ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ VTB BANK (PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LEISLER HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1076/17, 31/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A326 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1076/17 Μεταξύ: ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LEISLER HOLDINGS LIMITED ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ VTB BANK (PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY), από τη Ρωσία. ------------------ Ημερομηνία: 31/07/2020 Αίτηση ημερ.: 22/11/2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Ελεάνα Χριστοφή για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ών η Αίτηση: κ. Κλείτος Πλατής για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια που ισχυρίζεται ότι είναι πιστωτής της Εταιρείας LEISLER HOLDINGS LIMITED ζητεί διάταγμα εκκαθάρισης της πιο πάνω εταιρείας σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 209, 211, και 212 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 2, 203, 209, 211 μέχρι 214, 226, 228, 228Α, 229 και 231 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, του Άρθρου 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, και του Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων Νόμου 121
(1)/
- Το πραγματικό πλαίσιο επί του οποίου βασίζεται το Αίτημα εκκαθάρισης της εταιρείας που υιοθετήθηκε κατά την Ακρόαση της Αίτησης από την Αιτήτρια βρίσκεται στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 22/11/2017 μαζί με 15 επισυνημμένα τεκμήρια. Η Ένορκη Δήλωση γίνεται από μέλος ειδικής ομάδας ανάκτησης χρεών μίας εταιρείας που είναι Εταιρεία θυγατρική της Αιτήτριας η οποία γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί σε Ένορκη Δήλωση σε σχέση με τον λογαριασμό της Εταιρείας που ζητείται η εκκαθάριση της. Επιβεβαιώνει όλα τα γεγονότα που συνθέτουν το αίτημα της Αιτήτριας για εκκαθάριση της εταιρείας LEISLER HOLDINGS LIMITED (που θα αναφέρεται στο εξής ως η εταιρεία) το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στη οδόν Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 3 2-4 CAPITAL CENTER όροφος 9 Λευκωσία, και το ονοματικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι 2.000 διαιρεμένο σε 2.000 συνήθεις μετοχές €1 η κάθε μία. Μοναδικός μέτοχος της εταιρείας είναι η εταιρεία LLC KONSALTFINANCE. Οι Διευθυντές της Εταιρείας είναι οι O K. XXXXX Scelkonogovs, η κα XXXXX Κουρτέλλα και η κα XXXXX Σπύρου. Γραμματέας της εταιρείας είναι η εταιρεία A.T.S Services Ltd. Κατά η περί τις 09/02/17 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης με αριθμό 527/16 εξέδωσε διάταγμα ημερομηνίας 09/02/17 με το οποίο αναγνωρίζεται ως δεσμευτική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας στην Ρωσία ημερομηνίας 27/01/15 στην υπόθεση με αριθμό Α40/180079/13 μεταξύ της Αιτήτριας και της Εταιρείας, διατάσσοντας έτσι την εγγραφή και εκτέλεση της ως να ήταν απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου. Η ποιο πάνω Αλλοδαπή Απόφαση διορθώθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου στην Μόσχα ημερομηνίας 11/03/
- Η πιο πάνω Αλλοδαπή απόφαση διατάττει την καθ' ης η αίτηση εταιρεία να πληρώσει στην Πιστώτρια Εταιρεία το ποσό των €9,730,809.75 και το ποσό των 200,000 Ρωσικών Ρουβλιών ως έξοδα δίκης. Την 11/01/17 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια Γενικής Αίτησης με αριθμό 528/16 εξέδωσε Διάταγμα ημερομηνίας 11/01/17 με το οποίο αναγνωρίζεται η απόφαση του Αλλοδαπού του Δικαστηρίου ως δεσμευτική και διέταξε την εγγραφή και εκτέλεση της ως να ήταν απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου. Πρόκειται για απόφαση Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 31/03/14 στην υπόθεση Α40/180066/13 μεταξύ της Αιτήτριας και της Εταιρείας. Με την δεύτερη Αλλοδαπή απόφαση είχε διαταχθεί η πληρωμή από την εταιρεία το ποσό των €7,112,235.33 και 200.000 Ρωσικά Ρούβλια έξοδα δίκης. Την 11/01/17 το Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 529/16 εξέδωσε διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ως δεσμευτική Αλλοδαπή απόφαση Διαιτητικού δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 17/04/14 στην υπόθεση Α40/180130/13 μεταξύ της Αιτήτριας και της Εταιρείας. Ως εκ τούτου διατάχθηκε η εταιρεία όπως πληρώσει το ποσό των €3,338,126,28 και 200.000 Ρωσικά Ρούβλια ως έξοδα διαδικασίας. Το 3ον διάταγμα διατάζει επίσης την εταιρεία να καταβάλει το ποσό των 806 ευρώ για δικηγορικά έξοδα Φ.Π.Α. και €11 έξοδα επίδοσης . Την 10/02/17 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης με αριθμό 530/16 εξέδωσε Διάταγμα ημερ. 10/02/17 με το οποίο αναγνωρίζεται ως δεσμευτική για εγγραφή και εκτέλεση της 4ην απόφασης Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 21/05/14 στην υπόθεση αριθμός Α 40/180068/13 μεταξύ της Αιτήτρια και της εταιρείας. Η απόφαση διάτασσε την εταιρεία να πληρώσει το ποσό των €555,838.09 και €144,172,70 Ρωσικά Ρούβλια ως έξοδα δίκης. Στις 31/07/17 η Αιτήτρια επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην διεύθυνση της εταιρείας LEISLER HOLDINGS LTD Arch. Makariou III, 2-4, CAPITAL CENTER, Floor
- 1065 Nicosia , Cyprus και στην κα XXXXX Κουρτέλλα που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας στην εν λόγω Διεύθυνση, 4 επιστολές, ήτοι γραπτές απαιτήσεις πληρωμής χρέους που αφορούσαν τα χρέη με βάση τις 4 πιο πάνω αποφάσεις και με βάση το Άρθρο 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου και καλούσε την Εταιρεία να πληρώσει τα προαναφερόμενα χρέη εντός 21 ημερών. Αντίγραφο των απαιτήσεων που επιδόθηκαν στην εταιρεία επισυνάπτεται ως τεκμήρια 10 μέχρι
- Η εταιρεία μετά την επίδοση των πιο πάνω απαιτήσεων παρέλειψε να πληρώσει τα εξ αποφάσεως οφειλόμενα χρέη εντός 3 εβδομάδων από την ημερομηνία επίδοσης των απαιτήσεων χωρίς να δώσει οποιαδήποτε απάντηση ή εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Η Αιτήτρια είναι η μεγαλύτερη σε αξία πιστωτής της Εταιρείας στην παρούσα περίπτωση. Δικαιολογείται ο διορισμός ιδιώτη εκκαθαριστή από τους βασικούς πιστωτές της καθ' ής η Αίτηση καθότι ο διορισμός του επίσημου παραλήπτη θα προκαλούσε περιττά έξοδα και ταλαιπωρία. Εκ μέρους της Εταιρείας έχει καταχωρηθεί ένσταση. Προβάλλει ισχυρισμό ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η Εταιρεία έχει λειτουργικά κέρδη και μπορεί να πληρώσει τα χρέη της. Το χρέος των 4 απαιτήσεων δεν είναι εκκαθαρισμένες οφειλές . Στα πλαίσια των τεσσάρων αιτήσεων εκδόθηκαν τέσσερα διατάγματα αναγνώρισης και εκτέλεσης Δικαστικών αποφάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. Αυτά τα διατάγματα εκδόθηκαν κατά παράβαση και καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας . Υπό τις περιστάσεις δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο η εταιρεία να εκκαθαριστεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκή Δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους που είναι δικηγόρος της εταιρείας στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Σε όλες τις αιτήσεις γενικών αιτήσεων XXXXX/16 XXXXX/16, XXXXX/16, XXXXX/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας είχαν εκδοθεί αποφάσεις για αναγνώριση και εγγραφή της απόφασης χωρίς να εμφανιστεί η Εταιρεία. Στις 14/02/18 η Εταιρεία καταχώρησε αιτήσεις παραμερισμού σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αποφάσεις. Οι αποφάσεις του 2017 αναμένεται να παραμεριστούν και αν παραμεριστούν τότε η κατ' ισχυρισμό πιστωτής της εταιρείας δεν θα έχει καμία βάση για την θεμελίωση της αίτησης εκκαθάρισης. Ο κυριότερος λόγος για παραμερισμό των αποφάσεων στις Γενικές Αιτήσεις είναι ζήτημα δικαιοδοσίας που είναι θεμελιακό ζήτημα που διαπερνά ολόκληρη την δικαστική διαδικασία. Σημειώνονται τα ακόλουθα σε σχέση με αυτό:
- Η εγγραφή και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας διέπεται από σχετική διμερή συνθήκη και έχει κυρωθεί με τον νόμο 172
(1)/86 .
- Η συνθήκη είναι σε ισχύ .
- Με βάση την συνθήκη ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι προαναφερόμενες δικαιοδοτικές πρόνοιες πληρούνται στην ολότητα τους για να δικαιούται το Δικαστήριο να αποκτήσει δικαιοδοσία.
- Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο Αιτητής να αποταθεί πρώτα στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και η αρμόδια αρχή της χώρας που εξέδωσε την απόφαση αν κρίνει αναγκαίο να παραπέμψει την υπόθεση στο αντίστοιχο Δικαστήριο της άλλης χώρας.
- Κατ' εξαίρεση αλλοδαπός υπήκοος δύναται να αποταθεί ο ίδιος απευθείας στο Δικαστήριο της άλλης χώρας νοουμένου ότι θα ικανοποιήσει με σχετική μαρτυρία το εν λόγο Δικαστήριο ότι διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του. Στις εν λόγω αιτήσεις η πιστωτής δεν επικαλέστηκε κανένα λόγο για να αποταθεί απευθείας η ίδια στο Κυπριακό Δικαστήριο ούτε και έχει προσκομίσει μαρτυρία για το θέμα διαμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετα η έδρα της πιστωτής εταιρείας είναι στην Ρωσία. Η πιστωτής είχε και στο παρελθόν προωθήσει παρόμοια Αίτηση εναντίον άλλων προσώπων, αντίστοιχη με τις αιτήσεις αναγνώρισης αποφάσεων της αλλοδαπής του 2016, στην οποία επεδίωξε την αναγνώριση και την εγγραφή αλλοδαπής απόφασης ήτοι την υπόθεση VTB Bank (Οpen Joint Stock Company) v. Taruta Sergey Alekseyevich, άλλως Sergey Oleksiyouych Taruta κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 378/14, Απόφαση ημερομηνίας 27/06/
- Επισυνάπτεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην εν λόγω υπόθεση ως Τεκμήριο
- Σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο είχε απορρίψει την αίτηση της πιστωτή με το σκεπτικό ότι η σύμβαση έχει αυξημένη ισχύ έναντι ημεδαπού δικαίου. Υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου κατά την διαδικασία της αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης της αλλοδαπής να εφαρμόσει πιστά τις πρόνοιες του κυρωτικού νόμου ως δίκαιο με αυξημένη ισχύ που ενέχει και το στοιχείο της διακριτικής δέσμευσης . Η ανάληψη δικαιοδοσίας και η συνέχιση της διαδικασίας στο σύνολο της από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως παραβίαση της σύμβασης. Το Δικαστήριο αφού το διαπίστωσε αυτό θεώρησε περιττό να ασχοληθεί με της πρόνοιες του Νόμου 121/2000 ως δικαιοδοτική βάση για την αναγνώριση και την εκτέλεση της απόφασης . Η διαπίστωση περί έλλειψης δικαιοδοσίας επιφέρει ακυρότητα όλης της διαδικασίας αναγνώρισης της απόφασης. Τελική κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης ήταν ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας δεν μπορούσε να περιοριστεί στα πλαίσια ενδιάμεσων αιτήσεων που είχαν καταχωρηθεί στην διαδικασία αλλά είχε καθοριστικές συνέπιες για το σύνολο του διαβήματος της πιστωτής αιτήτριας σε σχέση με την εγγραφή της απόφασης κατά συνέπεια η αίτηση απορρίφθηκε. Στην παρούσα περίπτωση η πιστωτής εταιρεία γνώριζε πάρα πολύ καλά το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης αλλά εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η εταιρεία δεν εμφανίστηκε στις πιο πάνω αιτήσεις εγγραφής της απόφασης με αποτέλεσμα να εκδοθούν οι αποφάσεις υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στην παρούσα περίπτωση η πιστωτής προσπαθεί να διακρίνει την θέση της σε σχέση με την γενική αίτηση XXXXX/14 προβάλλοντας την ακόλουθη σοφιστεία ήτοι ότι (η αιτήτρια δραστηριοποιείται στην Ρωσία και στο Εξωτερικό και διαθέτει περιουσία και διεξάγει εργασίες στην Κύπρο μέσω της RCB BANK η οποία αποτελεί οργανισμό του ομίλου της αιτήτριας Όταν η πιστωτής VTB διαπίστωσε πως φάνηκε τυχερή επειδή η διοίκηση της εταιρείας δεν αντιλήφθηκε ότι οι αιτήσεις αφορούσαν την εγγραφή της απόφασης του διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας άδραξε την ευκαιρία και αποτάθηκε στο Δικαστήριο χωρίς να αποκαλύψει τις αιτήσεις, την απόφαση με το σκεπτικό νομολογίας του 2014 και το πλήρες νομικό και πραγματικό υπόβαθρο του ζητήματος με αποτέλεσμα να εκδοθεί υπέρ της η απόφαση. Στην συνέχεια η VTB εσκεμμένα καθυστέρησε την λήψη μέτρων εκτέλεσης μετά την έκδοση της απόφασης για αναγνώριση και εγγραφή ώστε η εταιρεία να μην ανησυχήσει και να διατηρήσει την πλάνη της όσο διάστημα μπορούσε. Συγκεκριμένα περίμενε 7 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης για να επιδώσει τις ειδοποιήσεις για την απαίτηση του χρέους και καταχώρησε τις αιτήσεις εκκαθάρισης 4 μήνες μετά από την επίδοση των ειδοποιήσεων. Τα γεγονότα που περιέρχονται στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης υιοθετήθηκαν από την καθ' ής η αίτηση στο σύνολο τους. Επιπρόσθετα, κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης τα μέρη συμφώνησαν σε κείμενο παραδεκτών γεγονότων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως ακολούθως:
- Το 1ο, 2ο και 4ο Διάταγμα έχουν παραμεριστεί συνέπεια σχετικών αιτήσεων παραμερισμού ημερομηνίας 14/02/18 που καταχωρήθηκαν από την καθ' ής η αίτηση . Οι αποφάσεις που παραμερίστηκαν είναι ως ακολούθως: (α) Απόφαση ημερομηνίας 08/01/19 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης XXXXX/16 αναφορικά με το 1ο Διάταγμα, (β) Απόφαση ημερομηνίας 06/12/2018 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ. XXXXX/16, αναφορικά με το 2ο Διάταγμα, (γ) Απόφαση ημερομηνίας 13/12/2018 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ. XXXXX/16, αναφορικά με το 4ο Διάταγμα.
- Η Αιτήτρια εφεσίβαλε τις ανωτέρω Αποφάσεις.
- Το 3ο Διάταγμα δεν έχει παραμεριστεί. Η σχετική αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 14/02/2018 που καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ. XXXXX/16, έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο. Επισυνάπτεται αντίγραφο της Απόφασης ημερομηνίας 18/12/2018, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ. XXXXX/16, αναφορικά με το 3ο Διάταγμα.
- Η Καθ' ής η Αίτηση δεν εφεσίβαλε την ανωτέρω Απόφαση ημερομηνίας 18/12/2018 και δεν ζήτησε την αναστολή εκτέλεσης του 3ου Διατάγματος. Διαφωνώ ότι υπάρχει ζήτημα δικαιοδοσίας που να έχει παρεισφρήσει στην όλη διαδικασία επιφέροντας ακυρότητα στην παρούσα διαδικασία. Σύμφωνα με τα γεγονότα, πιο πάνω , η Δικαστική απόφαση που θεμελιώνει την ύπαρξη του χρέους είναι αυτή που λήφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης XXXXX/
- Η αιτήτρια καταχώρησε την γενική αίτηση XXXXX/16 διά κλήσεως η οποία επιδόθηκε στην εταιρεία Leisler Holdings Ltd. To Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προχώρησε στην εγγραφή και αναγνώριση της Διαιτητικής απόφασης Δικαστηρίου της Μόσχας με αρ. Α40-180130/13 ημερομηνίας 17.4.2014 στις 11.1.
- Η εταιρεία Leisler καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.1.
- Αυτή η αίτηση εκδικάσθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και εκδόθηκε απόφαση στις 18.12.18 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση παραμερισμού. Στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού κριθήκαν ζητήματα έλλειψης αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κατά την εγγραφή και αναγνώριση της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της. Δεν έγινε αποδεκτή η θέση της εταιρείας ότι η εγγραφή της απόφασης έλαβε χώρα χωρίς το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία. Αντίθετα, αποφάνθηκε ότι η απόφαση ενεγράφη στη βάση Δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο. Σημειώθηκε ότι η αίτηση εγγραφής, που είχε γίνει με βάση τις πρόνοιες του κυρωτικού νόμου της Συνθήκης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού Δικαίου 172
(1)/86, έγινε απευθείας στην Κύπρο και ότι η θέση της VTB Bank ήταν ότι σε κάθε περίπτωση είχε προσωρινή διαμονή στην Κύπρο και ότι στη βάση του άρθρου 27
(2)του Ν. 172
(1)/86 η αίτηση υποβάλλεται απευθείας στο αρμόδιο Δικαστήριο του συμβαλλόμενου μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η αλλοδαπή απόφαση. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του θέματος με αναφορά τα πιο πάνω ότι η 'απόφαση ενεγράφη στη βάση δικαστικής απόφασης που εξεδόθη από το αρμόδιο Δικαστήριο, δηλαδή το Κυπριακό.' Αυτή η απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί και ούτε έχει ληφθεί άλλο δικονομικό διάβημα προς ακύρωση της πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης ως απόφαση που έχει ληφθεί καθ' υπέρβαση εξουσίας. Κατά συνέπεια υπάρχει σε ισχύ Δικαστική απόφαση υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της εταιρείας για το ποσό των €3,338,126.28 και 200,000 Ρωσικών Ρουβλίων έξοδα αγωγής. Περαιτέρω η αιτήτρια έχει αποδείξει θετικά τα ακόλουθα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από την εταιρεία:
- Ότι οι ειδοποιήσεις της απαίτησης για την πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού χρημάτων έχει επιδοθεί στην XXXXX Κουρτέλλα Διευθύντρια της εταιρείας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στις 31.7.
- Η κα Κουρτέλλα υπέγραψε ότι έλαβε αντίγραφο της απαίτησης για το ποσό των €3,338,126.28 πλέον δικηγορικά έξοδα.
- Ότι το ποσό έχει απαιτηθεί αλλά δεν έχει πληρωθεί εντός των 21 ημερών που προνοεί ο νόμος. Η απαίτηση δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα.
- Ότι υπάρχει σε ισχύ Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της γενικής αίτησης XXXXX/
- Σε σχέση με την πιο πάνω αδιαμφισβήτητή μαρτυρία η εταιρεία δεν έχει προβάλει κανένα γεγονός που να θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη του συγκεκριμένου χρέους που είναι το αντικείμενο της Διαιτητικής απόφασης Δικαστηρίου της Μόσχας με αρ. Α40-180130/13 ημερομηνίας 17.4.2014 στις 11.1.
- Με βάση το τεκμήριο 8 που επισυνάπτεται στην αίτηση εκκαθάρισης, ήτοι της μετάφρασης στα Ελληνικά της απόφασης του διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 17.4.2014 προκύπτει ότι το χρέος αφορούσε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης διά της οποίας χορηγήθηκε στην εταιρεία αρχικό κεφάλαιο πίστωσης επί του οποίου λογίσθηκε τόκος. Η εταιρεία δεν έχει προβάλει κανένα γεγονός με το οποίο να αμφισβητεί τα όσα καταγράφονται στην απόφαση του διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας σε σχέση με την πιστωτική σύμβαση και τις χορηγήσεις που έγιναν στην εταιρεία δυνάμει της σύμβασης. Ούτε και έχει προβάλει ως γεγονός ότι το ποσό αυτό δεν οφείλεται ή ότι έχει εξοφληθεί. Το μοναδικό επιχείρημα που έχει προβληθεί είναι ότι η απόφαση που λήφθηκε στα πλαίσια της γενικής αίτησης XXXXX/17 λήφθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Είναι θέση της Εταιρείας ότι επειδή η απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση XXXXX/17 λήφθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας η απαίτηση που έγινε δεν αφορά χρέος εκκαθαρισμένο και η αίτηση εκκαθάρισης που έχει καταχωρηθεί είναι πρόωρη. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στα άρθρα 211 μέχρι 214 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Oι λόγοι για τους οποίους η αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας μπορεί να καταχωρηθεί προδιαγράφονται στο άρθρο 211 το Κεφ. 113 ως ακολούθως: «Περιπτώσεις που η εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο
- Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (α) η εταιρεία έχει αποφασίσει με ειδικό ψήφισμα όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο· (β) γίνεται παράλειψη της παράδοσης στον έφορο εταιρειών της θέσμιας έκθεσης ή της σύγκλησης θέσμιας συνέλευσης· (γ) η εταιρεία δεν αρχίζει τις εργασίες της μέσα σε ένα έτος από τη σύσταση της ή αναστέλλει τις εργασίες της για ένα ολόκληρο έτος· (δ) ο αριθμός των μελών μειώνεται κάτω από επτά στην περίπτωση δημόσιας εταιρείας. Το Δικαστήριο χορηγεί στην εταιρεία επαρκή κατά την κρίση του προθεσμία για την άρση του λόγου διαλύσεως, και προχωρεί στην διάλυση μόνο αν η εταιρεία είτε δηλώσει εξ αρχής αδυναμία να αυξήσει τον αριθμό των μελών της, είτε δεν δυνηθεί να τον αυξήσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία· (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της· (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία· (ζ) η SE αποτυγχάνει να επανορθώσει την κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 64 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2001 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE).» Ο ειδικός λόγος που έχει επικαλεσθεί η αιτήτρια για να απαιτήσει την εκκαθάριση της εταιρείας είναι ότι αυτή είναι αναξιόχρεη, ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Θεωρεί ότι έχει αποδείξει τον πιο πάνω ισχυρισμό επειδή η εταιρεία μετά την επίδοση της απαίτησης για το ποσό των 3,338,126,28 ευρώ πλέον έξοδα δίκης που έχουν καθορισθεί παρέλειψε να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά εντός τριών εβδομάδων από την ημερομηνία επίδοσης της απαίτησης. Εφόσον ο λόγος που επικαλούνται για να ζητήσουν την εκκαθάριση της εταιρείας είναι ότι αυτή είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της σχετική νομοθετική πρόνοια που θέτει τις προϋποθέσεις για να θεωρείται ότι εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της είναι το άρθρο
- Το άρθρο 212(α) προνοεί τα ακόλουθα:
- Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας ·ή (δ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της. Ειδικότερα η αιτήτρια στηρίζεται στην διαδικασία που προδιαγράφεται στο άρθρο 212(α) για να θεμελιώσει το δικαίωμα της να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Είναι θέση της αιτήτριας ότι έχει επιδώσει νόμιμη απαίτηση πληρωμής χρέους που υπερβαίνει το ποσό των €5000 με παράδοση της απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Η εταιρεία δεν έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση πληρωμής εντός 21 ημερών από την παράδοση της απαίτησης ως εκ τούτο τεκμαίρεται ότι είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της και η αιτήτρια νόμιμα έχει προβεί στην καταχώρηση αίτησης με την οποία ζητεί την εκκαθάριση της εταιρείας για τον λόγο ότι είναι αφερέγγυα και ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της. Οι πρόνοιες του άρθρου 211 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπουν ότι εταιρεία μπορεί να διαλυθεί από το Δικαστήριο εάν δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Μία εταιρεία θεωρείται ότι δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της εάν πιστωτής αποδείξει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι έχει αποστείλει νόμιμη απαίτηση για εκκαθαρισμένο χρέος με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 212(α) και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία έχει παραλείψει να συμμορφωθεί με την απαίτηση εντός 21 ημερών. Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση αφορά χρέος που προκύπτει από δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής αίτησης XXXXX/17 για το ποσό των €3,338,126.38 πλέον δικηγορικά έξοδα που έχουν καθορισθεί στην απόφαση. Ως τεκμήριο στην αίτηση επισυνάπτεται η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας από το οποίο προκύπτει ότι το χρέος προέκυψε ως συνέπεια πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στην εταιρεία δυνάμει σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης. Το δικονομικό μέτρο με το οποίο προωθείται εκκαθάριση εταιρείας είναι εναρκτήρια αίτηση που συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Οι πραγματικές παραστάσεις των μερών καταγράφονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Επειδή τα μέρη έχουν επιλέξει απλά να υιοθετήσουν και να επιβεβαιώσουν τις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έλαβα υπόψη μου τις θετικές παραστάσεις των μερών και στην περίπτωση που υπήρχε αμφισβητούμενο πραγματικό γεγονός καθοριστικό για την επίλυση των πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται έλαβα υπόψη μου το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις. Κατά την εναρκτήρια αίτηση το Δικαστήριο οφείλει να κάνει ευρήματα γεγονότων και στο βαθμό που τα γεγονότα είναι αντικρουόμενα ή ελλιπής ο αιτητής οφείλει να τα αποδείξει με πρόσθετη μαρτυρία ή με αντεξέταση των μαρτύρων που αντικρούουν τα γεγονότα της αίτησης που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Στη υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του κ. Σάββα Ιωάννη Κασπάρη για άδεια και καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari 1 ΑΑΔ 2476
(2013)ημερ. 3.12.2013, επεξηγήθηκε ότι στα πλαίσια εναρκτήριων αιτήσεων η μαρτυρία της υπόθεσης περιορίζεται συνήθως στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της αίτησης και ένστασης. Μόνο εκεί όπου υπάρχουν αντικρουόμενα γεγονότα σημαντικά για την επίλυση των σημαντικών ζητημάτων, το Δικαστήριο πάντοτε διατηρεί την εξουσία να επιτρέψει την λήψη και προφορικής μαρτυρίας. «Η υπό κρίση απόφαση δόθηκε στα πλαίσια αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαπέτρου κατά την αγόρευσή του ενώπιόν μου προς υποστήριξη της αίτησης, με αναφορά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd ημερομηνίας 28.05.1990, η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στο οποίο με παρέπεμψε, με το οποίο συμφωνώ αναφέρει τα εξής: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. JosephancoTrading and Contracting Company[i] ). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Pennington Company Law,
(1984)1 Α.Α.Δ. 390, 4η Έκδοση, σελ. 698, αναφέρεται: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Το άρθρο 218 του Κεφ. 113 προνοεί ότι πιστωτής δύναται να αιτηθεί για την διάλυση της οφειλέτριας εταιρείας με εναρκτήρια αίτηση (petition). Ο κανονισμός 92 των Company (Winding
- up)rules του 1933 που έχει εφαρμοστεί στην περίπτωση παρουσίασης αίτησης για εκκαθάριση της εταιρείας παραπέμπει στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας ως δικονομικό πλαίσιο για ζητήματα που μπορεί να προκύψουν στην διαδικασία διάλυσης εταιρείας. Όμως, ο κ.92 προνοεί ότι οι θεσμοί της πολιτικής δικονομίας εφαρμόζονται μόνο στο βαθμό που δεν έρχονται σε αντίθεση με τους Company (Winding
- up)rules. (βλ. KMC Motors Ltd. V Jorephanco Trading and Contracting Co 1 ΑΑΔ 390
(1984)). Στην περίπτωση που γίνει αίτηση για την διάλυση εταιρείας, είναι φανερό ότι το δικονομικό μέτρο που εφαρμόζεται με βάσει τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 είναι εναρκτήρια αίτηση (petition) επομένως, δεν έχει εφαρμογή η Δ.48 διότι υπάρχει συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια που προβλέπει την διαδικασία με την οποία πιστωτής θα ζητήσει από το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για την εκκαθάριση της οφειλέτριας εταιρείας. Εν όψει των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη στο σύνολο του τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου και το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις. Oι αιτητές στηρίζονται στις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113 Περί Εταιρειών Νόμου για να ζητήσουν εκκαθάριση της εταιρείας. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) οι αιτητές πρέπει να αποδείξουν ότι το εκκαθαρισμένο χρέος που οφείλεται υπερβαίνει το ποσό των €5.000,00 και ότι έχει απαιτηθεί. Πρέπει να αποδειχθεί ότι, έχουν παρέλθει τουλάχιστον 21 ημέρες από την καθορισμένη από τον νόμο απαίτηση πληρωμής και ότι το χρέος εξακολουθεί να οφείλεται. Οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν αμφισβητήσει τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση των αιτητών δηλαδή τα γεγονότα, τα ευρήματα της διαιτητικής απόφασης στην Μόσχα ότι υπήρχε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, ότι παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία και ότι παρέλειψε να πληρώσει τα οφειλόμενα ή ότι εκδόθηκε νόμιμα η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό Α40-180130/13. Το μόνο γεγονός που αμφισβητεί είναι κατά πόσο η έγγραφη της πιο πάνω απόφασης έγινε νομότυπα στα πλαίσια της αίτησης XXXXX/16 με βάση τις πρόνοιες του κυρωτικού νόμου 172
(1)/86 για αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων που εκδόθηκαν από αλλοδαπό Δικαστήριο. Επομένως, εκείνο που αμφισβητείται δεν είναι η ύπαρξη του χρέους βάση του οποίου έγινε η απαίτηση για την πληρωμή του χρέους . Ούτε καν αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης που λήφθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας. Το μόνο γεγονός που αμφισβητείται είναι κατά πόσο ορθά έγινε η αναγνώριση και εγγραφή μίας καθόλα νόμιμης απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Διά να θεωρείται ότι ένα χρέος οφείλεται και είναι εκκαθαρισμένο ώστε να απαιτηθεί με βάση την διαδικασία που προδιαγράφεται στο άρθρο 212(α) δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να έχει γίνει αναγνώριση της απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου από το Κυπριακό Δικαστήριο ώστε αυτή να εκτελεστεί στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποστολή απαίτησης για χρέος η έκδοση δικαστικής απόφασης σε σχέση με το χρέος. Εκείνο που πρέπει να αποδείξει ο αιτητής είναι μόνο ότι το χρέος οφείλεται και ότι η εταιρεία έχει παραλείψει να το πληρώσει εντός της προθεσμίας που προνοεί το άρθρο 212 του Κεφ.
- Η εταιρεία δεν έχει προβάλει ισχυρισμό ότι το χρέος δεν οφείλεται ή ότι η διαιτητική απόφαση στην Μόσχα δεν ισχύει. Αντιθέτως, η πλευρά των αιτητών έχει αποδείξει με θετική μαρτυρία την ύπαρξη του χρέους (επισυνάπτεται ως τεκμήριο αυτούσια η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας), το ότι αυτό έχει απαιτηθεί ως ορίζει το άρθρο 212(α) και ότι η εταιρεία δεν έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση πληρωμής εντός του χρονικού διαστήματος που προβλέπει ο νόμος. Αυτά τα γεγονότα έχουν αποδειχθεί θετικά με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σ' αυτή και που επιβεβαιώνουν όλα τα γεγονότα που προβάλουν οι αιτητές με την εναρκτήρια αίτηση της εκκαθάρισης. Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα επιβεβαιώνονται με αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Λίγα είναι τα αμφισβητούμενα γεγονότα ώστε να έχει καταστεί ανάγκη η παράθεση προφορικής ή έτερης μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης εκκαθάρισης. Το μόνο γεγονός που έχει αμφισβητηθεί είναι κατά πόσο η εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης έχει γίνει νομότυπα στα πλαίσια της γενικής αίτησης XXXXX/
- Διά να στηρίξει την θέση ότι η διαιτητική απόφαση δεν έχει εγγραφή νομότυπα δεν έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία παρά μόνο έχει προβάλει νομική επιχειρηματολογία που χρησιμοποιήθηκε σε μία άλλη διαδικασία το 2014 που αφορούσε άλλη απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου, άλλο χρέος και άλλους οφειλέτες. Αντίθετα, οι αιτητές έχουν αποδείξει ότι υπάρχει σε ισχύ απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που δεν έχει εφεσιβληθεί βάση της οποίας το χρέος έχει αναγνωρισθεί και γίνει εγγραφή για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω, υπό τύπο παραδεκτών γεγονότων, οι αιτητές έχουν αποδείξει ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με βάση τα ειδικά γεγονότα αυτής της υπόθεσης έχει αποφασισθεί οριστικά και αμετάκλητα στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού της απόφασης στην αίτηση XXXXX/
- Μοναδικό επιχείρημα της εταιρείας είναι ότι στα πλαίσια μίας άλλης παλαιότερας αίτησης για εγγραφή απόφασης Δικαστηρίου της Μόσχας το 2014 που αφορά άλλη εταιρεία ως οφειλέτη δημιουργήθηκε νομολογιακό προηγούμενο που δεσμεύει την δική μας περίπτωση καθότι εκείνη η απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στα πλαίσια της απόφασης Αναφορικά με τον περί Κυρωτικό Νόμο της συνθήκης της Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών 172
(1)/86 ν VTB Bank και Arrowcrest Ltd. ECLI:CY:AD:2020:A188, πολιτική Εφεση 206/2014 ημερομηνίας 12.6.2020 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές δεν είχαν αποδείξει με μαρτυρία ότι είχαν μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στην Κύπρο και θεωρήθηκε ότι αυτό δεν θα μπορούσε να τους επιτραπεί να το κάνουν εκ των υστέρων με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην δική μας την περίπτωση αυτό το ζήτημα αποφασίσθηκε θετικά υπέρ της αιτήτριας στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού της απόφασης με βάση τις αντίστοιχες πραγματικές παραστάσεις των μερών. Σημειώνω ότι αποφάσεις που δύναται να εγγραφούν στην Κυπριακή Δημοκρατίας για σκοπούς αναγνώρισης και εκτέλεσης τους είναι αποφάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 23 του κυρωτικού νόμου. Το άρθρο 24 του νόμου θέτει τις προϋποθέσεις για την εγγραφή των αλλοδαπών αποφάσεων και το άρθρο 26 προδιαγράφει την διαδικασία για την εγγραφή των συγκεκριμένων αποφάσεων και παραπέμπει ειδικά στα άρθρα 23, 24 και 28 ( που αφορά τα συγκεκριμένα έγγραφα που πρέπει να διαβιβασθούν στο Κυπριακό Δικαστήριο προκειμένου να διενεργηθεί η δικαστική πράξη της αναγνώρισης) ως κριτήρια που πρέπει να ελέγξει το αρμόδιο Δικαστήριο στην χώρα που λαμβάνει την αίτηση προκειμένου να διενεργήσει την αναγνώριση της απόφασης. Το άρθρο 27 δίνει την δυνατότητα σε πρόσωπο που δεν βρίσκεται στην επικράτεια της χώρας της αναγνώρισης και εγγραφής της απόφασης να κινηθεί μέσω του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Δηλαδή το αίτημα διαβιβάζεται μέσω του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση προς το αρμόδιο Δικαστήριο που θα αναγνωρίσει και θα εγγράψει την απόφαση. Ο κυρωτικός νόμος θεσπίσθηκε το 1986, δηλαδή πριν την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν τα ταξίδια υπηκόων της Σοβιετικής Ένωσης ήταν λίγα. Η σύμβαση κατέστη δυνατόν για πρόσωπο που βρίσκεται στην Ρωσία να διενεργηθεί η διαδικασία της αναγνώρισης εξ' αποστάσεως έτσι που να απαλλάσσεται αιτητής από την υποχρέωση να ταξιδεύσει στην Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να καταχωρήσει το αίτημα του. Στην περίπτωση που ο αιτητής βρισκόταν ήδη στην επικράτεια της χώρας αναγνώρισης της απόφασης , είτε επειδή διαμένει εκεί μόνιμα ή προσωρινά είχε την επιλογή να καταχωρήσει την αίτηση απευθείας. Στην δική μας την περίπτωση η αίτηση φαίνεται, σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, να καταχωρήθηκε απευθείας επειδή οι αιτητές διεξάγουν εργασίες στην Κύπρο διαφορετικά δεν θα είχαν αντιπρόσωπο στην Κύπρο που θα μπορούσε να διενεργήσει την καταχώρηση εκ μέρους τους. Το Επαρχιακό Δικαστήριο προχώρησε στην εγγραφή της απόφασης ενόψει των πιο πάνω διότι διαπίστωσε ότι η αίτηση είχε καταχωρηθεί από πρόσωπο που βρισκόταν ήδη στην Κυπριακή Δημοκρατία ήτοι από αντιπρόσωπο των αιτητών διά του οποίου διεξαγόταν εργασίες της αιτήτριας στην Κύπρο ως ισχυρίσθηκαν στην αίτηση. Στην συνέχεια αυτό το ζήτημα κρίθηκε εκ νέου στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού. Συνεπώς, επήλθε τελεσιδικία σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας με αναφορά τα συγκεκριμένα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και η απόφαση του Εφετείου στην πιο πάνω υπόθεση δεν αλλοιώνει το καθεστώς της τελεσιδικίας διότι δεν είναι δεσμευτικό προηγούμενο με την έννοια του Res Judıcata σε σχέση με τα συγκεκριμένα μέρη και τα συγκεκριμένα γεγονότα. Επομένως, οι αιτητές κρατούν μία τελεσίδικη Δικαστική απόφαση για το χρέος που το έχουν απαιτήσει διά της νενομισμένης διαδικασίας και το οποίο μέχρι σήμερα παραμένει οφειλόμενο. Στην περίπτωση που οι αιτητές ήθελαν να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εκείνης της απόφασης δεν θα υπήρχε κώλυμα. Οι αιτητές έχουν επιδώσει απαίτηση πληρωμής στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία δυνάμει της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 212(α) του Κεφ. 113. Το χρέος υπερβαίνει το ποσό των €5.000,00 και πρόκειται για εκκαθαρισμένη οφειλή διότι αποδείχθηκε θετικά η ύπαρξη του χρέους που προκύπτει δυνάμει δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρείας . Επομένως, το χρέος οφείλεται καθότι το ποσό δεν έχει ακόμη πληρωθεί. Το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 που ανέφερα πιο πάνω είναι παρόμοιο με το άρθρο 123
(1)του Insolvency Act στο οποίο απαριθμούνται οι περιπτώσεις βάση των οποίων μία εταιρεία θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, CM Schmitthaff 24th edition 1987 volume 1 Chap.88 par.88-06 pg 1366-1367 επεξηγείται ότι στην περίπτωση που ο αιτητής έχει αποστείλει απαίτηση πληρωμής δυνάμει του άρθρου 223
(1)Insolvency Act και η οφειλέτης εταιρεία αρνείται ή παραλείπει να πληρώσει το χρέος τεκμαίρεται ότι η εταιρεία δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Η μόνη δικαιολογία για την μη πληρωμή του χρέους είναι μία ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Εάν δεν αποδείξει η εταιρεία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους είναι μάταιο να αρνηθεί να πληρώσει το χρέος και το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη του αυθαίρετη απόφαση της εταιρείας να μην πληρώσει το χρέος. Στην Κυπριακή απόφαση GIP Constructions v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων,
(1991)1 ΑΑΔ 14 το Εφετείο επεξήγησε ότι η αποστολή απαίτησης πληρωμής με βάση το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας της πληρωμής των χρεών της εταιρείας. Το Εφετείο επεξήγησε περαιτέρω τις νομικές συνέπειες της διαδικασίας που ακολουθούν δυνάμει των συγκεκριμένων προνοιών του Άρθρου 212 του Κεφ. 113. Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή μέσα στα πλαίσια της γενικότερης εξέτασης του κατά πόσο η εφεσείουσα αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της δυνάμει το άρθρου 211 του Κεφ. 113, έστω και αν η μαρτυρία κάλυπτε και μια από τις εξειδικευμένες περιπτώσεις του άρθρου 212 του Νόμου. Η διαφορά μεταξύ των δύο προνοιών συνίσταται στο ότι απόδειξη μιας των εξειδικευμένων περιπτώσεων του άρθρου 212 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ενώ στην εξέταση με βάση τον γενικό ισχυρισμό του άρθρου 211 ότι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, περιλαμβανομένων και εκείνων που τυχόν θα προβάλει η εταιρεία. Αίτηση εκκαθάρισης που στηρίζεται μόνο στις πρόνοιες του άρθρου 211 και όχι το άρθρο 212(α) διαφέρει ως προς το αποδεικτικό υλικό που είναι αναγκαίο ο αιτητής να προσκομίσει για να ζητήσει την εκκαθάριση της εταιρείας. Όταν η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 211, πρέπει να αποδειχθεί με βάση τα οικονομικά δεδομένα της καθ' ης η αίτηση εταιρείας ότι αυτή αδυνατεί να πληρώνει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της, δηλαδή ότι είναι αφερέγγυα. Επί παραδείγματι στην υπόθεση να C. Phasarías Ltd. Εταιρεία Σκυροποιιας Λεωνικ Λτδ, 1Β ΑΑΔ 1457
(2009), το Εφετείο αποφάσισε ότι ήταν ανάγκη να αποδειχθεί πέραν της απαίτησης για πληρωμή και το γεγονός ότι η οφειλέτρια εταιρεία ήταν αφερέγγυα. Όμως, σε εκείνη την περίπτωση δεν μπορούσε να προχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 212α επειδή η επίδοση της απαίτησης δεν έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο. Οι πιστωτές αναγκάσθηκαν να προχωρήσουν την αίτηση μόνο στην βάση του άρθρου 212(β) και επί του άρθρου 211(ε). Οπότε εκεί δεν πέτυχε η αίτηση διότι δεν ήταν σε θέση οι αιτητές να προσκομίσουν θετική μαρτυρία γενική ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Αυτή η αίτηση αφορά απαίτηση για πληρωμή χρέους. Σε τέτοια περίπτωση αποφεύγεται η εκκαθάριση της εταιρείας εάν η οφειλέτης εταιρεία εγείρει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Χρέος το οποίο καλόπιστα αμφισβητείται έχει ερμηνευθεί στην Αγγλική υπόθεση In re Gold Mines 26 C.A. 210. Σε εκείνη την υπόθεση η εργοδότηση υπαλλήλου είχε τερματισθεί για λόγους υπαιτιότητας του υπαλλήλου. Ο υπάλληλος απαίτησε πληρωμή για μισθούς διότι τερματίσθηκε η εργοδότηση του χωρίς προειδοποίηση. Η εταιρεία αμφισβητούσε την απαίτηση του υπαλλήλου, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 110 Αγγλικών Στερλινών. Ο υπάλληλος καταχώρησε αίτηση για την διάλυση της εταιρείας και ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Η εταιρεία κατέθεσε το ποσό της απαίτησης σε μετρητά στο Δικαστήριο αφού αμφισβητούσε ότι ο υπάλληλος είχε δικαίωμα σε τέτοιο μισθό. Η πιο πάνω απόφαση δείχνει ότι δεν είναι αρκετό η απαίτηση πληρωμής να αμφισβητείται ότι οφείλεται αλλά η αμφισβήτηση πρέπει να είναι καλόπιστη και ουσιαστική. Στην Αγγλική υπόθεση In re a Company
(1997)BCC 830 ο Δικαστής Chadwick είπε τα ακόλουθα σε σχέση με την πρακτική που πρέπει να ακολουθείται όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το χρέος για το οποίο έχει καταχωρηθεί η αίτηση αμφισβητείται: «It is in my view important to re-emphasize that there is no rule of practice in this court that a petition will be struck out or dismissed merely because the company alleges that the debt is disputed. The true rule, which has existed for many years, is the rule of practice that this court will not allow a winding-up petition to be used for the purpose of deciding a substantial dispute raised on bona fide grounds». Ελεύθερη μετάφραση: «Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να τονίσω ότι δεν υπάρχει κανόνας πρακτικής της πτωχευτικής διαδικασίας που να καθορίζει ότι αίτηση διάλυσης θα πρέπει να απορριφθεί μόνο επειδή η καθ' ης η αίτηση εταιρεία ισχυρίζεται ότι το χρέος αμφισβητείται. Η πρακτική που ακολουθείται για πολλά χρόνια είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει στη διαδικασία αίτησης διάλυσης της εταιρείας να εγερθούν και να επιλυθούν διάφορα ζητήματα σε σχέση με αξίωση που αμφισβητείται καλόπιστα για λόγους ουσίας». Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα για την εκκαθάριση της εταιρείας, ακόμη και εάν το χρέος που έχει απαιτηθεί αμφισβητείται. Μόνο στην περίπτωση που εγείρεται ζήτημα ουσίας που προκύπτει από καλόπιστη πεποίθηση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν οφείλεται το εν λόγω ποσό δικαιολογείται η μη τήρηση των προνοιών του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113. Νοείται ότι το Δικαστήριο με βάση τις αρχές της επιείκειας δικαιούται να εξετάσει όλα τα δεδομένα. Δεν περιορίζεται από τις επιφανειακές παραστάσεις των μερών. Οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν προβάλει ουσιαστικό λόγο γιατί αμφισβητούν το χρέος. Παραδέχονται την ύπαρξη των ρωσικών αποφάσεων που θεμελιώνει το χρέος αλλά προβάλουν ως επιχείρημα εναντίον της εκκαθάρισης νομικές δυσκολίες ως προς την εκτέλεση των αποφάσεων στην Ρωσία χωρίς βέβαια να εκθέσουν οποιαδήποτε γεγονότα σε σχέση με την αιτία που θα είναι δύσκολη η εκτέλεση των αποφάσεων στην Ρωσία. Η γενική αναφορά στην ένσταση της εταιρείας ότι η εκτέλεση των αποφάσεων θα είναι δύσκολη πρόκειται για ένα συμπέρασμα. Από το πιο πάνω γενικό συμπέρασμα δεν γίνεται αντιληπτό κατά πόσο οι εν λόγω νομικές δυσκολίες πρόκειται για γνήσια και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους . Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η απόφαση έχει εφεσιβληθεί, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση καθότι για να διενεργηθεί η εγγραφή απαραίτητη προϋπόθεση για την εγγραφή ήταν το τελεσίδικο και το αμετάκλητο της απόφασης, έχει κριθεί ότι αυτός δεν είναι λόγος ουσίας σε σχέση με την αμφισβήτηση του χρέους. Ως επεξηγήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Re Amalgamated Properties of Rhodesia [1917] 2 Ch. 115 η καταχώρηση έφεσης δεν μπορεί να αποτελέσει λόγος να στερήσει το δικαίωμα του εξ' αποφάσεως χρεώστη να απαιτήσει το χρέος του. Εάν υπήρχε τέτοιος κανόνας τότε κάθε φορά που μία εταιρεία θα ήταν ανεπιτυχής πρωτόδικα θα μπορούσε να επικαλεστεί την έφεση ως λόγος να στερήσει τον επιτυχόντα διάδικο αυτό που δικαιούται με βάση τον νόμο με κίνδυνο εάν αυτός είναι μη εξασφαλισμένος πιστωτής να απωλέσει και την δυνατότητα να ικανοποιήσει το χρέος του σε μελλοντικό χρόνο. The result is that the petitioners, as judgment creditors for this very large sum, are prima facie entitled ex debito justitiae to a winding up order, and it seems to me to be impossible to displace that prima facie position without the very strongest proof that the petition is being improperly made use of for some ulterior motive. Sir John Simon, for the respondents, has said that the speech of the chairman at the meeting of the petitioning company in itself discloses an ulterior motive at that time, and shows that the petitioners are not presenting this petition bona fide in order to obtain payment of the sum owing to them, but that it is presented for the purpose of stifling the appeal. I have yet to learn that judgment creditors who are entitled to be paid a judgment debt are to have evil motives attributed to them, or are to be deprived of their rights, because they are seeking to enforce those rights before the assets to which they look are mortgaged or charged in such a way as to deprive them of the legitimate expectation of being paid. But then it is said: "Well, at any rate the result of this petition, whatever the motive is, must be to hamper the prosecution of the appeal, and therefore it would be unfair to make a winding up order." And the argument goes to this length, that the Court should not merely decline to make a winding up order now, and should not merely postpone the hearing of the petition, but should actually dismiss the petition of the judgment creditors, because, while the petition is on the file, some difficulties will be experienced by the respondents to the petition in prosecuting their appeal. The argument is such a bold one that it answers itself, for it really comes to this, that, if an unsuccessful litigant happens to be a limited company and intends to appeal, that litigant practically is discharged from the necessity which litigants are under in such a state of things, of applying to the Court of first instance or to the Court of Appeal to stay execution on the judgment, because the respondents to the petition can always say that the necessary effect of the enforcement of the judgment by execution in the shape of a winding up order must be to hamper the appeal, and therefore no such order must be made and the petition must actually be dismissed for fear of those consequences. In the first place, it seems to me that, even if a winding up order is made, the consequences are not such as the respondents endeavour to make out. It is common practice for companies in liquidation to pursue litigation, either by way of appeal or otherwise... At any rate, I am not frightened by the suggestion that the effect of a winding up order would be to deprive the respondents in any real sense of any legitimate opportunity of appealing... There is no reported authority on the point before me, but my attention has been drawn to a case in which Mr. Holmes was engaged, Wyler and the Ibo and Nyassa Corporation v. Lewis and Marks
(1), another celebrated litigation as regards length and cost. In that case the plaintiffs had been successful in the Court of first instance, but had failed in the Court of Appeal and been ordered to pay a large sum for costs. They presented an appeal from that judgment to the House of Lords, and while that appeal was pending a petition was presented, in respect of the costs, to wind up the plaintiff corporation. The petition was opposed by the corporation and creditors, and was heard by Neville J., who thought that the petition should not be dismissed - I do not know whether anybody had the courage to ask for its dismissal - but that it should stand over. The Court of Appeal, however, apparently took the view that the petitioners were entitled to their order ex debito justitiae, and accordingly made a winding up order. That is a precedent, in substance, for the order I propose to make, though not for all the details of that order, and I feel bound to follow it. Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει οριστική και αμετάκλητη απόφαση σε σχέση με το συγκεκριμένο χρέος και δεν δύναται το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την πρωτόδικη κρίση σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας κατά την εγγραφή της απόφασης. Περαιτέρω, η διαδικασία που έγινε στα πλαίσια της γενικής αίτησης XXXXX/16 αφορούσε την αναγνώριση και την εκτέλεση απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου στην Μόσχα που διαπίστωσε την ύπαρξη του χρέους. Η δθιαδι Η αίτηση της εκκαθάρισης δεν αποσκοπεί στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Ο σκοπός της παρουσίασης αίτησης εκκαθάρισης είναι διά να διαταχθεί η εκκαθάριση της εταιρείας. Ούτε θεωρώ ότι θα ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) να είχε προηγηθεί η αναγνώριση και η εγγραφή της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Παρόλο τούτο η Αιτήτρια προχώρησε στην αναγνώριση και στην εγγραφή της απόφασης προτού καταχωρήσει την αίτηση εκκαθάρισης. Το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι η ύπαρξη του χρέους που έχει απαιτηθεί και δεν έχει πληρωθεί ως ορίζει ο νόμος. Οι αιτητές έχουν αποδείξει θετικά την ύπαρξη του χρέους διά της έκδοσης της απόφασης του διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. Η εταιρεία δεν έχει προβάλει κανένα γεγονός με το οποίο να αμφισβητεί το χρέος ή την έκδοση της απόφασης του διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση του χρέους. Η όλη συμπεριφορά της εταιρείας καταδεικνύει μία τάση κωλυσιεργίας που σκοπό έχει την καθυστέρηση και την αποφυγή της πληρωμής του χρέους. Η αίτηση εκκαθάρισης καταχωρήθηκε στις 22.11.
- Η ένσταση της εταιρείας καταχωρήθηκε ένα σχεδόν ένα χρόνο αργότερα στις 2/10/
- Την ίδια ημέρα η εταιρεία καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την αναστολή της αίτησης εκκαθάρισης η οποία αργότερα δεν προωθήθηκε και την απέσυρε με επιφύλαξη στις 12.12.
- Καταχωρήθηκε νέα αίτηση αναστολής στις 10.4.2019 η οποία αποσύρθηκε στις 5.12.
- Η εταιρεία είχε την ευκαιρία να αντισταθεί στην αίτηση για την εγγραφή και αναγνώριση στα πλαίσια της γενικής αίτησης XXXXX/16 αλλά δεν το έπραξε. Εκείνο που είχε επισημανθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού είναι ότι η εταιρεία είχε την ευκαιρία να καταχωρήσει ένσταση κατά την εγγραφή της απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης διότι η αίτηση έγινε διά κλήσεως και επιδόθηκε στην εταιρεία. Η εταιρεία επέλεξε να μην εμφανιστεί στην διαδικασία . Αντί αυτού επέλεξε να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού της απόφασης 13 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης για αναγνώριση και εγγραφή. Μετά την έκδοση της απόφασης στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού η εταιρεία δεν έχει καταχωρήσει έφεση κατά εκείνης της απόφασης. Ρώτησα επί τούτο τον κ. Πλατύ και δεν μου δόθηκε σαφή εξήγηση για το γεγονός ότι δεν έχει καταχωρήσει τέτοια έφεση ή άλλο ένδικο μέσο αμφισβήτησης της απόφασης εφόσον είναι θέση της εταιρείας ότι η απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας εκδόθηκε πριν από έξη χρόνια. Σ 'αυτό το διάστημα η εταιρεία δεν έχει προβεί σε κανένα ένδικο διάβημα αμφισβήτησης της απόφασης. Αντίθετα, καταλογίζει κακοπιστία στην αιτήτρια επειδή εκείνη έχει καθυστερήσει στην λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. Και ενώ καταλογίζει στην αιτήτρια κακοπιστία επειδή δεν έχει επιδείξει αναγκαίο ζήλο προς εκτέλεση της απόφασης δεν έχει εξηγήσει γιατί ενώ είχε ολόκληρα χρόνια είτε να αμφισβητήσει το χρέος ή να το αποπληρώσει δεν έκανε απόλυτος τίποτα. Στην Αγγλική απόφαση in Re a company (No 001946 of 1991), ex parte Fin Soft Holding SA [1991] BCLC 737 το Δικαστήριο αρνήθηκε να απορρίψει αίτηση για την διαγραφή της αίτησης εκκαθάρισης για κατάχρηση της διαδικασίας εκεί όπου δεν υπήρχε ουσία στον ισχυρισμό ότι υπήρχε καλόπιστη αμφισβήτηση στην ύπαρξη του χρέους. Διά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αμφισβήτηση του χρέους στερείτο ουσίας λήφθηκε σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η αμφισβήτηση του χρέους έγινε με καθυστέρηση μετά την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης. It follows that I am wholly unsatisfied that the disputes raised here are substantial. They seem to me to be fanciful, bearing in mind that these serious allegations of fraud were never raised until service of the statement of claim. They were never raised in a letter before action. They were never mentioned in the discussion between Mr Parretti and others, including the English solicitor acting for the petitioner, which led to the clear answer on 12 February, only very shortly before service of the statement of claim, when allegations were made which were then rebutted and are now dropped. The late raising of the allegations seems to me to show that they are the result of dredging about for any form of defence to avoid payment of this promissory note. I believe I am entitled to bear in mind that it appears on the evidence that this company is very likely insolvent. I accept Mr Siberry's submission that insolvency is not an issue here; what is in issue here is whether the creditor is a true creditor, in the sense of having a debt not disputed upon substantial grounds. None the less, an actual insolvency would give the likely motivation for those controlling the company to raise any form of defence that can be grabbed at and dressed up in some way to avoid payment, and that seems to me to be exactly what has happened in this case. The debt was, as I see it, payable on 7 January. Notice of dishonour was given that day. No payment has been made. No grounds are shown impugning, in any substantial manner, the validity of that promissory note, and, in my judgment, this application ought to and does fail. Το ίδιο συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση. Η εταιρεία δεν έχει προβάλει ουσιαστικούς λόγους αμφισβήτησης του χρέους παρά μόνο ότι η αιτήτρια έχει ενεργήσει καταπιεστικά επειδή δεν έχει προβεί σε μέτρα εκτέλεσης της Ρωσικής απόφασης στην Ρωσία. Είχε αρκετές ευκαιρίες να εγείρει ζητήματα αμφισβήτησης του χρέος π.χ. μέσα στην περίοδο της λήψης της απαίτησης για πληρωμή του χρέους, κατά τον χρόνο που της επιδόθηκε η αίτηση για εγγραφή της απόφασης για σκοπούς της αναγνώρισης, με έφεση κατά της απόφασης στα πλαίσια της αίτησης παραμερισμού αλλά δεν το έπραξε. Δεν εγείρεται πραγματικό ζήτημα αμφισβήτησης του χρέους και τώρα στο παρά πέντε μετά την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης εγείρεται ως μόνο ζήτημα προς αμφισβήτηση του χρέους ότι το χρέος δεν είναι αποκρυσταλλωμένο και ανύπαρκτο χωρίς να έχουν εκτεθεί γεγονότα από τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει την ορθότητα αυτού του ισχυρισμού στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης για να κριθεί κατά πόσο το χρέος όντως είναι μη αποκρυσταλλωμένο και ανύπαρκτο. Οι αιτητές κατέχουν δικαστική απόφαση που θεμελιώνει το χρέος και θεωρώ ότι συνέπεια αυτού έχουν δικαίωμα να προβούν σε δικαστικά διαβήματα που τους παρέχει ο νόμος. Η εταιρεία δεν έχει εξασφαλίσει διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης . Δεν την έχει προσβάλει με το κατάλληλο ένδικο μέσο την απόφαση στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης XXXXX/16 και αυτή είναι αμετάκλητη και τελεσίδικη. Δεν έχουν εκτεθεί γεγονότα που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη καλόπιστης αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους. Εξάλλου στην περίπτωση που η εταιρεία είχε καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους θα μπορούσε να καταθέσει εγγύηση προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ως ύστατο μέτρο για να αποφύγει την εκκαθάριση και παράλληλα να διατηρήσει το δικαίωμα της να προβεί σε ένδικο μέσω αμφισβήτησης του χρέους. Όμως δεν έχει κάνει τίποτε από τα ποιο πάνω παρά μόνο για έξη χρόνια περιμένει την αιτήτρια να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης. Συνεπώς, το χρέος είναι εκκαθαρισμένο, οφείλεται και οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν παραθέσει καμία μαρτυρία, για να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη του χρέους που θεμελιώνεται με Δικαστική Απόφαση. Δεν τεκμηριώνεται καλή τι πίστη αμφισβήτηση του χρέους. Οι καθ' ων η αίτηση δεν με έχουν πείσει για το γνήσιο και το καλόπιστο της άρνησης τους και/ή παράλειψης τους να πληρώσουν το εν λόγω ποσό χρημάτων. Περαιτέρω, η καθ' ης η αίτηση δεν έχει παραθέσει στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να πείσει ότι είναι φερέγγυα. Οπότε στην περίπτωση που έχει αποδειχθεί ότι η απαίτηση πληρωμής έχει γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου τεκμαίρεται ότι δεν έχει ικανοποιήσει το χρέος και δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Μαρτυρία ότι ο πιστωτής έχει ζητήσει χρέος και δεν έχει πληρωθεί είναι εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της. A winding up petition is a perfectly proper remedy for enforcing payment of a just debt. It is the mode of execution the court gives to a creditor against a company unable to pay its debts. (βλ. PaLMERS Company precedents, stevens seventeenth edition part two winding up forms and practice, Compulsory winding up and right to petition pg. 25) Στην Αγγλική υπόθεση In Re World Industrial Bank [1909] WN 148 το Αγγλικό Δικαστήριο, εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον εταιρείας ακόμη και για μικρή οφειλή, και ακόμη και εάν αποδείχθηκε ότι η εταιρεία είχε τα χρήματα να καλύψει το χρέος επειδή παράλληλα ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν πλήρωνε το χρέος ετσιθελικά και αυθαίρετα όχι καλή τι πίστη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, πιο πάνω, η εταιρεία δεν με έχει πείσει για το γνήσιο και το καλόπιστο της άρνησης τους να πληρώσει το εν λόγο ποσό χρημάτων. Επιπρόσθετα, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία είναι φερέγγυα και είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Θεωρώ αυθαίρετη την απόφαση της εταιρείας να μην πληρώσει την απαίτηση χρέους που έγινε στις 31.7.2017 βάση τελεσίδικης και εκτελεστή Δικαστικής απόφασης δεδομένου του ύψους του ποσού που οφείλεται. Συνεπώς, επειδή:
- Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο βρίσκεται στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ 2-4 Capital Center Όροφος ( 9 1065 Λευκωσία.
- Το ονομαστικό Κεφάλαιο της εταιρείας είναι 2000.00 ευρώ διαιρεμένο σε 2000 συνήθεις μετοχές 1 ευρώ την μία.
- Η εταιρεία οφείλει προς € 3,338.126.28 ,12 πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει Δικαστικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 17.4.2014 στην υπόθεση με αριθμό Α40-180130/13 και που έχει αναγνωρισθεί με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 11.1.2017 ως δεσμευτική.
- Κατά την 31.7.2017 επιδόθηκε στην εταιρεία Ειδοποίηση Απαίτησης πληρωμής χρέους. Η εν λόγω Ειδοποίηση είναι υπογεγραμμένη από τον αιτητή και με αυτή καλείται η καθ' ης η αίτηση εταιρεία να καταβάλει εντός 21 ημερών από την λήψη της ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Απευθύνεται προς την καθ' ης η αίτηση στην διεύθυνση βρίσκεται στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ 2-4 Capital Center Όροφος ( 9 1065 Λευκωσία).
- Σύμφωνα με την ένορκη ομολογία του δικαστικού επιδότη η εν λόγω Ειδοποίηση Απαίτηση Πληρωμής επιδόθηκε στην κα XXXXX Κουρτέλλα διευθύντρια στο πιο πάνω εγγεγραμμένο γραφείο.
- Η αίτηση δημοσιεύτηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου.
- Η καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω Ειδοποίηση, ούτε κατέβαλε οποιονδήποτε ποσό έναντι της εν λόγω οφειλής και εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το ποσό μέχρι και σήμερα. Εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας. Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του αιτήματος ήτοι να διορισθεί στο παρόν στάδιο εκκαθαριστής της εταιρείας ο XXXXX Κίμωνας αυτό δεν εγκρίνεται καθότι το ζήτημα διέπεται από τα άρθρα 228 και το 228Α. Το άρθρο 228 προνοεί ότι ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται ως προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας και μόνο όταν αυτός αποταθεί στο Δικαστήριο δύναται να διορισθεί άλλο πρόσωπο ως εκκαθαριστής.
- Οι ακόλουθες διατάξεις σχετικά με εκκαθαριστές ισχύουν όταν εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης- (α) Ο επίσημος παραλήπτης καθίσταται λόγω του αξιώματός του εκκαθαριστής και συνεχίζει να ενεργεί με τον τρόπο αυτό, εκτός εάν κατόπιν αιτήσεως του επίσημου παραλήπτη προς το Δικαστήριο διοριστεί άλλο πρόσωπο ως εκκαθαριστής ή άλλο πρόσωπο γίνει εκκαθαριστής σύμφωνα με το άρθρο 228Α και είναι σε θέση να ενεργεί ως τέτοιος· Στην περίπτωση που η αίτηση έχει καταχωρηθεί από πιστωτή δύναται να διορισθεί πρόσωπο που έχουν επιλέξει όλοι οι πιστωτές μετά την σύγκληση των πιστωτών ως ακολούθως: 228Α.-
(1)Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στην περίπτωση που η εταιρεία εκκαθαρίζεται από τους πιστωτές και συγκαλούνται ξεχωριστές συνελεύσεις των πιστωτών και συνεισφορέων της εταιρείας για το σκοπό επιλογής προσώπου το οποίο θα είναι ο εκκαθαριστής της εταιρείας.
(2)Οι πιστωτές και οι συνεισφορείς στις αντίστοιχες συνελεύσεις τους, δύνανται να υποδείξουν ένα πρόσωπο ως εκκαθαριστή.
(3)Ο εκκαθαριστής θα είναι το πρόσωπο που υποδεικνύεται από τους πιστωτές ή, όπου δεν έχει υποδειχθεί τέτοιο πρόσωπο από τους πιστωτές, το πρόσωπο που υποδεικνύεται από τους συνεισφορείς, εάν οι συνεισφορείς υποδείξουν τέτοιο πρόσωπο. Ως εκ τούτο στο παρόν στάδιο ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας. Η αιτήτρια να διαβιβάσει αντίγραφο του παρόντος διατάγματος στον Έφορο Εταιρειών. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρείας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο