ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗ ν. COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής 6055/16, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6055/16 Μεταξύ: XXXXX ΓΙΑΓΚΟΥΛΛΗ Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση -και- COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD, ΗΕ6165 Εναγομένων - Αιτητών Ημερομηνία꞉ 31 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις꞉ Για τον Ενάγοντα - Καθ'ου꞉ κα Μ. Καλαϊτζάκη, για Προύντζος & Προύντζος Δ.Ε.Π.Ε., Αριστοφάνης Α. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια꞉ Δ. Κούτρας, για Δημήτρης Κούτρας & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση, ημερομηνίας 18/10/19, οι Εναγόμενοι - Αιτητές αιτούνται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται όπως η προδικαστική ένσταση που δικογραφήθηκε στην παρα. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων «προδικαστεί και/ή αποφασισθεί υπό του Δικαστηρίου πρώτα και/ή προ της Ακρόασης ολόκληρης της αγωγής». Η αίτηση βασίζεται στην Δ.27, Θ.1, 2 στην Δ.48 Θ.1-3 στην Δ.19, θ.12, στο άρθρο 15 του Νόμου 96(Ι)/2000 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη Ε/Δ, ημερ. 18.10.2019, της κας XXXXX Αδαμίδου. Η κα Αδαμίδου ορκίζεται υπό την ιδιότητα της ως υπεύθυνη του Τμήματος Απαιτήσεων των Εναγομένων - Αιτητών. Ενόρκως δηλώνει ότι αυτή χειρίζεται όλες τις απαιτήσεις που προκύπτουν από ασφαλιστικά συμβόλαια τα οποία εκδίδονται από τους Εναγόμενους προς όφελος των πελατών τους. Όπως αυτή περαιτέρω δηλώνει, έχει διαπιστώσει ότι οι Δικηγόροι του Ενάγοντος - Καθ'ου η αίτηση παρέλειψαν να επιδώσουν με την καταχώριση της εν θέματι αγωγής εντός της προβλεπόμενης, υπό του άρθρου 15 του Νόμου 96(Ι)2000, προθεσμίας των 14 ημερών Ειδοποίηση ως είχαν υποχρέωση να πράξουν, πράγμα για το οποίο υπάρχει ρητή παραδοχή στην παρα. 2 της Απάντησης τους στην Υπεράσπιση όπου αναφέρουν τα πιο κάτω. «Ο ενάγοντας αρνείται και απορρίπτει κατηγορηματικά την προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης της Εναγομένης και ισχυρίζεται ότι δεν απαιτείτο να δοθεί άλλη γραπτή ειδοποίηση στην Εναγομένη, πέραν της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σ' αυτή. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί νόμιμη και ορθή γνωστοποίηση σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας και καμιά άλλη ειδοποίηση ήταν αναγκαία. Περαιτέρω, είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η σχετική γνωστοποίηση αφορά τις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος δεν είναι ο ίδιος ο ασφαλιστής, αλλά φυσικό και/ή άλλο πρόσωπο που καλύπτεται από τον ασφαλιστή και συνεπώς δεν ισχύει στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Εν πάσει περιπτώσει το κλητήριο ένταλμα στην υπό τον άνω ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή επιδόθηκε στη Εναγόμενη εντός 14 ημερών από την καταχώρηση του και θεωρείται ικανοποιητική γνωστοποίηση στον ασφαλιστή σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας. Ως εκ των ανωτέρω ζητείται η απόρριψη της προδικαστικής ένστασης προδικαστικά με έξοδα υπεράσπισης και Φ.Π.Α. επ' αυτών». Είναι η θέση της Ενόρκως Δηλούσας προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγομένων - Αιτητών (βλ. την παρα. 4 της Ε/Δ της) ότι η προβλεπόμενη ειδοποίηση του άρθρου 15 αποτελεί δικαιοδοτικό όρο ως προς την πληρωμή των αξιούμενων αποζημιώσεων και επειδή τέτοια ειδοποίηση ως είναι παραδεκτό δεν δόθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 14 ημερών από την καταχώρηση της αγωγής, «το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να απορρίψει την αγωγή του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων» και συνεχίζει στην παρα. 5 της Ε/Δ της και εισηγείται ότι «Το Δικαστήριο είναι σε θέση να αποφασίσει χωρίς να ακούσει μαρτυρία, αφού είναι παραδεκτό γεγονός». Ο Ενάγων - Καθ'ου η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 2, 14, 15 και 16Α του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι τρίτου)Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Δ.29
(2), Δ.48 θ.θ. 4, 5, 6, 7, 8 και 9 και Δ.64, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 224), στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη σχετική Νομολογία του Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές της Επιείκειας, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, καθώς και επί της διακριτικής ευχέρειας, της γενικής πρακτικής και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που δικογραφούνται είναι οι ακόλουθοι։
- «Η υπό κρίση Αίτηση στερείται νομικού και/ή ουσιαστικού ερείσματος και η νομική βάση της Αίτησης είναι εσφαλμένη και/ή ελλιπής και/ή δεν δικαιολογεί και/ή δεν στηρίζει την αιτούμενη θεραπεία.
- Η υπό εξέταση Αίτηση είναι μη εξυπηρετική της ανάγκης απονομής δικαιοσύνης και δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και/ή ο Νόμος και/ή που έχουν καθοριστεί από τη Νομολογία, ώστε να δικαιολογείται και/ή να καθίσταται πρόσφορη και/ή εύλογη και/ή δίκαιη η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Η υπό κρίση Αίτηση και Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν στοιχειοθετούν οιονδήποτε επαρκή και/ή ουσιαστικό και/ή ικανοποιητικό λόγο και/ή εξαιρετική περίσταση και/ή δεν προσφέρουν επαρκή και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία, που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος. Η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης δεν είναι δίκαιη και/ή πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.
- Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε με ιδιαίτερη και/ή αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή σε καμία περίπτωση εντός του χρόνου που ορίζεται εκ της Νομολογίας.
- Η υπό κρίση Αίτηση προωθήθηκε κακόπιστα και/ή κακόβουλα.
- Η προώθηση της υπό κρίση Αίτησης και η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος σκοπεί και/ή επιδιώκει την πρόκληση υπέρμετρης και/ή αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της Αγωγής και/ή την πρόκληση επιβράδυνσης και/ή εκτροχιασμού της πορείας της Αγωγής.
- Το ζήτημα που σκοπεί η Αιτήτρια να εκδικαστεί προδικαστικά δεν αποτελεί αμιγώς νομικό σημείο και/ή δεν υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο και/ή πραγματικό παραδεκτό υπόβαθρο για την επίλυσή του και/ή για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να αποφανθεί επί τούτων θα πρέπει να παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία.
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το προδικαστικό σημείο που σκοπείται να εκδικαστεί δεν είναι παραδεκτά και/ή τίθενται υπό αμφισβήτηση.
- Το κρινόμενο νομικό σημείο δεν εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο θα έχει καθοριστικό ρόλο για την έκβαση της παρούσας Αγωγής και/ή το ζήτημα που εισαγάγει η προδικαστική ένσταση της Αιτήτριας θα είναι αλυσιτελές να εκδικαστεί προδικαστικά.
- Η εκδίκαση της προδικαστικής ένσταση στοχεύει και/ή αποσκοπεί στο να κερδίσει η Εναγόμενη/Αιτήτρια την υπόθεσή της πρόωρα και/ή να αποστερήσει στον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση το δικαίωμα να προωθήσει την υπόθεσή του, να προβάλλει τις θέσεις του, μέσω της προσκόμισης μαρτυρίας και/ή μαρτυρικού υλικού, να θέσει τα νομικά του επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της Αγωγής.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος - Καθ'ου η αίτηση ημερ. 31.1.2020, στην οποία ορκίζεται και λέγει τα εξής։
- Είμαι ο Ενάγων στην ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγή. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω της ιδιότητάς μου και της άμεσης προσωπικής μου γνώσης, αλλά και μέσα από έγγραφα που κατέχω, καθώς και από μελέτη της δικογραφίας, ως και από πληροφορίες που συνέλεξα, ενώ ενημέρωση για τις νομοθετικές πρόνοιες και τα νομικά ζητήματα που ισχύουν στην υπό εξέταση περίπτωση, έλαβα από τους Δικηγόρους μου.
- Η παρούσα Ένορκη Δήλωσή μου γίνεται προς υποστήριξη της Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση. Έχω μελετήσει προσεκτικά το περιεχόμενο της Αίτησης της Εναγόμενης / Αιτήτριας, καθώς και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει και τις απορρίπτω αμφότερες. Πρόσθετα ανέγνωσα τους λόγους της Ένστασης στην Αίτηση, τους οποίους υιοθετώ πλήρως και τους επαναλαμβάνω ως αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Ένορκης Δήλωσής μου.
- Ως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου, προς πλήρωση των προϋποθέσεων που τάσσει η Νομολογία, η υπό κρίση Αίτηση και η έγερση αιτήματος προς εξέταση προδικαστικών σημείων πρέπει να καταχωρείται εκ μέρους του αιτούντος διαδίκου κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων ή σε χρόνο πολύ σύντομο μετά το κλείσιμο.
- Ως τυγχάνω νομικής πληροφόρησης, στην παρούσα Αγωγή το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων επήλθε με την καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση, η οποία καταχωρίστηκε στις 25.04.
- Μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, η Αγωγή τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου 17 φορές μεταξύ αυτών και για σκοπούς ακρόασης, ενώ μεσολάβησε και η καταχώριση των Ένορκων Δηλώσεων Αποκάλυψης Εγγράφων και των Καταλόγων Μαρτύρων και Συνόψεων Μαρτυρίας από αμφότερες πλευρές, αλλά και η καταχώριση ενδιάμεσης Αίτησης για την έκδοση Διατάγματος για αναστολή εκδίκασης της Αγωγής, η οποία εν τέλει αποσύρθηκε από την Εναγόμενη/Αιτήτρια.
- Ως εκ τούτου, είναι εμφανές ότι η υπό κρίση Αγωγή καταχωρίστηκε στο παρόν στάδιο παράτυπα και αντικανονικά, αφού καταχωρίστηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και ειδικότερα αφού αυτή είχε ήδη οριστεί για Ακρόαση και με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής. Ως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου, η Εναγόμενη/Αιτήτρια άφησε να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το κλείσιμο των δικογράφων χωρίς να προωθήσει ανάλογη Αίτηση και επέλεξε την προώθησή της μόνο στο παρόν προχωρημένο στάδιο.
- Η εν λόγω συμπεριφορά της Εναγομένης/Αιτήτριας με την ετεροχρονισμένη καταχώριση, καταδεικνύει ότι η υπό εξέταση Αίτηση προωθείται καταχρηστικά και κακόβουλα αφού μέχρι και την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας Αίτησης και του προδικαστικού σημείου, εάν η παρούσα Αίτηση επιτύχει, θα μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα. Η εκδίκαση της Αγωγής μου θα καθυστερήσει υπέρμετρα με προφανή επηρεασμό των δικαιωμάτων μου για εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου. Επομένως καθίσταται εμφανές ότι η υπό κρίση Αίτηση αποσκοπεί στην περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της ουσίας της Αγωγής μου, στον εκτροχιασμό της πορείας της και στην αποστέρησή μου από την διεκδίκηση απονομής δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου. Σημειώνω ότι κανένα επηρεασμό δεν θα έχει η Εναγόμενη, καθώς το ζήτημα το οποίο επιθυμεί να εκδικαστεί προδικαστικά, θα μπορεί να το προβάλει και κατά την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής.
- Περαιτέρω, απορρίπτω το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση της Εναγόμενης/Αιτήτριας, αφού ως η νομική συμβουλή που λαμβάνω, εκεί προβάλλεται μια γενική και αόριστη θέση επί ζητημάτων τα οποία άπτονται των πραγματικών γεγονότων της παρούσας Αγωγής και δεν αποτελούν αμιγώς νομικά ζητήματα. Ειδικότερα δεν εγείρονται νομικά σημεία ή ζητήματα που να χρειάζεται να εκδικαστούν και να αποφασιστούν προδικαστικά, πριν την ακροαματική διαδικασία επί της Αγωγής και δεν επεξηγείται με την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει η αναγκαιότητα της προδικαστικής εκδίκασης των εν λόγω σημείων.
- Το ζήτημα στο οποίο εστιάζει η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση της Εναγομένης/Αιτήτριας αφορά ζήτημα που θα πρέπει να κριθεί στην ουσία του, με την παράθεση των γεγονότων με μαρτυρία, για να διαφανεί εάν ο χρόνος επίδοσης της Αγωγής και κατά πόσο η επίδοσή της, κατά την ημερομηνία που αυτή επιδόθηκε, καλύπτει την απαιτούμενη προειδοποίηση που ο Νόμος 96(Ι)/2000 προνοεί. Ως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου αναφορικά με τις απαιτήσεις της Νομολογίας, ανάλογα Διατάγματα ως το αιτούμενο, εκδίδονται στις εξαιρετικά απλές και καθαρές υποθέσεις και όχι στις περιπτώσεις που τα εγειρόμενα θέματα αφορούν ασάφεια του Νόμου ή των γεγονότων και συνεπώς είναι προτιμότερο να εκδικάζονται κατά την ακρόαση. Η παρούσα υπόθεση, ως παρέθεσα μετά από νομική συμβουλή, δεν αποτελεί απλή και καθαρή υπόθεση.
- Πέραν των πιο πάνω, ως πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μου, το ζήτημα για το οποίο εγείρεται η υπό αναφορά προδικαστική ένσταση δεν αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ειδικότερα αποτελεί γεγονός που τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η θέση που προβάλλεται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχωρίστηκε εκ μέρους μου αναφορικά με την εν λόγω προδικαστική ένσταση της Εναγομένης/Αιτήτριας ήταν ότι υπήρξε κατηγορηματική άρνηση και απόρριψή της. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προωθείται ορθώς και ως η Νομολογία απαιτεί, η παρούσα Αίτηση για προδικαστική εκδίκαση, αφού μια τέτοια αίτηση μπορεί να επιτύχει μόνο εάν τα προδικαστικά σημεία δεν τελούν υπό αμφισβήτηση ή υπάρχει παραδεκτό πραγματικό υπόβαρο.
- Περαιτέρω, η Εναγόμενη/Αιτήτρια δεν καταδεικνύει με την Ένορκη Δήλωσή της με ποιο τρόπο το ζήτημα που πραγματεύεται η υπό κρίση Αίτηση θα επηρεάσει την έκβαση της Αγωγής και ως προς τούτο, αποτελεί αναγκαιότητα η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Πρόσθετα, η Εναγόμενη/Αιτήτρια με την Ένορκη Δήλωσή της δεν προβάλλει οποιαδήποτε θέση αναφορικά με το εάν η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να εκδικαστεί προδικαστικά ή όχι. Ως τυγχάνω νομικής συμβουλής, η Εναγόμενη/Αιτήτρια με την ένορκη δήλωσή της δεν αναφέρει γιατί πρέπει να της δοθεί η άδεια να ακουστεί το σχετικό νομικό σημείο στο παρόν στάδιο, προδικαστικά. Τα όσα προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την Αίτηση, αφορούν και ανάγονται μόνο στην ουσία της προδικαστικής ένστασης και στο τι θα επικαλεστεί η Εναγόμενη/Αιτήτρια εάν της δοθεί η σχετική άδεια, ζήτημα το οποίο δεν αφορά το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο.
- Από πληροφορίες που έλαβα από τους Δικηγόρους μου, αλλά και ως εγώ ο ίδιος προσωπικά πιστεύω, η εν λόγω Αίτηση είναι ανυπόστατη και εσφαλμένη, καθώς και μη πληρούσα τις προϋποθέσεις της Νομοθεσίας και τις αρχές της Νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Τυχόν έκδοση αυτού δεν είναι πρόσφορη και δίκαιη και δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης, ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της επιτυχίας της υπό κρίση Αίτησης.
- Ως εκ τούτου εντίμως πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο, όπως η πιο πάνω Αίτηση, απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας.». Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση ουδενός εκ των ενόρκως δηλούντων. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Παρατηρώ ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δεν περιορίστηκαν στο να επιχειρηματολογήσουν μόνο αναφορικά με το κατά πόσον χωρεί η κατά προτεραιότητα εξέταση της προδικαστικής ένστασης σε αυτό το χρονικό στάδιο της δίκης δυνάμει της Δ.27, αλλά επεκτάθηκαν και τοποθετήθηκαν με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις τους και επί της ουσίας του προδικαστικού νομικού ζητήματος κατά πόσον ο Ενάγων - Καθ'ου όφειλε ή δεν όφειλε να τηρήσει τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Ν.96(Ι)/
- Για να μην απωλεσθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος ή/και για να μην προκληθούν περαιτέρω έξοδα για τους διαδίκους, προχωρώ πιο κάτω με τη σειρά μου και αποφαίνομαι επί όλων των θεμάτων που συζητήθηκαν στις αγορεύσεις τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Κατά πόσον χωρεί η εξέταση κατά προτεραιότητα της προδικαστικής ένστασης. Η υπό κρίση Αίτηση, καθώς και η Ένσταση του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση στηρίζονται στην Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι θεσμοί 1 και 2 στην εν λόγω Διαταγή προνοούν ως ακολούθως: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counterclaim or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just» Η πρόνοια της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας περικλείει μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες ζητείται η προδικαστική εκδίκαση καθαρών νομικών σημείων και όχι σημείων που αφορούν πραγματικά και νομικά θέματα ή που αφορούν αμιγώς πραγματικά θέματα, οι οποίες εκδικάζονται υπό τις πρόνοιες της Διαταγής 33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην απόφαση Ιωάννης Νικόλα Χ'' Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 καθορίστηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήματα: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για εκδίκαση προδικαστικού σημείου με βάση τη Δ.27, καταγράφηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R. 306. Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 C.L.R. 548, Χαραλάμπους ν. Σόλωνος
(1994)1 ΑΑΔ 716, Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2046, Karic Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ
(2001)1(Α) ΑΑΔ 530, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1(B) ΑΑΔ 990, Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1609. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 κωδικοποιήθηκαν οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.27, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (α) Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται. (β) Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). (γ) Η έκδοση διαταγής για εκδίκαση προδικαστικώς νομικού σημείου γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. (δ) Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.»» Από τα στοιχεία του δικαστικού φακέλου, προκύπτει ότι, στην παρούσα υπόθεση, η Αγωγή καταχωρίστηκε με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 29.12.2016, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην Εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία στις 9.1.2017, η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης καταχωρίστηκε στις 12.4.2017 και η Απάντηση του Ενάγοντος καταχωρήθηκε στις 25.04.
- Η κλήση για οδηγίες εκδόθηκε από τον Ενάγοντα στις 25.4.2017 και ορίστηκε πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11.9.
- Κατ' εκείνη την δικάσιμο δεν τέθηκε από πλευράς συνηγόρου της Εναγομένης οποιοδήποτε αίτημα προς το Δικαστήριο στη βάση της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για εξέταση κατά προτεραιότητα της προδικαστικής ένστασης που είχε δικογραφηθεί στην παρα. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι συμφωνεί στην έκδοση Διατάγματος για εκατέρωθεν καταχώρηση Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων, καθώς επίσης επιφύλαξε το δικαίωμα του, αφού δει τα έγγραφα που θα αποκάλυπτε η άλλη πλευρά, να ζητήσει ιατρική εξέταση του Ενάγοντος. Ο Ενάγων συμμορφώθηκε με το Διάταγμα Αποκάλυψης, η δε Εναγόμενη ζήτησε μέσω του συνηγόρου της παράταση χρόνου 40 ημερών κατά τη δικάσιμο ημερ. 20.12.
- Ακολούθησε η επιθεώρηση ή/και ανταλλαγή των αποκαλυφθέντων εγγράφων μέχρι τις 8.3.2018 και επιβεβαίωσε κατά τη δικάσιμο της 8.3.2018 την πρόθεσή της η Εναγόμενη να εξεταστεί ο Ενάγων από ιατρό της επιλογής της, κάτι για το οποίο η συνήγορος του Ενάγοντος δήλωσε ότι δεν είχε ένσταση. Δόθηκε χρόνος από το Δικαστήριο μέχρι τις 24.4.18 για την ιατρική εξέταση και επαναορίστηκε για οδηγίες η αγωγή. Εν τέλει, κατά τη δικάσιμο ημερ. 24.4.2018, ο συνήγορος της Εναγομένης ζήτησε από το Δικαστήριο όπως δοθούν οδηγίες για την εκατέρωθεν καταχώρηση του Ονομαστικού Καταλόγου Μαρτύρων και της Σύνοψης Μαρτυρίας (στο εξής «ΟΚΜ&ΣΜ»), λέγοντας συγχρόνως ότι στο μεσοδιάστημα θα συνεννοείτο με τη συνήγορο του Ενάγοντος για να διευθετηθεί η ιατρική εξέταση του Ενάγοντος. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες ως το αίτημα των συνηγόρων και την όρισε εκ νέου για οδηγίες στις 10.9.
- Έσπευσε η πλευρά της Εναγομένης και καταχώρησε ΟΚΜ&ΣΜ στις 3.5.2018, αναφέροντας μάλιστα σε αυτόν ως προτιθέμενο μάρτυρα τον Δρ. Λ. Λοΐζου, «ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα και εξέδωσε ιατρικό πιστοποιητικό στις 15/1/2016». Ακολούθησε η καταχώρηση από τον Ενάγοντα στις 14.6.2018 του δικού του ΟΚΜ&ΣΜ. Εν τέλει, όταν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10.9.2018, ο συνήγορος της Εναγομένης έθεσε αίτημα για δεύτερη ιατρική εξέταση ή επανεξέταση του Ενάγοντος από τον Δρ. Λοΐζου και το Δικαστήριο έδωσε χρόνο για τούτο μέχρι 18.10.
- Φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, ότι στις 20.11.2018 η Εναγόμενη καταχώρησε Αίτηση για την αναστολή εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και κάθε άλλης διαδικασίας έως ότου ο Ενάγων/ Καθ' ου η Αίτηση υποβληθεί για δεύτερη φορά σε ιατρική εξέταση ενώπιον του ορθοπεδικού Δρ. Λοΐζου και να διαταχθεί ο Ενάγων από το Δικαστήριο να προσκομίσει στον γιατρό το υπάρχον ιατρικό πιστοποιητικό, ακτινογραφίες και ιατρικό ιστορικό. Η εν λόγω Αίτηση ορίστηκε για οδηγίες και για ακρόαση, αλλά εν τέλει αποσύρθηκε από την Εναγόμενη στις 26.6.2019 και κατ'εκείνην τη δικάσιμο ζητήθηκε άδεια για συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων, η οποία δόθηκε από το Δικαστήριο ορίζοντάς την υπόθεση για περαιτέρω οδηγίες στις 14.10.
- Ενώπιόν μου η παρούσα υπόθεση τέθηκε, βάσει του διοικητικού προγράμματος του Δικαστηρίου, στις 14.10.
- Τότε, αμφότεροι οι συνήγοροι ζήτησαν να οριστεί η αγωγή για ακρόαση. Ορίστηκε προς το σκοπό αυτό στις 17.2.2020, ώρα 11 π.μ. Φαίνεται, όμως, από το φάκελο του Δικαστηρίου, ότι 4 μόλις μέρες μετά την εμφάνιση ημερ. 14.10.2019 στο Δικαστήριο, ήτοι στις 18.10.2020, η πλευρά της Εναγόμενης καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση ζητώντας τότε για πρώτη φορά να δικαστεί κατά προτεραιότητα η προδικαστική ένσταση της παρα. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισής της. Στη γραπτή τους αγόρευση, οι συνήγοροι του Ενάγοντος - Καθ'ου η αίτηση υποστηρίζουν τον δικογραφημένο λόγο ένστασης στην αίτηση υπ' αριθ. 4, ότι δηλαδή η αίτηση καταχωρίστηκε με ιδιαίτερη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, καθώς και τον λόγο ένστασης υπ' αριθ. 6, ότι δηλαδή με την αίτηση αυτή επιδιώκεται να προκληθεί υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής. Παραπέμπουν το παρόν Δικαστήριο σε απόφαση, ημερ. 19/12/2016, της Έντιμης Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου, κας. Λένας Δημητριάδου - Ανδρέου στην Αγωγή Αρ. 9019/2007, Ανδρέας Ταπακκούδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπου η ίδια σημείωσε τα εξής: «Ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για επίλυση νομικού θέματος προδικαστικά, είναι, επίσης, παράγοντας που λαμβάνεται υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτική του ευχέρειας. Σκοπός της δικονομικής πρόνοιας της Διαταγής 27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθιστώντας την ακρόαση, ή ουσιαστικού μέρους αυτής, αχρείαστη. Κατ΄επέκταση, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ο ενδεικνυόμενος χρόνος για υποβολή τέτοιου αιτήματος για ορισμό του νομικού ζητήματος για ακρόαση, είναι κατά τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες, κατά το κλείσιμο των δικογράφων ή, εν πάση περιπτώσει, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά[5]. Οι συνήγοροι δεν είναι ορθό να περιμένουν μέχρι και την ημερομηνία ακροάσεως, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό αναβολή της ακρόασης και προκαλώντας έξοδα, αφού, τέτοια τακτική, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε κατάχρηση. Τούτου δεδομένου, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, θα εγκρίνει τέτοια αίτηση και θα ορίσει το νομικό σημείο για ακρόαση, προ της ακροάσεως στην αγωγή.[6] Αναφέρονται σχετικά τα εξής στην υπόθεση The heirs of the late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and he should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.» Παρόμοια σχόλια υπάρχουν, επίσης, και στην υπόθεση Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R. 392 και, επίσης, στην υπόθεση Panikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R.50. Η Απόφαση όμως η οποία κατά τρόπο σαφή θέτει το χρόνο υποβολής της αίτησης σαν παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη είναι η υπόθεση Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370 όπου στη σελ. 374 της απόφασης αναφέρονται τα εξής από το Δικαστή Σαββίδη: «Counsel should not wait till the case is fixed for trial and shortly before the date of hearing avail themselves of the procedure under Order 27 and thus secure an adjournment of the hearing of the case which otherwise might not have been granted. If this right is left to be exercised without any judicial control then there may be an abuse of it and parties who wish to have the proceedings protracted, may wait till the eve of the hearing to file an application and thus secure an adjournment of the case. It is for this reason that the matter is left within the discretion of the Judge to decide whether in the circumstances of a particular case it is in the interest of justice to grant such application and have the points of law set down for hearing prior to the hearing of the action.»» Παρατηρώ ότι στην παρούσα υπόθεση, η στάση που επέδειξε η Εναγομένη στο στάδιο των οδηγιών είναι αντιφατική με το διάβημα που εκκρεμεί ενώπιόν μου για απόρριψη της αγωγής ως άκυρης επί τω ότι ο Ενάγων παρέλειψε να δώσει Ειδοποίηση στην Εναγόμενη για την καταχώρηση της αγωγής εντός 14 ημερών από την καταχώρησή της, όπως κατά τον ισχυρισμό της Εναγομένης απαιτεί το άρθρο 15 του Ν.96(Ι)/
- Εάν 14 ημέρες μετά τις 29.12.2016 που καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα, η αγωγή έπασχε από ακυρότητα, ως η θέση της Εναγομένης, είναι αντιφατικό το ότι αυτή άφησε να διαρρεύσει χρονικό διάστημα από τις 25.4.2017 που έκλεισαν τα δικόγραφα μέχρι και τις 18.10.2020, ήτοι χρονικό διάστημα πέραν των 3 χρόνων, για να ζητήσει για πρώτη φορά να ελεγχθεί δικαστικά η ακυρότητα της αγωγής για το λόγο που διατείνεται η ίδια η Εναγόμενη. Στον Πίνακα (Παράρτημα Τύπου 25) που καταχώρησε η Εναγόμενη βάσει της κλήσης για οδηγίες που εξέδωσε ο Ενάγων, ουδέν αίτημα συμπεριέλαβε για εξέταση της προδικαστικής ένστασης, ούτε εξέφρασε τη βούληση κατά την πρώτη δικάσιμο που ορίστηκε για οδηγίες η αγωγή, ήτοι στις 11.9.2017 να ζητήσει προφορικά έστω την άδεια του Δικαστηρίου να επιληφθεί πρώτα της προδικαστικής ένστασης, ούτε επιφύλαξε τέτοιο δικαίωμα. Προώθησε, απεναντίας, όλα τα δικονομικά διαβήματα που ταιριάζουν στην περίπτωση διάδικου που επιθυμεί να εκδικαστεί επί της ουσίας η αγωγή, όπως είναι η ιατρική εξέταση του Ενάγοντος από γιατρό της επιλογής της Εναγομένης και πλήρης αποκάλυψη εγγράφων. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, κρίνω ότι πράγματι, αν και δεν είχε ακόμη αρχίσει η ακρόαση όταν υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση, εντούτοις έχει σπαταληθεί πολύς χρόνος με άλλα διαβήματα, τα οποία δεν συνάδουν με δικαστική διαδικασία αγωγής, η οποία εξ υπαρχής να έπασχε από ακυρότητα λόγω ισχυριζόμενης παράβασης του άρθρου 15 του Ν.96(Ι)/
- Η εκδίκαση με τόση καθυστέρηση της προδικαστικής ένστασης, εκτρέπει χρονικά την πορεία της δίκης, κάτι που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έχει ήδη προκαλέσει καθυστέρηση από 20.11.2018 μέχρι σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα είναι προτιμότερο κατά την ταπεινή μου κρίση να εξετάσω αν το εγερθέν νομικό προδικαστικό ζήτημα είναι ικανό να έχει καταλυτικές συνέπειες για την έκβαση της δίκης, αν αποφασισθεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, και αν εδράζεται επί παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου, ώστε να χωρεί στο παρόν στάδιο η επίλυσή του κατά προτεραιότητα. Ξεκινώντας, από το τελευταίο θέμα, παρατηρώ ότι ο Ενάγων, στην παρα. 9 της Ε/Δ ημερ. 31.1.20, αμφισβητεί ότι υπάρχει παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου να εξεταστεί η προδικαστική ένσταση. Παραταύτα, κρίνω ότι η παρα. 2 του δικογράφου της Απάντησής του στην Υπεράσπιση της Εναγομένης διαβάζεται και ερμηνεύεται μόνον με έναν τρόπο, ότι αυτός δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση προς την Εναγομένη σχετικά με το γεγονός της έγερσης της αγωγής. Εκείνο που έπραξε είναι ότι επέδωσε το κλητήριο της αγωγής σε αυτήν εντός 14 ημερών από την καταχώρησή του στο Δικαστήριο. Επομένως, καταλήγω να κρίνω ότι το ουσιώδες πραγματικό γεγονός, δηλαδή εκείνο που απαιτείται να γνωρίζει το Δικαστήριο για να αποφανθεί αναφορικά με την νομική πτυχή της προδικαστικής ένστασης, είναι όντως ξεκάθαρο στην όψη των δικογράφων της αγωγής και των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Διαφωνία υπάρχει ως προς τη νομική ερμηνεία του άρθρου 15 του Ν.96(Ι)/2000 και τούτο αποτελεί την ουσία της προδικαστικής ένστασης. Υπάρχουν δύο σκέλη στην όλη αντιδικία։ αφενός, αν η μη τήρηση του άρθρου 15 επιφέρει την ακυρότητα της αγωγής εξ υπαρχής και αφετέρου αν το άρθρο 15 εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Επί της ουσίας, ο Ενάγων υποστηρίζει ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 15 του Ν.96(Ι)/2000 υπό τις συνθήκες της παρούσας αγωγής, επειδή εδώ ενάγεται απευθείας ο ασφαλιστής ενώ το άρθρο 15 καθιστά αναγκαία την παροχή ειδοποίησης προς τον ασφαλιστή μόνον στην περίπτωση που δεν ενάγεται εκείνος αλλά ο ασφαλιζόμενος. Εν πάση περιπτώσει, εάν το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ότι το άρθρο 15 έχει εφαρμογή και εδώ όπου Εναγόμενος είναι ο ασφαλιστής, ο Ενάγων υποστηρίζει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντός 14 ημερών από την καταχώρησή του αποτελεί ικανοποιητική γνωστοποίηση στον ασφαλιστή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Ν.96(Ι)/
- Επί της ουσίας του προδικαστικού ζητήματος. Αναπόδραστα, χρειάζεται να παραθέσω και ερμηνεύσω τις πρόνοιες του Ν.96(Ι)/2000 και ειδικότερα του άρθρου 15 σε συσχετισμό με άλλα συναφή άρθρα του ιδίου Νόμου, για να μπορέσω να κρίνω αν τυχόν παράλειψη συμμόρφωσης με αυτό επιφέρει ακυρότητα της όλης διαδικασίας της αγωγής. Είχα ήδη την ευκαιρία να μελετήσω εκτενώς τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου στο πλαίσιο της απόφασής μου ημερ. 27.4.2018 στην Αγωγή 951/2017, Ελεάνα Ζανέττου Γεωργίου ν. ZOLTAN ROZSA, που εκκρεμούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, απόφαση η οποία έχει δημοσιευθεί. Έχοντας μελετήσει τις πρόνοιες του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (N.96(I)/2000), επισημαίνω ότι σε περίπτωση που επισυμβεί κάποιο ατύχημα κατά την οδήγηση, ο ζημιωθείς από αυτό έχει τις εξής εναλλακτικές επιλογές όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα αξιώσει αποζημιώσεις κατά του υπευθύνου για την πρόκληση του δυστυχήματος꞉ (α) Να κινηθεί απευθείας με αγωγή κατά του ασφαλιστή του οχήματος που ενέχεται στην πρόκληση του δυστυχήματος δυνάμει του άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000.[1] Σε τέτοια περίπτωση, ο ζημιωθείς δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά του υπευθύνου οδηγού, αφού ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στη θέση του οδηγού. Ο όρος «ασφαλιστής» περιλαμβάνει και τον Αντιπρόσωπο για διακανονισμό απαιτήσεων, καθώς και το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, αν πρόκειται για ατύχημα που διακανονίζεται από το σύστημα εθνικών γραφείων ασφαλίσεων και για την καταβολή αποζημιώσεων ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 16Β του Ν.96(Ι)/2000.[2] (β) Να κινηθεί με αγωγή κατά του υπευθύνου οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος και στη συνέχεια να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να πληρώσει την απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον του υπευθύνου οδηγού δυνάμει του άρθρου 14 του Ν.96(Ι)/
- Σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 του Ν.96(Ι)/2000.[3] Συγκεκριμένα, το άρθρο 15
(1)(α) τάσσει ανατρεπτική προθεσμία 14 ημερών από την έγερση της αγωγής, εντός της οποίας ο Ενάγων οφείλει να ειδοποιήσει γραπτώς την ασφαλιστική για την καταχώριση της αγωγής. Διαφορετικά, θα στερείτο της ευκαιρίας να αξιώσει εναντίον της ασφαλιστικής την πληρωμή της όποιας απόφασης θα εξασφαλίσει στο μέλλον κατά του Εναγομένου οδηγού. Βάσει του άρθρου 23
(2)του ιδίου Νόμου, η απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί σε αγωγή κατά του υπευθύνου οδηγού, η οποία όμως αγωγή επιδόθηκε προς την ασφαλιστική, είναι εκτελεστή μόνον έναντι της ασφαλιστικής και όχι κατά του οδηγού. Αν όμως δεν τηρηθούν τα προαπαιτούμενα του άρθρου 15
(1)(α), η ασφαλιστική ενδέχεται να ενστεί ή να αρνηθεί την εκτέλεση της απόφασης εναντίον της. Στην παρούσα υπόθεση, έχει δίκαιο ο Ενάγων στη θέση που δικογράφησε στην παρα. 2 της Απάντησή του στην Υπεράσπιση, ότι εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε κατευθείαν κατά της ασφαλιστικής εταιρείας και όχι κατά του υπευθύνου οδηγού - ασφαλιζομένου, δεν είναι η περίπτωση που να έχει εφαρμογή το άρθρο 15
(1)(α) του Ν.96(Ι)/2000. Εσφαλμένα η Εναγόμενη υποστηρίζει με την προδικαστική της ένσταση ότι υπήρξε μη συμμόρφωση με το άρθρο 15 του Ν.96(Ι)/2000, αφού εκείνο δεν εφαρμόζεται στους διαδίκους της παρούσας αγωγής, ως είναι στο κλητήριο που καταχωρήθηκε. Επομένως, καταλήγω να απορρίπτω την προδικαστική ένσταση επί της ουσίας της. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Καθ'ου και εναντίον της Εναγόμενης - Αιτήτριας. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (υπ)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.
(3)Ο διορισμός αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεως δεν εμποδίζει τον ζημιωθέντα ή τον ασφαλιστή του, να στρέφονται απευθείας κατά του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή του ασφαλιστή δυνάμει του εδαφίου
(1).
(4)Δικαστική απόφαση η οποία εξασφαλίζεται δυνάμει του άρθρου αυτού λογίζεται ως δικαστική απόφαση για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
(5)Οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1). [2] 16Β-
(1)Εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ζημιωθείς κοινοποίησε την απαίτησή του για αποζημίωση, είτε απευθείας στον ασφαλιστή του προσώπου που ευθύνεται για το ατύχημα, είτε στον αντιπρόσωπο για διακανονισμό απαιτήσεων, είτε στο Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, αν πρόκειται για ατύχημα που διακανονίζεται από το σύστημα εθνικών γραφείων ασφαλίσεων - (α) Ο ασφαλιστής του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή ο αντιπρόσωπός του για διακανονισμό απαιτήσεων ή το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων οφείλει να υποβάλει αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης, σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αμφισβητείται και η αποζημίωση για το θάνατο ή για τη σωματική βλάβη ή για τη ζημία σε περιουσία έχει αποτιμηθεί, ή (β) ο ασφαλιστής στον οποίο υποβλήθηκε η απαίτηση για αποζημίωση ή ο αντιπρόσωπός του για διακανονισμό απαιτήσεων ή το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων οφείλει να δώσει αιτιολογημένη απάντηση στα σημεία που εγείρονται στην απαίτηση, σε περίπτωση που η ευθύνη αμφισβητείται ή δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί σαφώς ή σε περίπτωση που η αποζημίωση για το θάνατο ή τη σωματική βλάβη ή για τη ζημία σε περιουσία δεν έχει πλήρως αποτιμηθεί: Νοείται ότι ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις και τα δικαιώματα που διαθέτει έναντι του ασφαλισμένου. [3] 15.-
(1)Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14- (α) Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας, ή (β) σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που αφορά ζημιά σε περιουσία, εκτός εάν μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε τέτοια απόφαση- (
- i)είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση, και (
- ii)είχε ειδοποιήσει γραπτώς τον ασφαλιστή ώστε να παρέχεται σε αυτόν εύλογος χρόνος για να επιθεωρήσει τη σχετική ζημιά πριν από την επιδιόρθωση της ή την αντικατάσταση οποιωνδήποτε εξαρτημάτων και/ή ανταλλακτικών που υπέστησαν ζημιά: Νοείται ότι, η προθεσμία των έξι μηνών δεν αρχίζει να υπολογίζεται, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς όφελος του οποίου έχει δημιουργηθεί το αγώγιμο δικαίωμα δεν ήταν σε θέση, εξαιτίας σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής βλάβης την οποία υπέστη εξαιτίας του συμβάντος που δημιούργησε το δικαίωμα αυτό ή άλλης εύλογης αιτίας, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για την πρόθεση του να υποβάλει απαίτηση ή (γ) σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εφόσον η εκτέλεση της απόφασης αυτής έχει ανασταλεί ενώ εκκρεμεί έφεση ή (δ) σε σχέση με οποιαδήποτε ευθύνη, αν πριν την επέλευση του συμβάντος, που ήταν η αιτία του θανάτου ή της σωματικής βλάβης ή της ζημιάς σε περιουσία, που προκάλεσε την ευθύνη, το ασφαλιστήριο ακυρώθηκε με αμοιβαία συγκατάθεση ή με βάση οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται σε αυτό και είτε- (
- i)πριν την επέλευση του συμβάντος αυτού, το πιστοποιητικό ασφάλισης επεστράφηκε στον ασφαλιστή, ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης προέβηκε σε ένορκη δήλωση ότι αυτό χάθηκε ή καταστράφηκε και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να επιστραφεί ή (
- ii)μετά την επέλευση του συμβάντος, αλλά πριν από την πάροδο δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη ισχύος της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου, το πιστοποιητικό ασφάλισης επεστράφηκε στον ασφαλιστή, ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης προέβηκε σε ένορκη δήλωση ότι αυτό χάθηκε ή καταστράφηκε και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να επιστραφεί ή (iii) είτε πριν ή μετά την επέλευση του συμβάντος, αλλά εντός περιόδου δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη ισχύος της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου, ο ασφαλιστής άρχισε διαδικασία βάσει του Νόμου αυτού σχετικά με την παράλειψη επιστροφής του πιστοποιητικού ασφάλισης.
(2)Κανένα ποσό δε θα είναι πληρωτέο από ασφαλιστή βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού, αν, σε αγωγή που άρχισε πριν ή εντός τριών μηνών μετά την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε η απόφαση, ο ασφαλιστής εξασφαλίσει δήλωση του Δικαστηρίου ότι, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιλαμβάνεται στο ασφαλιστήριο, δικαιούται να το ακυρώσει λόγω του ότι το ασφαλιστήριο εξασφαλίσθηκε απο τη μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος, ή από παρουσίαση γεγονότος το οποίο ήταν ψευδές σε ουσιώδη του λεπτομέρεια, ή αν ακύρωσε το ασφαλιστήριο λόγω του ότι εδικαιούτο να το πράξει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη που περιέχεται σε αυτό: Νοείται ότι, ασφαλιστής ο οποίος εξασφάλισε τέτοια δήλωση σε αγωγή, δε θα δικαιούται με τη δήλωση αυτή να τύχει του οφέλους των διατάξεων του εδαφίου αυτού σχετικά με οποιαδήποτε απόφαση που εξασφαλίσθηκε σε διαδικασία που άρχισε πριν από την έναρξη της αγωγής αυτής, εκτός αν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών μετά την έναρξη της αγωγής αυτής έδωσε ειδοποίηση στο πρόσωπο που είναι ενάγων στην αγωγή βάσει του ασφαλιστηρίου, η οποία ειδοποίηση καθορίζει τη μη αποκάλυψη ή την ψευδή παράσταση πάνω στην οποία σκοπεύει να στηριχθεί και ότι προτίθεται να ζητήσει δήλωση και οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο δίνεται ειδοποίηση τέτοιας αγωγής, αν επιθυμεί, μπορεί να γίνει διάδικος σε αυτή.
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου 14 και του παρόντος άρθρου, οι πιο κάτω όροι ερμηνεύονται ως ακολούθως: (α) "ευθύνη που καλύπτεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου" σημαίνει ευθύνη η οποία καλύπτεται από το ασφαλιστήριο ή η οποία θα καλυπτόταν με τον τρόπο αυτό παρά το γεγονός ότι ο ασφαλιστής δικαιούται να αναιρέσει ή να ακυρώσει ή αναίρεσε ή ακύρωσε το ασφαλιστήριο, (β) "ουσιώδες" σημαίνει τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζει την απόφαση συνετού ασφαλιστή στο να αποφασίζει κατά πόσο θα αποδεχθεί τον κίνδυνο και, αν θα τον αποδεχθεί, με ποιο ασφάλιστρο και με ποιους όρους. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο