← Κύπρος

Κουσελίνη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1449/14, 21/7/2020

Κουσελίνη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1449/14, 21/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A347 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1449/14 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Κουσελίνη Ενάγοντα -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Ρ. Μαππουρίδης, για Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (ΔΘ34). Για τον Εναγόμενο: Η κ. Δ. Παπαστεφάνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων αξιώνει από τον εναγόμενο: «
  2. Για τις περιόδους από 16/8/1974 έως 2011, γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση.
  3. Ποσό €1.038.280,00 ως ειδικές αποζημιώσεις για την ενοικιαστική αξία των τεμαχίων XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX (προηγούμενη αρίθμηση XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX) τα οποία βρίσκονται στην Επαρχία Λευκωσίας, Άγιο Δομέτιο, Άγιος Γεώργιος Quarter Φύλλο ΧΧΙ, Σχέδιο 44 Ε 2, Τμήμα Β, Τοποθεσία Μάνδρες και της οικοδομής που έχει ανεγερθεί επ' αυτών από το 1975 - 2011,
  4. Οποιοδήποτε άλλο ποσό το σεβαστό δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι αντιστοιχεί προς την εύλογη και/ή δίκαιη ενοικιαστική αξία του ακινήτου για την περίοδο κατά την οποία το δικαστήριο θα κρίνει ότι αυτή πρέπει να καταβληθεί,
  5. Τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία έκαστο ποσό ήταν απαιτητό και/ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία το σεβαστό δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. ................................................». Συνιστά εκδοχή του ενάγοντα ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο (διά πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19.8.69) ιδιοκτήτης, κάτοχος ή και δικαιούμενος προς εγγραφή ως ιδιοκτήτης, τεμαχίων στην Νεκρή Ζώνη («η Νεκρά Ζώνη») με αριθμό XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX (προηγούμενη αντίστοιχη αρίθμηση XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX), συνολικού εμβαδού 3050 τ.μ (τετραγωνικών μέτρων), που βρίσκονται στον Άγιο Δομέτιο της Επαρχίας Λευκωσίας, Άγιος Γεώργιος, Φ/Σχ. XXI/44E2, Τμήμα Β, Τοποθεσία Μάνδρες («το ακίνητο»), που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Ιεράς Μονής Κύκκου. Το 1972, ο ενάγων ανήγειρε επί του ακινήτου την Εμπορική και Τεχνική Σχολή Λευκωσίας Κουσελίνη («η Σχολή»), η οποία αποτελούνταν από ένα διώροφο κτήριο εμβαδού 923 τ.μ. («το κτήριο»). Την 16.8.74, η Σχολή παραχωρήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία προς την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών («Ειρηνευτική Δύναμη») και χρησιμοποιούνταν από αυτή μέχρι και το
  6. Την 27.7.76, τα δωμάτια του κτηρίου εγκαταλείφθηκαν, ενώ παρέμεινε ένα παρατηρητήριο στην οροφή για τη λειτουργία του οποίου διατηρήθηκαν σε χρήση χώροι υγιεινής. Περί τις αρχές 1979, το κτήριο άρχισε να χρησιμοποιείται ξανά από την Ειρηνευτική Δύναμη (μέχρι το 2005). Την 27.7.76, υπογράφθηκε δελτίο παράδοσης του κτηρίου προς τον ενάγοντα, χωρίς ο ίδιος να αποκτήσει τη φυσική κατοχή του. Περιπλέον, ως λέει ο ενάγων, το 2005 δεν κλήθηκε από οποιονδήποτε για να παραλάβει το κτήριο, με την πρόσβαση σε αυτό (από τον ίδιον) να μην είναι επιτρεπτή αφού έπρεπε πρώτα να εξασφαλίσει άδεια από την Ειρηνευτική Δύναμη. Τέτοια άδεια δεν του δόθηκε. Αν και από την 27.6.05, το κτήριο δεν απαιτούνταν πλέον από την Ειρηνευτική Δύναμη, το Τμήμα Δημοσίων Έργων, που ήξερε για τούτο, δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα, με επακόλουθο τούτος να μην λάβει κατοχή του ακινήτου. Το κτήριο υπέστη φθορές. Το 2003, το κτήριο παρουσίασε σοβαρά προβλήματα στατικής επάρκειας. Ανατέθηκε σε εργολάβο η επιδιόρθωση του. Αυτά δεν τα γνώριζε ο ενάγων, αφού κατά την εγκατάλειψη του κτηρίου από την Ειρηνευτική Δύναμη δεν ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία για να καταγραφούν έτσι και οι ζημιές και φυσικές φθορές που επήλθαν σε αυτό. Ο εναγόμενος ποτέ δεν αποζημίωσε τον ενάγοντα. Το κτήριο, όταν τον Αύγουστο 1974 περιήλθε στην κατοχή και έλεγχο της Ειρηνευτικής Δύναμης, βρισκόταν σε άριστη κατάσταση, όντας ανεγερθέν τον Σεπτέμβριο
  7. Εξαιτίας ανεπαρκούς συντήρησης από τον εναγόμενο, το κτήριο υπέστη σημαντικές ζημιές και φθορές, οι οποίες κατέστησαν την αποκατάσταση του αδύνατη ή και οικονομικώς ασύμφορη. Ένεκεν της αδυναμίας του ενάγοντα να αξιοποιήσει για ίδιον όφελος το ακίνητο, αλλά και της παράλειψης του εναγομένου να τον αποζημιώσει για την περίοδο που κατεχόταν από την Ειρηνευτική Δύναμη, ο ενάγων ζημίωσε και απώλεσε εισοδήματα που αντιστοιχούν στα ποσά που έπρεπε να του είχαν καταβληθεί ως ενοίκιο με βάση την ενοικιαστική αξία του ακινήτου για τα έτη 1975-
  8. Ο εναγόμενος, απέρριψε (τον Σεπτέμβριο 1977 και τον Ιούνιο 2010, αιτήματα του ενάγοντα για καταβολή ενοικίου). Εξού και η αγωγή. Ο εναγόμενος - πέραν των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει για το ότι «. ο Ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα καθότι δεν είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου .» και πως «. το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή/και αρμοδιότητας να εκδικάσει την Subjudice Αγωγή καθότι τα εγειρόμενα ζητήματα αφορούν πράξεις Κυβερνήσεως .» - προτάσσει πως η κατοχή του κτηρίου από την Ειρηνευτική Δύναμη έγινε άνευ πρωτύτερης έγκρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διαζευκτικώς, ο εναγόμενος αναγκάστηκε να επιτρέψει στην Ειρηνευτική Δύναμη να ασκεί έλεγχο στην Νεκρά Ζώνη διότι δεν είχε άλλη επιλογή αφού θέματα εθνικής ασφάλειας επέβαλλαν «. την εμπλοκή των Ηνωμένων Εθνών για διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας». Εν πάση περιπτώσει, ο ενάγων, δεν δικαιούται κατά νόμο και ουσία σε θεραπεία εναντίον του εναγομένου. Επιπλέον, ο εναγόμενος (ως η παράγραφος 22 του δικογράφου του) «. εγείρει κατά του Ενάγοντος ανταπαίτηση και ισχυρίζεται τα ακόλουθα: .» και δη ότι: «.................................................
  9. Η χρήση του κτηρίου ήταν εν γνώσει της Κυπριακής Δημοκρατίας και η συντήρησή του έγινε με κρατικές δαπάνες. Ακόμη και στην περίπτωση που η Ειρηνευτική δύναμη είχε ανάθεση την επιδιόρθωση μέρους του κτηρίου σε εργολάβο το συνολικό κόστος καταβλήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία στην Ειρηνευτική Δύναμη.
  10. Κατά ή περί τις 6.02.2003 η UNFΙCYP αποφάσισε να αναθέσει σε εργολάβο την επιδιόρθωση μέρους του Παρατηρητηρίου/επίδικου κτηρίου έναντι του ποσού των ΛΚ50.300 πλέον επιπρόσθετα έξοδα για πρόσθετες εργασίες ΛΚ2.100, συνολικό ποσό ΛΚ53.400 ποσό ισόποσο σε €89.
  11. Οι εργασίες αυτές αφορούσαν καθαρισμό του κτηρίου, επιδιόρθωση του κτηρίου ως αυτή περαιτέρω περιγράφεται στο έγγραφο ανάθεσης, συντήρηση επιδιόρθωση και κατεδάφιση. Ο Εναγόμενος επιφυλάσσει το δικαίωμά του να αναφερθεί στο πλήρες έγγραφο ανάθεσης (purchase order) κατά τη δικάσιμο.
  12. Εν όψει των ανωτέρω ο Εναγόμενος ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα: Α. €89.530 ως το ύψος των εξόδων των εργασιών στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος. ................................................». Για επίρρωση της αγωγής, ο ενάγων παρουσίασε τη μαρτυρία των XXXXX Λέυτον (ΜΕ1) και XXXXX Ιακωβίδη (ΜΕ2), ενώ ο εναγόμενος, για σκοπούς υπεράσπισης (και Ανταπαίτησης), τη μαρτυρία της XXXXX Χάσικου (ΜΥ1), προωθώντας (ως δήλωσε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του στη γραπτή της αγόρευση), την Ανταπαίτηση «. στο πλαίσιο της αντεξέτασης της Μ.Ε.1 κας Δ. Λέϋτον .». Οι αναφορές των μαρτύρων και άπαντα τα κατατεθέντα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν επιλέχθηκε να αποτυπωθούν ρητώς στο κείμενο, μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας περίληψης, πρωτίστως για λόγους πρακτικότητας (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων

(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη, είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως των εμπεριεχόμενων στη δικογραφία, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται, μεταφέρθηκαν ανεπάφως από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Παραθέτω αμέσως και τηλεγραφικώς τη μαρτυρία. Η XXXXX Λέυτον (ΜΚ1), υπεύθυνη του Κλάδου Προσφορών και Συμβολαίων στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και διορισμένη από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων ως εκπρόσωπος του Υπουργείου για τη συντήρηση των στρατώνων που παραχωρούνται στην Ειρηνευτική Δύναμη, παρέθεσε μαρτυρία περί του εμβαδού, των χώρων και εργασιών συντήρησης στη Σχολή, καλύπτοντας τη χρονική περίοδο Αυγούστου 1974 - Ιανουαρίου
  1. Για τούτα (και κάποια άλλα), η μάρτυς παρέπεμψε και στη γραπτή της δήλωση (βλ. Έγγραφο Α). Ο XXXXX Ιακωβίδης (ΜΕ2), εκτιμητής ακινήτων, επεξήγησε Έκθεση Εκτίμησης που ετοίμασε για το ακίνητο (βλ. Τεκμήριο 4). Η XXXXX Χάσικου (ΜΥ1), Λειτουργός στον Κλάδο Εκτιμήσεων του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, υιοθετώντας γραπτή της δήλωση (βλ. Έγγραφο Β), σχολίασε εκφάνσεις της Έκθεσης Εκτίμησης/Τεκμήριο
  2. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για αντίληψη των διαδραματιζομένων, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις (σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς (ή αντιφατικές) τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία, τελούσα σε εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες - και ως τέτοιοι κατέθεσαν οι XXXXX Ιακωβίδης (ΜΕ2) και XXXXX Χάσικου (ΜΥ1) - δεν θεώρησα τη μαρτυριακή τους συμπεριφορά στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον άλλων μαρτύρων και τούτο από σαφείς επί τούτω υποδείξεις της νομολογίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65). Αυτό δεν σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία των ειδικών αυτών εκτός των καθιερωμένων αρχών, ή ότι τους αντιμετώπισα διαφορετικώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και τούτο θα ήταν κατ' αρχήν κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΕ ν KRU, Έφεση 23/18, ημ. 3.12.19, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι πραγματογνώμονες μάρτυρες είδαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, υπενθύμισα εαυτόν ότι ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών τους, δεν οδηγεί αναγκαστικώς και δίχως άλλο σε απόρριψη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού αφορώντος μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής - με εξαίρεση (στην κανονική πορεία των πραγμάτων) τους πραγματογνώμονες μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαηλίδου και Άλλου ν Societe Generale Bank - Cyprus Limited, Ποιν. Έφ. 233/16, ημ. 10.9.18) - και ως δηλωτική αναίρεσης θέσεων τού αντεξετάζοντος (εκ μέρους του διαδίκου/πελάτη του), ή και ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας τις παραβλέψεις κατά συμμετρίαν της έκτασης τους, με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΜ ν ΓΑΜ και Άλλων, ΠΕ 249/13,ημ. 18.2.20, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ως θα αναπτύξω, οι XXXXX Λέυτον (ΜΕ1) και XXXXX Χάσικου (ΜΥ1), μου προξένησαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Ήσαν (ανάμεσα σε άλλα), ορθολογικές και συνεπείς, ενώ ο XXXXX Ιακωβίδης (ΜΕ2), μολονότι δεν προσήλθε για να ψευσθεί ή να παραπλανήσει - κάθε άλλο - δεν μου δημιούργησε θετική εντύπωση αφού υπήρξε γενικός και αόριστος σε πλείστες τοποθετήσεις του. Βεβαίως, η διαπίστωση περί αξιοπιστίας της μαρτυρίας των μαρτύρων δεν εξυπακούει κατ' ανάγκην και αντίστοιχη απόδοση αποδεικτικής εμβέλειας σε καθετί που οι μάρτυρες ανέφεραν στη μαρτυρία τους και τούτο επειδή τα λεχθέντα τους (ή μέρος αυτών) μπορεί να υστερούν από απόψεως αποδεικτικής βαρύτητας (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Εξηγώ περαιτέρω. Η XXXXX Λέυτον (ΜΕ1), ήταν σαφής σε ό,τι είπε, παραθέτοντας τη μαρτυρία της αποστασιοποιημένη από τα όποια συμφέροντα του ενάγοντα. Παρέμεινε άσειστη κατά την αντεξέταση. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Λέυτον (ΜΕ1). Ο XXXXX Ιακωβίδης (ΜΕ2), απέτυχε να εφοδιάσει (εντός της σφαίρας επιστημοσύνης του μάρτυρα), το Δικαστήριο με τα απαραίτητα εργαλεία ώστε να μπορούσε το ίδιο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα επί των ζητουμένων, υπό την οπτική πάντα των όσων ο μάρτυς επεδίωξε να διαγράψει. Ο μάρτυς, βάσισε μέρος της εικόνας και αντίληψης του για το ακίνητο και το κτήριο, σε μακέτα (βλ. σελίδα 17/Τεκμήριο 4), η οποία ελλείψει βαρύνουσας ή και οποιασδήποτε μαρτυρίας για το κατά πόσον εξεικονίζει το κτήριο στην τελική του μορφή (ως δηλαδή ανεγέρθηκε και όχι ως σχεδιάστηκε), δεν κατέστησε κατορθωτή και ευχερή την όποια επεξήγηση αποπειράθηκε ο μάρτυς να ξεδιπλώσει επί των δομικών, χωροταξικών και πολεοδομικών ζητημάτων με τα οποία καταπιάστηκε. Η μαρτυριακή αυτή αδυναμία δεν αμβλύνθηκε ιδιαίτερα από την παράθεση φωτογραφικού υλικού (βλ. σελίδες 24-25/Τεκμήριο 4). Μάλιστα, οι φωτογραφίες αυτές δεν ταυτίστηκαν ή έτυχαν οποιασδήποτε αντιστοίχισης με την μακέτα (βλ. σελίδα 17/Τεκμήριο 4). Ο μάρτυς πρόβηκε σε επιτόπια επιθεώρηση του ακινήτου την 25.10.13 στην παρουσία υπαξιωματικού της Ειρηνευτικής Δύναμης και έτσι απέκτησε (κατά τα φαινόμενα) μια πιο ακριβή αντίληψη της επί του εδάφους κατάστασης την οποία δοκίμασε να αποτυπώσει στην Έκθεση Εκτίμησης/Τεκμήριο 4, δίνοντας λεπτομέρειες για τα φυσικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του ακινήτου. Η περιγραφή του, στεγνή και πτωχική ως κρίνω πως ήταν με κάθε σεβασμό, δεν πέτυχε να μεταδώσει με την αναμενόμενη ενάργεια τα φυσικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του ακινήτου και του κτηρίου κατά τρόπο αντιληπτό έτσι ώστε - και αυτό είναι το πιο σημαντικό - να ενταχθούν ορθολογικώς στη συζητούμενη θεματική οι απόψεις και διαπιστώσεις του μάρτυρα για την ενοικιαστική αξία του κτηρίου κατά το 1975 και την απώλεια ενοικίων για την περίοδο 1.1.75-31.12.05 αλλά και για τον υπολογισμό της συνολικής αποζημίωσης του ενάγοντα για την περίοδο 1975-
  1. Ο μάρτυς προέβη σε σειρά υποθέσεων για να απολήξει στα συμπεράσματα του, κάτι που, σε κάποιο βαθμό, κρίνεται ως κατανοητό, αναμενόμενο και θεμιτό. Μολαταύτα, ο μάρτυς δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί πειστικώς και αποφασιστικώς για το αν οι πληροφορίες που είχε εξασφαλίσει από τον ενάγοντα (ή και τρίτους) για το ακίνητο και το κτήριο αλλά και για όσα έτερα δήλωσε (ο μάρτυς) ως υποθέσεις στην Έκθεση Εκτίμησης/Τεκμήριο 4 - για παράδειγμα στις σελίδες 7-8 αυτής - ούτως ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο να δράσει επί των μεταβλητών και σταθερών που παράθεσε ο μάρτυς για να διατυπώσει δικαστικά ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αγγελή ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 155/17, ημ. 27.11.19). Ο μάρτυς απέγραψε στην Έκθεση Εκτίμησης/Τεκμήριο 4 (στη σελ. 8), πως ως μόνη εναλλακτική οδό είχε τον εντοπισμό μισθωμάτων που «. να είναι στην περιοχή από το 1975 ή από διάφορες αγγελίες ή και ανακοινώσεις στον Τύπο που εντοπίσαμε στο Αρχείο εφημερίδων του Γραφείου Τύπου .». Ως πρώτο (σε σειρά αναφοράς) συγκριτικό, ο μάρτυς χρησιμοποίησε κατάστημα εμβαδού 100 τ.μ. περίπου στην παρακείμενη περιοχή, στο οποίο ο ενοικιαστής βρισκόταν από το 1965 με αρχικό μηνιαίο ενοίκιο εκ ΛΚ£50,00 (με αυτό να αυξάνεται σε ΛΚ£60,00 μηνιαίως κατά το 1970). Ο μάρτυς εξασφάλισε την περί των ενοικίων μαρτυρία του από τον ενοικιαστή και απλώς τη μετέφερε, ως δήλωση, στην Έκθεση Εκτίμησης/Τεκμήριο 4 και τελικώς στο Δικαστήριο. Εκείνο που δεν μπορεί να παραβλεφθεί ως αξιολογική διάσταση είναι το ότι ο μάρτυς - μ' όλο που δεν αντεξετάστηκε για το ύψος του καταβαλλόμενου ενοικίου από τον φερόμενο ενοικιαστή - βασίστηκε άνευ ετέρου στα όσα του είπε ο υποτιθέμενος ενοικιαστής και χωρίς να πει καν στο Δικαστήριο πως επιζήτησε, αν μη τι άλλο, κάποιας μορφής έγγραφη μαρτυρία ώστε να είναι σε θέση (υπό προϋποθέσεις), να παρουσιάσει ένα αντικειμενικότερο υπόβαθρο για τη χρησιμοποίηση του στοιχείου ως σημείου αναφοράς στην εκτίμηση του. Εκτός αυτού, το συγκριτικό διαφέρει ως προς το μέγεθος του σε τετραγωνικά μέτρα από το κτήριο, κάτι που υποδείχθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση από την κ. Παπαστεφάνου, δίχως όμως τούτος να παραδεχθεί το γεγονός αμέσως και απεριφράστως και να εξηγήσει αν ήθελε (όπως και έκανε), τους λόγους για τους οποίους θεώρησε το συγκριτικό ως άξιο αναφοράς και αξιολόγησης, τηρουμένων των όποιων αναλογιών. Το τι όμως επέλεξε ο μάρτυς να προτάξει στο τεθέν ερώτημα ήταν πως η Σχολή «. είναι μια εμπορική δραστηριότητα .» υπαινισσόμενος ότι εμπορική δραστηριότητα είναι και η πώληση ποδηλάτων. Χρειάστηκε να επανέλθει η αντεξετάζουσα, για να θέσει στον μάρτυρα πως η διαμόρφωση των εγκαταστάσεων της Σχολής δεν προσομοιάζει με τη δομική συγκρότηση του πρώτου συγκριτικού, παράγων που κατατάσσεται ως σημαντικός για τη μόρφωση της γνώμης τού μάρτυρα. Δεν διαλανθάνει την προσοχή ότι ο μάρτυς επιχείρησε, μα με τρόπο που απείχε από το ευλόγως ικανοποιητικό, να προβεί σε σειρά αναπροσαρμογών και αναλογιών μεταξύ των συγκριτικών για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, μη ξεκαθαρίζοντας κατανοητώς προς το Δικαστήριο, ως όφειλε, τη σκέψη και μεθοδολογία του, παραλείποντας για παράδειγμα, να διασαφηνίσει αν η απουσία αντίστοιχων αιθουσών στο πρώτο συγκριτικό θα μπορούσε να μεταβάλει τους υπολογισμούς που αποσκόπησε να διαρθρώσει στην Έκθεση Εκτίμησης/Τεκμήριο
  2. Τέθηκε ερώτηση στον μάρτυρα εάν υπήρχαν «. σχετικές αίθουσες στο κατάστημα του Ζανέττου .», με αυτόν να απαντά αποφατικώς («Όχι»), δίχως όμως ο μάρτυς να αδράξει την ευκαιρία και να αιτιολογήσει την απάντηση του. Για το δεύτερο συγκριτικό (δύο συνεχόμενες κατοικίες δίπλα από την Σχολή), ο μάρτυς προσπάθησε να εξηγήσει τη λογική πίσω από την επιλογή δύο κατοικιών ως συγκριτικού με ένα κτήριο του είδους της Σχολής, αποτυγχάνοντας να αποσαφηνίσει το σκεπτικό του, πέραν από το να τονίσει ότι το ύψος του ενοικίου που καταβαλλόταν για τις κατοικίες «. είχαν το ίδιο ενοίκιο με σχεδόν τα ίδια τετραγωνικά μέτρα .», θέση όμως που δημιούργησε σύγχυση μια και δεν ξεκαθαρίστηκε από τον μάρτυρα αν η αναφορά στη σελίδα 9 της Έκθεσης Εκτίμησης/Τεκμήριο 4 σε «. καταβολή ενοικίου ίσου με £60/τμ» αφορούσε σε καταβαλλόμενο ενοίκιο ανά τετραγωνικό μέτρο ή τον κάθε μήνα. Φαίνεται, σε αντίθεση με το εξ όψεως περιεχόμενο της σελίδας 9 στην Έκθεση Εκτίμησης/Τεκμήριο 4 πως η μνεία του μάρτυρα αναφερόταν σε μηνιαίο ενοίκιο (και όχι ανά τετραγωνικό μέτρο), ειδάλλως θα επρόκειτο περί αντίφασης ή και ανακολουθίας αφού, ως ο μάρτυς είχε απαντήσει σε αντεξεταστική ερώτηση «. ενώ ένα εμπορικό κατάστημα στον Άγιο Δομέτιο του Ζανέττου ήταν £60 το μήνα, σε μια εμπορική περιοχή κατοικία ή σε υποδεέστερες περιοχές είχαν το ίδιο ενοίκιο με σχεδόν τα ίδια τετραγωνικά μέτρα». Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο μάρτυς όφειλε να είναι ακριβής στις αναφορές του και να μην αφήνει ερμηνευτικά κενά ως προς το τι ακριβώς εννοούσε ή ήθελε να πει. Συν τοις άλλοις, παρέμεινε και αδιευκρίνιστο αν το ενοικιαστικό ύψος (ανά τετραγωνικό μέτρο ή μηνιαίως), αφορούσε στο άθροισμα των κατοικιών ή στην καθεμιά ξεχωριστώς και (αναλόγως της απάντησης), ποια θα μπορούσε να είναι η επίδραση του γεγονότος αυτού και στη γνώμη του μάρτυρα. Για το τρίτο συγκριτικό το οποίο σύγκειτο σε «. ένα άλλο ιδιωτικό σχολείο . επί της Προδρόμου δίπλα από τον χώρο ψυχαγωγίας «ΑΥΛΑΙΑ» και το Υπουργείο Άμυνας .», ο μάρτυς είπε ότι καταβαλλόταν μηνιαίο ενοίκιο εκ ΛΚ£145,
  3. Ο μάρτυς αποκόμισε, ως είπε, την πληροφόρηση από τους λογιστικούς λογαριασμούς του υπό αναφοράν ιδιωτικού σχολείου (THE C. AND G. SCHOOL OF CAREERS LIMITED) για το έτος 1973, καταθέτοντας και σχετικό έγγραφο (βλ. Τεκμήριο 6). Είπε πως εξασφάλισε το εν λόγω έγγραφο - που κατατέθηκε ουχί για την αλήθεια του περιεχομένου του αλλά ως έγγραφο (πραγματική μαρτυρία) στο οποίο αναφέρθηκε ο μάρτυς κατά τη μαρτυρία του - «... από το αρχείο του σχολείου .» και ότι «. Τυγχάνει να έχω γνωστούς και ζήτησα μέσα στο πλαίσιο της έρευνας αν μπορούν να μου δώσουν στοιχεία για να μπορέσω να έχω κάποια στοιχεία για την περίοδο». Παρά την τοποθέτηση, ο μάρτυς δεν έδωσε συγκροτημένες απαντήσεις σε σχέση προς την προέλευση του εγγράφου από το αρχείο του σχολείου (αν και ρωτήθηκε ειδικώς για τούτο), περιοριζόμενος να πει ότι παρουσίασε το έγγραφο ως στοιχείο για το ενοίκιο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και τίποτε περισσότερο. Η απάντηση του ως προς την ουσία που απέβλεψε να εκφράσει δεν προήλθε και δεν βασίστηκε σε οποιαδήποτε πρόσθετη και αποδεκτή εξωγενή μαρτυρία αφορώσα σε γνώση του περί του ύψους του καταβαλλόμενου ενοικίου και των όσων άλλων αναφέρονται στο Τεκμήριο 6 - έστω με πηγή πληροφόρησης, λόγου χάριν, λεχθέντα από τα άτομα στα οποία ο μάρτυς αναφέρθηκε κατά την απάντηση του, με αυτά (κατά τα συμφραζόμενα), να είναι εκείνα τα πρόσωπα που τον εφοδίασαν με το έγγραφο - παρά μόνον απάρτισε επανάληψη του περιεχομένου τού περί ου ο λόγος εγγράφου. Έτσι, με δοσμένο και τον δεδηλωμένο και περιορισμένο σκοπό κατάθεσης του Τεκμηρίου 6 - από τον οποίο θα ήταν ανεπίτρεπτο να αποστεί το Δικαστήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσιελεπής και Άλλων ν Eurogoal Bookmakers Limited
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1548, 1556, Βασιλείου ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 104, 134-135) - η μαρτυρία του μάρτυρα υπό τις περιστάσεις υπέχει εδώ ασήμαντης αποδεικτικής αξίας. Τέλος - παρότι υπάρχουν και άλλα δυνητικά προβλήματα στη μαρτυρία του μάρτυρα που θα μπορούσαν να προβληθούν για να καταδείξουν τη γενικότητα της (όπως τη θέση του μάρτυρα πως παρόλο που το ακίνητο και το κτήριο βρίσκονται εντός της Νεκράς Ζώνης «. το σενάριο είναι σαν πως και το ακίνητο λειτουργεί στην ελεύθερη αγορά» με τον μάρτυρα να μην παρέχει επαρκείς εξηγήσεις για την τοποθέτηση του) - σημειώνεται και η ασάφεια που χαρακτηρίζει τα συμπεράσματα του μάρτυρα κατόπιν της πληροφόρησης που είπε ότι έλαβε και χρησιμοποίησε για την εκτίμηση του από αγγελίες, ανακοινώσεις ή και άλλες πηγές (ως δήλωσε στη σελίδα 9/Τεκμήριο 4). Τα στοιχεία αφορούν σε ζητούμενες ενοικιαστικές τιμές (asking price) και όχι σε πραγματικές τιμές οι οποίες, με προσοχή πάντοτε και συνήθως υπό σειρά επιφυλάξεων, θα μπορούσαν να συναπαρτίσουν εκτιμητικό κριτήριο για όσα ο μάρτυς επιθυμούσε να παραθέσει. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Ιακωβίδη (ΜΕ2). Η XXXXX Χάσικου (ΜΥ1), κατέθεσε μακράν από τα συμφέροντα των μερών. Έκρινε την Έκθεση Εκτίμησης/Τεκμήριο 4 σε διάφορα επίπεδα ως προς τη μέθοδο που ακολουθήθηκε για την ετοιμασία της αλλά και για την αποδεικτική της εμβέλεια. Η μάρτυς ήταν ειλικρινής και παραδέχθηκε απεριφράστως ότι δεν προέβη σε επιτόπια επιθεώρηση του ακινήτου και του κτηρίου και πως στην επιτόπια επιθεώρηση την 1.12.15 παρευρέθηκε εκ μέρους του εναγομένου άλλος κτηματολογικός λειτουργός, ο οποίος δεν εφοδίασε την μάρτυρα με φωτογραφίες της επιτόπιας επιθεώρησης, αρκούμενος σε προφορική περιγραφή προς αυτήν των όσων τούτος είχε διαπιστώσει επί του εδάφους. Δήλωσε επιπροσθέτως η μάρτυς πως δεν εντόπισε ή είδε γραπτό σημείωμα για την επιθεώρηση του ακινήτου και του κτηρίου. Η μάρτυς, δίχως πολλά, δέχθηκε ότι η εικόνα που σχημάτισε συνειρμικώς για το κτήριο και το ακίνητο εν γένει, προέκυψε (ως τούτο κατέστη αντιληπτό από τη μαρτυρία της), από τη φωτογραφία της μακέτας της Σχολής (που απεικονίζεται στη σελίδα 17/Τεκμήριο 4) και από τα όσα προφορικώς της λέχθηκαν από τον επιθεωρήσαντα την Σχολή λειτουργό. Το ότι η μάρτυς είπε (ή υπονόησε στην επανεξέταση), πως η μη μετάβαση της επιτοπίως στο κτήριο και στο ακίνητο δεν θα άλλαζε «. την εύρεση συγκριτικών .» γιατί θα εξακολουθούσε να ψάχνει για σχολεία, για να τα χρησιμοποιήσει ως συγκριτικά στοιχεία, δεν αμβλύνει ιδιαίτερα την επίδραση που είχε η έλλειψη πρωτογενούς αντίληψης από πλευράς της για το κτήριο και το ακίνητο, όπως και δεν μεταβάλλει την αποδεικτική αδυναμία των λεχθέντων της - και τούτο αποκλειστικώς ως θέμα που αφορά στη βαρύτητα της μαρτυρίας της και όχι στην αξιοπιστία της ως τέτοιας - αφού ο λειτουργός που παρέστη στην επιτόπια επιθεώρηση του κτηρίου και του ακινήτου δεν κλήθηκε από τον εναγόμενο να δώσει μαρτυρία (κάτι που έμεινε και ανερμήνευτο), με παρεπόμενο, η παράλειψη (γιατί τέτοια είναι), να επιδρά αρνητικώς στη βαρύτητα της εξ ακοής αυτής μαρτυρίας για το ζήτημα δυνάμει του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Kireev v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 273/17, ημ. 22.4.19, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Ποιν. Έφ. 129/15, ημ. 5.4.17, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192). Έτσι κι αλλιώς, το σημαντικό προς υπογράμμιση είναι ότι οι απόψεις της μάρτυρος για το ευσταθές ή όχι των εκτιμητικών χειρισμών του XXXXX Ιακωβίδη (ΜΕ2) - αν και αξιολογήσιμες - δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο αφού τούτο είναι επιφορτισμένο να κρίνει δεσμευτικώς και αυθεντικώς την αξιοπιστία και βαρύτητα μαρτύρων και μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, ημ. 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Χάσικου (ΜΥ1), υπό τις αιρέσεις που διατύπωσα. Πριν από τα ευρήματα, επιβάλλονται δύο επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση, αφορά στο ότι ο ενάγων δεν δικογράφησε στην Έκθεση Απαίτησης την προβαλλόμενη αξίωση του για επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω παραβίασης των Άρθρων 1 και 8 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ) και του Άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας που κατοχυρώνουν το δικαίωμα κατοχής και απόλαυσης κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας. Ούτε ακόμη και στην Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση γίνονται αναφορές για τη φερόμενη αυτή αξίωση, ανεξαρτήτως κιόλας αν η Απάντηση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εφαλτήριο για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και κατ' επέκτασιν ως δεύτερη ευκαιρία για την πρόσθεση αξιώσεων και ισχυρισμών (βλ. κατ' αναλογίαν, Σαλαχώρη ν Παναγιωτίδου, ΠΕ 257/10, ημ. 1.3.16, Alikhani v Προδρόμου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 657, 664). Κατ' ακολουθίαν, ο ενάγων δεν δικαιούται να εγείρει διά της αγόρευσης τα υπό συζήτησιν θέματα, ασχέτως αν δόθηκε μαρτυρία που θα μπορούσε (αν πράγματι διαπιστωνόταν δικογραφική κάλυψη), να ταξινομηθεί ως σχετική και αφορώσα με τη θεματική που προβάλλεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Βλάχου και Άλλου, ΠΕ 194/13, ημ. 25.10.19). Η δεύτερη επισήμανση, συνδέεται με τη δικονομική νομιμοποίηση του εναγομένου να ανταξιώνει από τον ενάγοντα τα όσα ζητεί διά της «Ανταπαίτησης». Δεν υφίσταται τέτοια δυνατότητα, αφού η Ανταπαίτηση, ως ξεχωριστή αγωγή που θεωρείται ότι είναι, εμφανίζεται αποτμημένη δομικώς (και άλλως πως) από όσα συναπαρτίζουν την Υπεράσπιση (του εναγομένου), ή ακόμη και την αξίωση (του ενάγοντα), μια και καμιά παραπομπή γίνεται, διά αναφοράς ή διαφορετικώς, στο περιεχόμενο της «Ανταπαίτησης» σε ισχυρισμούς ή γεγονότα αντικειμενικώς απαραίτητων για θεμελίωση της. Τούτο, καθίσταται καίριο, εξοβελίζοντας τουτέστιν και την όποια δικονομική και ουσιαστική υπόσταση θα μπορούσε να υπέχει η Ανταπαίτηση (βλ. κατ' αναλογίαν, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1960, σελ. 504, Λιθογραφία Κυριακίδη και Άλλων
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 1894, 1907). Προχωρώ στα (πρόσθετα) ευρήματα μου. Το ακίνητο και το κτήριο (ως περιγράφονται πάνω κατά την παράθεση της εκδοχής του ενάγοντα) - με την προσθήκη εδώ ότι την 16.10.73, παραχωρήθηκε αρμοδίως άδεια οικοδομής προς την Ιερά Μονή Κύκκου (διά του ενάγοντα) για ανέγερση του κτηρίου υπό τους όρους που τέθηκαν (βλ. Τεκμήριο 7) - ανήκουν στον ενάγοντα και βρίσκονται στη Νεκρά Ζώνη η οποία απέρρευσε ως εκ της de facto κατάπαυσης του πυρός την 16.8.74 (ένεκα της Τουρκικής Εισβολής 1974). Η Νεκρά Ζώνη δεν είναι περιοχή κατεχόμενη από τα Τουρκικά στρατεύματα αλλά περιοχή όπου αναπτύχθηκε Ειρηνευτική Δύναμη για να εκτελεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και επομένως, έστω και αν είναι απροσπέλαστη από τους κατοίκους των ελευθέρων περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν βρίσκεται εκτός ελέγχου του κράτους (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 163/12, ημ. 11.1.18). Το κτήριο χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς από την Ειρηνευτική Δύναμη, αρχομένης της 30.10.75 (βλ. Τεκμήριο 1[4]) μέχρι και τον Ιανουάριο 2005 οπόταν και η Ειρηνευτική Δύναμη εγκατέλειψε το ακίνητο και το κτήριο (βλ. Τεκμήριο 1[5]). Η ανά τετραγωνικό μέτρο αξία του καθαρού εμβαδού του κτηρίου γράφεται στα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Έγγραφο Α). Το εμβαδόν του κτηρίου (Σχολής) που χρησιμοποιούνταν σε διάφορες χρονικές περιόδους από την Ειρηνευτική Δύναμη (για την περίοδο 19.8.74 - 20.7.76), ήταν 502 τ.μ. (δηλαδή 417 τ.μ. συν 85 τ.μ. βεράντες), ενώ του παρατηρητηρίου ήταν 77 τ.μ. Από 1.1.83 -25.5.83, διεξήχθησαν στο κτήριο εργασίες συντήρησης (όπως η επανασύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος και η παροχή νερού). Η κατοχή του ακινήτου και του κτηρίου από την Ειρηνευτική Δύναμη έγινε άνευ της εκ των προτέρων έγκρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία μηδέποτε παραχώρησε επισήμως το ακίνητο και το κτήριο προς την Ειρηνευτική Δύναμη, ή επέτρεψε, υποβοήθησε, ενεθάρρυνε ή συνέτεινε ώστε η Ειρηνευτική Δύναμη να λάβει και να διατηρήσει κατοχή του ακινήτου και του κτηρίου χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντα. Το ακίνητο και το κτήριο δεν επιτάχθηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία ούτε και ο ενάγων κλήθηκε ποτέ, ως ιδιοκτήτης, να συγκατατεθεί στην παραχώρηση τους προς την Ειρηνευτική Δύναμη (από την Κυπριακή Δημοκρατία). Ομοίως, η Κυπριακή Δημοκρατία ποτέ δεν ανέθεσε ή επέτρεψε στην Ειρηνευτική Δύναμη να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο και το κτήριο κατ' αποκλεισμόν της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρόσβαση στο ακίνητο και στο κτήριο δεν επιτρέπεται δίχως άδεια της Ειρηνευτικής Δύναμης. Από πουθενά δεν προκύπτει πως η Κυπριακή Δημοκρατία είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους τη δυνατότητα λήψης τελέσφορων μέτρων ώστε να διασφαλίσει την ανεμπόδιστη άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα στο ακίνητο και στο κτήριο. Έτσι, στην προκειμένη, η περίπτωση δεν μπορεί να ενταχθεί, υπό οποιαδήποτε στόχευση, εντός των παραμέτρων του άρθρου 19 του Περί της Συμφωνίας της Αφορώσης εις το Νομικόν Καθεστώς της εν Κύπρω Δυνάμεως των Ηνωμένων Εθνών (Κυρωτικού) Νόμου 29/64 (ως συζήτησε ο ενάγων). Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 43
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, αφού ο εναγόμενος ουδέποτε εισήλθε παρανόμως στο ακίνητο ή και στο κτήριο και ποτέ δεν προκάλεσε ζημιά ή παρέμβηκε παρανόμως στην ιδιοκτησία αυτή (βλ. γενικώς, Π. Αρτέμης και Γ. Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα: Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, 2003, σελ. 130-132). Το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο, ακόμη και αν, υποτιθέστο, η περίπτωση του ενάγοντα θα μπορούσε να ενταχθεί εντός των προβλέψεων τού Περί της Συμφωνίας της Αφορώσης εις το Νομικόν Καθεστώς της εν Κύπρω Δυνάμεως των Ηνωμένων Εθνών (Κυρωτικού) Νόμου 29/64, αφού κατά τις πρόνοιες του άρθρου 19 τού νομοθετήματος - και για οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια της Κυπριακής Δημοκρατίας βάσει του ίδιου νόμου αναφορικώς προς το ακίνητο και το κτήριο - η Κυπριακή Δημοκρατία λειτούργησε νομίμως, θεμιτώς και συνετώς (μη παραβιάζοντας οιανδήποτε υποχρέωση είχε έναντι της Ειρηνευτικής Δύναμης ή του ενάγοντα). Κατά συνέπειαν, η Κυπριακή Δημοκρατία βρέθηκε στην κατάσταση που απασχολεί, ως εκ της Τουρκικής Εισβολής 1974 και των δυσμενών συνθηκών και καταστάσεων που εκπορεύθηκαν από αυτή και όχι κατόπιν επιλογής και εκούσιων χειρισμών της. Στην Ιωαννίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 163/12, ημ. 11.1.18, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε (διά του Οικονόμου, Δ.) και τα ακόλουθα συναφή με όσα εδώ καιρίως ενδιαφέρουν: «Η επίδικη οικία βρίσκεται εντός της νεκράς ζώνης (buffer zone) στην ενορία Arab Ahmet στη Λευκωσία. Μεταβιβάστηκε στην εφεσείουσα δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της όταν ήταν παιδί και ενεγράφη επ΄ονόματί της την 1.10.
  1. Κατά την τούρκικη εισβολή, το 1974, η εν λόγω οικία, εκμισθωμένη τότε στο British Council, βρέθηκε στη γραμμή πυρός, υπέστη ζημίες και έκτοτε εγκαταλείφθηκε. Η μόνη της χρήση ήταν ως παρατηρητήριο της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) για την περίοδο από Σεπτέμβριο 2001 μέχρι τον Ιανουάριο 2005, ως κατωτέρω αναφέρεται. Η ενάγουσα θεωρώντας ότι υπεύθυνη για την απώλεια της κατοχής και χρήσης της οικίας είναι η Δημοκρατία, καταχώρισε αγωγή εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα ζητώντας διάταγμα για παράδοση ελεύθερης κατοχής της οικίας και αποζημιώσεις για απώλεια ενοικίων και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή διαφυγόντα κέρδη. Η αγωγή βασίζεται σε παράνομη επέμβαση και σε παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αποτελεί, αναμφίβολα, αντικείμενο δικαστικής γνώσης και άλλωστε έχει αναγνωριστεί από το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Kyriakoula Stephens v. Cyprus, Turkey and the United Nations, Application n. 45267/06, 11.12.2008, ότι η εντολή της UNFICYP που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο στις 27 Μαρτίου 1964 διευρύνθηκε από της εισβολής ώστε να καλύπτει, μεταξύ άλλων, την επιτήρηση της de facto κατάπαυσης του πυρός, η οποία έλαβε χώρα στις 16 Αυγούστου 1974 και τη διατήρηση της νεκράς ζώνης (buffer zone) που προέκυψε μεταξύ των γραμμών κατάπαυσης του πυρός εκατέρωθεν. Όπως διατυπώθηκε από το ΕΔΑΔ στην προαναφερθείσα υπόθεση Stephens: «UNFICYP maintains the military status quo in the buffer zone area. It keeps constant surveillance over the buffer zone through a system of observations posts, and through air, vehicle and foot patrols. » Στην ίδια απόφαση αναγνωρίζεται ότι μέρος της νεκράς ζώνης κατοικείται ή καλλιεργείται με ελεύθερη την πρόσβαση πολιτών, ενώ σε άλλο μέρος της νεκράς ζώνης απαιτείται η άδεια των Ηνωμένων Εθνών για τη διακίνηση ή τη δραστηριότητα πολιτών. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία εμπίπτει, όπως σαφώς προέκυψε από τη μαρτυρία και αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο εύρημα του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, όπως και κοινό τόπο ενώπιον μας, η υπό εκδίκαση περίπτωση. Όπως προαναφέρθηκε, η μόνη πρόσβαση και χρήση της οικίας από το 1974 μέχρι σήμερα ήταν όταν «παραχωρήθηκε» από τη Δημοκρατία στην UNFICYP για την περίοδο από το Σεπτέμβριο 2001 μέχρι τον Ιανουάριο 2005, για να χρησιμοποιηθεί ως παρατηρητήριο, αφού επιδιορθώθηκε με δαπάνες της Δημοκρατίας. Θέσαμε τον όρο «παραχώρηση» εντός εισαγωγικών επειδή δεν επρόκειτο για παραχώρηση με την έννοια της σύμβασης ή την έννοια της κυριαρχικής άσκησης κρατικής εξουσίας, ως θα επεξηγηθεί κατωτέρω. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή για διάφορους λόγους και με διάφορους λόγους έφεσης προσβάλλεται η απόφασή του. Δεν απαιτείται όμως να επεκταθούμε πέραν του ό,τι καθορίζει το αποτέλεσμα το οποίο και έγκειται στη διαπίστωση ότι η Δημοκρατία δεν έχει αποτελεσματικό έλεγχο επί της νεκράς ζώνης. Υπάρχει ως προς τούτο ουσιαστική ομοιότητα αν όχι ταύτιση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης με τα γεγονότα της υπόθεσης Stephens στην οποία το ΕΔΑΔ απέρριψε ως αβάσιμη την Αίτηση κρίνοντας ότι η Δημοκρατία δεν έχει αποτελεσματικό έλεγχο επί της νεκράς ζώνης. Τούτου δοθέντος, όπως στην υπόθεση εκείνη, έτσι και εν προκειμένω, η εφεσείουσα δεν κατέδειξε οποιαδήποτε ενέργεια, ούτε συγκεκριμενοποίησε οποιαδήποτε παράβαση καθήκοντος εκ μέρους της Δημοκρατίας να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, εντός των δυνατοτήτων της, για διασφάλιση των δικαιωμάτων της. Αντιθέτως, σαφώς διακρίνεται, η παρούσα υπόθεση από εκείνες τις υποθέσεις που στρέφονταν κατά της Τουρκίας («οι γνωστές υποθέσεις Λοϊζίδου ν. Τουρκίας, Ξενίδη-Αρέστη ν. Τουρκίας, Δημάδη ν. Τουρκίας», όπως αναφέρονται σε σχετικό λόγο έφεσης) στις οποίες διαπιστώθηκε ότι η Τουρκία ασκεί έλεγχο επί των περιοχών όπου βρίσκονταν οι επίδικες περιουσίες. Εν κατακλείδι: 1) Η νεκρά ζώνη είναι το αποτέλεσμα της de facto κατάπαυσης του πυρός στις 16.8.1974 και όχι επιλογή, ώστε να αποδίδεται με την έφεση στη Δημοκρατία ότι ανέθεσε ή επέτρεψε στα Ηνωμένα Έθνη και την UNFICYP να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στην περιοχή όπου βρίσκεται η οικία της εφεσείουσας, κατ΄αποκλεισμό της Δημοκρατίας. 2) Η επίδικη οικία βρίσκεται σε περιοχή της νεκράς ζώνης όπου η πρόσβαση ή η δραστηριότητα πολιτών δεν επιτρέπεται χωρίς την άδεια των Ηνωμένων Εθνών. Εκ συμπτώσεως, ας σημειωθεί, πρόκειται για την ίδια ενορία όπου βρίσκεται η κατοικία της υπόθεσης Stephens. 3) Επί της περιοχής όπου βρίσκεται η επίδικη οικία η Δημοκρατία δεν έχει έλεγχο, ούτε καταδείχθηκε οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της Δημοκρατίας που να συνιστά παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μήτε ότι έχει τη δυνατότητα λήψης οποιουδήποτε μέτρου ώστε να διασφάλιζε την ανεμπόδιστη άσκηση των δικαιωμάτων της εφεσείουσας. 4) Η παραχώρηση της οικίας για τις ανάγκες της UNFICYP δεν υποδηλώνει άσκηση ελέγχου της περιοχής και της επίδικης περιουσίας υπό τη συζητούμενη έννοια της προστασίας ατομικών δικαιωμάτων, αλλά αντίθετα εντάσσεται, ακριβώς, στα ιδιόμορφα δεδομένα ανάγκης που προέκυψαν για τη Δημοκρατία από τη de facto κατάπαυση του πυρός εκατέρωθεν. 5) Ως εκ των άνω ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε τη διττή, ως άνω, βάση της αγωγής και αναπόφευκτη ως εκ τούτου ήταν η απόρριψή της. Πώς θα μπορούσε η Δημοκρατία να ασκήσει παράνομη επέμβαση σε περιουσία εκτός του ελέγχου της και ποία έννοια θα μπορούσε να έχει ένα διάταγμα για την παράδοση από τη Δημοκρατία ελεύθερης κατοχής της οικίας, της οποίας οικίας η Δημοκρατία δεν έχει τον έλεγχο και άρα την κατοχή; Ή, πώς θα μπορούσε να κριθεί υπόλογη η Δημοκρατία για αποζημιώσεις λόγω αποστέρησης, που δεν οφείλεται στην ίδια, κατοχής, που η ίδια δεν έχει; Οι παραπάνω διαπιστώσεις καθορίζουν και την τύχη της έφεσης χωρίς να χρειάζεται να επεκταθούμε στο σύνολο των όσων απασχόλησαν την πρωτόδικη διαδικασία και προβλήθηκαν στην έφεση. ................................................». Το ως άνω σκεπτικό, καίτοι με τις αναμενόμενες αποκλίσεις ως προς τα γεγονότα επί των οποίων εδράσθηκε, εφαρμόζεται και στην ενεστώσα περίπτωση. Το ότι ο ενάγων είναι κειμένως πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας (σε αντίθεση με την ενάγουσα στην Ιωαννίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 163/12, ημ. 11.1.18), δεν διαφοροποιεί κρισίμως την προσέγγιση στα πράγματα, μια που το σκεπτικό τής υπό αναφοράν απόφασης καταπιάνεται, στην ουσία της, με το ευρύτερο ζήτημα των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας (νομοθετικών και άλλων), ως εκ των καταστάσεων που επέφερε στην Κύπρο η Τουρκική Εισβολή
  2. Εν κατακλείδι. Ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Παρομοίως, ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτηση στο ίδιο μέτρο (και οι λόγοι για τούτο εξηγήθηκαν στο πλαίσιο της δεύτερης επισήμανσης). Τα έξοδα στην αγωγή - παρ' όλη την απόρριψη της Ανταπαίτησης (και ως εκ των λόγων απόρριψης) - επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.