Αργυρίδης ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ «ΣΕΔΙΠΕΣ», Αρ. Αγωγής: 233/19, 16/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 233/19 Μεταξύ: XXXXX Αργυρίδης, XXXXX 9, Διαμ. XXXXX, XXXXX, Λευκωσία. Ενάγοντας-Αιτητής και
- Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ «ΣΕΔΙΠΕΣ», από Λευκωσία.
- Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία, Θεμιστοκλή Δέρβη 40, Λευκωσία.
- Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από Λευκωσία. Εναγόμενοι ------------------ Ημερομηνία: 16/07/2020 Αίτηση ημερ.: 15/10/2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη 3: κ. Άντρη Νεοφύτου για κ.κ. Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ'ού η Αίτηση-Ενάγοντα: κ. Παυλίδου για κ.κ. Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον τριών εναγόμενων ήτοι την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ., την Allianz Ελλάς, και την Ελληνική Τράπεζά Λτδ. Είναι δικογραφημένος ισχυρισμός του ενάγοντα ότι την 5.3.2009 μαζί με τα τέκνα του συνάψαν συμφωνία δανείου ύψους 136,000 ευρώ με την εναγόμενη
- Για εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης οι εναγόμενοι 1 σε συνεργασία με τους εναγόμενους 2 συνάψαν μαζί με τα τέκνα του ενάγοντα ομαδικό ασφάλιστρο ζωής. Ο ενάγοντας είχε υποστεί σοβαρό εργατικό ατύχημα στις 20.3.2017 ως αποτέλεσμα του οποίου του προκλήθηκε μόνιμη ολική ανικανότητα. Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια που ο ενάγοντας διατηρούσε σε ισχύ ασφάλεια ζωής και ασφάλεια εναντίον συγκεκριμένων κινδύνων, ήτοι στις 28.11.
- Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να του παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη. Η σχέση των τριών εναγόμενων μεταξύ τους είναι σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ως οι παράγραφοι 2 μέχρι 5 ως ακολούθως: Η Εναγόμενη Εταιρεία αρ. 1 για κάθε ουσιώδη με την παρούσα Αγωγή χρόνο ήταν Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με βάση τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 με έδρα την Λευκωσία, με κύκλο εργασιών ανά την Κύπρο και μέχρι την 30 Αυγούστου 2018 ονομαζόταν Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Ασχολείται μεταξύ άλλων με δραστηριότητες που αφορούν τη διαχείριση πιστωτικών διευκολύνσεων με άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η Εναγόμενη Εταιρεία αρ. 2 για κάθε ουσιώδη με την παρούσα Αγωγή χρόνο ήταν Ασφαλιστική Εταιρεία με έδρα την Ελλάδα διατηρώντας υποκαταστήματα στην Κύπρο και/ή διατηρώντας συμφωνία Γενικού Αντιπροσώπου - Ασφαλιστικού Διαμεσολαβητή με την Εναγόμενη αρ. 1 για αντιπροσώπευση και/ή εκπροσώπηση στην Κυπριακή αγορά. Δραστηριοποιείται στους κλάδους της ιδιωτικής ασφάλισης, της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και των υπηρεσιών παροχής βοήθειας με κύκλο εργασιών ανά το πανελλήνιο και το Παγκύπριο. Οι Εναγόμενες Εταιρείες αρ. 1 και 2 συνεργάζονταν μέχρι και κατά/ή περί τις 28.11.2018, ότε και η Εναγόμενη 1 έπαυσε να είναι Γενικός Αντιπρόσωπος και/ή Ασφαλιστικός Διαμεσολαβητής της Εναγόμενης Εταιρείας αρ.
- Η Εναγόμενη Εταιρεία αρ. 3 για κάθε ουσιώδη με την παρούσα Αγωγή χρόνο ήταν Δημόσια Εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία και με κύκλο εργασιών ανά το Παγκύπριο. Μεταξύ άλλων ασχολείται με παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και/ή με παροχής Δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή Τραπεζικών Λογαριασμών και/ή άλλως πως και μετά από συμφωνία με την Εναγόμενη αρ. 1 ημερομηνίας 25.6.2018 κατέχει και/ή διαχειρίζεται τις εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγόμενης αρ. 1 και/ή ανέλαβε όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ ιδιωτών και Εναγόμενης αρ.
- Η εναγόμενη 3 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητεί τα ακόλουθα διατάγματα : Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος της πιο πάνω αγωγής και/ή της έκθεσης απαίτησης εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ/Εναγόμενης 3 ως μη αποκαλύπτουσας καλής και/ή εύλογης αιτίας αγωγής και/ή ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας και/ή καταχρηστικής και/ή κακόπιστης και/ή αχρείαστης. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ/Εναγόμενης 3 ως διάδικο από την πιο πάνω αγωγή καθότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής εναντίον της και/ή δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ/Εναγόμενης
- Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης της Υπεράσπισης εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ/Εναγόμενης 3 μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση εις την παρούσα αίτηση. Δ. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω και/ή σε περίπτωση απόρριψης των αιτητικών «Α» και «Β» πιο πάνω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης της Υπεράσπισης εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ/Εναγόμενης 3 για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης απόφασης εις την παρούσα αίτηση. Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.27 κ 1 μέχρι 3 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Είναι θέση των εναγόμενων 3 ότι δεν καλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον της εναγόμενης 3 και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα περιέχονται στις παραγράφους 5 μέχρι 7.2 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 5/3/2009 μαζί με τα τέκνα του συνάψαν συμφωνία δανείου με την «Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας και/ή μετέπειτα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λύδρας» και/ή μετέπειτα Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και/ή μετέπειτα ΣΕΔΙΠΕΣ, ήτοι τους Εναγόμενους αρ. 1» και ότι για εξασφάλιση της αναφερόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης. «οι Εναγόμενοι αρ. 1 σε συνεργασία με τους Εναγόμενους αρ. 2» σύναψαν με τον Ενάγοντα και τα τέκνα του το επίδικο «ομαδικό ασφάλιστρο ζωής και/ή συμβόλαιο ασφάλισης ζωής με αριθμό XXXXX16 και/ή XXXXX16 και/ή XXXXX74» Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 20/03/2017 υπέστη σοβαρό εργατικό ατύχημα με συνέπεια να υποστεί μόνιμη ολική ανικανότητα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνου του ατυχήματος διατηρούσε ασφάλεια ζωής, επί τη βάση ομαδικού συμβολαίου ασφάλισης ζωής, για ασφαλισμένους κινδύνους και ασφαλισμένο κεφάλαιο/οφειλόμενα με την «Εναγόμενη Εταιρεία αρ.2, της οποίας αποκλειστικοί γενικοί αντιπρόσωποι στην Κύπρο μέχρι και κατά ή περί τις 28/112018 ήταν οι Εναγόμενη Εταιρεία αρ.1». Ως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, όταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος αναζήτησε από τις «Εναγόμενες Εταιρείες 1 και 2» την αποζημίωση που δικαιούτο επί της βάση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οι «Εναγόμενες Εταιρείες 1 και 2» αρνήθηκαν να του την παρέχουν ισχυριζόμενοι ότι είχαν τερματίσει και/ή τερματίσει μονομερώς τη συμφωνία ασφάλισης, τερματισμό στον οποίο προχώρησαν χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ενημέρωση προς τον Ενάγοντα. Αναφορικά με το ρόλο της Εναγόμενης στην αγωγή, σύμφωνα με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη «μετά από συμφωνία με την Εναγόμενη αρ.1 ημερομηνίας 25/06/2018 κατέχει και/ή διαχειρίζεται τις εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγόμενης αρ.1 και/ή ανέλαβε όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ ιδιωτών και Εναγόμενης αρ.1». Στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2 διατηρούσε συμφωνία Γενικού Αντιπροσώπου-Ασφαλιστικού Διαμεσολαβητή με την Εναγόμενη 1 για αντιπροσώπευση και/ή εκπροσώπηση στην Κυπριακή αγορά. Περαιτέρω, στην παράγραφο 4 ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 συνεργάζονταν μέχρι κατά ή περί τις 28/11/2018 οπόταν και η Εναγόμενη 1 έπαυσε να είναι Γενικός Αντιπρόσωπος και/ή Ασφαλιστικός Διαμεσολαβητής της Εναγόμενης
- Σε σχέση με το επίδικο ασφαλιστήριο, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αυτό συνάφθηκε μεταξύ του ιδίου και τα τέκνα του με την Εναγομένη 1 σε συνεργασία με την Εναγομένη
- Έχοντας υπόψη τους αναφερόμενους ισχυρισμούς του Ενάγοντα σε συνδυασμό με τα όσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης του ήτοι ότι η Εναγόμενη «μετά από συμφωνία με την Εναγόμενη αρ.1 ημερομηνία 25/06/2018 κατέχει και/ή διαχειρίζεται τις εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγόμενης αρ. 1 και/ή ανέλαβε όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ ιδιωτών και Εναγόμενης αρ.1», δεν γίνεται αντιληπτό πως δικαιολογείται η αξίωση εναντίον της Εναγομένης για αποζημιώσεις για τον κατ' ισχυρισμό παράνομο τερματισμό μιας σύμβασης της οποίας δεν ήταν μέρος και για την οποία δεν υπάρχει κανένας δικογραφημένος ισχυρισμός ότι αναλήφθηκε από την Εναγόμενη. Εκείνο που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται είναι ότι η Εναγόμενη ανέλαβε τις «εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγόμενης αρ. 1 και/ή ανέλαβε όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ ιδιωτών και Εναγόμενης αρ. 1», όχι όμως ότι ανέλαβε τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την ισχυριζόμενη συμφωνία Γενικής Αντιπροσώπευσης-Ασφαλιστικού Διαμεσολαβητή μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης
- Εν πάση περίπτωση, η Εναγόμενη 1 συνεχίζει να υφίσταται σαν οντότητα και συνακόλουθα τυχόν θεραπείες αξιώνει ο Ενάγοντας από ενέργειες της Εναγόμενης 1, αυτές θα πρέπει να αναζητηθούν από αυτήν και μόνο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το γεγονός ότι η υπό κρίση αγωγή είναι πραγματικά και νομικά ανυπόστατη εναντίον της Εναγομένης ενισχύεται και από τα εξής. Καταρχάς, από την εξέταση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και μόνο, συνάγεται ότι ο Ενάγοντας αποδέχεται μεν τον τερματισμό του «ομαδικού ασφάλιστρου ζωής και/ή συμβολαίου ασφάλισης ζωής με αριθμό XXXXX16 και/ή XXXXX16 και/ή XXXXX74» ή όπως αλλιώς το ονομάζει, πλην όμως αμφισβητεί το νομότυπο του τερματισμού του, εξού και απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για την ισχυριζόμενη ζημιά που υπέστη συνεπεία της διακοπής της εν λόγω σύμβασης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω τα οποία πηγάζουν από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα και μόνο, είναι η θέση μας ότι ουδεμία αιτία αγωγής αποκαλύπτεται εναντίον της Εναγόμενης. Εν προκειμένω, από τους ίδιους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα προκύπτει ότι, εφόσον τουλάχιστον πριν ή κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήτοι κατά ή περί την 20/03/2017, το επίδικο συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης είχε τερματιστεί, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο Ενάγοντας, τότε σύμφωνα με τα όσα ο Ενάγοντας υποστηρίζει, κατά το χρόνο που η Εναγόμενη «ανέλαβε τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ ιδιωτών και Εναγόμενης αρ. 1», ήτοι κατά τις 25/06/2018 και έπειτα, το επίδικο συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης δεν ήταν σε ισχύ και άρα δεν μεταφέρθηκε στην Εναγόμενη. Είναι η θέση μας ότι ο Ενάγοντας καταχρηστικά και επιπόλαια στρέφεται εναντίον της Εναγόμενης με την υπό κρίση αγωγή εφόσον είναι μη αμφισβητούμενο από τον ίδιο (α) ο τερματισμός του επίδικου συμβολαίου πριν από τον χρόνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη «ανέλαβε τις εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγόμενης αρ. 1 και/ή ανέλαβε όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ ιδιωτών και Εναγόμενης αρ. 1» καθώς και (β) ότι ο η Εναγόμενη 1 συνεχίζει να υφίσταται εξού και ο Ενάγοντας στρέφεται και εναντίον της. Εν προκειμένω, η προσθήκη της Εναγόμενης στην αγωγή είναι κατά την άποψη μας αχρείαστη, ενοχλητική και/ή επιπόλαια και η συνέχιση της αγωγής εναντίον της μόνο έξοδα και ταλαιπωρία προκαλεί σε αυτή. Η θέση του ενάγοντα ως επεξηγείται με την ένσταση που έχει καταχωρηθεί εναντίον της αίτησης είναι ότι η εναγόμενη 3 έχει συμπεριληφθεί ως διάδικος στην αγωγή επειδή ανέλαβε την κατοχή και διαχείριση των πιστωτικών διευκολύνσεων και συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 που ήταν εξυπηρετούμενα. Αυτά τα γεγονότα αποκαλύπτουν αιτία αγωγής και τα συγκεκριμένα γεγονότα και οι συνθήκες που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα θα αποκαλυφθούν στο κατάλληλο στάδιο ήτοι το στάδιο της προσαγωγής μαρτυρίας. Με την αγωγή εγείρεται επίδικο ζήτημα κατά πόσο η εναγόμενη 2 που ήταν ασφαλιστική εταιρεία κατά την σύναψη της επίμαχης συμφωνίας για ασφάλεια ζωής είχε την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα εξαιτίας του εργατικού ατυχήματος που είχε υποστεί. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης 2 σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Δημιουργείται επίδικο ζήτημα προς εκδίκαση. Έτσι έχουν τα πράγματα παρά τον ισχυρισμό της εναγόμενης 2 ότι κατά τον χρόνο που ο ενάγοντας υπέβαλε την απαίτηση του για ασφαλιστική κάλυψη βάσει του ασφαλιστηρίου συμβόλαιο αυτό έπαυσε να ισχύει επειδή είχε τερματισθεί. Το έγκυρο ή όχι του τερματισμού καθώς και οι συνέπειες του τερματισμού της συμφωνίας είναι θέμα που θα κριθεί στα πλαίσια της αγωγής. Η ευθύνη όλων των εναγόμενων προϋποθέτει εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο και ότι ο τερματισμός ήταν άκυρος. Δεν υπάρχει πραγματικό κενό στην απαίτηση του ενάγοντα σε σχέση με αυτό το ζήτημα και παραμένει μόνο η εκδίκαση του ζητήματος προς επίλυση του στα πλαίσια της αγωγής. Εκεί που υπάρχει κενό και σύγχυση στην απαίτηση του ενάγοντα ως έχει διατυπωθεί είναι σε σχέση με την ευθύνη των εναγόμενων 1 και 3 να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το ομαδικό σχέδιο ασφάλισης ζωής. Η σχέση της εναγόμενης 2 με τους εναγόμενους 1 και 3 θα πρέπει να είναι τέτοια που αυτοί να θεωρούνται υπόλογοι για τις συμβατικές υποχρεώσεις της εναγόμενης 2 Η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα περί αυτού είναι ότι η εναγόμενη 1 είχε συμβατική σχέση με την εναγόμενη 2 ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 2 στην Κυπριακή αγορά. Παρόλο τούτο δεν καταγράφονται άλλα γεγονότα στην Έκθεση Απαιτήσεως που να εξηγούν γιατί η εναγόμενη 1 ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 2 στην Κύπρο είναι νομικά υπεύθυνη να πληρώσει αποζημιώσεις στον ενάγοντα στην βάση της ομαδικής ασφαλιστικής κάλυψης που είχε συναφθεί μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης
- Ο εναγόμενος 2 και 1 πρόκειται για δύο ξεχωριστές νομικές οντότητες και έτσι δεν είναι καθαρό κατά πόσο η ιδιότητα της εναγόμενης 1 ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 2 την καθιστούσε υπεύθυνη να τιμήσει συμβατικές υποχρεώσεις που είχε συνάψει η εναγόμενη
- Ούτε είναι καθαρό ποια ήταν τα συμβαλλόμενα μέρη επί του συγκεκριμένου συμβολαίου ασφάλισης της ζωής διότι στο σώμα της απαίτησης δεν υπάρχει θετικός ισχυρισμός που να επεξηγεί ποιοι υπέγραψαν την συμφωνία. Η εναγόμενη 3 ενάγεται όχι επειδή έχει συμβατική σχέση με την εναγόμενη 2 αλλά ως επεξηγείται στην έκθεση απαιτήσεως επειδή η εναγόμενη 3 διαχειρίζεται και ανέλαβε εξυπηρετούμενες χρηματικές διευκολύνσεις της εναγόμενης 1 και/ή επειδή ανέλαβε όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις της
- Όμως πουθενά στο σώμα της Έκθεσης Απαιτήσεως δεν αναφέρεται ποιες ήταν οι συγκεκριμένες συμβατικές υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 που ανέλαβε η εναγόμενη 3 ώστε να εξάγεται με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα που επικαλείται ο ενάγοντας το συμπέρασμα ότι ως συνέπεια της εκχώρησης δικαιωμάτων του συγκεκριμένου ασφαλιστικού συμβολαίου οι εναγόμενοι 3 είχαν αναλάβει και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το συγκεκριμένο συμβόλαιο με τρόπο που να υποχρεούνται να πληρώσουν αποζημιώσεις στον ενάγοντα για σωματικές βλάβες που του είχαν προκληθεί συνέπεια εργατικού ατυχήματος. Αντιθέτως, στο σώμα της απαίτησης διατυπώνεται ένας γενικός ισχυρισμός ότι η εναγόμενη 1 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 2 στην Κύπρο και ως αποτέλεσμα αυτού οι υποχρεώσεις της εναγόμενης 2 που απορρέουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο ζωής τα έχει αναλάβει η εναγόμενη 3 επειδή σ' αυτή έχουν εκχωρηθεί οι εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της εναγόμενης
- Όμως η απαίτηση του ενάγοντα δεν εκθέτει συγκεκριμένα γεγονότα που να υποστυλώνουν την θέση ότι τα δικαιώματα της εναγόμενης 2 με βάση το συγκεκριμένο ασφαλιστικό συμβόλαιο έχουν εκχωρηθεί στην εναγόμενη 3 ώστε να προκύπτει ως συνέπεια αυτού ότι έχουν αναλάβει και την συμβατική υποχρέωση να εκτελέσουν την συμφωνία. Ενόψει αυτού εκ πρώτης όψεως βρίσκω ορθή την θέση που ανέπτυξε η εναγόμενη 3 με την γραπτή της αγόρευση δηλαδή , ότι απουσιάζουν από την έκθεση απαιτήσεως γεγονότα που υποδηλώνουν 1.) Ότι η Ελληνική τράπεζα ανέλαβε τις συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντα και της εναγόμενης 1 2.) Ότι στις εν λόγω συμβατικές υποχρεώσεις συμπεριλαμβάνεται η εξασφάλιση του ομαδικού συμβολαίου ασφάλισης ζωής η οποία σύμφωνα με τον ενάγοντα είχε συνομολογηθεί μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης 1 σε συνεργασία με την εναγόμενη 2 και 3.) Ότι η Ελληνική Τράπεζα σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την συμφωνία 'Γενικού Αντιπροσώπου-Ασφαλιστικού Διαμεσολαβητή μεταξύ της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης 2'΄ή ότι η Ελληνική Τράπεζα ανέλαβε τις συμβατικές υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 από την εν λόγω συμφωνία.' Υπό τις δοσμένες περιστάσεις δύσκολα διαφαίνεται κατά πώς εκφράζεται αιτία αγωγής εναντίον της εναγόμενης 3 που είναι γνωστή στον νόμο ή με βάση τις αρχές τις επιείκειας. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.27 θ.3 είναι το O.25 r.
- Στη σελίδα 574 του Αnnual Practice Book στο σημείο που γίνονται επεξηγήσεις σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το Ο.25 r.24 αναφέρεται ότι αίτηση που γίνεται με βάση το Ο.25 r. 4 για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής μπορεί να γίνει και με βάση το O.19 r.
- Παλαιά, στην Αγγλία, στις περιπτώσεις όπου ένα δικόγραφο ήταν παράτυπο ή είχε ελλείψεις με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται αιτία αγωγής ο εναγόμενος μπορούσε να καταχωρήσει το λεγόμενο Demurrer και πετύχει στην απόρριψη της αγωγής. Αυτό το δικονομικό μέτρο, το οποίο υπάρχει ακόμη σε ορισμένες δικαιοδοσίες της Κοινοπολιτείας, χρησιμοποιείτο συχνά από διαδίκους για να εξασφαλίσουν απόφαση εύκολα και σχετικά ανώδυνα. Όμως στις περιπτώσεις στις οποίες ο Ενάγοντας διατυπώνει μη ολοκληρωμένη αιτία αγωγής ή ελαττωματική αιτία αγωγής δηλαδή, να υπήρχε παρατυπία στην έκθεση απαιτήσεως, λόγω του ότι δεν εκτίθετο σε αυτή ουσιωδώς γεγονός αναγκαίο για την ορθή διατύπωση της αιτίας αγωγής, δεν υπήρχε θεραπεία και η αγωγή με τη χρήση του Demurrer απορρίπτετο αυτόματα. Αυτό το άκαμπτο και αυστηρό δικονομικό μέτρο αντικαταστάθηκε από το Ο.25 r.
- Η αντίστοιχη διάταξη στους δικούς μας θεσμούς είναι η Δ.27 θ.3, η οποία περιορίζει τη δυνατότητα διαγραφής ολόκληρης της αγωγής μόνο στις περιπτώσεις όπου καθαρά προκύπτει με αντικειμενικά κριτήρια ότι δεν εκφράζεται αιτία αγωγής. Όπως επεξηγείται με σαφήνεια στην Αγγλική απόφαση Republic of Peru v Peruvian Guavo Co. 36 Ch. D. 489,496 στην περίπτωση που εντοπίζονται παρατυπίες κατά την έκφραση της αιτίας αγωγής στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν συνεπάγεται και αυτόματη απόρριψη της αγωγής. 'Having regard to the terms of rule 4, and to the decisions on it, I think that this rule is moiré favourable to the pleading objected to than the old procedure by demurrer. Under the new rule the pleading will not be struck out unless it is demurrable and something worse than demurrable. If, notwithstanding defects in the pleading, which would have been fatal on demurrer, the Court sees that a substantial case is presented the Court should, I think, decline to strike out that pleading.' Η ίδια ερμηνεία σε σχέση με την εφαρμογή της Δ.27 θ.3 δίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου. Στην απόφαση In re Pelmako Ltd. v In re the Companies Law Cap.113 1 CLR 246
(1991)το Εφετείο ασχολήθηκε με τις πρόνοιες της Δ.27 θ.3 εκφράζοντας την θέση ότι είναι μέτρο που ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αναμφίβολα προκύπτει ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής στο εν λόγω δικόγραφο και όπου διαφαίνεται ότι η όλη διαδικασία κινήθηκε για αλλότριους σκοπούς. 'Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο που επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται με βάση αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δηλαδή, χρήση του μέσω του δικαίου για αλλότριους σκοπούς... Η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάση του Συντάγματος.' Το μόνο θετικό γεγονός που ισχυρίζεται ο ενάγοντας σε σχέση με την ιδιότητα της εναγόμενης 3 είναι ότι αυτή έχει αναλάβει τις εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της εναγόμενης 1 και ανέλαβε όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ ιδιωτών της εναγόμενης
- Το ότι ανέλαβε το δάνειο του ενάγοντα δεν έχει ως αυτόματο αποτέλεσμα την δημιουργία υποχρέωσης της εναγόμενης 3 να καλύψει τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 ή 2 με βάση το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Η γενική αναφορά σε συμβατικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η εναγόμενη 3 δεν περιέχει αρκετές λεπτομέρειες ή γεγονότα ώστε να εκφρασθεί μία αιτία αγωγής εναντίον της εναγόμενης
- Δεν είναι αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι η εναγόμενη επειδή έχει αναλάβει τα δανειακό χαρτοφυλάκιο της εναγόμενης 1 έχει συμβατική ευθύνη να καλύψει τον ενάγοντα σε σχέση με ζημιές που έχει υποστεί συνέπεια εργατικού ατυχήματος. Ούτε και έχει καθορισθεί στην βάση των γεγονότων που έχουν διατυπωθεί με την Έκθεση Απαιτήσεως ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο που είχε συναφθεί για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου πρόκειται για συμβατική υποχρέωση που έχει αναλάβει η εναγόμενη
- Τα δικαιώματα που απορρέουν από μία σύμβαση είναι κάτι που μπορεί να εκχωρηθούν σε τρίτο πρόσωπο και όταν είναι καθαρή η πρόθεση εκχώρησης του αντικειμένου που εμπερικλείει δικαιώματα σε τρίτο πρόσωπο. Με την εκχώρηση του αντικειμένου εκχωρούνται και τα δικαιώματα στο τρίτο πρόσωπο. Όμως δεν είναι θέμα δικαίου ότι με την παράλληλη εκχώρηση των δικαιωμάτων της σύμβασης στο τρίτο μέρος να δημιουργείται ανάλογη υποχρέωση στο τρίτο μέρος να αναλάβει τις υποχρεώσεις της συμφωνίας που συνοδεύουν τα δικαιώματα. Η σύμβαση θεωρείται αντικείμενο που παράγει έννομο συμφέρον (chose in action) και το όφελος που προκύπτει από την σύμβαση θεωρείται επίσης αντικείμενο που παράγει έννομο συμφέρον (chose in action) Halsbury's Laws Of England
(2017)Choses in Action Vol.13 Paragraph
- Όμως συνήθως πρέπει να υπάρχει συγκατάθεση του μέρους προς όφελος του οποίου θα εκχωρηθούν τα δικαιώματα από την σύμβαση να αναλάβει εκείνος προσωπικά και τις υποχρεώσεις.
- Assignment by act of the parties. The assignment of rights under a contract is dealt with elsewhere in this work. As a rule a party to a contract cannot transfer his liability under that contract without the consent of the other party. This ruleapplies both at common law and in equity and is generally unaffected by statute. There is, however, no objection to the substituted (vicarious) performance by a third person of the duties of a party to the contract where those duties are not connected with the skill, character, or other personal qualifications of that party. In such circumstances, however, the liability of the original contracting party is not discharged, and the only effect is that the other contracting party, in addition, may be able to look to the third party for the performance of the contractual obligations. By the consent of all parties, liability under a contract may be transferred so as to discharge the original contract. Such a transfer is not an assignment of a liability but a novation of the contract (Halsbury's Laws Of England/Contract (Volume 22
(2019)/4. Consideration and Privity). Εκείνο που επεξηγήθηκε στην υπόθεση Vassos Ayiomammitis Developments v Θωμαίδη 1 ΑΑΔ 238
(2000)είναι ότι : Η νομοθεσία της Κύπρου δεν περιέχει διατάξεις ρυθμιστικές της εκχώρησης (assignment). Ωστόσο, η εκχώρηση αναγνωρίζεται από το δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας (equity) που ίσχυσαν στην Αγγλία επί του θέματος πριν από την θέσπιση του Real Property Act 1925 (που για πρώτη φορά ρύθμισε νομοθετικά την εκχώρηση), διέπουν τη σχέση. Καθόσον αφορά την εξουσία των Δικαστηρίων για εφαρμογή του αγγλικού κοινού δικαίου (common law) και των αρχών της επιείκειας (equity) κατά την άσκηση της πολιτικής ή της ποινικής δικαιοδοσίας το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου - Νόμος 14/60 προβλέπει: "29
(1)Εκαστον δικαστήριον εν τη ασκήσει της πολιτικής ή ποινικής αυτού δικαιοδοσίας θα εφαρμόζει (α) ........................................................................ (β) ........................................................................ (γ) Το κοινό δίκαιο (common law) και τας αρχάς της επιείκειας (equity) εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνη υπό οιουδήποτε νόμου εφαρμοστέου ή γενόμενου δυνάμει του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου διατηρηθέντος εν ισχύι δυνάμει της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου εφόσον δεν αντιβαίνουν ή δεν είναι ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα." Και επειδή οι αρχές της επιείκειας αποβλέπουν περισσότερο στη διακρίβωση της πρόθεσης παρά στη συμμόρφωση με τον τύπο, για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει έγκυρη εκχώρηση είναι απαραίτητη η αναζήτηση της πραγματικής πρόθεσης του φερόμενου ως εκχωρητή. Η δήλωση της πρόθεσης πρέπει να είναι σαφής. Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για τη δήλωση της πρόθεσης δεν έχει σημασία. Είναι αρκετό να αναδύεται με σαφήνεια από το νόημα ξεκάθαρη πρόθεση για εκχώρηση. Βλ. Snell's Equity, 29η έκδοση, σελ. 76-
- Στην συγκεκριμένη περίπτωση απουσιάζουν εκείνα τα γεγονότα στο σώμα της απαίτησης από τα οποία να προκύπτει ότι ήταν πρόθεση των μερών να εκχωρήσουν συγκεκριμένα δικαιώματα που απορρέουν από την συγκεκριμένη συμφωνία δανείου μεταξύ της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης
- Ούτε και βέβαια έχουν εκτεθεί γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι η εναγόμενη αφού επωφελήθηκε της εξασφάλισης που συνοδεύει την πιστωτική διευκόλυνση που της εκχωρήθηκε ανέλαβε και την υποχρέωση να εκτελέσει την συμφωνία ομαδικής ασφάλισης. Αντιθέτως, υπάρχει ισχυρισμός των εναγόμενων 3 που δεν αμφισβητείται ότι η εναγόμενη 2 εξακολουθεί να είναι νομικά υπεύθυνη για την υποχρέωση να ασφαλίσει την ζωή του ενάγοντα δυνάμει της συγκεκριμένης συμφωνίας στην περίπτωση που αυτή ήθελε κριθεί ότι ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο πρόκλησης του εργατικού ατυχήματος. Κατά συνέπεια, η απαίτηση του ενάγοντα όπως αυτή διατυπώνεται δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής κατά της εναγόμενης
- Το πρόβλημα αυτό γίνεται εμφανή σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο της αγωγής και δεν πρέπει να αφεθεί το πρόβλημα να αντιμετωπισθεί σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας. Αυτό που επεξήγησε το Εφετείο στην υπόθεση Artesa Trading Co. Ltd. κ.α. ν Credit Bank Of Moscow Πολιτική Εφεση 147/2012 ημερομηνίας 3.4.2018 είναι ότι αιτήματα για διαγραφή της υπεράσπισης επειδή δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής είναι ορθό να γίνονται στην αρχή της διαδικασίας. Η Δ.27 , όπως είναι γνωστό, ενεργοποιείται για απόρριψη δικογράφων ή και κλητηρίου εντάλματος όταν δεν στοιχειοθετείται εκ προοιμίου αγώγιμο δικαίωμα. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία ότι η in limine διαγραφή αγωγής είναι δραστικότατο μέτρο, αναγκαίο όμως όταν, εκ των πραγμάτων, μια αγωγή δεν έχει νομικό έρεισμα να προχωρήσει σε πλήρη εκδίκαση. Γι΄ αυτό και ζητήματα απόρριψης αγωγής εξετάζονται κατά κανόνα από την αρχή της διαδικασίας με σχετική αίτηση που εισάγεται από τον αντίδικο ώστε να περισωθεί δικαστικός χρόνος και να μην δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα, (Daimler & Co. V. Continental TyreCo Ltd
(1916)2 A.C. 307). Τα γεγονότα που απαρτίζουν την έκθεση απαιτήσεως είναι ελλιπής, γενικά και ασαφής και δεν συνάγεται στην βάση του δικογραφημένου ισχυρισμού ότι η εναγόμενη 3 διαχειρίζεται τις εξυπηρετούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της εναγόμενης 1 και/ή ότι ανέλαβε όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ ιδιωτών και της εναγόμενης 1 ότι υφίσταται νόμιμη αξίωση κατά της εναγόμενης 3 σε σχέση με την υποχρέωση των εναγόμενων 1 και 2 να καλύψουν ζημιές του ενάγοντα συνέπεια εργατικού ατυχήματος. Ο ενάγοντας χρειάζεται να εκθέσει συγκεκριμένα γεγονότα από τα οποία να αποκαλύπτεται βάσιμη αξίωση εναντίον της εναγόμενης 3 επί αυτής της βάσης. Ο ενάγοντας όφειλε να εκθέσει ουσιώδη γεγονότα συγκεκριμένα που να φανερώνουν ότι η εναγόμενη 3 έχει αναλάβει διά της εκχώρησης του δανειακού χαρτοφυλακίου της εναγόμενης 1 και την υποχρέωση να εκτελέσει τις υποχρεώσεις των εναγόμενων 1 και 2 διά του ασφαλιστικού συμβολαίου που επισυνάπτεται στην δανειακή σύμβαση ως εξασφάλιση του δανείου. Στο Annual Practice Book του 1958 O. 19 r. 27 σελ. 479 επεξηγείται ότι δεν ενδείκνυται η διαγραφή του δικογράφου εκεί που διαπιστώνεται έλλειψη ουσιωδών γεγονότων στην διατύπωση της απαίτησης. Η ορθή οδός είναι αίτηση με βάση των θεσμών για την παροχή λεπτομερειών. 'Where a pleading is defective only in not containing particulars to which the other side is entitled, application should be made 'for further and better statements of the nature of the claim or defence ' under r.7 .Striking out is employed only in plain and obvious cases'. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας προσθέσει στην απαίτηση του τα συγκεκριμένα γεγονότα αναγκαία σε σχέση με τα πιο πάνω είναι δυνατόν να καλυφθεί το κενό που υφίσταται. Κρίνω ότι πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στον ενάγοντα να εξαντλήσει την προσπάθεια να προσθέσει γεγονότα, αν αυτά υπάρχουν, που να υποδηλώνουν την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος κατά της εναγόμενης
- Ο ενάγοντας έχει αναφέρει ότι γνωρίζει τέτοια γεγονότα που θα τα αναφέρει με την προσαγωγή μαρτυρίας και επειδή δυνατόν ο ενάγοντας να έχει κατά νου την ύπαρξη γεγονότων που να θεραπεύουν το κενό κρίνω ότι στα παρόν στάδιο δεν δημιουργείται ζήτημα δικαίου που θα επέβαλε την χορήγηση της σχετικής θεραπείας που ζητούν οι εναγόμενοι 3 με την προδικαστική τους ένσταση. Όμως η απαίτηση εναντίον των εναγόμενων 3 ως έχει είναι ελλιπής, ασαφής και συγχυσμένη και δεν περιέχει τα ελάχιστα στοιχεία αναγκαία διά να αντιληφθεί η άλλη πλευρά και το Δικαστήριο την υπόθεση που επιχειρεί ο ενάγοντας να αποδείξει εναντίον των εναγόμενων
- Παραμένει το ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε άλλα διορθωτικά μέτρα με βάση την εξουσία που του παρέχεται από την Δ.27 θ.2 και
- Επειδή στην παρούσα περίπτωση το ελάττωμα στην Έκθεση Απαιτήσεως αφορά την έλλειψη ουσιωδών γεγονότων που δυνατόν εάν περιληφθούν στην Έκθεση Απαιτήσεως να διορθώσουν το πρόβλημα ώστε να αποκαλυφθεί αιτία αγωγής δεν θα προβώ στην απόρριψη της αγωγής. Αυτό που εξετάζει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο θα απορρίψει την αγωγή ή οποία δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής είναι κατά πόσο με την τροποποίηση της αγωγής δύναται να διορθωθεί το λάθος και να αποκαλυφθεί η αιτία αγωγής. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings and Practice 12η έκδοση , σελ. 143 αναφέρονται τα εξής: "Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cause of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court , while striking out the pleading , will not dismiss the action, or enter judgement, but will give the party leave to amend and if necessary to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence , as the case may be, and that no amendment however ingenious will correct or cure the defect, the pleading will be struck out and the action dismissed or judgment entered accordingly." Ως εκ τούτου δίδεται άδεια στον ενάγοντα να καταχωρήσει τροποποιημένη Έκθεση Απαιτήσεως μέχρι τις 31 Ιουλίου
- Νοείται ότι εάν ο ενάγοντας δεν συμμορφωθεί με το διάταγμα Δικαστηρίου τότε θα θεωρείται ότι η αγωγή του δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής εναντίον των εναγόμενων 3 και κατά συνέπεια η αγωγή θα υπόκειται σε απόρριψη. Τα έξοδα που έχουν απωλεσθεί μέχρι σήμερα συνέπεια της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγόμενων 3 αλλά θα εξακολουθούν να είναι έξοδα αγωγής. Η αγωγή να τεθεί ενώπιον μου γι' αυτόν τον σκοπό στις 31 Ιουλίου
- (Υπ.) ............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο