνεία του οποίου ταυτίζεται με την ερμηνεία του όρου «περιουσία» στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Τα εν λόγω δικαιώματα δεν είναι «μελλοντικά», ως ο καθ' ου η αίτηση 3 εισηγείται, αλλά κεκτημένα δικαιώματα αναγνωρισμένα ήδη από το Δικαστήριο, το οποίο στις 26.10.10 (Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου) διέταξε την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου και τη διάθεση του προϊόντος της πώλησης προς ικανοποίηση της αιτήτριας. Αποτελούν, συνεπώς, «ιδιοκτησία» που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Σημειώνω εξάλλου ότι στο σύγγραμμα των Michele Graziadei και Lionel Smith, Comparative Property Law: Global Perspectives, στο οποίο οι συνήγοροι της αιτήτριας παρέπεμψαν, υποστηρίζεται η άποψη ότι πέραν των δικαιωμάτων που πηγάζουν από τις υποθήκες (τα οποία εμπίπτουν στον όρο «ιδιοκτησία» ως ανωτέρω αναλύθηκε), ιδιοκτησία αποτελούν και οι υποθήκες αυτές καθ' εαυτές: «Mortgage bonds and other real security rights in land and movable property are recognised as constitutional property, the protection of which is affected by the remedies available for the enforcement of the security right through private law.» Προχώρησε δε η συνάδελφος στο να εξετάσει κατά πόσον υπήρχε αποστέρηση ή περιορισμός του εν λόγω περιουσιακού δικαιώματος. Πριν παραπέμψω στην ανάλυσή της, την οποίαν και πάλι υιοθετώ επί αυτού του σημείου, αναφέρω ότι κατά τη δική μου κρίση, η εξάλειψη της υποθήκης από ένα ακίνητο συνιστά αποστέρηση περιουσιακού δικαιώματος και όχι περιορισμό του. Αυτό που προνοούν οι υπό αναφορά διατάξεις του Ν. 139(Ι)/2015 είναι ότι αποδεσμεύεται ένα ακίνητο από ένα εμπράγματο βάρος. Το εμπράγματο βάρος επί του συγκεκριμένου ακινήτου, ως αυτό έχει εγγραφεί, καταργείται. Δεν μειώνεται η αξία του αλλά παύει να υφίσταται. Συνεπώς θεωρώ ότι έχουμε στέρηση περιουσιακού δικαιώματος και όχι περιορισμό του. Παραπέμπω και πάλι στην ανάλυση της συναδέλφου Θεοκλήτου Μ. , Ε.Δ. στα πλαίσια της Αίτησης Έφεσης 279/2016, η οποία και αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα: « Το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί, είναι το κατά πόσον η απόφαση του Διευθυντή και οι νομοθετικές πρόνοιες επί των οποίων αυτή βασίζεται συνιστούν περιορισμό ή αποστέρηση του περιουσιακού δικαιώματος της αιτήτριας και ακολούθως το κατά πόσον αυτός ο περιορισμός ή αποστέρηση είναι συνταγματικός. Ως προς τη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο εννοιών, παραπέμπω στην υπόθεση Simonis and another v. The Improvement Board of Latsia
(1984)3 C.L.R. 109, 115 όπου ο Πικής Δ., όπως ήταν τότε, εξήγησε ότι τo να αποστερήσεις σημαίνει να αφαιρέσεις από κάποιον ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο ενώ το να περιορίσεις σημαίνει να περικόψεις ή να μειώσεις ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο. Εάν η αποκοπή είναι τέτοιας έκτασης, ώστε ουσιαστικά να καταργεί το δικαίωμα ή το περιουσιακό στοιχείο, τότε δικαιωματικά μπορεί να θεωρηθεί σαν πράξη αποστέρησης, διαφορετικά πρόκειται για περιορισμό: «To deprive means to take away a right or thing, whereas to limit means to curtail or cut down a right or thing. If the curtailment is so extensive as to virtually obliterate the right or thing, it can properly be regarded as an act of deprivation; otherwise it is a limitation. The two concepts were seen in this light by the Supreme Constitutional Court in the case of Holy See of Kitium and the Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Whether a given restriction or limitation to the use of property is so extensive as to amount to an act of deprivation is a matter of fact and degree. If it constitutes an act of deprivation it cannot be imposed in any way other than by compulsorily acquiring the property. Equally clear is that limitations may be imposed to the use and enjoyment of property without resort to compulsory acquisition. In the case of limitation of rights the remedy of the owner, provided he suffers loss, is one for damages.» Στο σύγγραμμα του Κυριακόπουλου, Διοικητικό Ελληνικό Δίκαιο, Τόμος Γ, σελ. 366 και 368, απόσπασμα από το οποίο υιοθετήθηκε στην υπόθεση Lanitis E.C. Estates Ltd κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 3252, αναφέρονται τα εξής: «Ως 'στέρησιν' του δικαιώματος της κυριότητος εννοούμεν, κατ' αρχήν, την αφαίρεσιν και μεταβίβασιν αυτού εις έτερον πρόσωπον, το κράτος, τον δήμον κλπ. Είναι η συνήθης και τυπική περίπτωσις της απαλλοτριώσεως, ήτις χωρεί επί ακινήτων και κινητών πραγμάτων. Εκ του συνόλου όμως της ημετέρας νομοθεσίας συνάγεται, ότι ο θεσμός της απαλλοτριώσεως αφορά κατά κύριον λόγον εις τα ακίνητα. Διότι τα κινητά, ουχί όμως και μόνα, υπήγαγεν ο νομοθέτης εις τον θεσμόν της επιτάξεως. 3. Αλλά 'στέρησις' του δικαιώματος της κυριότητος πρόκειται και όταν έτι τούτο δεν περιέρχηται μεν εις έτερον πρόσωπον, εν τούτοις όμως Ό ιδιοκτήτης εμποδίζηται εις την απόλαυσιν ουσιωδών στοιχείων της ιδιοκτησίας αυτού'. Όπως δε πρόχειρος παρατήρησις δύναται να κατάδειξη εις πλείστος περιπτώσεις ο υπό ουσιώδεις επόψεις περιορισμός του δικαιώματος της κυριότητος απολήγει εις Όυσιαστικήν αφαίρεσιν', τούτου, ως καθιστών την ιδιοκτησίαν 'αδρανή και αχησιμοποίητον αναλόγως του προορισμού της'. Ούτως, η απόλυτος απαγόρευσις της επί οικοπέδου οικοδομήσεως ορθώς εθεωρήθη ως καθ' εαυτήν στέρησις της ιδιοκτησίας του επειδή 'κύριος αν μη μοναδικός προορισμός του οικοπέδου είναι η οικοδόμησις'. Επίσης η δι' οιονδήποτε λόγον απαγόρευσις εκμεταλλεύσεως λατομείου συνιστά κατ' ουσίαν στέρησιν της κυριότητος, διότι η κυριωτέρα, αν μη αποκλειστική, χρήσις αυτού είναι η εξαγωγή λίθων.» Περαιτέρω, στην απόφαση Καναρά ν. Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801, με αναφορά στην απόφαση Δημητριάδη κ.α. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, λέχθηκαν τα εξής: «Βάσει των διατάξεων του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 Α.Α.Δ. 85. Όπως διαπιστώθηκε στην απόφαση μας (σελ. 102): «Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρηση της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή.» Σε άλλο σημείο της απόφασης εξηγείται ότι, (σελ. 103): «Περιορισμοί απολήγουν σε στέρηση της ιδιοκτησίας οποτεδήποτε καθιστούν τη γη αδρανή για το σκοπό για τον οποίο, εξ αντικειμένου προορίζεται.» Και παλαιότερα, στην υπόθεση Manglis and Others v. Republic
(1984)3(A) C.L.R. 351, 361 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως σε κάθε υπόθεση όπου οι περιορισμοί ουσιαστικά μειώνουν την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης περιουσίας, ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας έχει δικαίωμα για αποζημιώσεις και κατά συνέπεια το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν παραβιάζεται. Σε άλλες υποθέσεις όμως όπου οι περιορισμοί είναι τόσο δραστικοί, που στην ουσία ισοδυναμούν με αποστέρηση της περιουσίας, τότε μπορεί να θεωρηθεί πως είναι αντισυνταγματικοί (βλ. και Alonia (Yeri) Properties Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1989)3 Α.Α.Δ. 1538). Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Thymopoulos v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, ένας περιορισμός ισοδυναμεί με αποστέρηση όταν επηρεάζει την περιουσία σε τέτοιο βαθμό που την καθιστά τελείως ακατάλληλη για τη συνήθη, κάτω από τις περιστάσεις, χρήση για την οποία προορίζεται. Και στην υπόθεση Municipality of Limassol v. Ayia Katholiki Church of Limassol and Others
(1984)3 C.L.R. 1562 αποφασίστηκε ότι στέρηση είναι η ουσιαστική αδρανοποίηση μιας ιδιοκτησίας ανάλογα με τον προορισμό της. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, στις σελ. 364 - 366 στο οποίο οι συνήγοροι της αιτήτριας παραπέμπουν, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται πως «Αντίθετα, οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας συνίστανται σε απώλεια ορισμένων μόνο και όχι όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη δεσμίδα των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και η αποζημίωση αντιστοιχεί στην απώλεια της οικονομικής αξίας που έχουν τα σχετικά αφαιρούμενα ή περιοριζόμενα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. [.] Είναι όμως σημαντικό να τονισθεί πως παρόλο που οι περιορισμοί είναι συνταγματικά επιτρεπτοί, εντούτοις δεν μπορούν να συρρικνώνουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας σε σημείο εξανεμίσεώς του. Δεν μπορούν δηλαδή οι περιορισμοί να αποδυναμώσουν το δικαίωμα ή να το κενώσουν από τα επιμέρους ωφελήματα σε τέτοιο βαθμό που να παραμείνει δικαίωμα μόνο κατ' όνομα». Προχωρώ στο να εξετάσω κατά πόσον επηρεάζονται ειδικά τα συμφέροντα της Αιτήτριας από την εξάλειψη της υποθήκης. Δεν προσφέρθηκε κάποια αποζημίωση. Υπό τας συνθήκας, μεταφέρθηκε η υποθήκη σε άλλο ακίνητο. Αυτό δεν προνοείται βεβαίως ως κανόνας σε κάθε κατάργηση υποθήκης στις υπό αναφορά διατάξεις του Ν. 139(Ι)/2015, αλλά μόνο εφόσον συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις και υπάρχει άλλο διαθέσιμο ακίνητο. Αυτό θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι συνιστά κάποιου είδους αποζημίωση. Ο Διευθυντής Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εισηγείται στη Γραπτή Αγόρευση ότι η Αιτήτρια είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη από άλλη περιουσία της Καθ'ης η Αίτηση 1. Δεν μπορώ να δεχθώ όμως αυτό τον ισχυρισμό. Κρίνω ότι με τη μεταφορά των υποθηκών σε άλλο ακίνητο, στο οποίο υπάρχουν κατατεθειμένα άλλα εμπράγματα βάρη, ουσιαστικά, ούτε αίρεται αλλά ούτε και επαρκώς αποζημιώνεται η στέρηση. Παραπέμπω σχετικά στο σκεπτικό της συναδέλφου κας Σωκράτους Δ., Π.Ε.Δ, η οποία στα πλαίσια της Αίτησης Έφεσης 71/16, απόφαση ημερ. 24/5/2017, Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κ.α. (Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου), αποφάσισε τα ακόλουθα, τα οποία και υιοθετώ πλήρως: « Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τις θέσεις και εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση. Η απόφαση του Διευθυντή, βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου, να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των αγοραστών (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) το ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, τι άλλο παρά ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης συνιστά και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μια απόφαση που λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή και χωρίς καταβολή σ΄ αυτόν δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ως προνοεί η συνταγματική διάταξη. Το δικαίωμα ή η επιλογή μεταφοράς σε άλλο ακίνητο του πωλητή (Καθ΄ ης η αίτηση 2), παρουσιάζεται μη ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση. Η οποιαδήποτε μεταφορά υποθήκης σε αγνώστου αξίας ακίνητα της Καθ΄ ης η αίτηση 2 βεβαρημένα με άλλα εμπράγματα βάρη, χωρίς καθορισμό της σειράς εμπράγματου βάρους που θα λαμβάνει η υποθήκη, μόνο στέρηση ή/και απόλυτο περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να επιφέρει. Τέτοια στέρηση μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το σύνταγμα και έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (Simonis and another v. Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522).» Εφόσον είχαμε κατάργηση και άρα στέρηση περιουσιακού δικαιώματος, μπορεί να συμπεραθεί και ο ουσιώδης επηρεασμός της Αιτήτριας. Δεν μπορώ να δεχθώ την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ότι δεν αποκαλύπτεται κατά πόσο το δάνειο που παραχώρησε στην Καθ'ης η 1 εξυπηρετείται, δυνάμει της σύμβασης δανείου που εξασφαλίζει η υποθήκη. Πέραν του ότι αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ότι οι λογαριασμοί τερματίστηκαν λόγω παράλειψης συμμόρφωσης της Καθ'ης η Αίτηση 1 με τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων που της παρασχέθηκαν από την Αιτήτρια, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί καν σχετικό. Η υποθήκη, που αποτελεί ένα εμπράγματο βάρος, είναι υφιστάμενο περιουσιακό δικαίωμα εντός των ορίων του άρθρου 23 του Συντάγματος. Συνίσταται στο δικαίωμα της Αιτήτριας να μπορεί να προχωρήσει σε εκποίηση ενός ακινήτου προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών του οφειλέτη της. Προηγείται χρονικά του κατατεθέντος συμβολαίου πώλησης που κατατέθηκε στις 26/1/2007. Η εν λόγω στέρηση περιουσιακού δικαιώματος της Αιτήτριας, πέραν του ότι δεν έλαβε χώρα δυνάμει κάποιας διαδικασίας απαλλοτρίωσης, δεν έγινε με παράλληλη καταβολή εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης και έλαβε χώρα προς όφελος ιδιώτη. Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί η εν λόγω επέμβαση επί του δικαιώματος της Αιτήτριας ως έλαβε χώρα, ως περιορισμός και όχι ως στέρηση, λόγω του ότι ειδικά σε αυτή την περίπτωση μεταφέρεται υποθήκη σε άλλο ακίνητο του οφειλέτη της πωλητή του ακινήτου και πάλι δεν υπάρχει πρόβλεψη στο Νόμο 9/1965 που να προνοεί, στη συγκεκριμένη μεταφορά ώστε να καταβάλλεται «το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.(άρθρο 23
(3)του Συντάγματος ) Υιοθετώ κι εδώ το σκεπτικό της κας Θεοκλήτου, Ε.Δ. στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης 279/2015 πιο πάνω, που έχει ως εξής: « Σκοπός της υποθήκης Υ1663/02 είναι η εμπράγματη εξασφάλιση της αιτήτριας προς αποπληρωμή των οφειλών της καθ' ης η αίτηση 2 ύψους Λ.Κ.600.000, πλέον τόκους από 27.2.02. Σύμφωνα με τους όρους της υποθήκης (βλ. όρο 2 του Τεκμηρίου 1 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου) η υποθήκη θα παραμείνει έγκυρη και ισχυρή μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση όλων των οφειλών της καθ' ης η αίτηση 2 προς την αιτήτρια. Κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει. Παρά το ότι οι οφειλές της καθ' ης η αίτηση 2 δεν αποπληρώθηκαν, με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή, αποφασίστηκε η μεταβίβαση του Διαμερίσματος στον καθ' ου η αίτηση 3 και η απαλλαγή αυτού από την υποθήκη. Η επέμβαση αυτή στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της αιτήτριας δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, έναν απλό περιορισμό ή την επιβολή κάποιου όρου ως προς το πώς το ιδιοκτησιακό δικαίωμα θα ασκείται. Αποτέλεσμα της απόφασης του Διευθυντή θα είναι η εξ ολοκλήρου ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης από μία εκ των εγγραφών που η υποθήκη βαραίνει. Συνεπώς, θα αποστερήσει από την αιτήτρια του δικαιώματος της να προβεί σε εκποίηση του Διαμερίσματος[30] προς εξόφληση των οφειλών της καθ' ης η αίτηση 2 προς αυτήν, κάτι που κατά την κρίση μου, συνεπάγεται αδρανοποίηση των δικαιωμάτων της αιτήτριας και αποστέρηση της ιδιοκτησίας της, αφού με την εξάλειψη της υποθήκης εξαφανίζεται το σύνολο των δικαιωμάτων της αιτήτριας επί του Διαμερίσματος. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Καναρά, ανωτέρω, βάσει των διατάξεων του Άρθρου 23 παρ. 4 δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης, διαδικασία που προφανώς και παραδεκτώς δεν έχει ακολουθηθεί. Σε κάθε δε περίπτωση, αποστέρηση μπορεί να επέλθει, μόνο εκεί όπου καθορίζεται δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την ιδιοκτησία που απαλλοτριώνεται. Αναφέρονται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρος Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, τα εξής: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» « Συμφωνώ με τους συνήγορους της αιτήτριας ότι το δικαίωμα που της παρέχει ο Νόμος 9/65 (άρθρο 44ΚΒ
(4)) για υποβολή αίτησης για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή δεν αποτελεί ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση για την αποστέρηση της ιδιοκτησίας της. Ιδιαίτερα αφού με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ο πωλητής - καθ' ης η αίτηση 2 διαθέτει μεν και άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία, όμως, δεν είναι ελεύθερη από οποιοδήποτε βάρος (βλ. Τεκμήριο 11 στην Ε/Δ Κωνσταντίνου). Επειδή δε η καθ' ης η αίτηση 2 είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, δεν προσφέρεται, στην προκειμένη περίπτωση η δυνατότητα μεταφοράς της υποθήκης στην περιουσία των εγγυητών του πωλητή σύμφωνα με το εδάφιο
(7)του άρθρου 44ΚΒ, ως ο καθ' ου η αίτηση 3 εισηγείται. Υπό το φως των ανωτέρω, κατάληξή μου είναι πως οι νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων η εφεσιβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή βασίζεται προσκρούουν στις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος, επί τω ότι απολήγουν σε αποστέρηση της ιδιοκτησίας της αιτήτριας χωρίς να έχει ακολουθηθεί η υπό του Συντάγματος προβλεπόμενη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή, προς την αιτήτρια, δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Σε περίπτωση όμως, που το πιο πάνω συμπέρασμα μου είναι εσφαλμένο, και η αποφασισθείσα μεταβίβαση του Διαμερίσματος ελευθέρου παντός εμπράγματου βάρους συνιστά περιορισμό, και όχι στέρηση της περιουσίας της αιτήτριας, κρίση μου είναι και πάλι ότι ο περιορισμός αυτός δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Άρθρου 23 παρ. 3 του Συντάγματος. Η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί με νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο.» Παρά το ότι με την πλήρη στέρηση χωρίς αποζημίωση ή έστω με τον περιορισμό (αν δεν πρόκειται για στέρηση) χωρίς προσφορά κάποιας αποζημίωσης, θεωρώ ότι ούτως ή άλλως παραβιάζεται το άρθρο 23 του Συντάγματος, πρέπει να προσθέσω ότι παραβιάζεται το άρθρο 23 λογω του ότι η εξάλειψη-ακύρωση της υποθήκης γίνεται προς όφελος ενός ιδιώτη έναντι ενός άλλου ιδιώτη, με νόμο που προκρίνει το συμφέρον μίας κατηγορίας-τάξης προσώπων (εγκλωβισμένων αγοραστών) έναντι μίας άλλης (ενυπόθηκων δανειστών) και δεν θεωρώ ότι καλύπτεται από τους προβλεπόμενους ισχυρισμούς στο Σύνταγμα. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 23
(1)-
(4)του Συντάγματος, το οποίο και προβλέπει ότι προβλέπει ότι: «
- Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
- Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
- Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Θα υιοθετήσω πλήρως την ανάλυση της συναδέλφου Μ.Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. τότε Α.Ε.Δ. στην Αίτηση - Έφεση 159/2018, Hellenic Bank Public Company Limited ν. Artio Designs Ltd κ.α., απόφαση ημερ. 12/7/2019 η οποία απεφάνθη τα ακόλουθα σε σχέση με το εάν παραβιαζόταν από τις διατάξεις του Ν. 139 (Ι)/2015 το άρθρο 23 του Συντάγματος: «Η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου για το Διευθυντή ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο Νόμος θεσπίστηκε με σκοπό τη δημόσια ωφέλεια αφού σύμφωνα με το ΕΔΑΔ «αυτό μπορεί να σημαίνει την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης ή κάποιας κοινωνικής, οικονομικής ή άλλης πολιτικής έστω και εάν το κοινό στο σύνολό του δεν έχει κάποιο άμεσα όφελος από αυτή'» δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Δ.Πιτσιλλίδης ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου 2004 3 Α.Α.Δ. 7 «το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μία συγκεκριμένη τάξη πολιτών» όπως εξάλλου έγινε με το Ν. 139(Ι)/15.» Με βάση πιο πάνω καταλήγω ότι οι διατάξεις 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν. 9/1965 επί των οποίων και στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκεινται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. 2ος Λόγος Έφεσης: Ισχυριζόμενη παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος Το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος προνοεί τα εξής: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.» Η ευπαίδευτη δικηγόρος για το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου εισηγείται, με αναφορά στη Chimonides v Manglis 1967 1 CLR 125 και στην Προσφυγή 1226/2010 (Πανεπιστήμιο Frederick κ.α. ν. Δημοκρατίας, απόφαση 20/12/2012) ότι δεν είναι απόλυτη η εμβέλεια του άρθρου 26 σε σχέση με συμβατικά δικαιώματα και το Δικαστήριο πρέπει να είναι προσεκτικό στην εξέταση του άρθρου 26 καθότι εάν τα συμβατικά δικαιώματα αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα τότε γιατί ο νομοθέτης να μην μπορεί να τα περιορίσει για τους λόγους που μπορεί να περιορίσει και περιουσιακά δικαιώματα που προκύπτουν εκτός μίας σύμβασης; Σε λεπτομερή ανάλυση της νομολογιακής εξέλιξης σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 26, με ειδική εφαρμογή σε περιπτώσεις η παρούσα, προέβηκε η συνάδελφος Θεοκλήτου Μ., Ε.Δ. στα πλαίσια της Αίτησης - Έφεσης 279/
- Εκεί, μετά την αναφορά στη Chimonides, παραθέτει τα ακολουθα: « Της πιο πάνω απόφασης ακολούθησε αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από τις οποίες πλέον κατέστη ξεκάθαρο πως το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος περικλείει, πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων, και πως η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη δεν συμβιβάζεται κατ' αρχήν με το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Συγκεκριμένα, στις αποφάσεις στις Αναφορές αρ. 1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31.10.14, αποφασίστηκαν τα εξής: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ΄ αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.» Υιοθετώντας τα πιο πάνω, η Πλήρης Ολομέλεια στην Αναφορά αρ. 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 26.1.17, αποφάσισε πως η στρέβλωση της βούλησης των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας που επέρχεται με τη μεταγενέστερη της σύναψης της σύμβασης παρέμβαση της Βουλής δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία. Θεωρούμε ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται καταστρατήγηση του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/14 (ανωτέρω) και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14 (ανωτέρω), τονίστηκε ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της Σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των Συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Τέλος και πλέον πρόσφατα, στην απόφαση στην Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 16.3.17, η Πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε ότι περιορισμός των συμβατικών δικαιωμάτων πιστωτικού ιδρύματος έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος: «Εκτός από τον ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα περιουσίας υπάρχει και ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/96
(1997)3 ΑΑΔ, 36, In re Efthmiou
(1987)1 CLR, 329 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.2017).» Υπό το φως όλων των ανωτέρω, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη συνήγορο του Διευθυντή ότι με βάση τη νομολογία το Άρθρο 26 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα της ελευθερίας σύναψης μίας σύμβασης, χωρίς να επεκτείνεται στα δικαιώματα που δημιουργούνται από αυτή. Αντίθετα, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η βούληση αυτή των μερών στρεβλώνεται εκεί όπου η Βουλή με νόμο μεταγενέστερο της σύναψης της σύμβασης (και του καθορισμού του περιεχομένου αυτής ελεύθερα από τα μέρη της) επεμβαίνει στους όρους της σύμβασης και στα συμβατικά δικαιώματα των μερών που απορρέουν από αυτήν.» Η ευπαίδευτη συνήγορος για το Γενικό Εισαγγελέα εισηγείται περαιτέρω ότι ο περιορισμός είναι νόμιμος, καθότι γίνεται για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό και ότι το δημόσιο συμφέρον μπορεί να λάβει την έννοια της προστασίας μίας μερίδας πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Δεν υπάρχει ως υποβάλλει άλλος πρόσφορος τρόπος για να σταθμιστούν τα 2 αντικρουόμενα δικαιώματα. Δεν θα συμφωνήσω. Κατ΄αρχήν το άρθρο 26 του Συντάγματος, αναφέρεται σε νόμο που θα προβλέπει «πρόληψη εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν». Με επέμβαση σε διαμορφωμένο δικαίωμα εμπράγματου βάρους δεν μπορούμε να μιλούμε για πρόληψη. Πιθανόν, εάν τυχόν για κάποιο λόγο θεωρούνταν εκ των προτέρων ενυπόθηκοι δανειστές (που δεν περιορίζονται στις διατάξεις των διατάξεων του Ν. 139(Ι)/2015 σε τραπεζικά ιδρύματα) ως «πρόσωπα διαθέτοντα ιδιάζουσα οικονομική ισχύ» που εκμεταλλεύονταν κάποιους άλλους, να μπορούσε να υπήρχε νόμος που να προέβλεπε και να προλάμβανε τη δημιουργία της κατάστασης των «εγκλωβισμένων αγοραστών». Εδώ όμως οι έννομες σχέσεις και η εγγραφή της υποθήκης είχε διαμορφωθεί όταν τίθετο σε ισχύ το 2015 ο Ν. 139(Ι)/2015, ο οποίος γενικά επεμβαίνει σε προηγηθείσες συμβατικές σχέσεις. Δεν υπήρξε δηλαδή προληπτικού τύπου επέμβαση. Επισημαίνω πάντως ότι δεν γίνεται αναφορά σε «πρόσωπα διαθέτοντα ιδιάζουσα οικονομική ισχύ» στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 139(Ι)/
- Επιπρόσθετα, θα υιοθετήσω πλήρως το σκεπτικό της συναδέλφου Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. στα πλαίσια της Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αρ. Αίτησης: 53/16, 17/5/2017 , σύμφωνα με την οποίαν: «Ενώ όμως η πλευρά του καθ' ού η αίτηση 1 υποστηρίζει ότι το άρθρο 26 προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι και δεν επεκτείνεται στο περιεχόμενο της σύμβασης, τα επίδικα άρθρα προστατεύουν στην ουσία τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση 3 που απορρέουν από τη συμφωνία με την καθ' ης η αίτηση 2, σε βάρος των δικαιωμάτων της αιτήτριας που απορρέουν από τη δική της συμφωνία επίσης με την καθ' ης η αίτηση
- Δημιουργείται δηλαδή το παράδοξο να περιορίζονται τα δικαιώματα της αιτήτριας με βάση το άρθρο 26 μόνο στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι αλλά της καθ' ής η αίτηση 3 να προστατεύονται τα δικαιώματα που απορρέουν από την συμφωνία. Η θέσπιση των επιδίκων άρθρων θα ήταν δικαιολογημένη αν εξυπηρετούσε ένα γενικότερο σκοπό και όχι την προστασία δικαιωμάτων μιας κοινωνικής ομάδας σε βάρος ιδίων δικαιωμάτων άλλης κοινωνικής ομάδας, έστω και μικρότερης και ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της κ. Κουρουσίδου ότι ο σκοπός είναι η προστασία των πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύει. Όπως αναφέρω πιο πάνω στη θέση των ενυπόθηκων δανειστών δεν είναι δεδομένο ότι θα είναι πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ.» Υιοθετώ επίσης το σκεπτικό της συναδέλφου Μ.Θεοκλήτου, Ε.Δ. στην Αίτηση Έφεση 179/2016, η οποία απεφάνθη τα ακόλουθα: « Πέραν τούτου, σημειώνω πως τα άρθρα του 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65 δεν μπορούν να διασωθούν στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων, αφού δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, ούτε και έχει υποβληθεί εισήγηση προς τούτο από τους καθ' ων η αίτηση. Στον δε βαθμό που η συνήγορος του Διευθυντή υποστηρίζει με τα όσα αναφέρει στις παρ. 53 και 55 της αγόρευσής της ότι η επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται προκειμένου να προληφθεί η εκμετάλλευση από πρόσωπα που κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ, αρκεί να λεχθεί πως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από την αιτιολογική έκθεση, ούτε και από τον ίδιο τον Νόμο, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τα όσα αποφασίστηκαν στην Αναφορά αρ. 2/99, πιο πάνω, στις Αναφορές αρ. 1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντ9ιπροσώπων, ημερ. 31.10.14[38] και στην Αναφορά αρ. 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 26.1.17, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ΄ ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Λαμβανομένου υπόψιν ότι ο υπό Αναφορά Νόμος σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας και δεν έχει ως στόχο την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ και λαμβανομένου υπόψιν ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται εξαίρεση (για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια συγκεκριμένου ύψους) στην εξαίρεση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων από την πρόνοια που ποινικοποιεί την τοκογλυφία, κρίνομε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση όφειλε να είχε αιτιολογήσει δεόντως την παρέμβαση της στο, συνταγματικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», πράγμα που δεν έπραξε.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι οι σχετικές διατάξεις 44ΙΗ - 44 ΚΖ του Ν. 139(Ι)/2015 αντίκεινται και στο άρθρο 26
(1)του Συντάγματος. ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να αναφέρω ότι η ύπαρξη προηγούμενης εγγυητικής και η γνώση της Αιτήτριας για τη σύμβαση των Καθ'ων η Αίτηση 1 και 2, είναι στοιχεία που είχαν μεν τη σημασία τους στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης για αναστολή της απόφασης του Διευθυντή, αλλά δεν επηρεάζουν την ουσία του ότι οι διατάξεις των 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν. 9/1965, ως είχαν κατά τον επίδικο χρόνο, βρίσκονται σε αντίθεση με τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος ως πιο πάνω αναπτύχθηκαν. Ούτε και οιαδήποτε διαμορφωθείσα κατάσταση πραγμάτων μετά την απόφαση, δηλαδή τυχόν μεταβίβαση στο όνομα του Καθ'ου η Αίτηση 2 του ενυπόθηκου ακινήτου, επηρεάζει την κρίση μου. Η ουσία είναι ότι λήφθηκε η απόφαση ημερ. 2/8/2018 από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στη βάση νομοθετικών διατάξεων και σχετικής διαδικασίας που κρίνω ότι αντίκεινται στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Δεν μπορεί συνεπώς να παραμείνει σε ισχύ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βαση τα πιο πάνω η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ημερ. 2/8/2018 για απόρριψη της ένστασης της Αιτήτριας και για σχετική εξάλειψη των σχετικών υποθηκών Υ11824/2005 και Υ388/2007 και για μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/4468 Φ/Σχ. 30/16Ε2, τμήμα 2, τεμάχιο 1511, Γέρι ελευθέρου αυτών και για απαλλαγή του εν λόγω ακινήτου από τις εν λόγω υποθήκες είναι άκυρη και εκδίδεται σχετικό διάταγμα ακύρωσής της. Με αυτή μου την κρίση βεβαίως, θεωρώ λογικό ότι πρέπει να κηρυχθεί άκυρη και η μεταφορά των υποθηκών σε άλλο ακίνητο. Όσον αφορά τα έξοδα επειδή ο Καθ' ου η αίτηση 2 ενήργησε δυνάμει δικαιωμάτων που του παρείχε η νομοθεσία, κρίνω ορθό όπως μην εκδοθεί οιαδήποτε διαταγή εξόδων εις βάρος του σε σχέση με την Αιτήτρια. Να επωμισθεί τα έξοδά του (πλην οιωνδήποτε εξόδων που έχουν επιδικασθεί υπέρ του στα πλαίσια προηγούμενων διαδικασιών). Η Δημοκρατία στην οποίαν υπάγεται ο Διευθυντής του Κτηματολογίου του οποίου προσβάλλεται η απόφαση, να καταβάλει τα έξοδα της Αιτήτριας ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν. (Υπ.) .............. Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ. [1] cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο