ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 208/2018, 28/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A318 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 208/2018 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139 (Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Αιτήτρια/Εφεσείουσα -και-
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΙΖΟΥ ΑΤ.XXXXX8790 - ΛΕΥΚΩΣΙΑ
- XXXXX ΤΟΡΝΑΡΙΤΗΣ - ΑΤ.XXXXX6713, XXXXX 23 Διαμ. XXXXX XXXXX Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων _____________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εφεσείουσα: Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Καθ΄ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 1: κα Κ. Παπαδοπούλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για Καθ΄ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 3: κα Ζαχαρία για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Επιδιωκόμενες Θεραπείες Με την παρούσα Αίτηση/Έφεση η Αιτήτρια/Εφεσείουσα αξιώνει από το Δικαστήριο την έκδοση των πιο κάτω Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει την Απόφαση/Ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 4/4/2018 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή τερματίζει την Απόφαση/Ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 23/5/2018 και που επισυνάπτεται με την παρούσα ως Παράρτημα Β. Γ. Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στις Αποφάσεις/Ειδοποιήσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 4/4/2018 και 23/5/2018 (Παράρτημα Α και Παράρτημα Β). Δ. Διάταγμα και/ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ε. Διάταγμα και/ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 25 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΣΤ. Διάταγμα και/ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ζ. Διάταγμα και/ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η. Διάταγμα και/ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν την Συνταγματική Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και τα άρθρα 30, 152, 155, 158 του Συντάγματος. Προβαλλόμενοι Λόγοι Οι Λόγοι για τους οποίους η Αιτήτρια/Εφεσείουσα προσβάλλει τις Αποφάσεις/Ειδοποιήσεις του Διευθυντή Κτηματολογίου ημερ. 4/4/2018 και 23/5/2018 είναι οι ακόλουθοι: (α) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα. (β) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει με την απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, στην Λευκωσία από τις Υποθήκες Υ.XXXXX/06, Υ.XXXXX/08, Υ.XXXXX/12 είναι άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή αντισυνταγματική καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (γ) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας βάσει του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ, ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 στην βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα Απόφαση, εξαϋλώνουν και/ή αδρανοποιούν και/ή αποστερούν και/ή περιορίζουν την περιουσία και τα περιουσιακά/ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από τις Υποθήκες Υποθήκες Υ.XXXXX/06, Υ.XXXXX/08, Υ.XXXXX/12 χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια. Με τα εν λόγω Άρθρα του Νόμου 9/1965 ο Διευθυντής του Κτηματολογίου επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση και/ή επιβάρυνση και/ή περιορισμό στην περιουσία και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας χωρίς οποιανδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση. Η εν λόγω αποστέρηση σε καμία περίπτωση δεν συντελείται με την διαδικασία της απαλλοτρίωσης. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αποστερείται του δικαιώματος της να κατέχει ως ασφάλεια και/ή ελέγχει και/ή απολαμβάνει την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία η οποία έχει υποθηκευθεί προς όφελος της έναντι τραπεζικών διευκολύνσεων. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση. (δ) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση παραβιάζει και περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της Αιτήτριας για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας βάσει του Άρθρου 25 του Συντάγματος. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ, ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 στην βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, παρεμβαίνουν στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία. Το εν λόγω δικαίωμα της Αιτήτριας παραβιάζεται χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη αλλά ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25 του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του δικαιώματος αυτού. (ε) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του Άρθρου 26 του Συντάγματος. Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ, ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 στην βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, παρεμβαίνουν στο δικαίωμα των συμβαλλομένων να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων, και/ή παρεμβαίνουν στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις και δικαιώματα της Αιτήτριας με την Καθ'ης η Αίτηση 2 και επιφέρουν αδικαιολόγητα εκ των υστέρων κατάργηση και/ή τροποποίηση της υφιστάμενης σύμβασης Υποθήκες Υ.XXXXX/06, Υ.XXXXX/08, Υ.XXXXX/12 και των όρων αυτών και/ή αποτρέπουν την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων και το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Με την εκ των υστέρων - της σύναψης των Υποθηκών Υ.XXXXX/06, Υ.XXXXX/08, Υ.XXXXX/12 - νομοθετική παρέμβαση, ήτοι με την θέσπιση των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν. 9/1965, στρεβλώνεται η βούληση των συμβαλλόμενων μερών ως προς τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων. (στ) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της Αιτήτριας, βάσει του Άρθρου 30 του Συντάγματος, να προσφεύγει στα Δικαστήρια για διεκδίκηση των αξιώσεων της και/ή για την εκτέλεση των Συμβάσεων Υποθηκών υπ' αρ. Υποθήκες Υ.XXXXX/06, Υ.XXXXX/08, Υ.XXXXX/12 και πιο συγκεκριμένα, η ενεργοποίηση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/
- (ζ) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με την Συνταγματική Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών και τα Άρθρα 30, 152, 155, και 158 του Συντάγματος. Η δικαιοδοσία του Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν εκτείνεται στην επίλυση περιουσιακών διαφορών, αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτου ή παράβαση σύμβασης οι οποίες αποτελούν αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και υπάγονται στη δικαιοδοσία πολιτικού Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση η θέσπιση από την Βουλή των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, καταστρατηγούν, μεταξύ άλλων, την αποκλειστική δικαιοδοσία και/ή εξουσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ασκεί δικαστική εξουσία επί επίλυσης περιουσιακών διαφορών και/ή θεμάτων σε σχέση με εμπράγματα δικαιώματα, και/ή ιδιοκτησιακά δικαιώματα και/ή θεμάτων παραβίασης και/ή εκτέλεσης μιας σύμβασης και/ή επίλυσης διαφορών εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Τα Άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου εκχωρούν στον Καθ'ου η Αίτηση 1, ήτοι μια μη Δικαστική Αρχή - κατά παράβαση της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και των Άρθρων 30, 152, 155 και 158 του Συντάγματος - δικαστική εξουσία και επιτρέπουν στον Καθ'ου η Αίτηση 1 να ασκεί δικαστική εξουσία κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και των άρθρων 30, 152, 155 και 158 του Συντάγματος . (η) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 152, 155, και 158 του Συντάγματος και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και, εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (θ) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τον Καθ'ου η Αίτηση 2 να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια και παραβιάζουν τις πρόνοιες των έγγραφων Υποθήκης Υ.XXXXX/06, Υ.XXXXX/08, Υ.XXXXX/12 που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ'ου η Αίτηση
- (ι) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/
- (κ) Το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ υπ' αρ. 14/13 συνάφθηκε κατά παράβαση των όρων των εγγράφων Υποθηκών Υποθήκες Υ.XXXXX/06, Υ.XXXXX/08, Υ.XXXXX/12 χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως η έγγραφη συγκατάθεση της Αιτήτριας και, επομένως, το εν λόγω ΠΩΕ είναι εξ' υπαρχής άκυρο και/ή ακυρώσιμο και χωρίς έννομα αποτελέσματα. (λ) Οι ενέργειες και/ή αποφάσεις και/ή ειδοποιήσεις που αφορούν το επίδικο ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX είναι άκυρες και/ή αντισυνταγματικές και στηρίζονται στις διατάξεις του Μέρους VIB του Ν. 9/1965 το οποίο έρχεται σε αντίθεση και/ή ασυμφωνία με τα Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 152, 155, και 158 του Συντάγματος και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και παραβιάζουν τα συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. (μ) Η εφεσιβληθείσα Απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη Ένορκη Δήλωση XXXXX Αδάμου Η παρούσα Αίτηση/Έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, λειτουργού στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων της Αιτήτριας. Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Κατά ή περί την 5/9/2006, 24/10/2008 και 1/3/2012 αντίστοιχα ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας οι Υποθήκες με αριθμό Υ.XXXXX/06, Υ. XXXXX/08, Υ. XXXXX/12 αντίστοιχα από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 προς όφελος της Αιτήτριας. Τα έγγραφα των πιο πάνω Υποθηκών επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο 3 αντίστοιχα. · Οι Υποθήκες αυτές ενεγράφησαν για ποσό ΛΚ600.000, €950.000 και €500.000 πλέον τόκους αντίστοιχα. Oι Υποθήκη XXXXX/12 εξασφαλίζει τόσον τις υποχρεώσεις του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 αλλά και τις υποχρεώσεις της εταιρείας CYFAST Constructions & Recondition Ltd, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Οι άλλες 2 Υποθήκες εξασφαλίζουν μόνον τις υποχρεώσεις του Καθ΄ου η Αίτηση
- · Κατόπιν έκδοσης ξεχωριστών τίτλων εγγραφής οι Υποθήκες αυτές μεταφέρθηκαν, όπως είναι η πρακτική του Κτηματολογίου, μεταξύ άλλων, και στο επίδικο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.21/63W1 ΤΕΜ. XXXXX στην Αγλαντζιά στην Λευκωσία. Οι Υποθήκες αυτές εξασφάλιζαν και εξακολουθούν να εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα, υποχρεώσεις του Καθ' ου η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια και η Υποθήκη XXXXX/12 την εταιρεία CYFAST Constructions & Recondition Ltd. Το σύνολο των υποχρεώσεων των πιο πάνω οφειλετών προς την Τράπεζα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 οφείλει κατά/ή περί την 7/6/2018 στην Αιτήτρια συνολικό ποσόν ύψους €2.672.365,34 δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που του έχουν παραχωρηθεί από την Αιτήτρια. Δέσμη σχετικών συγκεντρωτικών καταστάσεων λογαριασμών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Τα δε οφειλόμενα προς την Αιτήτρια ποσά από την εταιρεία CYFAST Constructions & Recondition Ltd ανέρχονται σήμερα σε €14.004.515,
- Δέσμη σχετικών συγκεντρωτικών καταστάσεων λογαριασμών επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- · Η Αιτήτρια κατά/ή περί την 13/4/2018 παρέλαβε επιστολή ημερ. 4/4/2018 από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, τον «ΤΥΠΟ ΙΕ» επιστολή, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7, με την οποία την πληροφορούσαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λευκωσίας προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX Φ./Σχ. 21/63W1 Τμχ. XXXXX, στην Αγλαντζιά στη Λευκωσία που βαρύνεται με τις προς όφελος της Αιτήτριας εγγεγραμμένες Υποθήκες Υ. XXXXX/06, Υ. XXXXX/08, Υ. XXXXX/12 στο όνομα του αγοραστή/ Καθ' ου η Αίτηση 3 δυνάμει του Πωλητηρίου εγγράφου με αρ. ΠΩΕ 14/2013 και, κατ' επέκταση, με την εξάλειψη και/ή ακύρωση και/ή διαγραφή των πιο πάνω Υποθηκών. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή ή αίτηση για μεταφορά των Υποθηκών σε άλλην ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερ. 4/4/
- · Η Αιτήτρια υπέβαλε ένσταση ημερ. 30/4/2018 στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του αγοραστή/Καθ' ου η Αίτηση 3 για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Όπως διαφαίνεται ρητά από το Τεκμήριο 8 της παρούσης, η Αιτήτρια ενίσταται στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του Καθ'ου η Αίτηση 3 και, συνεπακόλουθα, στην ακύρωση και/ή εξάλειψη και/ή διαγραφή των πιο πάνω περιγραφόμενων Υποθηκών οι οποίες ενεγράφησαν και είναι εγγεγραμμένες επί του επίδικου ακινήτου. · Το Κτηματολόγιο Λευκωσίας/Καθ'ου η Αίτηση 1 απάντησε στην Αιτήτρια με επιστολή του ημερ. 23/5/2018 - την οποία η Αιτήτρια παρέλαβε στις 30/5/2018 - απορρίπτοντας την ένσταση της χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς την εν λόγω απόφαση του και την ειδοποίησε ότι, εκτός εάν προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου θα προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX Φ./Σχ. 21/63W1 Τμχ. XXXXX, στην Αγλατζιά στη Λευκωσία δυνάμει του ΠΩΕ υπ' αρ. 14/2013 στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 3 και, συνεπακόλουθα, με την απαλλαγή και/ή διαγραφή και/ή εξάλειψη των Υποθηκών Υ. XXXXX/06, Υ. XXXXX/08, Υ. XXXXX/
- Η επιστολή που απέστειλε το Κτηματολόγιο στην Αιτήτρια επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9 · Το Πωλητήριο έγγραφο που σύνηψε ο Καθ' ου η Αίτηση 2 με τον Καθ΄ου η Αίτηση 3 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η αξία του ακινήτου, με τιμές του 2013, βάσει Κτηματολογικής έρευνας, ανέρχεται στα €1.314.
- Αυτή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Εξ' όσων ο ομνύοντας λαμβάνει νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς τους νομικούς συμβούλους, αφ' ης στιγμής το επίδικο Αγοραπωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ 14/2013 συνάφθηκε κατά παράβαση των όρων των έγγραφων Υποθηκών χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως η έγγραφη συγκατάθεση της Αιτήτριας, το εν λόγω ΠΩΕ είναι εξ' υπαρχής άκυρο και/ή ακυρώσιμο και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω από έρευνα που ο ομνύοντας έχει διεξάγει στους φακέλους που διατηρεί η Αιτήτρια σε σχέση με την πιο πάνω υπόθεση καθώς και στο ηλεκτρονικό σύστημα/τραπεζικά βιβλία της Αιτήτριας δεν έχει εντοπίσει οιονδήποτε στοιχείο ή αναφορά που να υποδηλοί ή να επιβεβαιώνει ότι το προϊόν ή μέρος του προϊόντος της πώλησης του επίδικου ακινήτου έχει κατατεθεί/εισπραχθεί από την Αιτήτρια έναντι των υποχρεώσεων του Καθ' ου η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια. · Όπως φαίνεται από την Κτηματολογική Έρευνα, Τεκμήριο 11, οι Υποθήκες προηγούνται των υπόλοιπων επιβαρύνσεων που υπάρχουν στο ακίνητο με αρ. εγγρ. 0/XXXXX, ιδιοκτησίας του Καθ' ου η Αίτηση
- · Ως Τεκμήριο 12 επισυνάπτονται 2 εκτιμήσεις των γραφείων KIKIS ATHINODOROU & ASSOCIATES και ANDYS TELEMACHOU APPRAISAL LLC όπου φαίνεται ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου (με τιμές του 2017) ανέρχεται στο ποσόν των ΕUR1.660.000 KAI 1.508.000 αντίστοιχα. Λόγω του ότι το ακίνητο είναι υποκείμενο στην υφιστάμενη ενοικίαση από τον Καθ΄ου η Αίτηση 3 η αγοραία αξία του μειώνεται στο ποσόν των €980.000 και €950.000 αντίστοιχα. Το υπόλοιπο μέρος της Ένορκης Δήλωσης του XXXXX Αδάμου συνιστά κατ΄ουσίαν υιοθέτηση και επανάληψη των Λόγων Έφεσης και, επομένως, δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό. Ένσταση Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση τόσο από τον Καθ΄ου η Αίτηση 1 όσο και από τον Καθ΄ου η Αίτηση
- Τόσο από πλευράς Καθ΄ου η Αίτηση 1 όσο και από πλευράς Καθ΄ου η Αίτηση 3 προβλήθηκαν οι ακόλουθοι Λόγοι Ένστασης: Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι γενικού και/ή αορίστου περιεχομένου και/ή το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης/Έφεσης όπως τα εκδώσει. Η Αιτούσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται να προσβάλλει την προσβαλλόμενη Ειδοποίηση ή/και Απόφαση καθότι είναι προπαρασκευαστική ή/και δεν έχει πλέον νομική ισχύ.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι ορθή, βασιζόμενη επί των Νόμων και των Κανονισμών, προϊούσα δέουσας και επαρκούς έρευνας και/ή πλήρως και/ή δεόντως αιτιολογημένη και αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών που του απονέμονται από τον Νόμο στον Καθ' ου/Εφεσίβλητο
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι πλήρως δικαιολογημένη και αιτιολογημένη, καθότι ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος 1, πριν την απόφαση του, έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά πραγματικά γεγονότα και περιστατικά, σύμφωνα με το Νόμο, τα οποία ήταν αποτέλεσμα δέουσας και/ή επαρκούς και/ή ολοκληρωμένης έρευνας.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 84/2018 είναι καθόλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΔΑ»), το πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, όπως αυτό έχει κυρωθεί, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες της επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
- Η Αιτήτρια προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, χωρίς να προβάλλει και να εξειδικεύει κατά πόσον ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος 1 προέβη σε συγκεκριμένη παράβαση του Νόμου. Περαιτέρω η Αιτήτρια δεν τεκμηριώνει και επεξηγεί με ποιο τρόπο στοιχειοθετείται η επικαλούμενη αντισυνταγματικότητα και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
- Η Αιτήτρια δεν εξηγεί, το αιτιολογικό υπόβαθρο της κατ΄ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας ώστε να δικαιολογείται ο ισχυρισμός και τοιουτοτρόπως να αποσείεται το βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού και να εκθεμελιώνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το τεκμήριο της Συνταγματικότητας του Νόμου.
- Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει αφηρημένα ζητήματα συνταγματικότητας παρά μόνο εκτός εάν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς. Η παρούσα Αίτηση/Έφεση καταχωρήθηκε απλώς και μόνο για να εξεταστεί το ζήτημα της συνταγματικότητάς του Νόμου ενώ πληρούνται όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την εφαρμογή του. Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να υπεισέρχεται σε έλεγχο του πνεύματος του νομοθέτη, παρά μόνο να εξετάζει κατά πόσον συγκεκριμένες διατάξεις που τίθενται ενώπιον του αντίκεινται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση, δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Αιτήτριας δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω Άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 του Συντάγματος.
- Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
- Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Περαιτέρω, από τον Νόμο προβλέπεται το δικαίωμα υποβολής αίτησης για μεταφορά του εμπράγματου βάρους σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή, προβλέπεται, δηλαδή, μηχανισμός για να παραμείνει η εξασφάλιση της Αιτούσας/Εφεσειούσας έναντι των χρεών του πωλητή.
- Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος και δη του δικαιώματος στην ιδιοκτησία που προστατεύει το Άρθρο 23 του Συντάγματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην Αιτούσα.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό προς την Αιτήτρια, υπάρχουν δε πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη και/ή να καταχωρήσει Αίτηση μεταφοράς της υποθήκης.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση δεν παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω Άρθρου δεν επηρεάζεται, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Ο Νόμος σε καμία περίπτωση δεν προβαίνει σε κατάργηση και/ή τροποποίηση υφιστάμενων συμβάσεων και των όρων αυτών και/ή δεν αποτρέπει την εκτέλεση τους και/ή δεν στρεβλώνει την βούληση των μερών, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την υπογραφή της Σύμβασης.
- Άνευ βλάβης του ανωτέρω Λόγου Ένστασης, εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 26 του Συντάγματος, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ήπρος προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση, δεν παραβιάζει την Συνταγματική Αρχή Διάκρισης των εξουσιών. Ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος 1 σε καμία περίπτωση δεν επέλυσε διαφορές αναγόμενες στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου και δεν άσκησε αρμοδιότητες που αποδίδει ο Νόμος και το Σύνταγμα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, παρά μόνο εφάρμοσε τον Νόμο.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση και/ή οι πρόνοιες του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί είναι πλήρως σύμφωνες με τα Άρθρα 23, 26, 28 και 29 του Συντάγματος, την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Σε καμία περίπτωση δεν είναι άδικες προς τα δικαιώματα της Αιτήτριας, αντιθέτως τίθενται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση, δεν παραβιάζει το Άρθρο 25 του Συντάγματος και/ή δεν παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και επικερδούς εργασίας και/ή δεν καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλομένων προς την Αιτήτρια ποσών, αφού δίνεται το δικαίωμα μεταφοράς των υποθηκών. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 25 του Συντάγματος, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και επιτρεπτό από το Άρθρο 25 του Συντάγματος.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση δεν παραβιάζει τις πρόνοιες των εγγράφων υποθήκης που υπογράφηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ΄ου/Εφεσίβλητου
- Η Αιτήτρια, ειδοποιήθηκε για το δικαίωμα της να υποβάλει ένσταση ή αίτηση για μεταφορά των υποθηκών της και προτίμησε να υποβάλει Ένσταση στην οποία προέβαλε ζητήματα συνταγματικότητας του Νόμου. Ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για μεταφορά της Υποθήκης σε άλλη περιουσία του Καθ' ου/Εφεσίβλητου 2, ως προνοείται από τον Νόμο.
- Οι Υποθήκες XXXXX/06, XXXXX/08, XXXXX/12 εξασφαλίζουν εμπραγμάτως την αιτούσα μέχρι το ύψος του υπολοίπου του δανείου της.
- Οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των λοιπών διατάξεων του Νόμου, συνεπώς η προσβαλλόμενη Απόφαση δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να εξετάσει τη συνταγματικότητα του παρόντος Νόμου υπό το φώς άλλων νομοθετικών διατάξεων και/ή άλλων προνοιών του ίδιου νόμου, από την στιγμή που έχουν την ίδια τυπική ισχύ μεταξύ τους.
- Το Άρθρο 44Κ του Νόμου δεν παρέχει διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται από τα Άρθρα 44ΙΗ μέχρι και 44ΚΖ του Νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα στοιχεία (α) και (β) του εν λόγω Άρθρου. Εάν ήθελε αποφασιστεί ότι παρέχεται διακριτική εξουσία στο Διευθυντή για απόρριψη της αίτησης, είναι ισχυρισμός του Διευθυντή ότι αυτή ενασκήθηκε ορθά, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση δεδομένα και/ή περιστατικά. Ένορκη Δήλωση XXXXX Χρυσοστόμου Η Ένσταση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Χρυσοστόμου, Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: § Ο Καθ' ου η Αίτηση 3 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 15/1/2013 την Σύμβαση Πώλησης ημερ. 7/12/2012 μεταξύ του XXXXX Λοΐζου - Α.Δ.Τ. XXXXX8792 (πωλητή) και του ίδιου σαν αγοραστή για τη διώροφη κατοικία στο τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ, 21/63W1, Τμήμα 2 στο Δήμο Αγλαντζιάς ΠΩΕ 14/
- Δέσμη εγγράφων που περιέχει (α) Αντίγραφο της Αίτησης κατάθεσης αντιγράφου της Συμβάσεως πωλήσεως ακίνητης ιδιοκτησίας (β) αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής τελών και δικαιωμάτων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, (γ) αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 7/12/2012 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Όλα τα στοιχεία της πιο πάνω κατοικίας, φαίνονται στην Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου, η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. § Στις 14/2/2018, ο Καθ' ου η Αίτηση 3, κατέθεσε στο Γραφείο του Καθ΄ου η Αίτηση 1, σύμφωνα με τον Νόμο 9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 139(Ι)/2015 την Αίτηση Μεταβίβασης ακινήτου επ΄ονόματι του αγοραστή, η οποία έλαβε τον αριθμό ΑΕΑ 84/18 (Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών). Αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως μαζί με αντίγραφο της απόδειξης είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. § Μαζί με την αίτηση του ο Καθ' ου/Εφεσίβλητος 3 προσκόμισε Βεβαίωση από τον πωλητή για την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ). Προσκομίστηκε επίσης Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του ΠΩΕ 14/2013 αρ. Αγωγής XXXXX/2017, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε), το οποίο όμως δεν μπορούσε να εκτελεστεί αφού υπήρχαν προγενέστερα εμπράγματα βάρη. § Ακολούθως στις 27/3/2018 με επιστολή ο Καθ' ου/ Εφεσίβλητος 3, αγοραστής, ειδοποιήθηκε να προσκομίσει διάφορές φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις. Αντίγραφο της επιστολής ημερ. 27/3/2018 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 προσκόμισε (α) Βεβαίωση από το Δήμο Αγλαντζιάς, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ1), (β) Βεβαίωση από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ2) (γ) Βεβαίωση από το Τμήμα Φορολογίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ3). § Στις 4/4/2018 στάληκε προς την Αιτήτρια, με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο Ειδοποίηση (Τύπος ΙΕ) για υποβολή ένστασης στην Μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση μεταφοράς των Υποθηκών XXXXX/2006, XXXXX/2008 και XXXXX/2012 σε άλλα ακίνητα του πωλητή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Η). § Την 2/5/2018 ελήφθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, επιστολή της Αιτήτριας ημερ. 30/4/2018 με την οποία η Αιτήτρια υπέβαλλε την Ένσταση της για την μεταβίβαση του ακινήτου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ). § Η Ένσταση εξετάστηκε από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με απόφαση του οποίου απορρίφθηκε. Η απόρριψη της Ενστάσεως κοινοποιήθηκε στην Αιτούσα με επιστολή του Διευθυντή Κτηματολογίου ημερ. 23/5/2018, η οποία αποστάλθηκε στην Αιτούσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ι). § Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Δ, ο Καθ' ου η Αίτηση 3 έχει καταβάλει πλήρως το τίμημα αγοράς/πώλησης του επίδικου ακινήτου και, ως εκ τούτου, πληροί τις πρόνοιες του Νόμου για την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Ε, ο Καθ' ου η Αίτηση έχει πετύχει την έκδοση Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο διατάσσει την ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου εγγράφου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια Ζ1, Ζ2 και Ζ3, ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 έχει προβεί σε όλες τις απαιτούμενες πληρωμές των Φόρων και/ή τελών που επιτάσσει ο Νόμος. Ένορκη Δήλωση Τορναρίτη Η Ένσταση του Καθ΄ου η Αίτηση 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου στην οποία από πλευράς γεγονότων αναφέρονται τα ακόλουθα: ■ Κατά την 15/1/2013 ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας την Σύμβαση Πώλησης ημερ.7/12/2012 μεταξύ του XXXXX Λοΐζου - Α.Δ.Τ. XXXXX8792 (πωλητή) και του ιδίου σαν αγοραστή και η οποία αφορούσε διώροφη κατοικία στο τεμάχιο XXXXX, Φ/ΣΧ, 21/63W1, Τμήμα 2 στο Δήμο Αγλαντζιάς ΠΩΕ 14/
- Αντίγραφο της Αίτησης κατάθεσης αντιγράφου της Σύμβασης Πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής τελών και δικαιωμάτων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 7/12/2012, επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 αντίστοιχα. Όλα τα στοιχεία της πιο πάνω κατοικίας φαίνονται στην Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- ■ Στις 14/2/2018, ο ομνύων κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμο. Ν.9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 139(Ι)/2015, την Αίτηση Μεταβίβασης ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, η οποία έλαβε τον αριθμό ΑΕΑ 84/18 (Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών). Αντίγραφο της εν λόγω Αίτησης, μαζί με αντίγραφο της απόδειξης είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- ■ Μαζί με την Αίτηση προσκόμισε βεβαίωση από τον πωλητή για την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης (Τεκμήριο 6).Προσκομίστηκε επίσης Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του ΠΩΕ 14/
- αρ. Αγωγής XXXXX/2017, (Τεκμήριο 7),το οποίο όμως δεν μπορούσε να εκτελεστεί αφού υπήρχαν προγενέστερα εμπράγματα βάρη. ■ Κατά την 27/3/2018 ειδοποιήθηκε ο ομνύων μέσω επιστολής όπως προσκομίσει διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις (Τεκμήριο 8). Κατόπιν της ειδοποίησης προσκόμισε (α) Βεβαίωση από το Δήμο Αγλαντζιάς (Τεκμήριο 9),(β) Βεβαίωση από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας (Τεκμήριο 10)(γ) Βεβαίωση από το Τμήμα Φορολογίας (Τεκμήριο 11). ■ Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6, ο ομνύων έχει καταβάλει πλήρως το τίμημα αγοράς/πώλησης του επίδικου ακινήτου και, ως εκ τούτου, πληρούνται οι πρόνοιες που θέτει ο Νόμος για την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 7, έχει εξασφαλιστεί Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο διατάσσει την ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου εγγράφου. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 9, 10 και 11, έχει προβεί σε όλες τις απαιτούμενες πληρωμές των Φόρων και/ή των τελών που επιτάσσει ο Νόμος. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το Άρθρο 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δύναται να υποβάλει Έφεση κατά αυτής στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της εν λόγω απόφασης. Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι με τον Νόμο 142(Ι)/14 εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Ν. 9/1965 το Μέρος VIB υπό τον τίτλο «Προστασία Αγοραστών». Με το Άρθρο 44ΙΣΤ προνοείτο η αναστολή πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου για το οποίο είχε κατατεθεί Σύμβαση Πώλησης στο Κτηματολόγιο δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011μέχρι τις 4/9/2015 υπό κάποιες προϋποθέσεις. Η αναστολή των πωλήσεων ίσχυσε αρχικά μέχρι τις 30/4/2015 και διαδοχικά με δύο άλλους Νόμους παρατάθηκε μέχρι τις 4/9/2015 [Ν.53(Ι)/2015και Ν.133(Ι)/2015]. Κατά την εν λόγω ημερομηνία δημοσιεύθηκε ο Τροποποιητικός Νόμος 139(Ι)/2015, ο οποίος επεξέτεινε την προστασία αγοραστών με τα επίμαχα Άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ τα οποία προσέθεσε στο Μέρος VIB του βασικού Νόμου. Λίγες μέρες αργότερα θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι σχετικοί περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 (Κ.Δ.Π.298/15). Η ουσία των νέων αυτών Άρθρων είναι πως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης από αγοραστή (ή πωλητή) ακινήτου δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης και υπό τον όρο ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία προβαίνει «σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της Υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή.» (Άρθρο 44ΚΒ). Όπως αναφέρεται στο Άρθρο 44ΙΗ οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι 31/12/2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, επ' ονόματι του αγοραστή. Η προβλεπόμενη διαδικασία με βάση τα σχετικά Άρθρα αναλυτικά έχει ως ακολούθως: · Με βάση το Άρθρο 44ΙΘ η μεταβίβαση από τον Διευθυντή ενός ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν υποβολής σε αυτόν αίτησης, μεταξύ άλλων από τον αγοραστή ή των πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο [Άρθρο 44ΙΘ (1]). · Οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων VIAτου Νόμου 9/65 αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται συμφώνως των διατάξεων του παρόντος Νόμου όταν: (α) έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα της πώλησης, είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό [Άρθρο 44ΙΘ
(2)(α)] ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης ή μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και το καταβάλλει στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου [Άρθρο 44ΙΘ
(2)(β)]. · Ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) Υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας [Άρθρο 44Κ
(1)]. · Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΕ την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης ενημερώνοντάς τον ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της Υποθήκης [Άρθρο 44ΚΒ
(1),
(2)]. · Ο αγοραστής, πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης να υποβάλει ένσταση στον Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη είτε έχει τερματισθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου [Άρθρο 44ΚΒ
(3)]. Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται, επίσης, να αιτηθεί όπως η Υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή [Άρθρο 44ΚΒ
(4)]. · Καμία μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή σε σχέση με φόρους ή τέλη [Άρθρο 44ΚΓ]. Εξέταση Αίτησης/Έφεσης Σύντομο Ιστορικό Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τα πιο κάτω γεγονότα, όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν, είναι αναντίλεκτα και κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται: ▬ Κατά ή περί την 5/9/2006, 24/10/2008 και 1/3/2012 αντίστοιχα ενεγράφησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας οι Υποθήκες με αριθμό Υ. XXXXX/06, Υ. XXXXX/08, Υ. XXXXX/12 αντίστοιχα από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 προς όφελος της Αιτήτριας. Οι Υποθήκες αυτές ενεγράφησαν για ποσό ΛΚ600.000, €950.000 και €500.000 πλέον τόκους αντίστοιχα. Oι Υποθήκη XXXXX/12 εξασφαλίζει τόσον τις υποχρεώσεις του Καθ΄ου η Αίτηση 2 αλλά και τις υποχρεώσεις της εταιρείας CYFAST Constructions & Recondition Ltd, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Οι άλλες 2 Υποθήκες εξασφαλίζουν μόνον τις υποχρεώσεις του Καθ΄ου η Αίτηση
- ▬ Κατόπιν έκδοσης ξεχωριστών τίτλων εγγραφής οι Υποθήκες αυτές μεταφέρθηκαν, όπως είναι η πρακτική του Κτηματολογίου, μεταξύ άλλων, και στο επίδικο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.21/63W1 ΤΕΜ. XXXXX στην Αγλαντζιά στην Λευκωσία. Οι Υποθήκες αυτές εξασφάλιζαν και εξακολουθούν να εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα, υποχρεώσεις του Καθ' ου η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια, και η Υποθήκη XXXXX/12 την εταιρεία CYFAST Constructions & Recondition Ltd. ▬ Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 οφείλει κατά ή περί την 7/6/2018 στην Αιτήτρια συνολικό ποσόν ύψους €2.672.365,34 δυνάμει πιστωτικών διευκολύνσεων που του έχουν παραχωρηθεί από την Αιτήτρια. Τα δε οφειλόμενα προς την Αιτήτρια ποσά από την εταιρεία CYFAST Constructions & Recondition Ltd ανέρχονται σήμερα στα €14.004.515,
- ▬ Κατά την 15/1/2013 ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας την Σύμβαση Πώλησης ημερ.7/12/2012 μεταξύ του XXXXX Λοΐζου - Α.Δ.Τ. XXXXX8792 (πωλητή) και του ιδίου σαν αγοραστή και η οποία αφορούσε διώροφη κατοικία στο τεμάχιο XXXXX, Φ/ΣΧ, 21/63W1, Τμήμα 2 στο Δήμο Αγλαντζιάς ΠΩΕ 14/
- ▬ Στις 14/2/2018, ο Καθ' ου η Αίτηση 3, κατέθεσε στο Γραφείο του Καθ΄ου η Αίτηση 1, σύμφωνα με τον Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 139(Ι)/2015 την Αίτηση Μεταβίβασης ακινήτου επ΄ονόματι του αγοραστή, η οποία έλαβε τον αριθμό ΑΕΑ 84/18 (Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών. ▬ Μαζί με την αίτηση του, ο Καθ' ου η Αίτηση 3 προσκόμισε Βεβαίωση από τον πωλητή για την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης. Προσκομίστηκε επίσης Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του ΠΩΕ 14/
- αρ. Αγωγής XXXXX/2017 το οποίο όμως δεν μπορούσε να εκτελεστεί αφού υπήρχαν προγενέστερα εμπράγματα βάρη. ▬ Ακολούθως, στις 27/3/2018 με επιστολή ο Καθ' ου η Αίτηση 3, αγοραστής, ειδοποιήθηκε να προσκομίσει διάφορές φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 3 προσκόμισε (α) Βεβαίωση από το Δήμο Αγλαντζιάς, (β) Βεβαίωση από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας, (γ) Βεβαίωση από το Τμήμα Φορολογίας. ▬ Ο Καθ' ου η Αίτηση 3, έχει καταβάλει πλήρως το τίμημα αγοράς/πώλησης του επίδικου ακινήτου. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση 3 έχει πετύχει την έκδοση Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το οποίο διατάσσει την ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου εγγράφου. ▬ Η Αιτήτρια κατά/ή περί την 13/4/018 παρέλαβε επιστολή ημερ. 4/4/2018 από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, τον «ΤΥΠΟ ΙΕ» επιστολή, με την οποία την πληροφορούσαν ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λευκωσίας προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX Φ/Σχ. 21/63W1 Τμχ. XXXXX, στην Αγλαντζιά στη Λευκωσία που βαρύνεται με τις προς όφελος της Αιτήτριας εγγεγραμμένες Υποθήκες Υ. XXXXX/06, Υ. XXXXX/08, Υ. XXXXX/12 στο όνομα του αγοραστή/Καθ' ου η Αίτηση 3 δυνάμει του Πωλητηρίου εγγράφου με αρ. ΠΩΕ 14/2013 και κατ' επέκταση με την εξάλειψη και/ή ακύρωση και/ή διαγραφή των πιο πάνω Υποθηκών. Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να υποβάλει ένσταση στην μεταβίβαση αυτή ή αίτηση για μεταφορά των Υποθηκών σε άλλην ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρείας, θα έπρεπε να το κάμει τούτο εντός 45 ημερών από την παραλαβή της επιστολής ημερ. 4/4/
- ▬ Την 2/5/2018 λήφθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας επιστολή της Αιτήτριας ημερ. 30/4/2018, με την οποία η Αιτήτρια υπέβαλλε την Ένσταση της για την μεταβίβαση του ακινήτου. ▬ Η Ένσταση εξετάστηκε από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με απόφαση του οποίου απορρίφθηκε. Η απόρριψη της Ενστάσεως κοινοποιήθηκε στην Αιτούσα με επιστολή του Διευθυντή Κτηματολογίου ημερ. 23/5/2018 η οποία αποστάλθηκε στην Αιτούσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Νομικό Καθεστώς που διέπει την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση Εν πρώτοις θα πρέπει να διασαφηνιστεί το νομικό καθεστώς που τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Στον Νόμο 9/1965 η τελευταία τροποποίηση που επήλθε είναι μέσω του τροποποιητικού Νόμου 118(Ι)/2019 ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 26/7/
- Σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξε ο συνήγορος της Αιτήτριας, οποιαδήποτε τροποποίηση που επήλθε στο ΜΕΡΟΣ VIB των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 ένεκα της δημοσίευσης στις 26/7/2019 του προαναφερθέντος τροποποιητικού Νόμου 118(Ι)/2019 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση καθότι η διαδικασία μεταβίβασης αναφορικά με το επίδικο ακίνητο ενεργοποιήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 3 και εξετάστηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 στη βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Μέρους VIΒ του Νόμου 9/1965 ως αυτός ίσχυε πριν την τελευταία τροποποίηση που επήλθε στις 26/7/2019, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Με δεδομένο δε ότι ο τροποποιητικός Νόμος 118(Ι)/2019 δεν εισήγαγε οποιαδήποτε πρόνοια για αναδρομική ισχύ για προηγηθείσες και/ή εκκρεμούσες αιτήσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν δυνάμει του ΜΕΡΟΥΣ VIB του Νόμου 9/1965 ως ίσχυε πριν την τροποποίηση του Νόμου 9/1965, τότε δεν τίθεται και ούτε θα μπορούσε να τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα αναδρομικότητας. Είναι με άλλα λόγια σαφές στην προκειμένη περίπτωση ότι το νομικό καθεστώς που διέπει την παρούσα περίπτωση είναι εκείνο το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων του Καθ' ου η Αίτηση
- Σχετική με τα πιο πάνω είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Ξιούρουπα ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφεση 386/2010, ημερ. 15/11/2016, όπου τονίστηκαν τα εξής σχετικά: «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1..........» Επίσης σχετική είναι η υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1670 όπου επισημάνθηκε πως «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury' s, ανωτέρω, παραγ. 924)......». Εισηγήσεις για Αντισυνταγματικότητα Μελετώντας τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων προκύπτει ότι αμφότεροι έχουν επικεντρωθεί στις εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας των Άρθρων 44ΙΗ έως 44 ΚΖ του Ν.9/65. Με βάση την πάγια νομολογία διάδικος ο οποίος επιθυμεί να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας νομοθετικών διατάξεων οφείλει να καθορίσει επακριβώς τα Άρθρα του Νόμου που αμφισβητεί και τη συνταγματική διάταξη στην οποία, κατά την άποψη του, αυτά προσκρούουν. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196 «η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν». Επίσης στην υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιτταρά
(2012)1Β Α.Α.Δ.1590 επαναλήφθηκε ότι η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως, ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Λέχθηκε ακόμη ότι, σε κάθε περίπτωση, το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν. Υποστηρίχθηκε από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει ποιες διατάξεις του Νόμου και με ποιον τρόπο έρχονται σε αντίθεση με συγκεκριμένα Άρθρα του Συντάγματος. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά της Αιτήτριας λέω ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ασαφούς αναφοράς και έλλειψης εξειδίκευσης των Άρθρων του Νόμου που σύμφωνα με τις θέσεις της Αιτήτριας αντιβαίνουν το Σύνταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένο ότι οι νομοθετικές πρόνοιες που προσβάλλονται ως αντισυνταγματικές προσδιορίζονται σαφώς στην υπό κρίση Αίτηση/Έφεση (Άρθρα 44ΗΙ-44ΚΖ του Ν.9/1965) δεν θεωρώ ότι ο πιο πάνω λόγος ένστασης έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της Αιτήτριας, οι εν λόγω νομοθετικές πρόνοιες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες εις τρόπον ώστε να μην μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους. Για να το θέσω πιο απλά, στην προκειμένη περίπτωση οι επίμαχες νομοθετικές διατάξεις συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο προνοιών και, ως τέτοιες, παρουσιάζουν αυτή την συνάφεια. Στην υπό εξέταση περίπτωση έχω, λοιπόν, ικανοποιηθεί ότι οι προβαλλόμενες εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας έχουν εγερθεί με την απαραίτητη ακρίβεια και λεπτομέρεια στους Λόγους Έφεσης επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση ούτως ώστε να μπορούν να τύχουν εξέτασης στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης, υιοθετούνται δε και αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Επιπλέον θεωρώ ότι η εξέταση των εν λόγω εισηγήσεων κρίνεται σκόπιμη ενόψει του ότι θα μπορούσε να καθορίσει την τύχη και το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης. Με βάση τη πάγια νομολογία οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 ως ακολούθως: ■ Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. ■ Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. ■ Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. ■ Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Παραβίαση του Άρθρου 23 σε σχέση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας Αποτέλεσε Λόγο έφεσης ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση η οποία λήφθηκε στη βάση των Άρθρων 44ΙΗ -44ΚΖ παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος για τους εξής λόγους: § Επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση και/ή επιβάρυνση και/ή περιορισμό στην περιουσία και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας χωρίς οποιανδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση. § Η Αιτήτρια αποστερείται του δικαιώματος της να κατέχει ως ασφάλεια και/ή ελέγχει και/ή απολαμβάνει την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία η οποία έχει υποθηκευθεί προς όφελος της έναντι τραπεζικών διευκολύνσεων. § Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Άρθρο 12
(5)(α) του Ν.9/65 καθορίζει πως ««εμπράγματο βάρος»» σημαίνει άμεση επί ακινήτου απαίτηση, δικαίωμα επιβάρυνσης ή υποχρέωση, υφιστάμενη δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου» το οποίο σαφώς περιλαμβάνει υποθήκη. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χαραλάμπους κ.ά. v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 A.A.Δ. 175, η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει τα εξής: «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως η υποθήκη καθώς και τα όποια δικαιώματα ή απαιτήσεις απορρέουν από αυτή συνιστούν περιουσία η οποία εμπίπτει εντός της συνταγματικής προστασίας του Άρθρου 23, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η πλευρά του Καθ΄ου η Αίτηση 1. Η θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας που πηγάζει από τις επίδικες συμβάσεις Υποθήκης καθότι η Αιτήτρια δεν στερείται του δικαιώματος της σε περιουσία και ότι η αναφορά σε περιοριστικούς όρους στη χρήση ιδιοκτησίας οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας δεν συνιστούν στέρηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 1 να απαλλάξει το επίδικο ακίνητο από τις επίδικες Υποθήκες και να το μεταβιβάσει επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 3 ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους συνιστά, κατά την κρίση μου, ακύρωση και εξάλειψη των Υποθηκών η οποία, συνεπώς, απολήγει σε στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που απορρέουν από τις εν λόγω Υποθήκες. Επισημαίνεται δε ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας και χωρίς την καταβολή σε αυτή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, ως θα έπρεπε να είχε γίνει, σε περίπτωση που η θέση του Διευθυντή ήταν ότι η απόφασή του επιτρέπεται δυνάμει του Άρθρου 23
(3)του Συντάγματος. Με την διαγραφή των επίδικων Υποθηκών επί του υπό κρίση ακινήτου η Αιτήτρια αποστερείται της εξασφάλισης που είχε επί αυτού προς είσπραξη του λαβείν της. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η στέρηση αυτή γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων που θέτει το Άρθρο 23
(3). Όπως ρητά διαλαμβάνεται στο Άρθρο 23
(3),τέτοιος περιορισμός δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο για τους συγκεκριμένους λόγους που καθορίζονται. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τίθεται θέμα ύπαρξης λόγων δημόσιας ασφάλειας ή δημοσίων ηθών ή θέματα πολεοδομίας ή αναπτύξεως προς προαγωγή της δημοσίας ωφελείας. Όσον αφορά την ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων και δη του αγοραστή/Καθ΄ου η Αίτηση 3, προβάλλεται πως ο Νομοθέτης κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό παράκαμψε την σειρά προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών για να επιλύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων οι οποίοι βρίσκονται «εγκλωβισμένοι» παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Όπως αναφέρεται στην Πρόεδρος ν. Βουλής (Αρ. 2)
(2000)3 Α.Α.Δ. 238, εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να δικαιολογεί την αναγκαιότητα περιορισμού κάποιου θεμελιώδους δικαιώματος και η όποια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς την τεκμηριωμένη ανάγκη. Στον Ν.139
(1)/15 δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Από την Αιτιολογική Έκθεση του προκύπτει ότι σκοπός ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ΄ ονόματι εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα στην υπό εξέταση περίπτωση και, ως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του υπό κρίση Νόμου, η ψήφιση του Νόμου 139(Ι)/2015 - ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής και εξέτασης της αίτησης του Καθ' ου η Αίτηση 3 - για την εισαγωγή των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ στον Νόμο 9/1965 έγινε για να επιλύσει «. το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». Στην ουσία, σκοπός του Νόμου ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει Υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ' ονόματι του εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν επεξηγείται, όμως, για ποιο λόγο ανάμεσα στα δύο δικαιώματα γίνεται επιλογή του δικαιώματος του αγοραστή και για ποιο λόγο δεν υπήρξε πρόνοια για αποζημίωση του ενυπόθηκου δανειστή (στην προκειμένη περίπτωση της Αιτήτριας) ο οποίος με την επίδικη απόφαση αποστερείται πλήρως του περιουσιακού του δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. Αυτή η κατάσταση ουδόλως εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά στοιχεία εφόσον εκείνο το οποίο επιτυγχάνεται είναι η διασφάλιση του δικαιώματος του αγοραστή και η διαγραφή δια παντός του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της Αιτήτριας γίνεται για σκοπούς προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Όσον αφορά την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να σημειωθεί πως το «δημόσιο συμφέρον» δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβλεπόμενους στο Άρθρο 23.3 λόγους οι οποίοι θα δικαιολογούσαν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Όπως δε προκύπτει από την απόφαση Ολομέλειας στην Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 740/11, ημ. 7.10.14, η συνταγματικώς επιτρεπόμενη επιβολή απαραίτητων περιορισμών (στην άσκηση δικαιώματος ιδιοκτησίας) προς το συμφέρον της ανάπτυξης και χρήσης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, διαφέρει από τους μη επιτρεπόμενους περιορισμούς για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος[1]. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως ούτως ή άλλως ούτε στις επίμαχες διατάξεις του Νόμου Ν.139
(1)/2015 αλλά ούτε και στην Αιτιολογική Έκθεση αυτού περιέχεται οποιαδήποτε επίκληση και/ή προσδιορισμός λόγων «δημοσίου συμφέροντος». Αντίθετα, εκείνο το οποίο προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου είναι ότι αυτός κατ' ουσίαν εξυπηρετεί και προστατεύει συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων - αυτή των λεγομένων «εγκλωβισμένων αγοραστών» - και όχι το σύνολο των πολιτών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7,«το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών», όπως έγινε με τον Νόμο 139(Ι)/2015. Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application Νο. 8793/1979, ημερ. 21/2/1986, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα η δικηγόρος του Καθ΄ ου η Αίτηση 1, και πάλι δεν προσφέρει καθοδήγηση στην παρούσα περίπτωση. Αφενός αυτή αφορά στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου σημειώνει πως μηχανισμός για την αναγκαστική μεταβίβαση, με εύλογη αποζημίωση, συνιστά κατάλληλη και ανάλογη μέθοδο αναπροσαρμογής του νόμου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση στον ενυπόθηκο δανειστή στο πλαίσιο του μηχανισμού μεταβίβασης στον αγοραστή. Η συνήγορος του Καθ΄ου η Αίτηση 1 υποστήριξε ότι ούτε η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή καθιστά τον Ν.139
(1)/2015 και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές προσθέτοντας ότι η αποζημίωση οφείλεται τότε μόνο αφού πρώτα αυτή καθοριστεί από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο και εφόσον η Αιτήτρια αποδείξει ότι υπέστη οποιανδήποτε ουσιώδη οικονομική ζημιά. Σε σχέση με το τελευταίο σχετικές είναι οι υποθέσεις Kirzis and others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 καθώς και η υπόθεση Lanitis Estates Ltd v. Δημοκρατίας
(1989)3(Ε) Α.Α.Δ. 3252. Παρατίθεται συναφώς το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Lanitis (ανωτέρω): «Σε μερικές προσφυγές αναφέρεται πως τέτοια αποζημίωση δεν έχει πληρωθεί στους αιτητές. Η νομολογία μας πάνω στο ζήτημα αυτό είναι ασφαλής. Η πληρωμή αποζημιώσεων, βάσει του Άρθρου 23.3, οφείλεται τότε μόνο, αφού καθοριστεί από Πολιτικό Δικαστήριο και εφόσο αποδειχθεί ενώπιόν του ότι η οικονομική αξία της ιδιοκτησίας του αιτητή έχει μειωθεί ουσιωδώς. (Νίκος Κύρζης κ.α. ν. Της Δημοκρατίας
(1965)3 Α.Α.Δ. σελ. 46).» Η πιο πάνω θέση παραβλέπει, ωστόσο, το γεγονός ότι η Αιτήτρια χάνει την εξασφάλιση της την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα επί περιουσίας η οποία μεταβιβάσθηκε σε τρίτο χωρίς αυτή να αντικατασταθεί. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη, σε τέτοια περίπτωση, οικονομικής ζημιάς. Στη βάση όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν στοιχειοθετείται επαρκώς η ανάγκη η οποία να δικαιολογεί παραβίαση και/ή παρέμβαση επί των περιουσιακών δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Αποτελεί, συνεπώς, κατάληξή μου ότι οι επίμαχες διατάξεις στον Νόμο συνιστούν αυθαίρετη και ανεπίτρεπτη επέμβαση σε περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας και, ως τέτοιες, προσκρούουν στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Παραβίαση του Άρθρου 26 σε σχέση με το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως Αποτέλεσε λόγο Έφεσης ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Υπενθυμίζεται ότι το Άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και ότι αυτό υπόκειται σε όρους ή περιορισμούς (ή δεσμεύσεις), τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων. Η πλευρά της Αιτήτριας ειδικότερα προέβαλε ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση: · Παρεμβαίνει στο δικαίωμα των συμβαλλομένων να επιλέξουν και/ή διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους των μεταξύ τους Συμβάσεων και/ή παρεμβαίνουν στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις και δικαιώματα της Αιτήτριας με τον Καθ' ου η Αίτηση
- · Επιφέρει αδικαιολόγητα εκ των υστέρων κατάργηση και/ή τροποποίηση των υφιστάμενων Συμβάσεων Υποθηκών και των όρων αυτών και/ή αποτρέπουν την εκτέλεσή τους κατά τρόπο αντίθετο με τη βούληση των συμβαλλομένων. · Οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση ούτε στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων. Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι προφανές χωρίς, πιστεύω, την ανάγκη ιδιαίτερης ανάλυσης ότι ο τροποποιητικός Νόμος 139(Ι)/2015 έχει επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στη βούληση και στο περιεχόμενο των όρων των Συμβάσεων Υποθήκης οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση
- Είναι δεδομένο ότι κατά τον χρόνο σύναψης των Συμβάσεων Υποθήκης αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν επιλέξει τους όρους της Συμφωνίας τους και γνώριζαν με ακρίβεια τη φύση και τους όρους αυτής συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους όπως πήγαζαν από αυτή. Η Αιτήτρια, έχοντας, προφανώς, υπόψη ότι θα υπήρχε εξασφάλιση μέσω των Υποθηκών προχώρησε στην παραχώρηση, προς τον Καθ' ου η Αίτηση 2, σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Με τον τροποποιητικό Νόμο 139(Ι)/2015 ξεκάθαρα διαπιστώνεται παρέμβαση σε υφιστάμενη Σύμβαση κατά τρόπο αντίθετο με τη βούληση των συμβαλλομένων όπως αυτή εκφράστηκε κατά το στάδιο σύναψης των επίδικων Συμβάσεων. Κάποια παραδείγματα που ακολουθούν θεωρώ ότι είναι ενδεικτικά. Διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, παρέμβαση στους όρους 7(γ), 8 και 9 της Υποθήκης αναφορικά με την υποχρέωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 να μην μεταβιβάσει και/ή πωλήσει και/ή αποξενώσει και/ή επιβαρύνει οποιοδήποτε μέρος του ενυπόθηκου ακινήτου κλπ. Επιπλέον, εξαλείφεται το δικαίωμα της Αιτήτριας, το οποίο απορρέει από τον όρο 4 της Υποθήκης, να πωλήσει ολόκληρο και αυτούσιο το ενυπόθηκο ακίνητο προς ικανοποίηση των οφειλών του Καθ' ου η Αίτηση
- Εν ολίγοις, καταργούνται τα δικαιώματα της Αιτήτριας που απορρέουν από τις εν λόγω Συμβάσεις να διατηρεί τις επίδικες Υποθήκες ως ασφάλεια και/ή εξασφάλιση για τα χρέη και/ή οφειλές του Καθ' ου η Αίτηση
- Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη μίας εκ των υστέρων παρέμβασης αλλά και στρέβλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων μέσω της εξάλειψης και/ή αφαίρεσης από την Αιτήτρια των δικαιωμάτων της όπως αυτά απορρέουν από τις επίδικες Συμβάσεις και, συνακόλουθα, διαφοροποίηση της πορείας της συμβατικής της σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο. Είναι απόλυτα ορθή η επισήμανση του κ. Καλλένου ότι το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο κτήμα που του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι του υφιστάμενου χρέους ανέκαθεν αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας Υποθήκης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στις υποθέσεις Louis ville Joint StockLand Bank v Radford 295 US 555
(1935)[2] και W.B.Worthern v Kanavaugh 295 US 56
(1935)οι οποίες αναφέρονται στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή και στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι όπου λέχθηκε ότι το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση έναντι ενυπόθηκου χρέους, συνιστούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας Υποθήκης. Η θέση της συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι η επίκληση του δικαιώματος μεγάλου αριθμού των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι των καλόπιστων αγοραστών ακινήτων να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες της ακίνητης περιουσίας την οποία πλήρωσαν και εξόφλησαν, μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο δημοσίου συμφέροντος για περιορισμό του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εν πρώτοις, στο Άρθρο 26 δεν προβλέπεται περιορισμός στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Κατά δεύτερο, η υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Tamasiou
(2003)1 Α.Α.Δ. 1683, διαφοροποιείται εφόσον το Άρθρο 26 του Συντάγματος προβλέπει για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα ισχύ. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου ουδεμία αναφορά γίνεται σε δημόσιο συμφέρον ή σε προστασία πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ παρά μόνο σε αριθμό εγκλωβισμένων αγοραστών. Ούτε, βεβαίως, μπορεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές είναι πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις ουσιαστικά εκθεμελιώνουν τις Συμβάσεις Υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 παραβιάζοντας τοιουτοτρόπως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Άρθρο 25 Το Άρθρο 25 του Συντάγματος αναφέρεται στο δικαίωμα που κάθε πρόσωπο έχει να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, να επιδίδεται σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία αλλά και στους όρους και περιορισμούς του δικαιώματος αυτού. Από πλευράς Αιτήτριας προβλήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση παραβιάζεται, μεταξύ άλλων, και το Άρθρο 25 του Συντάγματος, ήτοι το δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, όπως αυτή θεωρεί σωστή μέσα στο πλαίσιο του Νόμου και με σκοπό την κερδοφορία, καθότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις του Νόμου επιβάλλουν, όπως υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, αδικαιολόγητα, περιορισμούς στην άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Αιτήτριας (δέστε παράγραφο 19 Ένορκης Δήλωσης Αδάμου). Κατά το στάδιο των αγορεύσεων προβλήθηκε, επίσης ,από πλευράς Αιτήτριας ότι η μέθοδος μεταβίβασης ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 3, όπως αυτή περιγράφεται στα Άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ καθώς και οι προσβαλλόμενες Αποφάσεις/Ειδοποιήσεις του Καθ' ου η Αίτηση 1 οι οποίες βασίζονται επί των πιο πάνω προνοιών συνιστούν αντισυνταγματική εκ των υστέρων παρέμβαση και ακύρωση της επαγγελματικής ελευθερίας της Αιτήτριας ως αυτή εκδηλώθηκε νομίμως την ημερομηνία υπογραφής των επίδικων Υποθηκών και εγγραφής τους στο Κτηματολόγιο καθώς και επιζήμια ανατροπή των δεδομένων που δημιουργήθηκαν υπέρ της Τράπεζας στο πλαίσιο της νόμιμης επαγγελματικής και/ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους. Δεν έχω διαπιστώσει τα επίδικα Άρθρα να εμποδίζουν την Αιτήτρια να οργανώνει ελεύθερα την επιχειρηματική της δραστηριότητα ή να ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα ή να ακυρώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επαγγελματική της ελευθερία. Ειδικότερα, κανένα εμπόδιο δεν προκαλείται στις αποφάσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τις δανειοδοτήσεις ή τη λήψη εξασφαλίσεων σε σχέση με δάνεια που παραχωρεί ή γενικότερα την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας με βάση τη συνήθη τραπεζική πρακτική. Εν ολίγοις δεν καταδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος ή επικερδούς επιχείρησης από τα επίδικα Άρθρα, ενώ η όποια πιθανή επίδραση δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, άμεση. Παράβαση Αρχής Διάκρισης Εξουσιών Ως γνωστό η Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών είναι διάχυτη και κατοχυρωμένη στο Κυπριακό Σύνταγμα και αποκλείει την ανάληψη και άσκηση εξουσίας έξω από τη σφαίρα αρμοδιοτήτων της καθεμιάς από τις τρεις εξουσίες. Αποτέλεσε εισήγηση του κ. Καλλένου ότι οι πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ στη βάση των οποίων ο Διευθυντής του Κτηματολογίου (Καθ' ου η Αίτηση 1) εξέδωσε τις προσβαλλόμενες Αποφάσεις του παραβιάζουν την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Και τούτο γιατί ο Καθ' ου η Αίτηση 1, όπως υποστηρίχθηκε, διαγιγνώσκει αστικά και/ή περιουσιακά και/ή συμβατικά δικαιώματα και αποφασίζει επί ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και περιουσιακών διαφορών, ήτοι τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 3 δυνάμει του επίδικου Πωλητηρίου Εγγράφου και την ακύρωση των προς όφελος της Αιτήτριας εγγεγραμμένων Υποθηκών παρακάμπτοντας τη σειρά προτεραιότητας που διατηρούν οι επίδικες Υποθήκες επί του επίδικου ακινήτου. Αυτά τα ζητήματα, πρόσθεσε, πρέπει να αποφασίζονται από αρμόδιο Δικαστήριο στη βάση καταχωρημένης Αγωγής ή Έφεσης και όχι όπως έχει νομοθετικά ρυθμιστεί με τον προσβαλλόμενο Νόμο του οποίου οι προσβαλλόμενες πρόνοιες εκχωρούν ουσιαστικά στον Καθ' ου η Αίτηση 1 δικαστική εξουσία να αποφασίζει για τα θέματα αυτά. Χωρίς να το αποφασίζω τελεσίδικα ενόψει του ότι οι προηγούμενες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου έχουν ήδη καθορίσει και προδιαγράψει την έκβαση της υπό κρίση Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους Λόγους Έφεσης στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση, δεν θεωρώ ότι έχει, με βάση τις επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες, εκχωρηθεί στον Διευθυντή δικαστική εξουσία. Εν πάση περιπτώσει και, διευκρινίζω, χωρίς να αποφασίζεται το εν λόγω ζήτημα θα επεσήμανα απλώς υπό μορφή προβληματισμού ότι η απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση εμπραγμάτων βαρών όπως Υποθήκης είναι γενικότερα εξουσίες που παραχωρούνται και/ή αρμόζουν στη θέση του Διευθυντή Κτηματολογίου. Με άλλα λόγια, φαίνεται αυτές οι ενέργειες να αφορούν σε ενέργειες διοικητικής φύσεως και ουχί άσκηση δικαστικής εξουσίας ή καθ' οιονδήποτε τρόπο παρέμβαση στο έργο της δικαστικής εξουσίας. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα επίμαχα Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ του Ν.139(Ι)/2015 επί των οποίων βασίζονται οι Ειδοποιήσεις του Διευθυντή ημερ. 4/4/2018 και 23/5/2018 και οι οποίες επιτρέπουν τη διαγραφή και/ή εξάλειψη και/ή ακύρωση των Υποθηκών Υ. XXXXX/06, Υ. XXXXX/08 και Υ. XXXXX/12 επί του επίδικου ακίνητου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.21/63W1 Τεμ. XXXXX στην Αγλαντζιά στην Λευκωσία παραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, οι σχετικές Αποφάσεις του Καθ΄ου η Αίτηση 1 θα πρέπει να ακυρωθούν. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα με το οποία οι Ειδοποιήσεις και/ή Αποφάσεις του Καθ΄ου η Αίτηση 1 ημερ. 4/4/2018 και 23/5/2018 ακυρώνονται ως τα υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Γ) Διατάγματα καθώς και τα υπό στοιχεία (Δ) και (ΣΤ) Διατάγματα. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δικαιούται στα έξοδα της. Οι Καθ΄ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι 1 και 3 να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τον Καθ΄ου η Αίτηση 2, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία, θεωρώ ορθό όπως μη εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ) ............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση στην υπόθεση Κουτσελίνη (ανωτέρω): « Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 175)». [2]"This right of the mortgagee to insist upon full payment before giving up his security has been deemed of the essence of a mortgage". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο