← Κύπρος

Παναγή, εκ Λεμεσού, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 811/2011, 8/7/202

Παναγή, εκ Λεμεσού, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 811/2011, 8/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A308 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 811/2011 Μεταξύ: XXXXX Παναγή, εκ Λεμεσού, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του XXXXX Παναγή, αποβιώσαντα τέως εξ Α. Σέργιου Αμμοχώστου Ενάγοντα Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου _____________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 8 Ιουλίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Στ. Κωνσταντινίδου για Στέλλα Κωνσταντινίδου ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο: κα Μ. Τσαγγάρη για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν Απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 9/6/2020 επιτράπηκε η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου και η οποία έχει ως εξής: « Ο εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντα αναφορικά με την πολιτική έφεση αρ. 261/2006 ( σχ. Με την πολιτική έφεση 353/06) και ισχυρίζεται ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για να εξετάσει ισχυρισμό παραβίασης διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων σε εύλογο χρόνο, σε σχέση με περατωθείσες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει, σύμφωνα με το άρθρο

(6)
(1)(β) του περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε Εύλογο Χρόνο Νόμου ( Ν. 2
(1)/ 2010), το Ανωτάτο Δικαστήριο.» Το δικαίωμα διάδικου να δικαστεί η υπόθεση του εντός ευλόγου χρόνου κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 6.1 της Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (Σπανιά (ανωτέρω)). Η νομολογία των Δικαστηρίων είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην υπόθεση Γαβριηλίδη ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 405 υπογραμμίστηκε ότι: «Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος είναι ταυτόσημο με το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η επί του προκειμένου νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330: «Το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου διασφαλίζεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος και το αρ. 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση). Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατόν να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της.» Όπως ορθά επεσήμανε η κα Τσαγκάρη, το 2010 ψηφίσθηκε ο περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο Νόμος του 2010 [Ν.2(Ι)/2010] ο οποίος αποτελεί το μηχανισμό για την προώθηση αποτελεσματικής θεραπείας αναφορικά με την παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος της διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο. Απόλυτα κατατοπιστική αναφορικά με τα πιο πάνω είναι η ακόλουθη περικοπή από την πολύ πρόσφατη Απόφαση στην υπόθεση Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή 1/2019, ημερ. 28/5/2020 η οποία έχει ως εξής: «Ο Νόμος θεσπίστηκε για να δώσει δικαίωμα σε αποζημίωση όταν κατά την εισήγηση του ενάγοντα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του δεν έχουν διαγνωστεί εντός ευλόγου χρόνου. Όπως ο ίδιος ο Νόμος στο Προοίμιο του καθορίζει, υπήρξαν διάφορες ατομικές προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί παραβίασης του ευλόγου χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να διαγνωστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αιτητών σε πολιτικές υποθέσεις και προσφυγές. Η Δημοκρατία λόγω του ότι δεν υπήρχαν στην επικράτεια της μηχανισμοί αποτελεσματικής θεραπείας για την καθυστέρηση και λόγω της δέσμευσης της από το άρθρο 1 της Σύμβασης να διασφαλίζει τα δικαιώματα που περιέχονται σε αυτή, θέσπισε το Νόμο ακριβώς για να δώσει αποτελεσματική ημεδαπή θεραπεία. Ο μηχανισμός για τη διάγνωση της καθυστέρησης και οι παράμετροι της απόδοσης εύλογης αποζημίωσης έχουν διεξοδικά καταγραφεί στην πρώτη του είδους υπόθεση Κώστα Δημητρίου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα (Αρ. 1)
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 1125. Επομένως η Δημοκρατία έπραξε ό,τι ήταν δυνατό με τη θέσπιση του Νόμου ώστε να δίδεται μια διέξοδος στη διάγνωση των προβλημάτων που απορρέουν από τυχόν καθυστέρηση και, όπου αποδεικνύεται, να καταβάλλεται και ένα εύλογο ποσό ως αποζημίωση. Αυτή η δυνατότητα με τη θέσπιση του Νόμου επικροτήθηκε ως μέτρο προς την ορθή κατεύθυνση από το ίδιο το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Panayiotis Panayi v. Cyprus Appl. No. 46370/09, ημερ. 23.9.2010, προσφέροντας ως θέμα αρχής τις απαραίτητες θεραπείες προς επίλυση των καθυστερήσεων, η αποτελεσματικότητα των οποίων δεν θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί κατά την έκδοση της απόφασης.» Το Άρθρο 3
(1)του πιο πάνω Νόμου προβλέπει ότι οι πρόνοιες του Νόμου αυτού εφαρμόζονται σε σχέση με την παραβίαση του δικαιώματος προσώπων σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων τους σε εύλογο χρόνο, σε σχέση με υποθέσεις τόσο του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Με βάση τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(2)του Άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου παρέχεται σε πρόσωπο, που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε σε υπόθεση του το δικαίωμα του σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του σε εύλογο χρόνο, το δικαίωμα να προσφύγει στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το Νόμο για την απόδοση των θεραπειών που προβλέπονται σ' αυτόν. Στον πιο πάνω Νόμο διαλαμβάνεται ρητή πρόνοια σε σχέση με το αρμόδιο σε κάθε περίπτωση Δικαστήριο προς εξέταση αγωγής για παραβίαση του δικαιώματος της διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο. Πρόκειται για το Άρθρο 6 το οποίο έχει ως εξής: 6.
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παρέχεται με τον παρόντα Νόμο δικαιοδοσία να εξετάσει και αποφασίσει σε αγωγή δυνάμει των άρθρων 4 και 5 για παραβίαση του δικαιώματος σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο σε υποθέσεις που περατώθηκαν με έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης είναι - (α) Σε σχέση με υποθέσεις επαρχιακού δικαστηρίου, ο διοικητικός Πρόεδρος οποιουδήποτε επαρχιακού δικαστηρίου ο οποίος ενόσω εκκρεμούσε η υπόθεση στην οποία σύμφωνα με την αγωγή παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα σε διάγνωση αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο δεν ασκούσε τα καθήκοντά του στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η υπόθεση και δεν είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέτασή της, ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει διοικητικός Πρόεδρος που να μην ασκούσε τα καθήκοντά του στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η υπόθεση και να μην είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέταση της, ο αμέσως αρχαιότερος Πρόεδρος επαρχιακού δικαστηρίου ή άλλος δικαστής που ικανοποιεί τα πιο πάνω, ως ήθελε ορίσει για την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο, (β) σε σχέση με υποθέσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου, τρεις δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήθελε ορίσει για την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Κώστα Δημητρίου ως Διαχειριστή του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2014)1 Α.Α.Δ. 716, ο Νόμος διαχωρίζει κατά σαφή τρόπο την υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, από την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου γενικώς. Όπου δε η υπόθεση περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, τότε δύναται να εγερθεί αγωγή κατά τα Άρθρα 4 και 5 του Νόμου. Επισημάνθηκε δε ότι στο Νόμο φαίνεται να υπάρχει χωριστή αρμοδιότητα για την εκδίκαση τέτοιας αγωγής. Ειδικότερα το Άρθρο 6(ι)(α) ορίζει ότι σε σχέση με υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου, αρμόδιο Δικαστήριο εκδίκασης της αγωγής είναι ο διοικητικός Πρόεδρος ή αν αυτός είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέταση της υπόθεσης, τότε ορίζεται ο αμέσως αρχαιότερος Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου ως ήθελε αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Το Άρθρο 6
(1)(β), από την άλλη, ορίζει ότι σε σχέση με υποθέσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου αρμοδιότητα έχει Δικαστήριο που αποτελείται από τρεις Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Λίαν προσφάτως η ερμηνεία του Άρθρου 6 του Ν.2(Ι)/2010 έχει αποσαφηνισθεί με την απόφαση στην Πρωτογενή Αίτηση υπ.αρ.1/2018 Zia εκ Λευκωσίας υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας του Ismail Yusuf Zia κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 9/9/2019. Όπως συναφώς τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, «η κείμενη νομοθεσία αποκλείει την εκδίκαση ενιαίας υπόθεσης για την πρωτόδικη και τη δευτεροβάθμια διαδικασία» και ότι, εφόσον πρόκειται για περατωθείσα τελεσίδικη απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου, δικαιοδοσία ως προς την εκδίκαση γι΄αυτού του είδους τις αξιώσεις καθορίζεται να είναι ο Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, ενώ, αν η αξίωση αφορά περατωθείσα έφεση, η δικαιοδοσία εκδίκασης ανήκει σε τρία μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αρμόδιο Δικαστήριο για να εξετάσει ισχυρισμό παραβίασης διάγνωσης αστικών αδικημάτων σε εύλογο χρόνο σε σχέση με περατωθείσες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει το Δικαστήριο που αποτελείται από τρεις Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου στο βαθμό που η παρούσα υπόθεση αφορά αξίωση για την εφετειακή διαδικασία στην Πολιτική Έφεση αρ.261/2006 (σχ. με την Πολιτική Έφεση αρ. 353/2006) αυτή δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία εκδίκασης του Διοικητικού Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου και, επομένως, δεν μπορεί να τύχει εξέτασης για σκοπούς απόδοσης οποιασδήποτε θεραπείας προβλέπεται από το σχετικό Νόμο. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα του. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................................................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητή /Λ.Δ. [1] 3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με την παραβίαση του δικαιώματος προσώπων σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών τους σε εύλογο χρόνο σε υποθέσεις επαρχιακoύ δικαστηρίου ή σε υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είτε αυτές εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο πρωτόδικα ή κατ' έφεση είτε αυτές περατώθηκαν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.