MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 548/2011, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A324 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Eνώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 548/2011 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων και 1. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ 2. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ 3. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ 4. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κούμας για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4: κ. Κ Ορφανίδης για Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. -------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η H αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, είναι για: (
- i)Ευρώ 115.195,55 με βάση έγγραφη συμφωνία ή/και τραπεζικές πιστώσεις ή/και σαν αναγνωρίσιμο λογαριασμό ή/και σαν συμφωνία δανείου ή/και σαν αδικαιολόγητο πλουτισμό (unjust enrichment) η/και άλλως πως ως κατωτέρω. (
- ii)Τόκο προς 14% τον χρόνο επί ποσού Ευρώ 115.195,55 από την 01/07/2010 μέχρι εξόφλησης. (iii) Κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο την 1ην Ιανουαρίου και την 1ην Ιουλίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης». Περαιτέρω, ζητείται: «(
- iv)Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η πώληση όλων ή μέρος των ενεχυριασμένων υπό των Εναγομένων 1 και 4 στους Ενάγοντες μετοχών/τίτλων που είναι σε εμπίστευμα και/ή με τους Ενάγοντες ως Παραλήπτη, με βάση τις διαδικασίες και/ή κανονισμούς του ΧΑΚ και/ή οποιουσδήποτε συναφείς νόμους, και με οποιονδήποτε τρόπο, όλους ή μέρος τους και είτε σε τμηματικές δόσεις είτε με πλειστηριασμό είτε με απευθείας συνεννόηση με τους αγοραστές και σε οποιανδήποτε κατά τη κρίση των Εναγόντων τιμή και όπως το προϊόν της πώλησης και διάθεσης των τίτλων χρησιμοποιηθεί από τους Ενάγοντες έναντι και προς ικανοποίηση οιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί από το Δικαστήριο προς όφελος των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή.» Περαιτέρω, εναντίον της Εναγομένης 1, οι Ενάγοντες αξιούν: «(
- i)€5.870,74 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας και/ή δανείου και/ή αναγνωρισμένου λογαριασμού και/ή ως χορηγήσεις άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πιστωτικών καρτών και/ή άλλως πως. (
- ii)€2.960,02 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας και/ή δανείου και/ή αναγνωρισμένου λογαριασμού και/ή ως χορηγήσεις άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πιστωτικών καρτών και/ή άλλως πως. (iii) Τόκο προς 14% επί του ποσού των €5.870,74 από 18/6/2010 μέχρι εξοφλήσεως και επί του ποσού των €2.960,02 από 18/06/2010 μέχρι εξοφλήσεως. (
- iv)Κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως». Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων προκύπτει η κατ' ισχυρισμόν συμφωνία ημερομηνίας 13.11.2006 με την οποία η Εναγόμενη 1 συμφώνησε με τους Ενάγοντες, και με την αλληλέγγυα εγγύηση των Εναγομένων 2, 3 και 4, όπως τύχει δανείου και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.112.000,00 (€191.363,36). Το εν λόγω δάνειο έφερε αριθμό λογαριασμού XXXXX9167, ήταν προς εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων και ήταν πληρωτέο διά 12 μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ. 575,88 (€983,94) έκαστη την πρώτη πληρωτέα από 3.12.2006 και 72 μηναίων δόσεων εκ Λ.Κ. 1.865,17 (€3.186,83) έκαστη από 3.12.2007 μέχρι εξόφλησης. Προς εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της, η Εναγόμενη 1, κατ' ισχυρισμόν, ενεχυρίασε προς όφελος των Εναγόντων 8400 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 13.11.2006 και η Εναγομένη 4 240.000 μετοχές της Πανδώρα Επενδύσεις Δημόσια Λτδ δυνάμει συμφωνίας ίδιας ημερομηνίας. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι απέστελλαν προς την Εναγομένη 1 μηνιαία κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού την οποία ουδέποτε αμφισβήτησε. Λόγω παραλείψεων πληρωμών οι Ενάγοντες υποδείκνυαν την ανάγκη αποπληρωμής των καθυστερημένων μηνιαίων δόσεων και πληροφόρησαν τους Εναγόμενους για τη μεταβολή του επιτοκίου σε 14% καθώς επίσης τερμάτισαν τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού καλώντας την Εναγόμενη 1 να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο. Κατά ή περί την 26.8.2010 το δάνειο της Εναγομένης 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €111.545,89, πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 1.7.2010 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο, την 1ην Ιανουαρίου και την 1ην Ιουνίου κάθε χρόνου, το οποίο κάλεσαν του Εναγόμενους να εξοφλήσουν. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των Εναγόντων ότι κατά ή περί την 26.8.1991 και 9.6.1994 με βάση έγγραφες συμφωνίες, οι Ενάγοντες μετά από αιτήσεις της Εναγομένης 1, χορήγησαν σ' αυτήν πιστωτικές κάρτες για χρήση από αυτήν σύμφωνα με τους όρους χρήσης των καρτών. Η συμφωνία ημερομηνίας 26.8.1991 αφορούσε κάρτα με πιστωτικό όριο Λ.Κ. 500 (€854,30), το οποίο στις 26.6.1996 αυξήθηκε σε ΛΚ.1.500 (€2.562,90) ενώ η συμφωνία ημερομηνίας 9.6.1994 αφορούσε κάρτα με πιστωτικό όριο ΛΚ 2.000.- (€3.417,20). Λόγω παράλειψης πληρωμής οφειλομένων ποσών, κατά ή περί τις 18.6.2010, οι Ενάγοντες ακύρωσαν τις εν λόγω κάρτες και κάλεσαν την Εναγόμενη να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά των €4.973 και €2.347,83, αμφοτέρων πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 18.6.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Κοινή είναι η υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, ως προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους. Προβάλλουν, συναφώς, ισχυρισμούς περί ακυρότητας των εν λόγω συμφωνιών δανείου και εγγυήσεων και, άνευ βλάβης τούτου, ισχυρίζονται ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία, ημερομηνίας 13.11.2006 έγινε για την εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων των Εναγομένων, που αφορούσε χρηματιστηριακές πράξεις και ότι, περαιτέρω, είχε γίνει μεταξύ των διαδίκων προφορική συμφωνία ότι για την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων θα δινόταν από τους Ενάγοντες απαλλαγή των ενεχυριασμένων μετοχών και το αντίτιμο από την πώληση θα πιστωνόταν στο λογαριασμό της Εναγομένης 1. Οι Εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται δυσκολίες από τους Ενάγοντες στη διαδικασία πώλησης των εν λόγω μετοχών και μετά την πτώση της αξίας αυτών, τον εγκλωβισμό τους ως προς τη δυνατότητα να πωλήσουν για να πληρώσουν τη δόση. Επικαλούνται δε την αξία των μετοχών σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή με τον ισχυρισμό ότι εάν οι Ενάγοντες άφηναν ελεύθερες τις ενεχυριασμένες μετοχές, αυτές θα απέφεραν ποσό €116.280,00 και θα παρέμενε συγκεκριμένο μικρό ποσό €10.116,75 για το οποίο οι Εναγόμενοι ήταν πρόθυμοι να πληρώνουν €500. Όμως οι Ενάγοντες αρνήθηκαν αυτό. Επικαλούμενοι, περαιτέρω, ισχυριζόμενη αμέλεια των Εναγόντων αποδίδουν σ' αυτήν το προκύψαν οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, προβάλλουν ισχυρισμούς μη εγκυρότητας των επίδικων συμφωνιών και λόγω της παράβασης των συμφωνηθέντων και/ή λόγω των ενεργειών και/ή παραλείψεων των Εναγόντων και/ή της παράβασης των καθηκόντων τους και/ ή της παροχής των υπηρεσιών τους χωρίς να επιδείξουν της δέουσα φροντίδα και/ή ικανότητα και/ή διότι ήτο αμελής, οι Εναγόμενοι υπέστηκαν ζημιά και βλάβη και ανταπαιτούν: «A. €€126.396,75. ως αναφέρεται ανωτέρω. Β. Αποζημιώσεις για όσο ποσό διαφανεί από την λήψη των λογαριασμών ότι χρεώθηκε στον λογαριασμό της Εναγόμενης 1. Γ. Λήψη κατάστασης Λογαριασμών μεταξύ των διαδίκων ως προς την διενέργεια των συναλλαγών και τις χρεοπιστώσεις στον λογαριασμό. Δ. Αποζημιώσεις για ζημία και απώλεια της δυνατότητας των Εναγόμενων να αποκομίσουν κέρδος. Ε. Άλλη Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση και/ή διάταγμα θεωρεί το Δικαστήριο δέον όπως εκδοθεί υπό τις περιστάσεις.» Από την πλευρά τους, οι Ενάγοντες, στη βάση των προνοιών των εν λόγω συμφωνιών, του ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε ζήτησαν την αποδέσμευση των ενεχυριασμένων μετοχών, ως οι πρόνοιες της συμφωνίας και του ότι ουδέποτε διαβεβαίωσαν τους Εναγόμενους ή τους παρείχαν οποιαδήποτε συμβουλή αναφορικά με την ενεχυρίαση των μετοχών, αρνούνται τις υπερασπίσεις και ανταπαίτηση των Εναγομένων, εμμένοντας στους δικούς τους ισχυρισμούς. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ρυθμίστηκε ο τρόπος διεξαγωγής της, ως εκ του ότι υφίσταται και ανταπαίτηση. Ως η βούληση των πλευρών, οι μάρτυρες κάθε πλευράς κατέθεσαν τόσο σε σχέση με την απαίτηση όσο και με την ανταπαίτηση. Άλλωστε, η συγκεκριμένη βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης είναι αλληλένδετη. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προήλθε από τέσσερεις μάρτυρες. Ο XXXXX Δημητρίου (Μ.Ε.1), μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του αφού αναφέρθηκε στο νομικό καθεστώς των Εναγόντων, προχώρησε με αναφορά στα γεγονότα στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των Εναγόντων. Κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφα των εν λόγω συμφωνιών δανείου και πιστωτικών καρτών (Τεκμήρια 3, 4 και 5) για να προχωρήσει με αναφορά και κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου των συμφωνιών ενεχυρίασης μετοχών από Εναγόμενες 1 και 4, αμφότερες ημερομηνίας 13.11.2006 (Τεκμήρια 6 και 7 αντιστοίχως). Αναλόγως έπραξε σε σχέση με τις συμφωνίες εγγύησης των Εναγομένων 2, 3 και 4 (Τεκμήρια 8, 9 και 10 αντιστοίχως). Ο Μ.Ε.1 περαιτέρω αναφέρθηκε σε καθυστερήσεις που παρουσιάστηκαν στους εν λόγω λογαριασμούς για να καταθέσει αντίγραφα των επιστολών ημερομηνίας 23.5.2010 και 18.6.2010 (τερματισμού) (Τεκμήρια 11 και 12 αντιστοίχως). Στη βάση και πάλι των δικογραφημένων θέσεων των Εναγόντων, ο Μ.Ε.1 περαιτέρω προέβηκε σε ισχυρισμούς του προς απόρριψη των υπερασπίσεων και ανταπαίτησης των Εναγομένων. Κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 1-12 και, κατά την αντεξέταση του, τα Τεκμήρια 13-17. Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Ε.1 εξήγησε, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε εμπλοκή στην ετοιμασία και υπογραφή των συμφωνιών. Δεν εντόπισε τα πρωτότυπα των εγγράφων που κατέθεσε, τα οποία φυλάγονταν σε άλλο φάκελο και πρέπει να έχουν χαθεί στις μετακινήσεις λόγω της συγχώνευσης των τραπεζών. Το τι γνωρίζει είναι από το φάκελο των πελατών τον οποίο έχει στην κατοχή του. Ο XXXXX Κουντούρης (Μ.Ε.2), μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, εξήγησε τον τρόπο πρόσβασης που έχει στους λογαριασμούς και αρχείο των Εναγόντων. Κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμού των επίδικων τριών λογαριασμών (Τεκμήριο 18,19 και 20) και εξήγησε τον τρόπο τήρησης αυτών καθώς επίσης τον έλεγχο που ο ίδιος διενήργησε αναφορικά με τις καταχωρήσεις σ' αυτές σε αντιδιαστολή με τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο των Εναγόντων. Εξήγησε επίσης τα όσα αφορούν τους αριθμούς των εν λόγω λογαριασμών. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε και ανέλυσε επίσης αναδομημένη κατάσταση (Τεκμήριο 21) του λογαριασμού δανείου με επιτόκιο 8.25% αντί 14%, μειώνοντας την αξίωση αυτή των Εναγόντων σε €123.515,17 πλέον τόκο προς 8.25% δηλαδή το συμβατικό επιτόκιο πλέον 2% τόκο υπερημερίας) και εξηγώντας τον τρόπο υπολογισμού. Εξήγησε, περαιτέρω, τον τρόπο υπολογισμού των καταστάσεων που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς καρτών, ισχυριζόμενος ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται τα ποσά που αξιώνονται με την αγωγή. Παρά, όμως, τούτο, οι αξιώσεις περιορίζονται ως εξής: «(α) €115.195,55, πλέον €8.319,62 ως εναπομείναντες οφειλόμενοι τόκοι από τις 30/06/2010 μέχρι την 31/12/2011, πλέον τόκο προς 8,25% από 01/01/2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, αναφορικά με τον λογαριασμό του Δανείου υπ' αρ. XXXXX9167, στην βάση των αιτιών αγωγής που αναφέρονται στο αιτητικό της επίδικης αγωγής. (β) €5.748,68 πλέον τόκο προς 9% επί του ποσού των €5.748,68 από την 01/07/2010 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, αναφορικά με τον λογαριασμό της Κάρτας τύπου «VISA» με αριθμό κάρτας XXXXX 9259 και με αριθμό λογαριασμού XXXXX7013, στην βάση των αιτιών αγωγής που αναφέρονται στο αιτητικό της επίδικης αγωγής. (γ) €2.960,02 πλέον τόκο προς 9% επί του ποσού των €2.897,27 από την 01/09/2010 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, αναφορικά με τον λογαριασμό της Κάρτας τύπου «Laikitravel» με αριθμό κάρτας XXXXX8219 και με αριθμό λογαριασμού XXXXX7012, στην βάση των αιτιών αγωγής που αναφέρονται στο αιτητικό της επίδικης αγωγής.» Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Ε.2 απάντησε στα ερωτήματα του συνηγόρου των Εναγομένων, εμμένοντας και εξηγώντας περαιτέρω τις θέσεις των Εναγόντων . Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 22 που αφορά τις διάφορες μεταβολές επιτοκίου. Ο XXXXX Χατζησπύρου (Μ.Ε.3), λειτουργός στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, στο Τμήμα Εκκαθάρισης και Διακανονισμού, ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 κατέχει σήμερα τέσσερεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ενεχυριασμένες στην ίδια (Τεκμήριο 23) και η Εναγόμενη 4 κατέχει 40000 μετοχές της εταιρείας Πανδώρα Επενδύσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ενεχυριασμένες επίσης στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Τεκμήριο 24). Δεν γνώριζε την αξία των εν λόγω μετοχών. Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Ε.3 εξήγησε το πως παραμένει ο εν λόγω αριθμός μετοχών ως ανωτέρω αναφέρεται. Κατέθεσε δε, ενώπιον του Δικαστηρίου, το Τεκμήριο 25. Ο XXXXX Βανέζης (ΜΕ 4), υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου στο τμήμα ανάκτησης χρεών, ως προϊστάμενος της ομάδας δικαστηριακών λειτουργών, με αναφορά στο Τεκμήριο 18 (κατάσταση του επίδικου λογαριασμού δανείου), εξήγησε ότι κεφαλαιοποίηση του τόκου γίνεται δύο φορές το χρόνο, την 1ην Ιανουαρίου και την 1ην Ιουλίου κάθε έτους. Αναλύοντας τις θέσεις του με παραδείγματα, ο ΜΕ 4 κατέθεσε, ως Τεκμήριο 26 ενώπιον του Δικαστηρίου, τον τρόπο υπολογισμού. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά των Εναγομένων προήλθε από δύο μάρτυρες. Η Εναγόμενη 4 (ΜΥ 1), μέσω γραπτής της δήλωσης, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, δήλωσε ότι γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και αρχικά προέβηκε σε παράθεση των όσων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων, οδήγησαν στις επίδικες συμφωνίες. Η ΜΥ 1, με λεπτομέρεια, παρέθεσε τους ισχυρισμούς της στη βάση, κυρίως, των δικογραφημένων θέσεων των Εναγομένων, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 27 - 35 (αναφορά γίνεται κατωτέρω όπου καθίσταται αναγκαίο), για να εισηγηθεί, αφενός, ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν είναι έγκυρες και ουδέποτε τερματίστηκαν και, αφετέρου, ότι το αναφερόμενο οφειλόμενο ποσό προέκυψε λόγω της αμέλειας και παραβάσεων καθηκόντων των Εναγόντων. Οι δύο πλευρές κατέθεσαν από κοινού τα Τεκμήρια 36 και 37 τα οποία δείχνουν την αξία των μετοχών της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και της Πανδώρα Επενδύσεις Δημόσια Λτδ (αντιστοίχως) κατά τον Οκτώβριο του έτους 2008. Ο XXXXX Αναστασιάδης (ΜΥ 2), εγκεκριμένος λογιστής, ανέφερε ότι έχει γραφείο που προσφέρει συμβουλευτικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Με αναφορά στα Τεκμήρια 3 και 18, ο ΜΥ 2 εξήγησε ότι διεξήγαγε έρευνα υπολογισμού του πραγματικού υπολοίπου και κατέληξε στα όσα εξηγούνται στην έκθεση την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 38. Ο μάρτυρας περαιτέρω κατέθεσε τα Τεκμήρια 39 - 41. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το ορθό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου στις 31.12.2011 ανέρχεται σε €118.898,46. H παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου v. Παναγιώτου,
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη,
(1995)1 ΑΑΔ 207). Μετά από τη σκιαγράφηση της ακροαματικής διαδικασίας, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Όπου κρίνεται σκόπιμο, γίνεται αναφορά κατωτέρω. Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω την ευκαιρία, όπως ανάφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πολύ καλή είναι η εντύπωση που μου προκάλεσαν και οι τέσσερεις ΜΕ. Η αντίληψη μου αυτή είναι αποτέλεσμα τόσο της ζωντανής παρουσίας του καθενός στο Δικαστήριο ενώ κατέθεταν, όσο και με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Με άνεση και σαφήνεια παρέθεσαν αυτά που είχαν να πουν στο Δικαστήριο σχετικά με την παρούσα υπόθεση, χωρίς να διστάζουν να περιοριστούν στα όσα οι ίδιοι γνώριζαν, αποκαλύπτοντας συνάμα την πηγή της γνώσης τους. Σαφώς, γίνεται αντιληπτό ότι μετέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα εντόπισαν στο φάκελο των συγκεκριμένων συναλλαγών και συμφωνιών, ενώ τα λεγόμενα και ισχυρισμοί τους φαίνεται να υποστηρίζονται από τη γραπτή μαρτυρία. Εξηγήθηκε, συναφώς, η μη ανεύρεση πρωτοτύπων εγγράφων και οι λόγοι γι' αυτό, ενώ ο κάθε ένας από τους ΜΕ περιορίστηκε στα όσα ο ίδιος κατέστη γνώστης. Ο δε ΜΕ 3, μετέφερε τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν στα μητρώα του ΧΑΚ. Έχω αποκομίσει και για τους τέσσερεις ΜΕ την εντύπωση ότι πρόκειται για μάρτυρες που προσήλθαν στο Δικαστήριο για να το βοηθήσουν να καταλήξει στα συμπεράσματά του. Δεν έχω εντοπίσει στη μαρτυρία τους οποιοδήποτε σημείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία τους ως μάρτυρες. Ακόμη και στα σημεία της μαρτυρίας τους όπου αναφέρονταν συμπερασματικά σε γεγονός, παρέθεσαν τους λόγους για τούτο. Συνεπώς, παρά το ότι είναι το Δικαστήριο που καλείται να καταλήξει σε τέτοια συμπεράσματα, η εικόνα των ΜΕ ως αξιόπιστων μαρτύρων δεν αναιρείται. Αντίθετη είναι η εντύπωση που απεκόμισα από τους δύο ΜΥ. Ξεκινώντας από τη ΜΥ 1, δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής μου η επιμονή της να παραθέσει ισχυρισμούς που αφορούν χρονικά περίοδο πριν τις επίδικες συμφωνίες με σκοπό να αποδείξει τον συμφωνηθέντα τρόπο αποπληρωμής. Όμως οι ισχυρισμοί της αυτοί αντικρούονται από αυτό το ίδιο το Τεκμήριο 3, στο οποίο ξεκάθαρα προνοείται τρόπος αποπληρωμής, αφενός, με επιπρόσθετη πρόνοια ότι η οφειλέτιδα θα μπορεί να προβαίνει σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών όποτε το ζητήσει με συγκεκριμένη διαδικασία. Περαιτέρω, η ΜΥ 1 δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι έλαβαν μόνο την ειδική συμφωνία και όχι τον κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων και τους γενικούς όρους και κανονισμούς. Και σε αυτό όμως διαψεύδεται από τα όσα αναφέρονται στο υπογεγραμμένο έγγραφο της ειδικής συμφωνίας. Από δε τα Τεκμήρια 8, 9 και 10 (έγγραφα εγγύησης) προκύπτει ότι ο κάθε ένας από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ενημερώθηκε πλήρως για τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου, τον τρόπο αποπληρωμής και άλλες πρόνοιες, ενώ δεν ήθελαν να συμβουλευτούν δικηγόρο. Περαιτέρω, ενώ γίνεται πολύς λόγος για την πώληση ενεχυριασμένων μετοχών και την αξία τους, που αποτελεί βάση και της ανταπαίτησης, εμφανώς προκύπτει ότι η αξία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 36 και 37) αφορά άλλο χρονικό διάστημα από αυτό που τα Τεκμήρια δείχνουν αίτημα για πώληση, ενώ για την εν λόγω περίοδο δεν προκύπτει γραπτή απαίτηση πώλησης, ως τα συμφωνηθέντα. Περαιτέρω, ενώ τίθεται ισχυρισμός ότι δεν αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού, καμία μαρτυρία δεν δόθηκε σε σχέση με την Εναγόμενη 1 ενώ για τους εγγυητές, στα Τεκμήρια 8, 9 και 10 γίνεται πρόνοια για αμάχητο τεκμήριο. Και ενώ επίσης προκύπτει γνώση για ύπαρξη καθυστερήσεων, ως η επιστολή - Τεκμήριο 33 - καμία αναφορά ή διαμαρτυρία δεν φαίνεται σε σχέση με την ύπαρξη οφειλής ή με μη αποστολή καταστάσεων. Ούτε γίνεται αναφορά για κάτι τέτοιο στα όσα αφορούν τις συνομιλίες με συγκεκριμένη υπάλληλο της Τράπεζας. Έχω αποκομίσει την εντύπωση ότι η ΜΥ 1 απέδωσε την εικόνα πραγμάτων που οι Εναγόμενοι έχουν σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες, παραγνωρίζοντας τη νομική πτυχή, ως προβάλλει από τα έγγραφα που υπογράφτηκαν. Στο πλαίσιο αυτό, δεν έγινε πλήρης αποκάλυψη γεγονότων. Δεν αποδέχομαι την εκδοχή των Εναγομένων ως τέθηκε από την ΜΥ 1 στη βάση της ως άνω αξιολόγησης και της θεώρησης μου περί αναξιοπιστίας της μαρτυρίας της ΜΥ 1. Από την πλευρά του, ούτε ο ΜΥ 2 με έχει πείσει με τα λεγόμενά του. Κι αυτό γιατί φαίνεται να μην είχε ολοκληρωμένο πραγματικό υπόβαθρο υπόψιν του για να ετοιμάσει την έκθεσή του. Προκύπτει να μην έχει λάβει υπόψιν όλα τα στοιχεία των επίδικων συμφωνιών. Με βάση την ως άνω αξιολόγηση, αποδέχομαι την τέλεση των αναφερομένων στα δικόγραφα συμφωνιών, τόσο σε σχέση με το επίδικο δάνειο, όσο και τις επίδικες πιστωτικές κάρτες. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η πρόθεση των μερών συνάγεται από το περιεχόμενο του συνόλου της συμφωνίας. Άφθονη είναι η νομολογία επί του θέματος της ερμηνείας εγγράφων και συμφωνιών. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση GLORY WORLDWIDE HOLDINGS LTD v. ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΟΜΟΝΟΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΑΥΤΟΥ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΑΙ/Η ΜΕΛΟΥΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΔΕΟΝΤΩΣ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟΥ, Πολ.Εφεση 57/2009, ημερ. 18.7.2012: «Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι θέμα νομικό και γίνεται από το δικαστήριο, το οποίο περιορίζεται στους όρους της συμφωνίας, μέσα από την οποία αναζητεί την πρόθεση των μερών. Το ερμηνευτικό έργου του δεν επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. (βλ. Λάμπρου v. Παράσχου κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 397 και Οικονόμου κ.α. v. Ττοφινή κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 436).» Στην υπόθεση Νίκος Λίλης v. Παρασκευούλας Ξενή
(2009)1 ΑΑΔ 217 αναφέρεται ότι: «Κάθε όρος μιας σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένος από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο εξεταζόμενο ως ένα σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση.» Όμοιες αρχές αναλύθηκαν και στην υπόθεση Γιολάντα Χατζησωτηρίου v. Kυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ.Εφ. 257/2008 ημερομηνίας 14.7.2011 στην οποία παρατίθεται και το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Θεολόγου κ.α. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407: «..συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων». Τέλος, στην υπόθεση MARKETREDS FINANCE LTD v. ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΡΔΙΚΟΥ κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 1042 αναφέρθηκαν τα εξής: « Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ΄εξαίρεση στο γενικό κανόνα εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί κάτω από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας (Μαύρου v. Θεοδώρου
(1984)1 C.L.R. 635), την πραγματική φύση της συναλλαγής (Κypio (Ι.Τ.Η.) Company v. Kassapi
(1980)2 J.S.C. 259) και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (Λοϊζίδου v. Γεωργίου
(1973)9 J.S.C. 1219)». Συνεπώς, στα εν λόγω έγγραφα το Δικαστήριο θα αναζητήσει την πρόθεση των μερών και όχι στο τι προηγήθηκε των συμφωνιών. Από το Τεκμήριο 3, ολοκληρωμένο με τους γενικούς όρους και κανονισμούς, προκύπτει ξεκάθαρα ότι προβλεπόταν καθορισμένος τρόπος αποπληρωμής διά μηνιαίων δόσεων. Προνοείτο, παράλληλα, ευχέρεια για πώληση από την οφειλέτιδα των ενεχυριασμένων μετοχών όποτε το ζητούσε με τον τρόπο που αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Επομένως, η ύπαρξη καθυστερήσεων και οφειλής προκύπτει από τη μη καταβολή δόσεων, ενώ απόλυτη ήταν η ευχέρεια να ζητηθεί πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών προς αποπληρωμή του δανείου. Εξασφαλίσεις στο εν λόγω δάνειο αποτελούσαν οι ενεχυριάσεις μετοχών (Τεκμήρια 6 και 7), ως επίσης οι προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2, 3 και 4 (Τεκμήρια 8, 9 και 10). Όσον αφορά τους λογαριασμούς δανείου και πιστωτικών καρτών, αυτοί παρουσίασαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή. Ενώ τον Οκτώβριο του έτους 2008, οι ενεχυριασμένες από τις Εναγόμενες 1 και 4 μετοχές είχαν στο χρηματιστήριο αξία ως εμφαίνεται στα Τεκμήρια 36 και 37, δεν είμαι σε θέση να καταλήξω σε εύρημα ότι ζητήθηκε, δεόντως και σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, πώληση των εν λόγω μετοχών. Για δε τα Τεκμήρια 31, 33, 34 και 35, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω την αξία μετοχών και τι θα απέφερε ενδεχόμενη πώληση τους. Συνεπώς, παρά το ότι η ενεχυρίαση μετοχών αποφέρει στον πιστωτή δικαίωμα και όχι υποχρέωση πώλησης (Λανίτη ν Hellenic Bank Public Company Ltd, Π.Ε 339/2009, ημερ.21.11.2013), στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε δικαίωμα στην οφειλέτιδα να ζητήσει πώληση. Όμως, δεν απεδείχθη, ως ανωτέρω αναλύεται, αυτό που προβάλλεται τόσο ως βάση υπεράσπισης όσο και ως βάση ανταπαίτησης. Όσων αφορά το τι προβάλλεται περί μη πληροφόρησης των Εναγομένων για τις συμφωνίες και συνεπαγόμενη ακυρότητά τους, έχω ήδη αναφερθεί στην αξιολόγηση της ΜΥ 1 για το ότι προκύπτει πλήρης ενημέρωση. Αναλόγως αποδέχομαι ότι υπήρξε πλήρης ενημέρωση και σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού και τις επιστολές - Τεκμήρια 11 και
- Σαφώς δεν υφίσταται μαρτυρία περί ταχυδρόμησης αυτών ώστε να τίθεται σε εφαρμογή το σχετικό τεκμήριο. Όμως, το σύνολο των γεγονότων μπορεί να ληφθεί υπόψη προς κατάληξη σε συμπέρασμα (βλ. μεταξύ άλλων Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παρ. 210 - 211). Εδώ προκύπτει τα αντίγραφα των εγγράφων να είναι στον τραπεζικό φάκελο. Έχουμε ως δεδομένο επίσης, από το Τεκμήριο 33, ότι επιστολή λήφθηκε από την Εναγόμενη 1 στην ίδια διεύθυνση. Παράδοξο φαντάζει η Τράπεζα να αναζητούσε πληρωμή των καθυστερήσεων αλλά να μην τερμάτισε τις συμφωνίες και να κίνησε αγωγή. Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις, από μόνη της η καταχώρηση αγωγής μπορεί να λειτουργήσει ως τερματισμός (Lombard Natwest ltd v Λαζαρίδη
(1999)1ΑΑΔ 1465, Εταιρεία J.K. Vavlites (Hotels & Leisure) Ltd v Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Πρόνοιας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού, Πολ. Εφ. 31/2013, ημερ. 30.1.2019). Τέλος, η όλη αλληλουχία επιστολών φανερώνει περισσότερο λήψη των εν λόγω εγγράφων και γνώση της ύπαρξης οφειλής, παρά πλήρη άγνοια. Σε αντιπαράθεση αυτών, παραμένει μόνο μια αφοριστική γενική άρνηση από μία εκ των Εναγομένων. Συνακόλουθα, αποδέχομαι ότι τόσο οι καταστάσεις λογαριασμών αποστέλλονταν όσο και οι επιστολές - Τεκμήρια, περιλαμβανομένης και της επιστολής τερματισμού (Τεκμήριο 12). Με δεδομένο ότι ουδέποτε τέθηκαν υπό αμφισβήτηση τα εν λόγω ποσά στις καταστάσεις, αποδέχομαι την εκδοχή των Εναγόντων ως αποτυπώνεται στα εν λόγω Τεκμήρια - καταστάσεις. Δεδομένων, επίσης, των όσων ο ΜΕ 2 έχει εξηγήσει, αποδέχομαι ότι τα οφειλόμενα ποσά είναι αυτά που ανέφερε ο ΜΕ 2 στην παράγραφο 32 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β) και στα οποία οι Ενάγοντες περιόρισαν την αξίωσή τους. Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω, επίσης, ότι τόσο η διάρκεια του ημερολογιακού έτους όσο και οι χρεώσεις τόκου, εμπίπτουν στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να ανατρέπει τέτοια θεώρηση. Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν τις αξιώσεις τους εναντίον των Εναγομένων. Αντιθέτως, οι Εναγόμενοι απέτυχαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία ικανή να υποστηρίξει τις προβαλλόμενες βάσεις υπεράσπισης, αφενός, και τη δικογραφημένη ανταπαίτηση, αφετέρου. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον όλων των Εναγομένων, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, για €115.195,55, πλέον €8.319,62 ως εναπομείναντες οφειλόμενοι τόκοι από τις 30/06/2010 μέχρι την 31/12/2011, πλέον τόκο προς 8,25% από 01/01/2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α(iv) της έκθεσης απαίτησης. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 για: (α) €5.748,68 πλέον τόκο προς 9% επί του ποσού των €5.748,68 από την 01/07/2010 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, και (β) €2.960,02 πλέον τόκο προς 9% επί του ποσού των €2.897,27 από την 01/09/2010 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον όλων των Εναγομένων, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, τα έξοδα απαίτησης και ανταπαίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....... Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο