Kravitz (υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοδόχος του Aegean Litigation Trust) ν. GRADY PROPERTIES CORPORATION S.A. κ.α., Αρ. Αίτησης: 309/19, 9/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A344 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 309/19 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΕ) αρ.1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και Αναφορικά με την απαίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου μεταξύ των: XXXXX Kravitz (υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοδόχος του Aegean Litigation Trust) ως Ενάγοντας και
(1)Grady Properties Corporation S.A.,
(2)XXXXX Melisanidis,
(3)XXXXX Melisanidis,
(4)Oiltank Engineering & Consulting Ltd,
(5)Leveret International S.A.,
(6)XXXXX Tzannakos (υπό την ιδιότητα του ως πρώην εκκαθαριστής της Leveret International S.A.),
(7)XXXXX Kostopoulos (υπό την ιδιότητα του ως πρώην εκκαθαριστής της Leveret International S.A.),
(8)P&A Bulk Holdings Inc., ως Εναγόμενοι Μεταξύ: *** Kravitz (υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοδόχος του Aegean Litigation Trust) Αιτητή και
- GRADY PROPERTIES CORPORATION S.A.
- OILTANK ENGINEERING & CONSULTING LTD
- *** Melisanidis
- *** Melisanidis
- NITROLINA TRUSTEES LTD Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 5.8.19 για Συντηρητικά Μέτρα βάσει του άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/12 9 Ιουλίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Γ.Ζ. Γεωργίου με κ. Πασιαρδή και κ. Λοϊζίδη, για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων 1, 4: κ. Γ. Χριστοδούλου, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης 2: κα Ε. Νικολαΐδου, για A.G. Erotokritou L.L.C. Για Καθ' ης 3: κα Κ. Κακουλλή, για Chrysses Demetriades & Co L.L.C. Για Καθ' ης 5: κ. Γ. Τριλλίδης, για Πολάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Εισαγωγή-Αίτηση Κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 5.8.19 ο Αιτητής, υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοδόχος του Aegean Litigation Trust (εφεξής «το Trust») εξασφάλισε διατάγματα, ισχύοντα μέχρι έκδοσης τελικής απόφασης σε δικαστική διαδικασία στο Λουξεμβούργο και ή μέχρι αποπεράτωσης της αίτησης και ή μέχρι νεότερης διαταγής, ως εξής: Αιτητικό Α Διάταγμα παγοποίησης περιουσίας ύψους €318.000.000 εναντίον των Καθ' ων 1-4, το οποίο διάταγμα καλύπτει και: 1) Τις μετοχές τις οποίες η Καθ' ης 1 κατέχει σε πέντε άλλες εταιρείες, ήτοι τις: α) Yeonama Holdings Co. Ltd β) Aegean Net Fuels Ltd γ) Aegean Lubricants Ltd δ) Vambinco Holdings Co. Ltd ε) Vegata Holdings Co. Ltd 2) Την περιουσία των πιο πάνω πέντε εταιρειών. 3) Τον λογαριασμό υπ' αρ. .2823 της Καθ' ης 2 στην Eurobank. 4) Τις μετοχές του Καθ' ου 4 σε δύο εταιρείες, ήτοι τις: α) Precitox Holdings Co. Ltd β) Longedco Trading Co. Ltd 5) Την περιουσία των πιο πάνω δύο εταιρειών Precitox και Longedco. Αιτητικό Δ Παγκόσμιο διάταγμα παγοποίησης περιουσίας ύψους €318.000.000 εναντίον της Καθ' ης 5, το οποίο καλύπτει και: 1) Την περιουσία του διεθνούς εμπιστεύματος «The Gaia Settlement» 2) Τις μετοχές της Leskira Holdings Ltd 3) Την περιουσία της Leskira Holdings Ltd (εφεξής «η Leskira») Αιτητικό Ζ Βοηθητικά διατάγματα εναντίον πιστωτικών ιδρυμάτων για παροχή πληροφοριών σε σχέση με παγοποιηθέντες λογαριασμούς (ή άλλη περιουσία) και ονόματα δικαιούχων. Αιτητικό Η Διάταγμα απαγορεύον στον Έφορο Εταιρειών την αλλαγή μετοχικής δομής στην Καθ' ης 5 και στις προαναφερθείσες οκτώ εταιρείες. Αιτητικό Θ Διάταγμα απαγορεύον στην Καθ' ης 5 και στις προαναφερθείσες οκτώ εταιρείες να αλλάξουν τη μετοχική δομή τους. Τα υπόλοιπα αιτητικά αφορούσαν αποκαλύψεις μέσω ενόρκων δηλώσεων για τα οποία και διατάχθηκε η επίδοση. Β. Ένορκη Δήλωση Αιτητή Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του ο Αιτητής εξηγεί το ιστορικό της υπόθεσης και τους λόγους οι οποίοι επέβαλλαν την έκδοση των διαταγμάτων. Οι ισχυρισμοί του δύνανται να συνοψιστούν στο ότι: - Ο ίδιος ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος του Aegean Litigation Trust (το «Trust»), το οποίο ιδρύθηκε στις 3.4.19 βάσει διατάγματος Δικαστηρίου Πτωχεύσεων των ΗΠΑ στα πλαίσια υποθέσεων πτώχευσης της Aegean Marine Petroleum Network Inc («AMPNI») και κάποιων θυγατρικών της ή και συνδεδεμένων εταιρειών (που όλες μαζί αναφέρονται ως «Aegean»). - Σκοπός της ίδρυσης του Trust ήταν να διεκδικηθούν απαιτήσεις της Aegean, οι οποίες προέκυψαν από απάτες, προς όφελος πιστωτών της Aegean. - Δυνάμει του σχετικού δικαστικού Διατάγματος Επιβεβαίωσης (Confirmation Order) τέσσερις εταιρείες της Aegean εκχώρησαν τις απαιτήσεις τους στο Trust, ήτοι οι: i. Aegean Marine Petroleum Network Inc («AMPNI») - Δημοκρατία Νήσων Μάρσαλ («ΔΝΜ»). ii. Aegean Oil Terminal Corporation («AOTC») - Δημοκρατία Νήσων Μάρσαλ («ΔΝΜ») - θυγατρική της AMPNI. iii. Aegean Marine Petroleum Network SA («AMP SA») - Δημοκρατία Λιβερίας, θυγατρική της AMPNI. iv. Aegean Marine Petroleum LLC («AMP LLC») - Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα - Κατά 49% ιδιοκτησία της AMP SA, η οποία όμως έχει το οικονομικό συμφέρον κατά 100% και ασκεί αποτελεσματικό διαχειριστικό έλεγχο δυνάμει συμφωνίας μετόχων με τον μέτοχο του 51%. - Η Καθ' ης 1 («Grady») είχε συσταθεί στη ΔΝΜ αλλά από τις 31.10.14 εδρεύει στο Λουξεμβούργο. Είναι μητρική εταιρεία για διάφορα οικογενειακά επιχειρηματικά συμφέροντα, ο δε Καθ' ου 4 είναι ο μοναδικός μέτοχος της, ο ασκών ουσιαστικό έλεγχο και ο τελικός πραγματικός δικαιούχος. - Η Καθ' ης 1 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των πέντε προαναφερθεισών εταιρειών (Yeonama, Net Fuels, Aegean Lubricants, Vambinco και Vegata). - Η Leveret International S.A. («η Leveret») είναι μητρική εταιρεία που ανήκει και ελέγχεται από τον Καθ' ου 3 και η οποία επίσης μετέφερε την έδρα της στις 31.10.14 στο Λουξεμβούργο. - Η Καθ' ης 2 συστάθηκε στις 15.3.10 επίσης στη ΔΝΜ και από το 2013 μέχρι το 2015 μέτοχος της ήταν ο Α. Τύρος και μεταγενέστερα ο Α. Βραχυπέδης, αλλά τον ουσιαστικό έλεγχο της ασκεί ο Καθ' ου 3, ο οποίος είναι και ο πραγματικός δικαιούχος της. Πρόκειται για βασικό εταιρικό όχημα που χρησιμοποιήθηκε από τον Καθ' ου 3 για να υπεξαιρέσει κεφάλαια από την Aegean και μετά να τα διασκορπίσει σε άλλες οντότητες. Φέρεται ως ιδιοκτήτρια τραπεζικού λογαριασμού στη Eurobank Cyprus Ltd. - Ο Καθ' ου 3 Έλληνας υπήκοος είναι ο ιδρυτής του ομίλου της Aegean. - Ο Καθ' ου 3 έχει ενορχηστρώσει σειρά πολύπλοκων απατών μέσω των οποίων υπεξαίρεσε περί τα $318.000.000, ενώ οι υπόλοιποι Καθ' ων έχουν είτε ενεργά συμμετάσχει στις απάτες αυτές είτε έλαβαν τα έσοδα από αυτές εν γνώσει τους. - Ο Καθ' ου 4 είναι επίσης ο ιδιοκτήτης του 50% των Κυπριακών Precitox Holdings και Longedco Trading. - Η Καθ' ης 5 είναι Κυπριακή εταιρεία εμπιστευματοδόχος του «The Gaia Settlement». Φαίνεται ότι ο Καθ' ου 3 με τη βοήθεια της Καθ' ης 5 προέβη σε διαβήματα με σκοπό να καλύψει τον εαυτό του έναντι δικαστικών αποφάσεων. - Η Aegean ήταν μια διεθνής επιχείρηση εφοδιασμού καυσίμων πλοίων και από το 2006 μέχρι το 2018 διαπραγματεύετο στο Χρηματιστήριο της N.Y. Η AMPNI είναι η τελική μητρική εταιρεία. - Βασικά ο Καθ' ου 3 ήλεγχε την Aegean από την έναρξη λειτουργίας της μέχρι τον Απρίλιο του 2018 οπότε η AMPNI άρχισε να ανακαλύπτει πολλές αντικανονικές συναλλαγές που αφορούσαν εταιρείες οι οποίες ελέγχονταν από τον Καθ' ου 3 και την οικογένεια του. Φαίνεται δε πως μετά που τερματίζοντο οι επίσημοι ρόλοι του στην Aegean αυτός συνέχισε να ασκεί τεράστια επιρροή σε βασικούς υπαλλήλους της είτε παρεμβαίνοντας σε έγγραφα είτε απειλώντας σωματικά και εκφοβίζοντας μάρτυρες. Κατείχε το 22,2% της AMPNI, ασκούσε επιρροή στις ενέργειες της, όπως η επιλογή διευθυντών, η αλλαγή καταστατικού και κανονισμών της, η έγκριση πιθανών συγχωνεύσεων και άλλων εταιρικών συναλλαγών εκμεταλλευόμενος και το σημαντικό συμφέρον που κατείχε αυτός και η οικογένεια του στις συνδεδεμένες (με την AMPNI) εταιρείες. - Στις 23.5.17 η Επιτροπή Ελέγχου της AMPNI εξέτασε τη σχέση της με τέσσερις πελάτες οι οποίοι της χρωστούσαν $172.000.000 και τα οποία οφειλόμενα συνέβαλαν στην καθυστέρηση ετοιμασίας των ετήσιων εκθέσεων της AMPNI για το 2016 από την PWC. - Τον Νοέμβριο του 2017 η AMPNI διόρισε δικηγόρους για να ερευνήσουν το θέμα των εισπρακτέων τα οποία μέχρι τέλος του 2017 ανήλθαν στα $200.000.
- - Στις 4.6.18 η AMPNI αποκάλυψε στην αγορά ότι τα περίπου US$200.000.000 θα διαγράφονταν διότι πιθανόν ήταν χωρίς οικονομική ουσία. Εκείνη τη μέρα η αξία της μετοχής της (AMPNI) μειώθηκε κατά 75%. - Οι κλοπές, οι απάτες και οι ζημιές που προκάλεσε η πιο πάνω δράση ήταν καταστροφικές για την Aegean και ως αποτέλεσμα των σοβαρών οικονομικών δυσκολιών της στις 6.11.18 η ίδια άρχισε διαδικασία αναδιάρθρωσης σε Δικαστήριο Πτωχεύσεων των ΗΠΑ («η Αναδιάρθρωση»). Στις 29.3.19 το Δικαστήριο ενέκρινε το Σχέδιο βάσει του οποίου η Mercuria αγόρασε την AMPNI και οι αξιώσεις της Aegean εναντίον του Καθ' ου 3 και άλλων εκχωρήθηκαν στο Trust. - Σύμφωνα με τον Αιτητή, ο Καθ' ου 3 τουλάχιστον κατά την περίοδο 2010-1018 εξαπάτησε την Aegean και δη προκάλεσε τη διενέργεια μεγάλης κλίμακας αντικανονικών πληρωμών από την Aegean σε οντότητες συνδεόμενες ή ελεγχόμενες από τον ίδιο. Η δε Aegean εκτιμά ότι υπέστη ζημιές μέχρι $318.000.000 ως αποτέλεσμα της παράνομης αυτής δράσης, την οποία ο Καθ' ου 3 και άλλοι απέκρυψαν χρησιμοποιώντας διάφορες λογιστικές απάτες ως εξής: α) Απάτη Τερματικού Fujairah β) Απάτη Πληρωμών της - Καθ' ης 2 (ΟΤΕ) γ) Απάτη της Καθ' ης 1 (Grady) Είναι η θέση του Αιτητή ότι ο Καθ' ου 3 και οι άλλοι κάλυψαν δόλια την υπεξαίρεση των κεφαλαίων της Aegean μέσω άλλων δράσεων ως εξής: i. Απάτη των Εισπρακτέων ii. Απάτη Εξαγοράς Μετοχών (Buyback) iii. Απάτη της Remat - Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναλύει: i. Την Απάτη Τερματικού Fujairah εξηγώντας ειδικότερα την καταβολή των $68.646.450 στην Καθ' ης 2, καθώς και ότι πιθανόν ο Καθ' ου 3 και οι άλλοι να έχουν υπεξαιρέσει άλλα $58.000.000 σε δήθεν έξοδα κατασκευής τα οποία δεν έχουν εξηγηθεί. ii. Την Απάτη Πληρωμών της Καθ' ης 2 εξηγώντας τις πληρωμές ύψους περίπου $186.000.000 από την AMP LLC στην Καθ' ης 2 κατά το διάστημα 2015-2018 και παρά το γεγονός ότι το τερματικό είχε ολοκληρωθεί από το
- iii. Την Απάτη της Καθ' ης 1 εξηγώντας ότι στις 16.1.14 η AMP LLC κατέβαλε $6.276.240 στην Καθ' ης 1 χωρίς οποιαδήποτε συμβατική σχέση ή βάσιμο δικαιολογητικό. iv. Την Απάτη των Εισπρακτέων εξηγώντας ότι μεταξύ 2015-2017 η AMP SA υπέγραψε 39 υποτιθέμενες συμβάσεις για αγορά καυσίμων, επεξεργασία και μεταπώληση τους πίσω στις τέσσερις εταιρείες από τις οποίες αγοράστηκαν και που περί τα τέλη 2017 φαινόταν στα αρχεία ότι αυτές όφειλαν στην AMP SA συνολικά $199.642.313 ενώ στην πραγματικότητα αυτές δεν είχαν νόμιμη εργασία με την AMP SA. v. Την Απάτη Εξαγοράς Μετοχών (Buyback) εξηγώντας ότι βάσει σχεδίου του Καθ' ου 3 το 2016 η AMPNI ανακοίνωσε ότι θα αγόραζε τις μετοχές του Καθ' ου 3 και της Leskira αλλά διαπιστώνεται ότι η AMPNI δεν πλήρωσε ποτέ για τις μετοχές παρότι δημιουργήθηκαν ψευδή έγγραφα πληρωμής $98.500.000, με απώτερο στόχο την παραπλάνηση της αγοράς ως προς την οικονομική υγεία της AMPNI. vi. Την Απάτη REMAT εξηγώντας τα διαβήματα που έγιναν για να αποκρυβούν οι πληρωμές που έγιναν στην Καθ' ης 2 και συγκεκριμένα με την αφαίρεση του ονόματος της σε αρχεία της Aegean και εισάγοντας το όνομα της Remat. - Στο ότι στις 19.12.18 η Leveret μεταβίβασε όλες τις μετοχές που είχε στη Leskira στην Καθ' ης 5 ενώ για την Leveret οι μέτοχοι της ενέκριναν ψήφισμα για την εκούσια εκκαθάριση της στο Λουξεμβούργο και εκεί αποκάλυψε ότι ο μοναδικός της μέτοχος ήταν η Καθ' ης 5 η οποία κατείχε τις μετοχές της ως εμπιστευματοδόχος του The Gaia Settlement, οι δε αξιωματούχοι της Καθ' ης 5 (Κυριάκου και Σαρρή) είναι γνωστοί συνεργάτες των Καθ' ων 3 και
- - Στο ότι όλα δείχνουν πως ο Καθ' ου 3 μεταβίβασε τις μετοχές του στην Καθ' ης 5 μεταξύ 2016-2019 σε μια προσπάθεια να προστατεύσει τον εαυτό του από τυχόν απόφαση εναντίον του. Είναι δε πολύ πιθανό πως η Καθ' ης 5 και το πιο πάνω εμπίστευμα The Gaia κατέχουν πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία των οποίων ο τελικός δικαιούχος είναι ο Καθ' ου
- Στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής επισύναψε σειρά εγγράφων σημειωθέντων ως Τεκμήρια 1-
- Γ. Ενστάσεις Οι Καθ' ων 1, 3, 4 και 5 καταχώρισαν ενστάσεις προβάλλοντας πλήθος λόγων για τους οποίους θα πρέπει κατά την εισήγηση τους να ακυρωθούν τα εκδοθέντα διατάγματα και να απορριφθεί η αίτηση ως προς τα υπόλοιπα αιτητικά. Σε αυτούς τους λόγους θα γίνεται αναφορά κατωτέρω εάν και όπου χρειάζεται. Ως προς την Καθ' ης 2 να διευκρινιστεί πως μέχρι λίγες μέρες πριν τις αγορεύσεις (στις 15.5.20) εκπροσωπείτο από δικηγόρους που είχαν διοριστεί από τον Παραλήπτη της (receiver), οι οποίοι δεν είχαν καταχωρίσει ένσταση. Οι νυν δικηγόροι της ανέλαβαν μόλις στις 12.5.20 (μετά από απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου ότι δικαίωμα διορισμού δικηγόρου είχε η μέτοχος της), οπότε και δήλωσαν πως λόγω του περιορισμένου χρόνου, υιοθετούν την ένσταση, τη μαρτυρία και την αγόρευση του Καθ' ου
- Οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων 1 και 4 εκτείνονται σε εννέα σελίδες, της Καθ' ης 3 σε δέκα και της Καθ' ης 5 σε τέσσερις σελίδες. Καλύπτουν αντίστοιχα πλειάδα ζητημάτων, τα οποία έχω υπόψιν και θεωρώ ότι θα διαφανούν κατωτέρω κατά την εξέταση, χωρίς να απαιτείται η εξειδικευμένη παράθεση τους στο παρόν στάδιο. Η ένσταση των Καθ' ων 1 και 4 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διοικητικού συμβούλου της Καθ' ης 1, κ. Τζαννάκου, στην οποία επισυνάπτονται επίσης διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1-
- Βασική του θέση του κ. Τζαννάκου είναι πως η Καθ' ης 1 ανήκει αποκλειστικά στον Καθ' ου 4, ο οποίος έχει επιχειρηματική και οικονομική αυτοτέλεια, διατηρώντας δικό του όμιλο εταιρειών και επιχειρηματικό δίκτυο, όπως οι πέντε θυγατρικές εταιρείες για τις οποίες εκδόθηκαν διατάγματα. Η ίδια κατέχει περιουσία η οποία υπερκαλύπτει το ποσό για το οποίο κατ' ισχυρισμόν εμπλέκεται στην παρούσα. Η AMPNI ήταν επιχείρηση παρέχουσα υπηρεσίες «bunkering». Η αμεσότητα στην κάλυψη κεφαλαίου κίνησης είναι σημαντική για τέτοιες επιχειρήσεις και για αυτό σε περιόδους χαμηλής ρευστότητας ο όμιλος AMPNI εξασφάλιζε βραχυπρόθεσμα δάνεια και όντως η Καθ' ης 1 είχε δανείσει κατά καιρούς χρήματα στον Όμιλο Aegean, όπως τα Τεκμήρια 15-17 για ποσόν $6.575.178,94 κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του
- Η δε καταβολή των $6.276.240 από την AMPNI στην Καθ' ης 1 ήταν η επιστροφή μέρους των χρημάτων που έλαβε ο Όμιλος AMPNI και όχι δόλια συναλλαγή. Κατά την περίοδο 2010-2014 η Καθ' ης 1 κατέβαλε προς τον Όμιλο AMPNI διάφορα ποσά ως δάνεια, τα οποία δίδοντο κατόπιν προφορικών συνεννοήσεων ενώ αργότερα εγίνοντο γραπτές συμφωνίες, όπως το 2016 και 2017 με τα Τεκμήρια 18, 19, που αφορούσαν δάνεια $20.000.000 και $25.000.000 αντίστοιχα. Ο αιτητής απέκρυψε την τακτική των βραχυπρόθεσμων δανείων με σκοπό να τα παρουσιάσει ως μέρος τεχνάσματος. Η ένσταση του Καθ' ου 3 υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, ήτοι του κ. Φράγκου και του κ. Βραχυπέδη. Ο πρώτος ενόρκως δηλών υπέρ του Καθ' ου 3, ο κ. Φράγκος, είναι εκ των Ελλήνων δικηγόρων του. Ενεπλάκη στις υποθέσεις από τον Ιούνιο 2018 και εντεύθεν, μετά από μελέτη εγγράφων και από επαφές με συνεργάτες και συμβούλους του Καθ' ου
- Στην ένορκη του δήλωση βασικά αναπτύσσει τους λόγους ένστασης προβάλλοντας ότι δεν ισχύει ο ΕΚ1215/12, ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει «την αγωγή» στην Κύπρο, ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας στο Λουξεμβούργο και ότι με βάση γνωμάτευση που ζήτησαν υπάρχει σοβαρή αβεβαιότητα σε ό,τι αφορά αυτές τις πιθανότητες. Προβάλλει στη συνέχεια ότι η Καθ' ης 1, ως διαθέτουσα ρευστότητα, ενήργησε κάποιες φορές διευκολύνοντας την AMPNI, όπως ήταν η περίπτωση για την οποία επιστράφηκε το ποσό των $6.276.
- Επίσης ότι η Καθ' ης 2 ιδρύθηκε από τον κ. Τύρο για να οργανώσει, επιβλέψει και θέσει σε λειτουργία το τερματικό Fujairah, η οποία αν και εξέδωσε τιμολόγια ύψους $123.378.976 εισέπραξε μόνο $16.262.270,49 από την Aegean. Για τις πληρωμές στην Καθ' ης 2 αναφέρει ότι η ίδια είχε καταβάλει $150.848.097,75 και εισέπραξε $186.151.194,05 δηλαδή $35.303.096,80 περισσότερα στα οποία έπρεπε να περιοριστεί ο Αιτητής και όχι να συνυπολογίσει ολόκληρο το ποσό. Στην πραγματικότητα όμως οι συναλλαγές ήταν εξόφληση από την Καθ' ης 2 οφειλών της AMPNI προς τρίτους, οι οποίες είναι εισπρακτέες από την Καθ' ης 2 και συνεπώς δεν οφείλεται κάτι από την Καθ' ης 2 προς την AMPNI. Η οφειλή $98.500.000 από την AMPNI προς τον Καθ' ου 3 λόγω αγοράς των μετοχών του είναι επίσης βεβαιωμένη και παραδεκτή από τον Αιτητή. Ο δεύτερος ενόρκως δηλών υπέρ της Καθ' ης 1, ο κ. Βραχυπέδης προέβαλε πως ιδιοκτήτης της Καθ' ης 2 ήταν αρχικά μόνον ο κ. Τύρος και από το 2015 και μετά μόνον ο ίδιος (ο κ. Βραχυπέδης) και ποτέ δεν ανήκε στον Καθ' ου
- Η Καθ' ης 2 ενήργησε ως παροχέας δανείων βραχείας διάρκειας προς την Aegean. Η Καθ' ης 2 κατέβαλε $150 εκατομμύρια προς την AMP LLC και όντως υφίσταται υπόλοιπο $186.151.
- Οι πληρωμές αφορούσαν υποχρεώσεις της ΑΜΡΝΙ προς τρίτες εταιρείες με την Καθ' ης 2 να ενεργεί ως μεσάζων. Περαιτέρω όσον αφορά το τερματικό αρνείται τα περί $68 εκατομμύρια και $58 εκατομμύρια. Υποστηρίζει ότι η Καθ' ης 2 εξέδωσε τιμολόγια για $123 εκατομμύρια και εισέπραξε μόνο $16 εκατομμύρια από την Aegean παρότι το συνολικό κόστος ήταν $226 εκατομμύρια. Επισύναψε και αυτός διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1 έως
- Η ένσταση της Καθ' ης 5 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Κωστόπουλου ο οποίος ήταν εκ των διευθυντών της Leveret και ο οποίος από το 2018 είναι ο Προστάτης του «The Gaia Settlement», του οποίου είναι Επίτροπος η Καθ' ης
- Τόνισε το ότι η Καθ' ης 5 δεν έχει περιουσία εκτός δικαιοδοσίας, ότι αυτή δεν είναι διάδικος στη διαδικασία Λουξεμβούργου ενώ θα μπορούσε να είναι αφού ο Αιτητής εγείρει εναντίον της τις ίδιες αιτίες αγωγής (π.χ. αδικαιολόγητου πλουτισμού) και αφού εν τέλει ο Αιτητής τη χρησιμοποίησε ως όχημα για να εισέλθει στην Κυπριακή δικαιοδοσία, αφού χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατό. Ως επί το πλείστον ο κ. Κωστόπουλος συνεχίζει με ζητήματα τα οποία συνιστούν νομικά επιχειρήματα και έχουν όντως αναπτυχθεί στις αγορεύσεις. Εξαίρεση αποτελεί η παράθεση του για το ιστορικό της επιχειρηματικής δράσης του Καθ' ου 3 και του Ομίλου γενικά, τα οποία εν πολλοίς συνάδουν με βασικά γεγονότα που έχουν ήδη παρατεθεί και όπου χρειαστεί θα γίνει ξανά αναφορά. Σημειώνεται πως παραθέτει και αυτός σειρά εγγράφων ως Τεκμήρια 1 έως
- Δ. Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις Κατόπιν άδειας τόσο ο Αιτητής όσο και οι Καθ' ων 1, 4 και ο Καθ' ου 3 καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Ο Αιτητής αναφέρθηκε σε μεταγενέστερα της αίτησης γεγονότα και παρέθεσε διευκρινίσεις για κάποια άλλα στα οποία είχαν ήδη τοποθετηθεί οι Καθ' ων με τις ενστάσεις τους. Ειδικότερα αναφέρθηκε στις μετέπειτα εξελίξεις των διαφόρων δικαστικών διαδικασιών (στο Λουξεμβούργο, στη ΔΝΜ και στην Κύπρο), στο ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία του σε σχέση με την Απάτη Εισπρακτέων, σε δόλιες υπερχρεώσεις της Καθ' ης 2 προς την Aegean (για αντλίες), στις πληρωμές $186 εκατομμυρίων προς την Καθ' ης 2, στο ότι έχει καλή συζητήσιμη αξίωση για την ανάκτηση των $6,2 εκατομμυρίων από την Καθ' ης 1, στο ότι ο Καθ' ου 4 απλά συμμορφώθηκε με οδηγίες του Καθ' ου 3, στην άγνοια του για τη δεύτερη συμφωνία δανείου ημερ.11.5.17 και τέλος στις διάφορες γνωματεύσεις των αντιδίκων του, παρουσιάζοντας και ο ίδιος γνωμάτευση του αφυπηρετήσαντος δικαστή πτωχεύσεων των Η.Π.Α., του κ. Peck (Τεκμήριο 12). Εκ μέρους των Καθ' ων 1 και 4 προσκομίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εκ των δικηγόρων τους, κ. Χατζησωτηρίου, ο οποίος βασικά επισύναψε γνωμάτευση του Ε. Morrison εις απάντηση γνωμάτευσης του δικαστή M. Peck (που είχε παρουσιάσει ο Αιτητής). Εκ μέρους της Καθ' ης 3 παρουσίασε συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο εκ των δικηγόρων της, κ. Χαραλάμπους. Σε αυτή αναφέρεται στα θέματα διορισμού παραλήπτη για την Καθ' ης 2, σε διαβήματα στα οποία προέβαινε η μοναδική μέτοχος και διευθύντρια της (κα Γωγάκη), στο ότι η Καθ' ης 2 δεν εισέπραξε ποτέ το ποσόν των $123.000.000 και επισυνάπτει δεύτερη γνωμάτευση του κ. Gropper, εις απάντηση της γνωμάτευσης του κ. Peck, την οποία είχε παρουσιάσει ο Αιτητής με τη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ε. Αγορεύσεις Όλοι οι συνήγοροι παρέδωσαν εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές προς το Δικαστήριο αγορεύσεις προωθώντας τις θέσεις των πελατών, τις οποίες έχω υπόψιν κατά την εξέταση των ζητημάτων που ακολουθεί, χωρίς να κρίνεται απαραίτητη παράθεση των διαφόρων επιχειρημάτων στο παρόν στάδιο. ΣT. Νομική Πτυχή
- Εφαρμογή Κανονισμού ΕΚ1215/12 Εισερχόμενος στη νομική πτυχή θεωρώ πως θα πρέπει κατ' αρχάς να διευκρινιστεί ότι η παρούσα διαδικασία βασίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 35 του Κανονισμού (ΕΕ)1215/12 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις (εφεξής «ο Κανονισμός ή ο ΕΚ1215/12»). Αυτό αναφέρεται στην αίτηση, στη βάση αυτή προώθησε την αίτηση του ο Αιτητής και δεν έχει τεθεί θέμα στήριξης της σε οποιαδήποτε άλλη νομική βάση. Συνεπώς παρέλκει η εξέταση οποιασδήποτε άλλης εισήγησης εκ μέρους των Καθ' ων και δη περί εφαρμογής του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31
(1)/
- Εκ μέρους των Καθ' ων υπήρξαν βέβαια εισηγήσεις ότι ο ΕΚ1215/12 δεν τυγχάνει εφαρμογής επειδή η αγωγή στο Λουξεμβούργο καταχωρίστηκε ως απόρροια διαδικασίας εκκαθάρισης αφερέγγυας επιχείρησης και συνεπώς εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής ως καθορίζεται στο άρθρο 1.2 του Κανονισμού. Όντως το άρθρο 1.1 προνοεί πως ο ΕΚ1215/12 «εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και το άρθρο 1.2 εξαιρεί ρητώς, μεταξύ άλλων, τις πτωχεύσεις, τις διαδικασίες λύσης και εκκαθάρισης αφερέγγυων επιχειρήσεων ή άλλων νομικών προσώπων, τους δικαστικούς ή πτωχευτικούς συμβιβασμούς και άλλες ανάλογες διαδικασίες. Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι στις 6.11.18 η Aegean ως αποτέλεσμα οικονομικών δυσκολιών άρχισε διαδικασία αναδιάρθρωσης σε Δικαστήριο Πτωχεύσεων των Η.Π.Α.. Στα πλαίσια αυτής της αναδιάρθρωσης η ΑΜΡΝΙ πωλήθηκε (στη Mercuria) και παράλληλα οι αξιώσεις της εκχωρήθηκαν στο Trust του οποίου ο Αιτητής είναι ο εμπιστευματοδόχος. Να σημειωθεί πως η ΑΜΡΝΙ δεν τέθηκε μέχρι στιγμής σε κατάσταση διάλυσης ή πτώχευσης αλλά αναδιοργάνωσης. Το ίδιο το εγκριθέν σχέδιο φέρει τον τίτλο «Joint Plan of Reorganization», έστω και αν αυτό φέρεται να έγινε βάσει του «Chapter 11 of the Bankruptcy Code». Στο ίδιο το Σχέδιο αναφέρεται ότι «Litigation Claims» είναι όλες οι απαιτήσεις και αιτίες αγωγής οι οποίες υφίσταντο κατά ή πριν την ημέρα της αίτησης, δηλαδή κατά τις 6.11.18 (§87 «. existing at any time on or prior to the Petition Date»). Όπως επίσης δέχεται και ο καθηγητής Morisson στην Έκθεση του, τέτοιου είδους αξιώσεις για παράβαση καθηκόντων και ή εξαπάτησης θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί από την ΑΜΡΝΙ και πριν τη διαδικασία αφερεγγυότητας, εναντίον αξιωματούχων της (Τεκμήριο 14, §5.2, στην έ.δ. Τζαννάκου). Αυτό προφανώς ισχύει και για κάθε κατ' ισχυρισμόν εμπλεκόμενο και παράλληλα αυτό είναι ακριβώς το στοιχείο το οποίο αποσυνδέει την περίπτωση από την πτώχευση και τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, κατατάσσοντας τη συνεπώς στις συνήθεις «αστικές και εμπορικές υποθέσεις», ως εξηγείται κατωτέρω. Υπενθυμίζω ότι αυτό το οποίο εξαιρεί ο Κανονισμός είναι τις ίδιες τις διαδικασίες πτωχεύσεων, διαλύσεων ή εκκαθαρίσεων και τούτο επειδή υπάρχει ο Ειδικός Κανονισμός (ΕΕ)2015/848, ο οποίος αφορά τέτοιες διαδικασίες στον ευρωπαϊκό χώρο. Στο σύγγραμμα του Δρος Γ. Πανόπουλου «Η Σύμβαση Βρυξελλών και οι Κανονισμοί Βρυξέλλες I&Iα», 2018, σελ.32 εξηγείται ότι στους Ευρωπαϊκούς αυτούς Κανονισμούς υπάγονται και διαφορές που δεν συνδέονται καθ' εαυτές με την πτώχευση αλλά με έννομες σχέσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την παύση πληρωμών και τη διαχείριση των οποίων έχει επωμιστεί ο συνδικος, όπως η αγωγή από τον σύνδικο κατά οφειλέτη (Nickel & Coeldner Spedition GmbH v. Kintra UAB, C-157/13, ημερ. 4.9.14). Το πιο κάτω απόσπασμα (σελ. 33) απαντά στις εισηγήσεις που έχουν υποβληθεί: «Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι το Δικαστήριο, κατά την εκτίμησή του, έλαβε βεβαίως υπόψη το γεγονός ότι τα διάφορα είδη αγωγών των οποίων επελήφθη ασκούνταν εξ αφορμής διαδικασίας αφερεγγυότητας. Έκρινε, εντούτοις ως σημαντικότερο να εξετάσει σε κάθε περίπτωση αν η επίμαχη αγωγή στηριζόταν στο δίκαιο περί διαδικασιών αφερεγγυότητας ή σε άλλους κανόνες. Ως εκ τούτου, το καθοριστικής σημασίας κριτήριο, [...] για να καθορισθεί ο τομέας στον οποίο εμπίπτει αγωγή δεν είναι το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται μια τέτοια αγωγή, αλλά η νομική βάση της. Κατά την προσέγγιση αυτή, πρέπει να εξετάζεται αν το επίδικο δικαίωμα ή η επίδικη παροχή στηρίζεται στους κοινούς κανόνες του αστικού και εμπορικού δικαίου ή σε κανόνες με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις που ισχύουν ειδικώς στην περίπτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας.- [...] η επίμαχη αγωγή είναι αγωγή με αίτημα την εξόφληση απαιτήσεως η οποία οφείλεται λόγω της παροχής υπηρεσιών κατ' εκτέλεση συμβάσεως μεταφοράς. Η αγωγή αυτή θα μπορούσε να έχει ασκηθεί από τον ίδιο τον πιστωτή, πριν αυτός χάσει το σχετικό δικαίωμα λόγω της κινήσεως εναντίον του διαδικασίας αφερεγγυότητας, σε τέτοια δε περίπτωση θα διεπόταν από τους εφαρμοστέους επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας.- Το γεγονός ότι, κατόπιν της κινήσεως διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του παρέχοντος υπηρεσίες, η αγωγή με αίτημα την εξόφληση απαιτήσεως ασκείται από τον σύνδικο ο οποίος διορίσθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής και ότι ο σύνδικος αυτός ενεργεί προς το συμφέρον των πιστωτών δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τη φύση της προβαλλόμενης απαιτήσεως, η οποία εξακολουθεί να διέπεται επί της ουσίας, από τους ίδιους κανόνες δικαίου.- Κατά συνέπεια, [...] εμπίπτει στην έννοια του όρου «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» [...] αγωγή με αίτημα την εξόφληση απαιτήσεως γεννηθείσας λόγω της παροχής υπηρεσιών μεταφοράς, την οποία ασκεί ο σύνδικος επιχειρήσεως ευρισκομένης υπό πτώχευση που διορίσθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας κινηθείσας εντός κράτους μέλους, και η οποία στρέφεται κατά του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος αποδέκτη των υπηρεσιών αυτών.» (έμφαση προστεθείσα) Παρατηρούμε από τα πιο πάνω πως ακόμα και αν η εταιρεία ευρίσκετο υπό πτώχευση το κριτήριο δεν θα ήταν αυτό από μόνο του αλλά και πάλι η νομική βάση της αγωγής. Δεν θα συμφωνήσω λοιπόν ότι δεν έχει εφαρμογή ο συγκεκριμένος Ευρωπαϊκός Κανονισμός.
- Τα Ασφαλιστικά Μέτρα-Άρθρο 35 Όσον αφορά την ουσία του, το άρθρο 35 του ΕΚ1215/12 (που αντιστοιχεί με το άρθρο 24 της Σύμβασης των Βρυξελλών και το άρθρο 31 του προηγηθέντος ΕΚ44/01) προνοεί πως τα ασφαλιστικά (ή συντηρητικά) μέτρα τα οποία προβλέπονται από το δίκαιο κάποιου κράτους μέλους δύναται να τα ζητήσει κάποιος από τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους έστω και αν κάποιο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους είναι αυτό το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία εκδίκασης για την ουσία της διαφοράς. Βασικά αυτό το οποίο πράττει το άρθρο 35 είναι να καταστήσει διαθέσιμα τα ασφαλιστικά μέτρα τα οποία προνοούνται σε ένα άλλο κράτος μέλος, ακόμα και αν τα δικαστήρια αυτού του κράτους δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης. Δεν πρέπει να λησμονείται πως το σύνολο του Κανονισμού, το όλο πνεύμα του και γενικά ο σκοπός του είναι να καταστήσει δυνατή την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων στον Ευρωπαϊκό χώρο. Οι σχετικές με τα συντηρητικά μέτρα ρυθμίσεις του άρθρου 35 αποβλέπουν ακριβώς στην προστασία της ουσιαστικής αξίωσης, διασφαλίζοντας ότι ο οφειλέτης δεν θα εξαφανίσει τα περιουσιακά στοιχεία του τα οποία αποτελούν αντικείμενο της εκτέλεσης («Ζητήματα από την Εφαρμογή του Κανονισμού 44/01», Ι. Σ. Δεληκωστόπουλος, 2011, σελ.172). Όπως εξηγείται κατωτέρω, ως ασφαλιστικά πρέπει να θεωρούνται τα μέτρα τα οποία «αποβλέπουν στη διατήρηση μιας πραγματικής ή νομικής κατάστασης προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των οποίων η αναγνώριση ζητείται από το δικαστήριο της ουσίας.» 2.
- Επικείμενη Αλλοδαπή Διαδικασία Το αμέσως προηγηθέν αντίστοιχο άρθρο 31 του ΕΚ44/01 προνοούσε πως τα προσωρινά μέτρα μπορούσαν να ζητηθούν «ακόμη και όταν μπορεί να αρχίσει ή υπάρχει ήδη εκκρεμής δίκη για την ουσία της διαφοράς σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους». Γινόταν λοιπόν δεκτό ότι η κυρίως υπόθεση δεν ήταν απαραίτητο να είχε αρχίσει κατά την υποβολή της αίτησης για ασφαλιστικά μέτρα και ότι ήταν ικανοποιητικό να ήταν επικείμενη μια τέτοια καταχώριση («. must at least be imminent», βλ. Layton & Mercer «European Civil Practice», 2η έκδοση, Τόμος 1, σελ.829). Βέβαια η πιο πάνω φράση δεν διατηρήθηκε στον ισχύοντα σήμερα ΕΚ1215/12 αλλά έχει αντικατασταθεί με τη φράση «έστω και αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης». Αυτό δεν σημαίνει ότι ο νέος κανονισμός έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση το να έχει ήδη αρχίσει η δίκη ουσίας στο άλλο κράτος μέλος. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Private International Law», Cheshire, North & Fawcett, 15η έκδοση, σελ.305: «There is no requirement that the main proceedings in the other Member State must have actually started when the interim relief is sought, or that they will start in the future. All that is required is that the possibility of substantive proceedings exists under national law.» Στην παρούσα περίπτωση είναι μεν δεκτό ότι η διαδικασία Λουξεμβούργου είχε καταχωριστεί προ της παρούσας αλλά κάποιοι εκ των Καθ' ων έθεσαν θέματα επικαλούμενοι αφενός ότι με βάση το δίκαιο του Λουξεμβούργου δεν θεωρείται ότι αρχίζει η αγωγή πριν να έχει επιδοθεί και αφετέρου ότι ακριβώς εδώ η επίδοση της αγωγής στους ίδιους έγινε μετά την έκδοση των διαταγμάτων. Εν όψει όμως των προαναφερθέντων θεωρώ ότι ακόμα και να υπάρχει τέτοια ρύθμιση στο Λουξεμβούργο αυτή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της παρούσας αίτησης. 2.
- Εφαρμοστέο το Δίκαιο του Εκδικάζοντος Δικαστηρίου Το επόμενο ουσιώδες προς διευκρίνιση είναι πως παρότι το ΔΕΕ έχει θέσει κάποιους περιορισμούς εντούτοις είναι το δίκαιο του εκδίδοντος τα ασφαλιστικά μέτρα δικαστηρίου που εφαρμόζεται γενικά. Όπως τίθεται στο σύγγραμμα European Civil Practice (ανωτέρω, σελ.817): «The law of the court granting the interim relief will generally apply to determine what measures are available and the circumstances in which they will be granted, although the European Court has established certain limits on the scope of the Article.» Εννοείται βέβαια πως αν το εθνικό δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία με βάση άλλα άρθρα του Κανονισμού τότε δύναται να διατάξει μέτρα χωρίς καταφυγή στο άρθρο 35 και χωρίς αναφορά στα όρια που έχει θέσει το ΔΕΕ. Όπως εξηγείται πιο κάτω στο ίδιο σύγγραμμα (σελ.817): «National law not only regulates the kind of relief which may be granted and the terms of the order by which the relief is granted, it also determines such matters as whether the order takes effect in personam or in rem, and its effect on third parties. It originally seemed that national law alone also determined the extent (if at all) to which the order applied outside the territorial jurisdiction of the court which made it.» (έμφαση δοθείσα) Στο ίδιο σύγγραμμα τα όσα πιο κάτω αναφέρονται για το παλαιό άρθρο 31 ισχύουν βέβαια κατ' αναλογίαν και για το νέο άρθρο 35 και συγκεκριμένα (σελ.818): «Article 31 therefore permits the application of national rules governing the making of provisional orders (subject to certain limitations discussed in section C below). In other words, a basis of jurisdiction provided by the national law of Brussels-Lugano state for the purposes of entertaining the substance of a dispute may be used by a court of that state as a basis for granting a provisional order under Art.31, provided that is itself permitted by that national law.» 2.3 Περιορισμοί από Δ.Ε.Κ.-Δ.Ε.Ε. Όπως ήδη έχει λεχθεί, έχουν τεθεί κάποιοι περιορισμοί στα ασφαλιστικά μέτρα και το αντίστοιχο νέο άρθρο πρέπει να ερμηνεύεται και να τυγχάνει εφαρμογής υπό το πρίσμα των αποφασισθέντων από το ΔΕΕ στις υποθέσεις Van Uden Maritime B.V. v. Kommanditgesellschaft, C-391/95, ημερ. 17.11.98 και Mietz v. Intership Yachting C-99/96, ημερ. 27.4.99, παρότι το ποια μέτρα είναι διαθέσιμα, ο σκοπός τους και το αποτέλεσμα τους εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα του εθνικού δικαίου του εκδικάζοντος τα μέτρα δικαστηρίου. Να σημειωθεί πως από πολύ πιο παλιά, στην υπόθεση Denilauler v. Couchet Freres
(1980)E.C.R.1553 το Δ.Ε.Κ. είχε επισημάνει πως η χορήγηση τέτοιων μέτρων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή εκ μέρους του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου και επίσης λεπτομερή γνώση των πραγματικών περιστάσεων στις οποίες θα επενεργήσει το μέτρο («. requires particular care on the part of the court and detailed knowledge of the actual circumstances in which the measure is to take effect.») Όπως είχε αναφερθεί συγκεκριμένα: «The courts of the place or, in any event, of the Contracting State, where the assets subject to the measures sought are located, are those best able to assess the circumstances which may lead to the grant or refusal of the measures sought or to the laying down of procedures and conditions which the plaintiff must observe in order to guarantee the provisional and protective character of the measures ordered.» Πιο ύστερα, στην προαναφερθείσα υπόθεση Reichert v. Dresdner Bank AG (No.2)
(1992)E.C.R.1-2149 το Δ.Ε.Κ. έκρινε πως η αγωγή δανειστή για ακύρωση δόλιων μεταβιβάσεων οφειλέτη («Παυλιανή Αγωγή») δεν ενέπιπτε στα ασφαλιστικά μέτρα και ότι αυτά πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως μέτρα τα οποία αποσκοπούν: «. to preserve a factual or legal situation so as to safeguard rights the recognition of which is sought elsewhere from the court having jurisdiction as to the substance of the matter.» Τις δύο πιο παλαιές αποφάσεις επανέλαβε το Δ.Ε.Ε. στην Van Uden (άνω) αφενός τονίζοντας ότι τα δικαστήρια στη δικαιοδοσία των οποίων ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία είναι στην πιο καλή θέση να χορηγήσουν ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με αυτά τα περιουσιακά στοιχεία και αφετέρου θέτοντας τους δύο προαναφερθέντες περιορισμούς ως εξής: «It follows that the granting of provisional or protective measures on the basis of Article [31] is conditional on, inter alia, the existence of a real connecting link between the subject-matter of the measures sought and the territorial jurisdiction of the Contracting State of the court before which those measures are sought. It further follows that a court ordering measures on the basis of Article [31] must take into consideration the need to impose conditions or stipulations such as to guarantee their provisional or protective character.» (έμφαση προστεθείσα) Συνάγεται λοιπόν πως απαιτείται αφενός πραγματικό συνδετικό στοιχείο μεταξύ του αντικειμένου των επιδιωκόμενων μέτρων και της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου και αφετέρου το μέτρο να είναι προσωρινό-προστατευτικό (μέτρο). Αξίζει να σημειωθεί πως η εν λόγω υπόθεση Van Uden αφορούσε προσωρινό προστακτικό διάταγμα πληρωμής μέρους κάποιου ποσού (από τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά) και κρίθηκε πως υπό προϋποθέσεις δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τέτοια διαταγή (ακόμα και για όλο το οφειλόμενο), θα μπορούσε να είναι δικαιολογημένη και αναγκαία για να διασφαλίσει το πρακτικό αποτέλεσμα της απόφασης επί της ουσίας («. necessary to secure the practical effect of a decision on the substance»), αν και πρέπει να δίδεται με ιδιαίτερη προσοχή για να μην υπάρξει καταστρατήγηση της διεθνούς δικαιοδοσίας την οποίαν προφανώς και έχει άλλο δικαστήριο κάποιου άλλου κράτους. Η αναγκαιότητα διαφύλαξης του πρακτικού αποτελέσματος μιας πιθανής μελλοντικής απόφασης είναι λοιπόν μια πάρα πολύ ουσιώδης παράμετρος. Δεν διαφεύγει την προσοχή πως υπάρχει ένας προβληματισμός ή και κάποια διάσταση απόψεων μεταξύ διαφόρων νομικών συστημάτων ή και ακαδημαϊκών ως προς τα διατάγματα παγοποίησης (freezing orders ή mareva orders) και το κατά πόσον η πιο πάνω νομολογία (Van Uden) εφαρμόζεται και στα ασφαλιστικά μέτρα που έχουν ως αντικείμενο τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων για την εξασφάλιση του δικαιώματος. Σε χώρες του Ηπειρωτικού δικαίου (Γαλλία, Ελλάδα, κ.λ.π.) φαίνεται να γίνεται δεκτό πως ως «πραγματικό συνδετικό στοιχείο» θεωρείται κατ' αρχήν ο τόπος εκτέλεσης ή παραγωγής των αποτελεσμάτων του ασφαλιστικού μέτρου, πράγμα όμως που οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι ασφαλιστικά μέτρα εν τη εννοία του Κανονισμού είναι μόνον όσα είναι εκτελεστά στη χώρα έκδοσης τους και άρα αποκλείεται η υπερεδαφική ισχύς τους (extra-territorial). Όπως εξηγείται, ο κανόνας ο οποίος δίδει τη δυνατότητα να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα από δικαστήριο το οποίο στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας αποτελεί «ειδικό καθεστώς» και ως τέτοιο γνωρίζει όρια και προϋποθέσεις.(«Ζητήματα από την Εφαρμογή του Κανονισμού 44/01», ανωτέρω, σελ.177). Σε χώρες του Αγγλοσαξονικού συστήματος η ακολουθούμενη πρακτική, είτε μέσω νομοθετικών προβλέψεων είτε μέσω της νομολογίας, συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα από το European Civil Practice (ανωτέρω, σελ.162): «The granting of interim relief in purely English proceedings is always a matter for the discretion of the court. Art.31 does not put the applicant for relief in aid of foreign proceedings in any different position from that of an applicant for interim relief in purely English proceedings. The court retains its normal discretion to do what seems right and just between the parties and to impose whatever terms and conditions it thinks just. However it is expressly provided that the court may refuse to grant relief if, in its opinion, the fact that it has no jurisdiction over the subject matter of the main proceedings makes it inexpedient for the court to grant the relief. It is suggested that the court should no more undertake a detailed review of the prospects of success in the foreign proceedings than it would if the interim relief were sought in English proceedings.» (έμφαση προστεθείσα) 2.4. Συνδετικό Στοιχείο (Connecting Link) Τα πιο πάνω βέβαια τυγχάνουν εφαρμογής, τηρουμένων των περιορισμών που έθεσε το Δ.Ε.Ε. αλλά και ο ίδιος ο Κανονισμός ή το προοίμιο του. Η ύπαρξη συνδετικού στοιχείου είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ αλλά η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός δικαιοδοσίας δύναται σαφώς να επιτελέσει ένα τέτοιο ρόλο σε συνδυασμό με το ότι οι ίδιες οι συνέπειες των μέτρων θα πρέπει να περιορίζονται εντός δικαιοδοσίας. Αυτό αποτυπώνεται στο πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα «Private International Law», Cheshire, North & Fawcett, 15η έκδοση, σελ.304: «The granting of provisional or protective measures on the basis of Article 35 is conditional on, inter alia, the existence of a real connecting link between the subject matter of the measures sought and the territorial jurisdiction of the Member State of the court before which those measures are sought. This requirement will be met if the assets subject to the measures sought are located in the Member State in which those measures are sought. Under the Brussels I Regulation, the precise significance of this condition was, however, otherwise unclear. It was uncertain if it could be met if a world-wide freezing injunction were sought or if assets were not within the territory, whether it was necessary or sufficient that the defendant was subject to the personal jurisdiction of the English courts. Recital
(33)of the Brussels I Recast now states (inter alia) that "Where provisional, including protective, measures are ordered by a court of a Member State not having jurisdiction as to the substance of the matter, the effect of such measures should be confined, under this Regulation, to the territory of that Member State". This suggests that provisional measures made pursuant to the authority of Article 35 must be strictly territorially limited, and it will be necessary for there to be assets within the territory.» (έμφαση προστεθείσα) Ειδικά ως προς την αναγκαιότητα ύπαρξης συνδετικού στοιχείου, γίνεται δεκτό πως η ύπαρξη ή η αναμενόμενη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας του εξετάζοντος τα ασφαλιστικά μέτρα δικαστηρίου πληροί την προϋπόθεση αυτή. Όπως αναφέρεται στο European Civil Practice (ανωτέρω, σελ.825): «The territorial link. As regards the second of the Van Uden conditions, the ruling says that the measure sought must "relate" only to "specific assets" of the defendant "located or to be located" within the territorial jurisdiction of the court applied to. The justification for a court which does not have jurisdiction over the substance of the dispute being able to make an interim payment order is the presence of such assets within its territorial jurisdiction. Such assets can form security for the claimant's claim, and a resource from which the claimant can be temporarily satisfied pending the outcome of his claim. The use of the word "specific" to describe the defendant's assets suggests that the assets in question ought to be identified by the court; but the fact that the ruling goes on to say that the assets are those which are, or are to be, located within the court's territory would suggest that it may be permissible in an appropriate case for the assets to be described generally. The use of the word "relates" would seem to leave a degree of flexibility as to the role which the assets are to play.» Στην παρούσα περίπτωση σαφέστατα υπάρχει το συνδετικό στοιχείο δεδομένου ότι σε σχέση με όλους τους Καθ' ων γίνεται τουλάχιστον αναφορά σε περιουσιακά τους στοιχεία εντός Κύπρου. Όσον αφορά τους Καθ' ων 1-4 το διάταγμα περιορίζεται μάλιστα σε περιουσία τους εντός δικαιοδοσίας. Πέραν δε αυτού, η Καθ' ης 5 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο όπου και διατηρεί την έδρα της. Ας σημειωθεί πως (παρότι συνιστά δική της θέση, στα πλαίσια της παρούσας, ότι δεν διαθέτει περιουσία εκτός Κύπρου εντούτοις) ζήτημα εγείρεται μόνο από την ίδια για την οποία στη βάση της αντίθετης θέσης του Αιτητή και του αιτήματος εκδόθηκε διάταγμα παγκόσμιας εμβέλειας. Πρόκειται όντως για θέμα το οποίο δεν έχει επιλυθεί οριστικά από τη νομολογία του Δ.Ε.Ε.. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα European Civil Practice (ανωτέρω, σελ.827): «But in the case of a so-called "freezing order" which as a matter of analysis takes effect only in personam (such as an English injunction), it may be less readily apparent that this too may have to be restricted to assets within the court's territorial jurisdiction. The force of this point may diminish in particular cases where a court is faced with a real risk that the decision to be on the merits would be in vain if no provisional measure were granted.» (έμφαση προστεθείσα) Όπως περαιτέρω επεξηγείται στο ίδιο σημείο (στις υποσημειώσεις αρ.53, 54), η εξουσία χορήγησης ενός παγκόσμιου διατάγματος παγοποίησης ενδεχομένως να περιορίζεται ως αποτέλεσμα της υπόθεσης Van Uden και αναμένεται να ιδωθεί κατά πόσον μια πρόνοια τύπου «Babanaft» (βάσει της υπόθεσης Babanaft International Co. S.A. v. Bassatne
(1990)1 Ch.13 C.A.) θα αποδειχθεί ικανή να διασώσει τη νομιμότητα τέτοιων διαταγμάτων όταν εκδίδονται βάσει της δικαιοδοσίας του άρθρου 31 (νυν 35). Για αυτό θεωρείται ορθότερο για οποιονδήποτε αποταθεί σε κράτος μέλος για εφαρμογή ενός τέτοιου παγκόσμιου διατάγματος να ζητά διαζευκτικά και διάταγμα βάσει του άρθρου 31 (νυν 35). Κλασικό παράδειγμα πάντως θεωρείται όντως η υπόθεση Credit Suisse Fides Trust S.A. v. Guoghi
(1998)Q.B. 898, όπου εναντίον κατοίκου Αγγλίας δόθηκαν τόσο παγκόσμιο διάταγμα παγοποίησης όσο και αποκάλυψης και λέχθηκε ότι: «Unless we make such an order, CESFT cannot apply to the courts where the assets are located for appropriate protective measures, and any final judgment obtained in Switzerland may be rendered ineffective.» Η πρόνοια τύπου «Babanaft» εισήχθη εξ αφορμής της ομώνυμης υπόθεσης και ήταν βασικά συγκεκριμένη δικλίδα περιορισμού των συνεπειών τέτοιου διατάγματος σε άλλες χώρες. Όπως εξηγείται στο European Civil Practice (ανωτέρω, σελ.157): «Accordingly, in an appropriate case, a freezing injunction will be granted in respect of assets outside the jurisdiction, provided effect is given to certain safeguards limiting its effect in other countries. .................................. In particular, the claimant is not to undertake, without the court's permission, to seek to enforce the order in any country outside ................................» (έμφαση προστεθείσα) 2.
- Υποβοηθητικά Διατάγματα (Ancillary Orders) Πρέπει επίσης να τονιστεί πως κατά κανόνα εκδίδονται παράλληλα και τα βοηθητικά διατάγματα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων και πάλι με κάποιες πρόνοιες περί περιορισμού όσον αφορά τη χρήση τους εκτός δικαιοδοσίας χωρίς προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου (European Civil Practice, ανωτέρω, σελ.158).
- Προϋποθέσεις Άρθρου 32 του Ν.14/60 Οι πιο πάνω αρχές αποτυπώνονται περιεκτικά στην ημεδαπή υπόθεση Trafalgar Developments Ltd κ.ά. v. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ.331/17, ημερ. 21.2.
- Αφορούσε επίσης γενική αίτηση, μετόχων (Ρωσικής) εταιρείας οι οποίοι είχαν εγείρει αγωγή στην Ιρλανδία αξιώνοντας αποζημιώσεις (λόγω μείωσης της αξίας των μετοχών τους), ισχυριζόμενοι συνωμοσία και εξαπάτηση τους. Είχαν ζητήσει από το Κυπριακό Δικαστήριο βάσει του ΕΚ1215/12 την παγοποίηση περιουσίας και αποκαλύψεις πληροφοριών εναντίον τόσο της εναγομένης 1 (στην Ιρλανδία) όσο και άλλων τριών νομικών προσώπων μη εναχθέντων στην Ιρλανδική αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε πως οι εξουσίες του ημεδαπού Δικαστηρίου και οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων είναι οι ίδιες σε περιπτώσεις στις οποίες εξετάζονται ασφαλιστικά μέτρα δυνάμει του ΕΚ1215/12, λέγοντας συγκεκριμένα: «Οι εφεσείοντες/αιτητές είχαν το βάρος να ικανοποιήσουν ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Επειδή δε η αίτηση αφορούσε διάταγμα προς διευκόλυνση της διαδικασίας ενώπιον του Ιρλανδικού Δικαστηρίου, αυτό που προείχε ήταν να καταδειχθεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της ιρλανδικής αγωγής. Απαιτείτο, λοιπόν, να τεθούν γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι συνέτρεχαν αυτές οι προϋποθέσεις σύμφωνα με το δίκαιο της Ιρλανδίας, όπου εκκρεμεί η αγωγή. Οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων και οι εξουσίες του Δικαστηρίου είναι ίδιες με αυτές που υπάρχουν κατά την εξέταση από κυπριακό δικαστήριο προσωρινών διαταγμάτων σε αγωγές που καταχωρήθηκαν στη Δημοκρατία. Το άρθρο 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αρ.1215/12, αναφέρει ότι: «Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους αυτού, έστω και εάν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης.» Όπως, δε, διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη
(33): «Σε περίπτωση που τα ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα διατάσσονται από δικαστήριο κράτους μέλους που δεν έχει αρμοδιότητα επί της ουσίας της υπόθεσης, οι συνέπειες των μέτρων θα πρέπει να περιορίζονται, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους.» Είναι ενδεικτικό πως το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε αυτούσια την Αιτιολογική Σκέψη
(33)του Κανονισμού υπενθυμίζοντας ότι οι συνέπειες των όποιων ασφαλιστικών μέτρων διαταχθούν (σε κράτος μέλος το οποίο δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία) πρέπει να περιορίζονται στο δικό του έδαφος. Ως προς τη μαρτυρία ειδικού, στην υπόθεση Trafalgar (άνω) τονίστηκε πως η μαρτυρία θα έπρεπε να περιλαμβάνει και μαρτυρία εμπειρογνώμονα ως προς το δίκαιο της Ιρλανδίας, όπου θα εκδικαστεί η αγωγή και ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 εξετάζονται στα πλαίσια του αλλοδαπού Νόμου. Προσέθεσε δε πως στην περίπτωση που δεν έχει τεθεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα ως προς το αλλοδαπό δίκαιο τότε το ημεδαπό δικαστήριο εκλαμβάνει ότι το αλλοδαπό δίκαιο είναι το ίδιο με το Κυπριακό. Παραθέτοντας αποσπάσματα από την έκθεση απαίτησης (στην Ιρλανδία) το Ανώτατο τόνισε επίσης τις πάγιες αρχές περί του ότι: «Σε τέτοιου είδους υποθέσεις η έκθεση απαίτησης θα πρέπει να αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των εναγομένων. Με βάση τη νομολογία, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι που γίνεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης .........................., πρόκειται «για αρχή που πρέπει να τηρείται με ευλάβεια και κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της.» Δεν απαιτείται διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη ουσιαστικών δικαιωμάτων, παρά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής τους ............» (έμφαση προστεθείσα) Ακριβώς στη βάση της πιο πάνω αρχής το Ανώτατο έκρινε ότι με δεδομένο ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δεχθεί πως παρόμοιες επιθετικές συμπεριφορές εξαπάτησης (raiders attacks) είναι κάτι το οποίο συμβαίνει, δεν έπρεπε να καταλήξει από την άλλη ότι οι μέτοχοι δεν είχαν συζητήσιμη υπόθεση επί τη βάσει του ότι ίσχυε η αρχή της αντανακλώμενης ζημιάς («the reflective loss principle»), σε σχέση με τη μείωση της αξίας των δικών τους μετοχών. Κατέληξε με τα εξής πολύ ουσιώδη: «Το πιο πάνω απόσπασμα είναι αρκούντως επεξηγηματικό της αρχής της αντανακλαστικής ζημιάς. Όμως, θεωρούμε ότι σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να αποφασίζει τελεσίδικα επί των εγειρόμενων θεμάτων, ειδικότερα όταν πρόκειται για αίτηση έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων προς υποβοήθηση διαδικασίας που εκκρεμεί σε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, όπως είναι η παρούσα. Η αρχή της αντανακλαστικής ζημιάς απαιτεί λεπτομερή εξέταση της υπόθεσης και θεωρούμε ότι είναι σε περιπτώσεις όπου η αρχή εφαρμόζεται σαφώς επί του συνόλου των απαιτήσεων της αγωγής, και μόνο τότε μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε τέτοιο απόλυτο συμπέρασμα. Ενόψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση στην Ιρλανδική αγωγή και συνακόλουθα οι σχετικοί λόγοι έφεσης επιτυγχάνουν.» Ενδεχομένως στην παρούσα περίπτωση να μην υπάρχει ζήτημα όπως αυτό της αντανακλώμενης ζημιάς ενώπιον του Λουξεμβουργιανού Δικαστηρίου. Αναμφίβολα όμως τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είναι καθόλου απλά. Είναι εξίσου πολύπλοκα, εκτεινόμενα σε βάθος χρόνου και σίγουρα θα απαιτηθεί λεπτομερής εξέταση τους από το Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει σε συμπεράσματα. Σίγουρα επίσης δεν θα γίνει στο παρόν στάδιο πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, χωρίς βέβαια αυτό να αναιρεί την επιβαλλόμενη ιδιαίτερη προσοχή («particular care»).
- Σοβαρό Ζήτημα Όσον αφορά λοιπόν την παρούσα περίπτωση σημειώνεται κατ' αρχάς πως η αγωγή (Λουξεμβούργου) επισυνάπτεται στην έκθεση Kremer (Τεκμήριο 75) ο οποίος ναι μεν είναι ο δικηγόρος του Αιτητή στο Λουξεμβούργο, πράγμα το οποίο προκάλεσε ενστάσεις ως προς την ικανότητα του να δώσει ανεξάρτητη άποψη για την πιθανότητα επιτυχίας, αλλά από την άλλη στην ίδια την έκθεση του - εκτός από την άποψη - περιέλαβε και γεγονότα. Το πιο σημαντικό δε από αυτά είναι η πιστοποίηση του (στην §2.5) πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής προς υποστήριξη της έκδοσης διαταγμάτων στην Κύπρο, ανταποκρίνονται σε όσα τέθηκαν στην αγωγή Λουξεμβούργου, με μόνη δική του επισήμανση (του Kremer) ότι τα εδώ τεθέντα είναι πιο λεπτομερή. Ό,τι περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί είναι η επιβεβαίωση του Kremer πως με την αγωγή αξιώνεται επιστροφή των $318 εκατομμυρίων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων και δη αποκατάσταση βάσει άρθρων του Λουξεμβουργιανού Αστικού Κώδικα (restitution-undue payments) και ή βάσει αστικού αδικήματος (tort liability) και ή βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment). Δεν αμφισβητείται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρείται ότι αυτός συνοψίζει εσφαλμένα τις αξιώσεις στην αγωγή. Όπως αναφέρει: «2.1 In summary, the Aegean Litigation Trust asserts that Aegean Marine Petroleum Network Inc. and its subsidiaries (cumulatively "Aegean") have been victims of a massive fraud, carried out by XXXXX Melisanidis - Aegean's former CEO and Chairman - and his associates. Mr Melisanidis and his associates misappropriated up to $318 million from Aegean between 2010 and 2018 (the final quantum of the claims is reserved). The theft of Aegean's assets occurred at the following times and in the following ways: (i) As detailed at Part III.A of the Luxembourg civil claim, between 2010 and 2014 Mr Melisanidis used the construction of an oil processing terminal in Fujairah, the United Arab Emirates, to misappropriate Aegean's funds to OTE. Mr Melisanidis is the ultimate beneficial owner and de facto controller of OTE. During the construction of the Fujairah Terminal, Mr Melisanidis managed to remove at least US $68 million from Aegean, and there is an additional US $58 million which is unaccounted for which Aegean infers was stolen. (ii) As detailed at Part III.B.2 of the Luxembourg Proceedings, on 16 January 2014, Aegean paid to Grady the sum of US $6,276,
- Such a payment was described as an "Inter Company Transfer". Grady is not a group company of Aegean - instead it is a company owned by Mr Melisanidis's son. (iii) As detailed at Part III.B.3 of the Luxembourg civil claim, between 2014 and 2018 Mr Melisanidis caused Aegean to pay a further US $186 million to OTE without any contractual basis.» 4.
- Μετάφραση Είναι γεγονός πως ο ίδιος ο Αιτητής, ο οποίος επισυνάπτει την έκθεση Kremer συνοδευόμενη από την αγωγή στα Γαλλικά, επισυνάπτει και κείμενο φερόμενο ως μετάφραση της αγωγής αυτής στα Ελληνικά. Ασφαλώς δεν ισχυρίζεται ότι μετέφρασε ο ίδιος. Προφανώς ζήτησε μετάφραση της και την παρουσίασε. Σίγουρα επίσης δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ο ίδιος για την πιστότητα της μετάφρασης. Ούτε το Δικαστήριο θεώρησε ότι ήταν απαραίτητο να ασκήσει τις εξουσίες του βάσει του περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Ν.67/88και δεν διέταξε τη μετάφραση του τεκμηρίου, κάτι που θα μπορούσε να πράξει και σε αυτό ακόμα το προχωρημένο στάδιο. Δεν θεωρώ όμως ότι είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο σε αυτό το σημείο ή γενικότερα για σκοπούς της αίτησης. Ο λόγος είναι το ότι, πέραν του ισχυρισμού για απουσία του τυπικού στοιχείου της εξειδικευμένης πιστοποίησης δεν τίθεται οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός από τους Καθ' ων σε σχέση με την απόδοση του περιεχομένου και δη ότι αυτό ή κάποιο τμήμα της αγωγής αποδίδεται εσφαλμένα. Ούτως ή άλλως όμως το τι περιλαμβάνει η αγωγή αναφέρεται από τον δικηγόρο Kremer (ο οποίος άλλωστε τη συνέταξε). Εν πάση περιπτώσει οι αξιώσεις είναι ορατές και κατανοητές στον οποιονδήποτε ακόμα και στο Γαλλικό κείμενο (23η σελίδα) και σαφώς συνάδουν με τα προαναφερθέντα από τον Αιτητή και τον δικηγόρο του, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των $318.863.434.
- Το τι αξιώνεται βέβαια καθώς και η νομική βάση των αξιώσεων επιβεβαιώνεται και μέσα από την έκθεση Christmann, άλλου δικηγόρου στο Λουξεμβούργο, ο οποίος έλαβε οδηγίες από τον Καθ' ου 3 και την οποία χρησιμοποίησε και η Καθ' ης 5 (Τεκμήριο 2 στην έ.δ. Φράγκου). Συνεπώς υπάρχει αρκούντως ικανοποιητικό υλικό για το περιεχόμενο της αγωγής Λουξεμβούργου. Σημειώνεται τέλος πως με βάση το δικό μας νομικό σύστημα στις αιτήσεις για διατάγματα δεν είναι καν απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ίδιες οι ένορκες δηλώσεις δύνανται να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504). Στη βάση λοιπόν του παρουσιασθέντος μαρτυρικού υλικού δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Αιτητής εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση για αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής και εάν επιτύχει, ασφαλώς θα δικαιούται σε θεραπεία. Επισημαίνω πως ο Kremer παραθέτει συγκεκριμένα άρθρα του Αστικού Κώδικα της χώρας του, προσθέτοντας συν τοις άλλοις και τη νομική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ως γνωστή αιτία αγωγής και στο δικό τους σύστημα δικαίου).
- Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση υπήρξαν σφοδρές ενστάσεις εκ μέρους των Καθ' ων περί του ότι ο Kremer δεν μπορεί να προσφέρεται ως εμπειρογνώμονας ο οποίος θα δώσει μαρτυρία ως προς το δίκαιο του Λουξεμβούργου και την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Δεν θα συμφωνήσω με τις εισηγήσεις αυτές. Έχω την άποψη πως η ιδιότητα του ως συνηγόρου του Αιτητή δεν αναιρεί ούτε καταργεί την ίδια την ιδιότητα του ως προσοντούχου δικηγόρου και νομικού ο οποίος κατά τεκμήριο γνωρίζει το δίκαιο της χώρας - στην οποία ασκεί το επάγγελμα του. Θεωρώ λοιπόν πως δύναται να εκφέρει την άποψη του κατά τον ίδιο τρόπο που θα μπορούσε να την εκφέρει οποιοσδήποτε άλλος επαγγελματίας είχε προηγουμένως παράσχει υπηρεσίες σε οποιονδήποτε διάδικο σε οποιαδήποτε υπόθεση (π.χ. ένας γιατρός, αρχιτέκτονας, μηχανικός κ.λ.π.). Αναμφίβολα όμως το γεγονός ότι διατηρεί μια τέτοια σχέση με τον διάδικο προς όφελος του οποίου καταθέτει είναι στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψιν κατά την εκτίμηση της όποιας άποψης έχει εκφράσει. Πράγμα, βέβαια, το οποίο ισχύει και για τις γνωματεύσεις των Bellward και Moro δεδομένης της μη αμφισβήτησης από τους Καθ' ων 3 και 4 ότι τους εκπροσώπησαν σε άλλες σχετικές διαδικασίες (Moyse Bleser Sarl, Clifford Chance SCS). Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα απαιτείται για το δίκαιο της άλλης χώρας και τα όσα έχει αναφέρει ο Kremer για τα συγκεκριμένα άρθρα και νομικές βάσεις δεν αμφισβητούνται. Άλλωστε είναι τέτοια η φύση της αξίωσης που θεωρώ πως δεν θα επιχειρείτο αμφισβήτηση του ότι εάν επιτύχει η κατάδειξη απάτης ή απόσπασης περιουσιακών στοιχείων της Aegean χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή κλοπής ή υπεξαίρεσης, αναμφίβολα και το αλλοδαπό Δικαστήριο θα αποδώσει θεραπεία. Το πιο ουσιώδες όμως είναι πως και ο Christmann, στη δική του έκθεση, εκτός από κάποια ζητήματα δικαιοδοσίας και καταλληλότητας δικογράφου, εκείνο το οποίο εγείρει εξετάζοντας και αυτός πλέον την πιθανότητα επιτυχίας είναι τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης, αποφαινόμενος ουσιαστικά ότι το βάρος απόδειξης αυτών ανήκει στον Ενάγοντα («. proving the facts»), όπως και του ότι ο Καθ' ου 3 είναι ο ιθύνων ή συμμέτοχος στην προβαλλόμενη απάτη («. is the author of the alleged fraud or has participated.»). Είναι δε ενδεικτικό το ότι καταληκτικά ο Christmann αναφέρει πως οι αξιώσεις είναι πλήρεις σημαντικών αβεβαιοτήτων («fraught with significant uncertainties») και ότι υπάρχουν ισχυρές γραμμές υπεράσπισης οι οποίες κάνουν τις πιθανότητες επιτυχίας ισχνές («make the chances of success . slim»), εκτίμηση η οποία αφ' εαυτής στην πραγματικότητα αφήνει ακριβώς ανοικτό και ορατό το ενδεχόμενο επιτυχίας. Αξίζει να παρατεθούν αυτούσιες δύο παράγραφοι από την έκθεση Christmann (σελ.8): «All claims made against Mr Dimitris Melisanidis must therefore be proven by precise, relevant and conclusive proof. Otherwise, the claim will be declared to be without merit. This is a strong argument that must be kept in mind if the court were to declare that it has jurisdiction and that the claim is admissible.» Καταληκτικά (σελ.9): «Having analysed the evidence filed by the Claimant, I am of the opinion that it is not sufficiently precise, relevant and conclusive to satisfy the Luxembourg court and lead to an order being made against Mr Dimitris Melisanidis.» Με κάθε σεβασμό βέβαια, εννοείται πως δεν θα εφαρμοστεί στην παρούσα διαδικασία το κριτήριο το οποίο αναμένεται να εφαρμόσει κατά την εκδίκαση της ουσίας το αλλοδαπό αρμόδιο δικαστήριο ως προς το βάρος απόδειξης. Πέραν των όσων έχουν προπαρατεθεί από την υπόθεση Trafalgar (άνω), προστίθεται πως και ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το παρόν δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να προβεί σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος και αναμφίβολα στην παρούσα υπάρχουν τέτοια ζητήματα (βλ. Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.71/11, ημερ. 16.4.14). Ό,τι απαιτείται είναι η εξέταση του κατά πόσον έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι που πρέπει να εξεταστεί ούτως ή άλλως από το ίδιο το Δικαστήριο. Βασικά στην παρούσα περίπτωση φαίνεται να συμφωνούν όλοι πως εν τέλει η πιθανότητα επιτυχίας και το κατά πόσον είναι ή όχι ορατό ένα τέτοιο ενδεχόμενο εξαρτάται από το αν θα γίνουν δεκτά τα γεγονότα όπως τα προβάλλει η πλευρά του Αιτητή. Θεωρώ πως για τη συνεκτίμηση της πιθανότητας στη βάση των προβληθέντων και αποκλειστικά για σκοπούς της παρούσας θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθούν ορισμένα κομβικά σημεία τα οποία ούτως ή άλλως συνιστούν εν πολλοίς κοινό υπόβαθρο στα πλαίσια της αίτησης και έχουν ως εξής:
- Πρώτη αφορμή για τις έρευνες δόθηκε κατά τον Μάιο του 2017 όταν χρειάστηκε να ερευνήσει η εσωτερική Ελεγκτική Επιτροπή της ΑΜΡΝΙ τα φερόμενα ως εισπρακτέα από τέσσερις πελάτες ύψους $172 εκατομμύρια, οπότε τον Νοέμβριο του ιδίου έτους η ΑΜΡΝΙ διόρισε δικηγόρους για να ερευνήσουν το θέμα αυτών των υποτιθέμενων εισπρακτέων που είχαν πλέον ανέλθει στα $200 εκατομμύρια.
- Λίγους μήνες αργότερα, στις 2.5.18 ανέλαβαν και νέοι διευθυντές στην ΑΜΡΝΙ, οπότε στις 4.6.18 προέκυψε η Ανακοίνωση-αποκάλυψη στην αγορά ότι τα $200 εκατομμύρια στα βιβλία της θα έπρεπε να διαγραφούν (Τεκμήριο 31: «. will need to be written off») επειδή οι φερόμενες συναλλαγές ήταν χωρίς οικονομικό υπόβαθρο και άρα αντικανονικά είχαν συνυπολογιστεί, ήτοι κατά παράβαση της κανονικής εταιρικής πολιτικής και διαδικασίας («. without economic substance and improperly accounted for .»). Την ίδια μέρα η ΑΜΡΝΙ είχε διορίσει νέα Ελεγκτική Επιτροπή ενώ ενημέρωσε οικειοθελώς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Η.Π.Α.. Την ίδια μέρα ήτοι στις 4.6.18, η αξία των μετοχών της υπέστη πτώση κατά 75%.
- Την αμέσως επόμενη μέρα, στις 5.6.18, ομάδα επενδυτών-μετόχων καταχώρισαν ομαδική αγωγή (class action) εναντίον αριθμού αξιωματούχων της ΑΜΡΝΙ, ισχυριζόμενοι ότι οι εναγόμενοι συμμετείχαν σε σχέδιο εξαπάτησης του επενδυτικού κοινού προβαίνοντας σε ψευδείς δηλώσεις και απάτες σχετικά με τις δραστηριότητες και προοπτικές της εταιρείας με σκοπό να κρατήσουν ψηλά την αξία των τίτλων της. Στους εκεί εναγόμενους συμπεριελήφθη αργότερα και ο Καθ' ου 3 της παρούσας διαδικασίας.
- Υπενθυμίζεται πως λίγες μέρες πριν, ήτοι την 1.6.18 με οδηγίες του Καθ' ου 3 ενεγράφη βάσει του Κυπριακού Δικαίου το Διεθνές εμπίστευμα «The Gaia Settlement» (Τεκμήριο 7 της Καθ' ης 5) με δικαιοπάροχο τον Καθ' ου 3, αφού, όπως εξηγεί ο υπέρ αυτού ενόρκως δηλών κ. Φράγκος (§64) μέσα στο 2017 αλλά και μετά το 2017 είχε λάβει συμβουλή, για σκοπούς διαδοχής, προγραμματισμού περιουσιακών στοιχείων και φορολογικούς σκοπούς, να σκεφτεί τη χρήση εμπιστεύματος που ήταν ιδιαίτερα ελκυστική λόγω φορολογικών εγκυκλίων στην Ελλάδα. Όπως εξηγεί ο Προστάτης του «The Gaia» κ. Κωστόπουλος (§82), υπό το πρίσμα των πιο πάνω η διαδοχή του Καθ' ου 3 ο οποίος ήταν πια 63 ετών, άρχισε να μπαίνει στο επίκεντρο της σκέψης του, οπότε ενώ αρχικά από το 2014 ακολουθήθηκε η λύση Λουξεμβούργου με τις Leveret και την Κυπριακή Leskira, μέχρι και το 2017, αργότερα λόγω ανησυχίας του Καθ' ου 3 για το πλάνο διαδοχής του (§87) επέλεξε τη λύση διεθνούς εμπιστεύματος στην Κύπρο, το οποίο είναι ανέκκλητο, η δε Leveret κατέστη αχρείαστη και οδηγήθηκε στην εκκαθάριση τον Δεκέμβριο του 2018, αφού τα περιουσιακά στοιχεία του Καθ' ου 3 μεταφέρθηκαν στο Κυπριακό διεθνές εμπίστευμα («The Gaia»).
- Στις 22.6.18, κατόπιν αιτήματος κάποιας θυγατρικής του Ομίλου η Ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων εξέδωσε διάταγμα (Τεκμήριο 79) με το οποίο απαγόρευε στην ΑΜΡΝΙ την χρήση οποιωνδήποτε πληροφοριών είχε αυτά εξασφαλίσει από διακομιστές της στον Πειραιά. Μεταξύ των 11 προσώπων που υπέβαλαν παράπονα στις 26.6.18 για παράνομη διαχείριση δεδομένων ήταν και ο Καθ' ου
- Στις 3.10.18 η ΑΜΡΝΙ έλαβε κλήση από το Γραφείο Εισαγγελέως της Νέας Υόρκης για διερευνώμενα κακουργήματα (grand jury subpoena).
- Στις 2.11.18 η ΑΜΡΝΙ ανακοίνωσε δημοσίως τα αποτελέσματα της έρευνας από την Ελεγκτική Επιτροπή, την απόφαση να αναδιατυπώσει (restate) κάποιες παλαιές οικονομικές καταστάσεις ως αποτέλεσμα των ευρημάτων της και προσέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: «
- Τhe Audit Committee believes up to US$300 million of Company cash and other assets were misappropriated through fraudulent activities. The Audit Committee believes that the principal beneficiary of the misappropriation is OilTank Engineering & Consulting Ltd. (OilTank), a company based in Fujairah and incorporated on March 15, 2010 in the Marshall Islands. On March 31, 2010 OilTank entered into a contract with Aegeans subsidiary to oversee the construction of the Fujairah Oil Terminal Facility (the Fujairah Facility). The Audit Committee believes that this contract was used to misappropriate Company funds through inflated contracts and fraudulent pricing. The Audit Committee has reason to believe that OilTank is controlled by a former affiliate of the Company (the Former Affiliate).
- As of December 31, 2017, the Company and/or its subsidiaries had an aggregate of approximately US$200 million in accounts receivable that arose from purported commercial transactions that occurred in 2015, 2016, and
- These transactions lacked economic substance as the relevant counterparties were shell companies with no material assets or operations and were owned or controlled by former employees or affiliates of the Company. The Audit Committee believes that the receivables were improperly recorded as part of a scheme to facilitate and conceal an extensive misappropriation of Company assets channeled to OilTank, but accounted for as transactions with these shell companies. The Audit Committee has further confirmed that the approximately US$200 million of receivables are uncollectible and will be written off.
- The Investigation also uncovered additional actions to defraud the Company and/or its subsidiaries, including prepayment for future oil deliveries that were never made. These fraudulent activities appear to have commenced as early as
- The misappropriation of Company assets, and the fraudulent accounting entries and fictitious documentation designed to conceal it, involved over a dozen Company employees, including members of senior management. The employees who directed the scheme, which involved the creation of falsified and forged documents, including bank statements, audit confirmations, contracts, invoices and third party certifications, among others, have been terminated.
- The Audit Committee believes that this misconduct occurred in part because the Former Affiliate has exerted significant control over Company personnel and assets through various inappropriate means, including threats of economic retaliation and physical violence. In addition, the Former Affiliate continues to have access to and control over the Companys electronic and physical files.»
- Στις 6.11.18 η ΑΜΡΝΙ, με διάφορες θυγατρικές της, υπέβαλε την αίτηση για ένταξη στο Κεφ.
- Το Διάταγμα προέβλεπε ότι ο Εμπιστευματοδόχος (Trustee) θα είχε τις εξουσίες του άρθρου V στο διάταγμα, το οποίο (άρθρο) προνοούσε πως αυτός βάσει της Συμφωνίας («Litigation Trust Agreement») θα μπορούσε, μεταξύ άλλων να προωθήσει τις διαδικασίες των αξιώσεων (άρθρο V.C. (f) «litigation of the Litigation Claims»).
- Στις 3.12.18 η ΑΜΡΝΙ τέθηκε εκτός διαπραγμάτευσης από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (delisted).
- Στις 16.1.19 κατέθεσε το Κοινό Σχέδιο Αναδιοργάνωσης της, το οποίο επικυρώθηκε στις 29.3.
- 5.
- Εξουσιοδότηση Αιτητή Η ως άνω Συμφωνία για την ίδρυση του Trust υπεγράφη στις 3.4.19 μεταξύ της ΑΜΡΝΙ αφενός και του Αιτητή αφετέρου με την οποία διορίστηκε ως εμπιστευματοδόχος, αναλαμβάνοντας να ενεργεί υπό τις οδηγίες του Συμβουλίου («. shall serve at the direction of the Litigation Trust Advisory Board» με βασικό του καθήκον την όσο το δυνατό συντομότερη επίλυση όλων των αξιώσεων («. shall be obligated to make continuing reasonable efforts to timely resolve all claims .») και να δρα προς το βέλτιστο συμφέρον του Trust («. shall act in the best interests of the Litigation Trust .») [άρθρα II2.1,2.5 και IV4.1]. Ειδικότερα ως προς το ζήτημα της εξουσιοδότησης, έχω την άποψη πως όντως η εξουσία του Αιτητή να προωθήσει την παρούσα δεν μπορεί να αμφισβητείται κυρίως ενόψει της πρόνοιας IV4.3(α) της Συμφωνίας που προνοεί ότι «[S]ubject to the provisions . and direction by the Litigation Trust Advisory Board, the Litigation Trustee shall prosecute, pursue, compromise, settle, or abandon and all Litigation Claims that have not already been resolved .» (Τεκμήριο 2 αρχικής έ.δ.). Τέτοια οδηγία (direction) εμπεριέχεται και προκύπτει από τα πρακτικά του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου (Trust Advisory Board) ημερ. 30.7.19 τα οποία επισύναψε στη σ.έ.δ. του ο Αιτητής, επιβεβαιώνοντας ότι έχει την εξουσιοδότηση για έγερση των διαδικασιών τις οποίες ήγειρε. Κατά τη γνώμη μου αυτό περιλαμβάνει και τη διενέργεια οποιωνδήποτε περαιτέρω αναγκαίων πράξεων προς ευόδωση του βασικού στόχου και μεταξύ αυτών την εξουσιοδότηση προς υπογραφή της αναγκαίας εγγύησης (κάτι το οποίο προνοείται και στο άρθρο 148 του ημεδαπού περί Συμβάσεων Νόμου). 5.
- Η σχέση με την αγωγή στις ΗΠΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην αγωγή Λουξεμβούργου Εναγόμενοι είναι και οι Καθ' ων 1-4 της παρούσας αίτησης. Αυτό το οποίο τους αποδίδεται εκεί είναι βασικά το ότι συμμετείχαν στην υπεξαίρεση ή απόσπαση περιουσιακών στοιχείων από την Aegean. Αυτή είναι και η βασική ειδοποιός διαφορά από την αξίωση των επενδυτών-μετόχων στις Η.Π.Α., οι οποίοι για παρόμοια μεν δράση των αξιωματούχων της Aegean αξιώνουν από τους τελευταίους αποζημιώσεις σε σχέση με την επένδυση τους (βλ. §505: «. suffered damages in connection with their purchases of Aegean securities at artificially inflated prices», §515: «suffered damages in connection with their respective purchases and sales of the Company's securities», §521: «suffered damages in connection with their purchases of Aegean common stock», παρομοίως στις §§526, 531, 539, 550 και 554 της αγωγής). Συνεπώς η αγωγή Λουξεμβούργου διακρίνεται επί τω ότι αποσκοπεί στην επανάκτηση περιουσίας η οποία έχει κατ' ισχυρισμόν αποσπαστεί παρανόμως δηλαδή υπεξαιρεθεί ενώ η αγωγή στις Η.Π.Α. αποσκοπεί στην εξασφάλιση αποζημιώσεων τις οποίες διεκδικούν οι μέτοχοι-επενδυτές από τους κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγήσαντες. 5.
- Τα ερωτήματα στην παρούσα Ως ζήτημα κοινής λογικής και όπως θα ίσχυε και σε άλλες έννομες τάξεις, από πλευράς γεγονότων, το εκδικάζον την ουσία δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του με σκοπό να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα, ήτοι αφενός στο κατά πόσον υπήρξε απόσπαση περιουσιακών στοιχείων της Aegean και αφετέρου στο κατά πόσον εμπλέκονται σε αυτήν οι εκεί εναγόμενοι και σε ό,τι μας αφορά οι Καθ' ων 1-
- Πέραν των πιο πάνω ερωτημάτων δεν θεωρώ ότι ενδείκνυται να στρέψει την προσοχή του το παρόν δικαστήριο (κατά την εξέταση της πιθανότητας επιτυχίας) είτε σε ζητήματα δικαιοδοσίας του Λουξεμβουργιανού δικαστηρίου είτε σε θέματα ορθής και σαφούς δικογράφησης με βάση τους εκεί ισχύοντες δικονομικούς κανόνες. Σαφέστατα πρόκειται για ζητήματα που εμπίπτουν στην κρίση και εξουσία του αλλοδαπού δικαστηρίου και δεν μπορούν να αποφασιστούν στα πλαίσια ασφαλιστικών μέτρων βάσει του άρθρου
- 5.
- Μαρτυρικό Υλικό - Συνεκτίμηση Κατά τη συνεκτίμηση του προαναφερθέντος πρώτου στοιχείου (της απόσπασης περιουσίας) εν πρώτοις θα συνυπολογιστούν τα όσα εκ μέρους του Καθ' ου 3 επιβεβαιώνει ο κ. Φράγκος (στην αρχική δήλωση του) περί του ότι η οικογένεια Μελισσανίδη έχει «έντονα χαρακτηριστικά της οικογενειακής δομής, σαν βασικής κλειστής κοινωνικής βάσης που επιβάλει (sic) τη διατήρηση εξαιρετικά στενών δεσμών ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας». Ο κ. Φράγκος εξαίρει τους οικογενειακούς δεσμούς και τη μακρόχρονη Ποντιακή παράδοση στην οικογένεια. Προβάλλει μεν ότι ο Καθ' ου 3 δεν έχει εμπλακεί ποτέ στις επιχειρήσεις του Καθ' ου 4, (γιου του) αλλά παράλληλα προβάλλει πως η ίδια η Καθ' ης 1 «ενήργησε κάποιες φορές, ως διαθέτουσα ρευστότητα, διευκολύνοντας την ΑΜΡΝΙ» και μάλιστα υπήρξε εύλογη επιχειρηματική ενθάρρυνση στον Καθ' ου 4 για παροχή τέτοιων διευκολύνσεων ως γενικότερα ωφέλιμων (§29). Παρόμοιες θέσεις προβάλλει και ο κ. Τζαννάκος εκ μέρους της Καθ' ης 1, λέγοντας ότι αυτή κατέχει περιουσία η οποία υπερκαλύπτει το ποσό για το οποίο κατ' ισχυρισμόν εμπλέκεται στην παρούσα και ότι είχε δανείσει κατά καιρούς χρήματα στον Όμιλο Aegean. Μάλιστα ο κ. Τζαννάκος δέχεται ότι τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχαν γραπτές συμφωνίες αλλά τα δάνεια αυτά δίδοντο με «προφορικές συνεννοήσεις», παρουσιάζοντας δύο έγγραφες συμβάσεις από το 2016 και μετά (τα Τεκμήρια 18 και 19 στην έ.δ. Τζαννάκου). Αυτό που πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί είναι πως το πιο πάνω - εν πολλοίς κοινό υπόβαθρο - δεν τείνει να δείξει εντελώς αυτόνομες επιχειρηματικές πορείες πατέρα και γιου ή τουλάχιστον όχι τόσο ασύνδετες όσο έγινε προσπάθεια να παρουσιαστούν στα πλαίσια της αίτησης αυτής. Η δυνατότητα δανεισμού, χωρίς έγγραφα και ανά πάσα στιγμή υπήρχε οποιαδήποτε «ανάγκη» η δυσκολία «ρευστότητας» ενδεχομένως να παραπέμπει σε πιο στενές σχέσεις με πρωταγωνιστή τον Καθ' ου 3, η δε ανησυχία του Καθ' ου 3 στην ηλικία των 63 ετών για τη διαδοχή του ενδεχομένως να μην είναι άσχετη και με τον Καθ' ου 4 ο οποίος είναι γιος του, όπως ούτε και η δημιουργία του «The Gaia» τον Ιούνιο του 2018 και η ρευστοποίηση της Leveret τον Δεκέμβριο του 2018, οπότε και προσφέρθηκε στο εμπίστευμα. Υπενθυμίζω και εδώ την αναφορά του κ. Φράγκου (§67) ότι το εμπίστευμα της Καθ' ης 5 ιδρύθηκε από τον Καθ' ου 3 «. και έγινε ο κάτοχος περιουσιακών στοιχείων του που θα κληρονομηθούν από τους κληρονόμους του». Άλλωστε όπως είχε ήδη εξηγήσει (§66) προτιμήθηκε το Κυπριακό εμπίστευμα αντί του Λουξεμβουργιανού επειδή ακριβώς το Κυπριακό «προνοεί για στοιχεία διαδοχής». Έχοντας εξετάσει το εκατέρωθεν μαρτυρικό υλικό έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μέσα από αυτό καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα να γίνει δεκτή η εκδοχή του Αιτητή όσον αφορά τον βασικό ισχυρισμό του περί απόσπασης περιουσίας αν και δεν συμφωνώ ότι υπάρχει η ίδια ορατή πιθανότητα επιτυχίας για όλους ή για όλα τα διεκδικούμενα ποσά (ως θα εξηγηθεί). Οι ενδείξεις οι οποίες υπάρχουν προς αυτή την κατεύθυνση είναι πράγματι αρκετές και έχω τη γνώμη ότι είναι σοβαρές. Βασικά αναδύεται ως κοινό υπόβαθρο ότι ένας μεγάλος και παρουσιαζόμενος ως σοβαρός Όμιλος καταλήγει στις αρχές του 2017 να μην μπορεί να ετοιμάσει οικονομικές καταστάσεις. Διαφαίνεται ότι το πρόβλημα διασυνδέεται με την αποκαλούμενη ως «Απάτη των Εισπρακτέων». Για το θέμα έγιναν επίσημες ανακοινώσεις και όντως διαφαίνεται ότι αυτό ήταν και η βασική αιτία η οποία επέφερε τη διαδικασία αφερεγγυότητας, την αγωγή επενδυτών στις Η.Π.Α. και τα όσα περαιτέρω επακολούθησαν με βασικές συνέπειες την άμεση κατάρρευση της μετοχής της ΑΜΡΝΙ και τη συνεπακόλουθη αναδιάρθρωση της. Σαφώς δεν πρόκειται για θέμα που δημιουργήθηκε εντός διαστήματος λίγων μηνών. Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης πράγματι δεν έχει προβληθεί ότι ήταν αβάσιμο αυτό το ζήτημα ή εσφαλμένη η ανακοίνωση περί πρόθεσης διαγραφής τους π.χ. επί τω ότι υπήρχαν ποσά $200 εκατομμυρίων τα οποία να ήταν γνήσιες απαιτήσεις, όπως φαινόταν στα βιβλία. Αντιθέτως φαίνεται ο Όμιλος να οδηγήθηκε εκτός Χρηματιστηρίου και στην αφερεγγυότητα εξαιτίας αυτού. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τόσον η Καθ' ης 1 όσον και η Καθ' ης 2 εμπλέκονται υπό τη μορφή παροχής δανείων προς την ΑΜΡΝΙ από πολύ πιο πριν και όταν τα φερόμενα εισπρακτέα ήταν ακόμα σε χαμηλότερα ύψη. Δεν φαίνεται μεν εμπλοκή του Καθ' ου 3 ως προς το πως θα χρησιμοποιούντο τα δάνεια που παραχωρούσε μέσω της Καθ' ης 1 αλλά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτά (ή μέρος αυτών) χρησιμοποιήθηκαν για εξαπάτηση των ελεγκτών. Ειδικότερα όσον αφορά την Καθ' ης 1 ο Αιτητής είχε αρχικά υποστηρίξει ότι αυτή στις 14.5.17 βάσει εικονικού δανείου έδωσε $25 εκατομμύρια στην ΑΜΡΝΙ τα οποία η τελευταία επέστρεψε μόλις 11 μέρες μετά αφού πλέον είχε ξεγελάσει την Ελεγκτική Επιτροπή (που όντως συνεδρίαζε στις 18.5.17). Η Καθ' ης 1 δεν αμφισβήτησε τις διακινήσεις αυτές πλην όμως διευκρίνισε ότι ήταν δύο οι συμφωνίες δανείων για $25 εκατομμύρια η καθεμιά, ήτοι η μια ημερ. 14.10.16, (η οποία ανακοινώθηκε και στο Χρηματιστήριο) και η άλλη ημερ. 11.5.
- Ο Αιτητής απάντησε πως όντως δεν γνώριζε για τη δεύτερη, επιμένοντας ότι ενισχύεται μάλιστα το επιχείρημα του. Δεν αμφισβητείται πως για το πρώτο δάνειο η Καθ' ης 1 κατέβαλε σε δύο δόσεις μόνο τα §20 εκατομμύρια και τα έλαβε πίσω στις 13.1.17 με τόκο και ότι για τη δεύτερη συμφωνία κατέβαλε στις 14.5.17 τα $25 εκατομμύρια και τα έλαβε πίσω στις 24.5.17, επίσης με τόκους. Ο κ. Φράγκος, στην §30 της ένορκης δήλωσης του ημερ. 9.10.19, αναφέρει εκ μέρους του Καθ' ου 3: «
- Παρατηρώ ότι συναλλαγές ταμειακής διευκόλυνσης αυτής της μορφής δημοσιεύτηκαν κατά τα απαραίτητα όπου έπρεπε (π.χ. Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 24.10.16 που ο Αιτητής επισυνάπτει ως Τεκμήριο 58) και οι πληρωμές γίνονταν όντως από την Grady όπως ο ίδιος ο Αιτητής βεβαιώνει. Συνεπώς και η επιστροφή των ποσών αυτών στην Grady δεν μπορεί να ήταν δόλια ή να προκάλεσε ζημιά στην Aegean προς όφελος οποιουδήποτε. Εντούτοις, ο Αιτητής βασιζόμενος στο γεγονός ότι κάποιες εισροές χρημάτων προς την Aegean δεν παρουσιάστηκαν ότι προήλθαν από την Grady (ενώ και ο ίδιος αναγνωρίζει ότι στην πραγματικότητα προήλθαν από την Grady όπως αναμφισβήτητα προκύπτει από τις ταμειακές τραπεζικές ροές) (βλ. παραγράφους 77 και 82 της ένορκης του δήλωσης), προσπαθεί να παρουσιάσει μια εικόνα δολιότητας χωρίς όμως να υποδεικνύει οποιαδήποτε ζημιά στην Aegean. Η ουσία είναι ότι δεν επιστράφηκαν χρήματα στην Grady αχρεωστήτως.» Όμως, δεν είναι τη διακίνηση των χρημάτων ή τη σειρά των πράξεων ή την εξόφληση που προβάλλει ο Αιτητής. Αυτό το οποίο αναδεικνύει είναι το ότι έχουν παραποιηθεί έγγραφα και το ότι στις εσωτερικές καταστάσεις της ΑΜΡΝΙ έχει αποκρυβεί το γεγονός ότι τα χρήματα προήλθαν από την Καθ' ης 1 και αυτό με πρόθεση εξαπάτησης. Παρουσίασε προς τούτο τα Τεκμήρια 56 και 57 τα οποία τείνουν να δείξουν πως όχι μόνο απεκρύβη αλλά είχε καταγραφεί ότι το ποσόν των $24.999.994 είχε καταβληθεί από τη δήθεν χρεώστη Miami Exports Group L.L.C., η οποία περιλαμβάνεται στις τέσσερις «Οντότητες Εισπρακτέων» για τις οποίες αναφέρεται ότι υπέγραψαν τουλάχιστον 39 «εικονικές» συμβάσεις (§69 αρχικής έ.δ. Αιτητή). Σε σχέση με την Καθ' ης 2 στα ίδια πιο πάνω έγγραφα υπάρχουν και άλλες πληρωμές για το διάστημα 11-13.5.17 (Τεκμήρια 56, 61) οι οποίες στις εσωτερικές καταστάσεις παρουσιάζονται να έγιναν από άλλο πάλι υποτιθέμενο χρεώστη, ήτοι την Abdul Azim Trading ενώ οι τραπεζικές επίσημες καταστάσεις δείχνουν ότι έγιναν από την Καθ' ης 2 και αφορούν ποσά ύψους $28,4 εκατομμυρίων. Τα πιο πάνω στοιχεία παρουσιάστηκαν ως προσπάθεια παραπλάνησης των ελεγκτών σε σχέση με τη φερόμενη ως λογιστική απάτη των $200 εκατομμυρίων που φέρεται να ήταν η απαρχή της κατάρρευσης. Αναλυτική κατάσταση των ποσών αυτών για τα έτη 2015-2017 φαίνεται στο Τεκμήριο 50 (αρχικής έ.δ. Αιτητή). Αρκεί να λεχθεί πως με κάποιες από αυτές τις εταιρείες, τις φερόμενες ως χρεώστες, παρουσιάστηκαν συναλλαγές και για περίοδο μετά τη διάλυση τους (Τεκμήρια 51-54). 5.4.
- «Απάτη» Πληρωμών στην Καθ' ης 2 Όσον αφορά τις πληρωμές στην Καθ' ης 2 σημειώνεται πως αυτή φέρεται να ιδρύθηκε από τον κ. Τύρο κατά το 2010 και αργότερα μετά την αποπεράτωση του τερματικού κατά το 2015 αυτή να μεταβιβάστηκε στον κ. Βραχυπέδη. Όπως δέχεται ο κ. Φράγκος η Καθ' ης 2 ιδρύθηκε ως S.P.V. (Special Purpose Vehicle) μετά τη γνωριμία του κ. Τύρου με τον Καθ' ου 3, την επεξήγηση από τον τελευταίο των απαιτήσεων του και την αποδοχή του κ. Τύρου να προσφέρει τις υπηρεσίες του για την ανέγερση του τερματικού και δη προς τη θυγατρική του Ομίλου, την Α.Ο.Τ.. Είναι δεκτό και θα συνεκτιμηθεί πως η Καθ' ης 2 είχε πάντα ολιγάριθμο προσωπικό. Ο κ. Βραχυπέδης, ο οποίος την ανέλαβε από το 2015 δέχεται ότι εργάζεται για τις εταιρείες της Aegean από το
- Προβάλλει δε ότι από το 2015 η Καθ' ης 2 ενήργησε και αυτή ως παροχέας χρηματοδότησης και πάλι με δάνεια βραχείας διαρκείας προς την Aegean, συνήθως ως μεσάζων προς τρίτες εταιρείες. Από πλευράς του ο Αιτητής εντόπισε τις πληρωμές των $186 εκατομμυρίων από την Aegean στην Καθ' ης 2 για τις οποίες ισχυρίζεται ότι έγιναν χωρίς αντιπαροχή, μεταξύ των ετών 2015-2018 παρά το ότι το τερματικό είχε ολοκληρωθεί από το
- Ο Αιτητής δέχεται ότι και η Καθ' ης 2 κατέβαλε στην Aegean (A.M.P. L.L.C.) ποσόν $130 εκατομμυρίων αλλά προβάλλει πως είναι η ίδια που έχει το βάρος να καταδείξει δικαίωμα συμψηφισμού στα πλαίσια της αγωγής στο Λουξεμβούργο (§137 αρχικής έ.δ.) και επιμένει πως ορθώς λήφθηκε υπόψιν όλο το ποσό αυτό κατά την έκδοση των διαταγμάτων. Εκ μέρους του Καθ' ου 3, αναφέρεται από τον κ. Βραχυπέδη (ο οποίος επικαλείται έκθεση της KPMG) πως δεν είναι $130 αλλά $150 τα εκατομμύρια τα οποία έδωσε η Καθ' ης 2 και ότι όντως αυτή εισέπραξε $35 εκατομμύρια επιπλέον των όσων έδωσε (§10), τα οποία κατά τον ίδιο μόνο αυτά θα έπρεπε να διεκδικεί ο Αιτητής και όχι περισσότερα. Κατά τη γνώμη μου είναι ορατό το ενδεχόμενο να γίνει δεκτή η θέση του Αιτητή και όχι η αντίθετη, ήτοι ότι μια νεοσύστατη με οδηγίες του Καθ' ου 3 εταιρεία δάνειζε για τόσο μεγάλα ποσά την Aegean και μάλιστα βρέθηκε να έχει λάβει πίσω το επιπλέον ποσόν των $35 εκατομμυρίων κατά τον Καθ' ου 3 ή των $56 εκατομμυρίων κατά τους υπολογισμούς του Αιτητή. Γεγονός όμως παραμένει πως ο Αιτητής εντόπισε και δέχεται ότι η Καθ' ης 2 κατέβαλε «περίπου» $130 εκατομμύρια κατά την ίδια περίοδο και δεν συμφωνώ ότι αυτό το στοιχείο δεν επηρεάζει την αξία της περιουσίας που έχει παγοποιηθεί. Μάλιστα με δεδομένο ότι ο Αιτητής, που έχει και το βάρος απόδειξης στην αίτηση, αναφέρεται σε «περίπου» $130 εκατομμύρια, σε αντίθεση με τα πιο λεπτομερή ποσά της KPMG ($150.848.097,75), έχω την άποψη πως η απόκλιση πρέπει να λειτουργήσει στα πλαίσια της αίτησης προς όφελος των Καθ' ων. 5.4.
- Απάτη Τερματικού Όσον αφορά την κατασκευή του τερματικού ο Αιτητής προέβαλε ότι αυτό στοίχισε $226 εκατομμύρια. Εξ αυτών δικαιολογεί τα $83 εκατομμύρια προς την κατασκευάστρια (Quality) και τα $16.6 ως έξοδα χρηματοδότησης έργου αλλά δεν δικαιολογεί τα $68 εκατομμύρια που καταβλήθηκαν στην Καθ' ης 2 επειδή δεν εντόπισε οποιαδήποτε αντιπαροχή της ενώ διεκδικεί και ποσόν $58 εκατομμυρίων λέγοντας ότι «. the Trust infers from all the circumstances that DM and the other Respondents may have misappropriated a further US$58 million in purported construction costs which remain unaccounted for .» εξηγώντας ότι αυτό το ποσό είναι το ανεξήγητο από το συνολικό κόστος [(226-(83+68+16.631)=58]. Αρχίζοντας από το τελευταίο πρέπει να πω ότι η ίδια η αναφορά του Αιτητή και ο τρόπος διατύπωσης του καταδεικνύει ότι όσον αφορά τα $58 εκατομμύρια υπάρχει μόνο μια αμυδρή εικασία ή υποψία. Δεν παρατίθεται οποιοδήποτε στοιχείο πέραν αυτής της πιθανολόγησης και πολύ περισσότερο δεν παρουσιάστηκε κάτι το οποίο συνεκτιμούμενο για σκοπούς της αίτησης θα μπορούσε να υπερβεί ή έστω να ικανοποιήσει το απαραίτητο επίπεδο της ορατής πιθανότητας επιτυχίας ως προς αυτό το ποσό των $58 εκατομμυρίων και δη ότι κατέληξε στην Καθ' ης
- Δεν θεωρώ συνεπώς ότι υπάρχει τέτοια ορατή πιθανότητα ως προς αυτό το επιμέρους ποσό. Όσον αφορά όμως τα $68 εκατομμύρια ο Αιτητής παρέθεσε αναλυτικά τα ποσά και τις ημερομηνίες βάσει του Γενικού Καθολικού για την καταβολή τους (§53 αρχικής έ.δ.) το οποίο και επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Η απάντηση του Καθ' ου 3 μέσω και των δύο ενόρκως δηλούντων, είναι πως η Καθ' ης 2 για την περίοδο 2010-2015 εξέδωσε τιμολόγια για πολύ μεγαλύτερο ποσό, ήτοι $123.378.976 και παρόλα αυτά εισέπραξε μόνον $16.262.270 (διαφορετικό ποσό από τα $16.6 της χρηματοδότησης). Διαφαίνεται δηλαδή πως οι Καθ' ων θα προβάλουν κατά την εκδίκαση της ουσίας ότι δεν ισχύουν μεν τα καταγραφέντα στο Καθολικό της ΑΜΡΝΙ αλλά από την άλλη ισχύουν οι τιμολογήσεις της Καθ' ης 2 για τα πολύ ψηλότερα ποσά τα οποία για κάποιο (άγνωστο) λόγο παρέμειναν ανείσπρακτα από το
- Ενόψει των άλλων διαφόρων ισχυρισμών για παραποίηση εγγράφων γενικά, δεν προκαλεί εντύπωση η προβολή ενός τέτοιου ισχυρισμού από πλευράς των Καθ' ων, έστω και αν παράλληλα προβάλλεται η γνησιότητα και ορθότητα των τιμολογήσεων της Καθ' ης 2 για το πιο πάνω ψηλότερο ποσό των $123.378.
- Ενδεχομένως δηλαδή οι Καθ' ων να γνωρίζουν διάφορες περιπτώσεις που τα επίσημα εταιρικά βιβλία δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές συναλλαγές. Αυτό είναι κάτι το οποίο προέβαλε και ο Αιτητής σε αρκετές περιπτώσεις προς επίρρωση της θέσης του. Ιδιαίτερα εξηγώντας τους τρόπους με βάση τους οποίους κατά την άποψη του και βάσει στοιχείων που παραθέτει καλύφθηκε δόλια η υπεξαίρεση κεφαλαίων της Aegean (στις §47 έως 97 της αρχικής έ.δ. του), τους οποίους τρόπους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αλλά έχω υπόψιν στη λεπτομέρεια τους προβαίνοντας στις πιο πάνω διαπιστώσεις για την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας. Θεωρώ πως και μόνο το επιχείρημα ότι είναι ψευδές ή έστω άσχετο με την πραγματικότητα το Καθολικό της εταιρείας καθιστά συζητήσιμη τη θέση του Αιτητή και ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις του. Η λεπτομερής παράθεση των ποσών αυτών για την περίοδο 2010-2015 στο Καθολικό δημιουργεί τη βάσιμη πιθανότητα αποδοχής της μαρτυρίας και αξίωσης αυτής σε αντίθεση με το απίθανο της ύπαρξης τιμολογήσεων ύψους $123 εκατομμυρίων και μάλιστα απλήρωτων $107 εκατομμυρίων για τόσα χρόνια μετά. 5.4.
- Απάτη της Καθ' ης 1 Grady Όσον αφορά το τρίτο ποσό ο Αιτητής εντόπισε μια πληρωμή ύψους $6.276.240 προς την Καθ' ης 1 την οποίαν δεν αρνήθηκαν οι Καθ' ων. Ο Αιτητής προβάλλει πως η AMPNI δεν γνωρίζει εάν δόθηκε οποιαδήποτε αντιπαροχή σχετικά και ως εκ τούτου θεωρεί ότι ήταν αντικανονική («. considers that it was improper»). Εξηγεί ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε έγγραφο ή πληροφορίες οι οποίες να εξηγούν την πληρωμή και υποδεικνύει ότι στη χρεωστική σημείωση της τράπεζας ημερ. 16.1.14 (Τεκμήριο 48 στην αρχική έ.δ. του) και δη στις λεπτομέρειες πληρωμής καταγράφεται μόνο η ένδειξη «ενδοεταιρική πληρωμή» («Inter Company Transfer»). Το τελευταίο όντως συνιστά μια ένδειξη για το τι δηλώθηκε στην Τράπεζα το οποίο με τη σειρά του παρέχει ενίσχυση στο τι ήταν οι μεταξύ των εταιρειών σχέσεις. Οι Καθ' ων 1 και 4 απαντούν πως η ΑΜΡΝΙ δανειζόταν χρήματα από την Καθ' ης 1 και ότι ο Αιτητής όφειλε να το γνωρίζει. Παρουσίασαν δύο καταστάσεις λογαριασμού και μια χρεωστική σημείωση υποδεικνύοντας τρεις χρεώσεις για ποσά: $2.979.931,98 ημερ. 14.11.13 $2.343.900 ημερ. 15.11.13 $1.251.346,96 ημερ. 11.12.13 και υποστηρίζοντας ότι είχαν δανείσει την ΑΜΡ SA (και άρα τον όμιλο της Aegean) με το ποσό των $6.575.178,94 και άρα, κατά τους ίδιους είναι φανερό ότι το Τεκμήριο 48 του Αιτητή είναι απόδειξη επιστροφής μέρους των χρημάτων που είχε λάβει ο όμιλος Aegean. Υπό κάποιες άλλες περιστάσεις θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι είναι απίθανη η εκδοχή του Αιτητή. Πλην όμως έχοντας υπόψιν το σύνολο των στοιχείων στην παρούσα θεωρώ πως έχει καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας και για αυτό το τμήμα της απαίτησης του. Βασικά προκαλούν εντύπωση τα τρία επιμέρους ποσά, με ακρίβεια σεντς και σε διάστημα ημερών να παρουσιάζονται ως δάνειο και από την άλλη η πληρωμή ενός μικρότερου ποσού να παρουσιάζεται ως η εξόφληση ενός τέτοιου δανείου όταν για άλλα ποσά δανεισθέντα για πολύ λίγες μέρες (π.χ. δάνειο 11.5.17) επιστράφηκαν τα πλήρη και πολύ μεγαλύτερα ποσά και μάλιστα με τόκους. Υπό αυτή την έννοια και αυτή η συναλλαγή καθίσταται ύποπτη και πληροί το αναγκαίο κριτήριο κατ' αναλογίαν προς όσα είχαν λεχθεί στην υπόθεση Bloczek Ltd v. Vianova Holdings Ltd
(2013)1(B) Α.Α.Δ.
- 5.
- Κατάληξη ως προς την Πιθανότητα Επιτυχίας Συνεπώς ως προς την πιθανότητα επιτυχίας και στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα να καταδείξει στο τέλος ότι υπήρξε απόσπαση και διασκορπισμός περιουσιακών στοιχείων της Aegean και συγκεκριμένα: (α) 35 εκατομμυρίων προς την Καθ' ης 2 (απάτη πληρωμών) (β) 68 εκατομμυρίων προς την Καθ' ης 2 (απάτη τερματικού) (γ) 6.276.240 προς την Καθ' ης 1 (απάτη της Grady) ήτοι συνολικά $109.276.240 εκατομμυρίων. Έχει καταστεί σαφές πως ο Αιτητής προβάλλει ως ιθύνοντα του διασκορπισμού τον Καθ' ου 3 εναντίον του οποίου έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα να επιτύχει για όλο το πιο πάνω ποσό. Σαφώς η μόνη αναφορά για τον Καθ' ου 4 είναι ότι «απλά συμμορφώθηκε με οποιεσδήποτε οδηγίες του έδωσε ο πατέρας του και χρησιμοποίησε τους πόρους της Grady για να υλοποιήσει τις οδηγίες αυτές». Συνεπώς η κατ' ισχυρισμόν εμπλοκή του Καθ' ου 4 εστιάζεται στον «δανεισμό» του Μαΐου 2017 και στην είσπραξη των $6.276.240 και αυτά υπό την ιδιότητα του ως ιδιοκτήτη και ιθύνοντος της Καθ' ης
- Δεν είναι δε τυχαίο που και ο Αιτητής εξειδικεύει την αξίωση εναντίον της Καθ' ης 1 λέγοντας πως «. η θέση του Trust παραμένει ότι έχει καλή συζητήσιμη αξίωση για την ανάκτηση των US$6.2 εκατομμυρίων από την Grady» χωρίς αναφορά σε άλλη αξίωση. Έχω την άποψη πως μέσω του δανείου της 11.5.17 δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα να γίνει δεκτή η εμπλοκή του Καθ' ου 4 στη συνολική δραστηριότητα του Καθ' ου 3 επειδή η όλη μαρτυρία αναφέρεται σε παραποίηση καταστάσεων στο εσωτερικό της ΑΜΡΝΙ χωρίς αυτό απαραιτήτως να αποτελεί ένδειξη ότι είχε την απαραίτητη γνώση εκείνος που έχει δανείσει. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με τον Αιτητή για κάποιαν άλλη Εναγόμενη στο Λουξεμβούργο (την P&A Holdings Inc) η αγωγή έχει αποσυρθεί επειδή ο ισχυρισμός του Trust ήταν ότι αυτή ήταν παραλήπτης κλαπέντων κεφαλαίων και όχι εμπλεκόμενη στη συνολική κλοπή. Ούτε για την Καθ' ης 1 έχει παρουσιαστεί τέτοια εκδοχή από τον Αιτητή. Συνεπώς η πιθανότητα επιτυχίας για τους Καθ' ων 1 και 4 περιορίζεται στην πιο πάνω πληρωμή. Κατ' ανάλογο τρόπο βέβαια και οι αξιώσεις εναντίον της Καθ' ης 2 περιορίζονται στα ποσά για τα οποία έχει διαπιστωθεί ορατή πιθανότητα να κριθούν ως αντικανονικές πληρωμές, των οποίων την επιστροφή αξιώνει με την αγωγή του ο Αιτητής. Κρίνω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα να επιτύχει στην αξίωση του ο Αιτητής εξασφαλίζοντας απόφαση εναντίον της για τα πιο πάνω ποσά αφαιρουμένου όμως του ποσού το οποίο κατ' ισχυρισμόν κατέληξε στην Καθ' ης
- Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση συνήθως απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.2015). Στην περίπτωση του διατάγματος παγοποίησης (freezing ή mareva), ακριβώς λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του που είναι η χρήση του κυρίως ως «βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης» και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας (Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R.583). Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπειαν κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης («ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ», Ερωτοκρίτου & Αρτέμης, 2016, σελ.215). Έχει βεβαίως ήδη καταστεί σαφές πως το βασικό αίτημα του Αιτητή αφορά την έκδοση (και τώρα απολυτοποίηση) διαταγμάτων τύπου mareva στη βάση των αρχών της Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carries S.A.
(1980)1 All E.R.213 και της μεταγενέστερης νομολογίας επί του θέματος. Ένα τέτοιο διάταγμα απαγορεύει στον καθ' ου να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία ή να μετακινήσει περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας όπως έχει λεχθεί στην Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.1301. Βασικός σκοπός είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων ούτως ώστε να καθίσταται δυνατό για τον αιτητή να προχωρήσει με την εκτέλεση τυχόν εκδοθησομένης απόφασης υπέρ του (Sunoil Bunkering Ltd v. Jaoular Maritime Transport Co. Ltd
(1987)1 C.L.R.627). Στην Poltava (ανωτέρω) πέραν της παραπομπής στη Sunoil (ανωτέρω) συνοψίστηκαν τα γεγονότα και δύο άλλων πρωτόδικων αποφάσεων Ναυτοδικείου από τις οποίες προκύπτει ότι χορηγείται διάταγμα mareva μεταξύ άλλων όταν: - τυχόν απόσυρση του ποσού ή μετακίνηση του εκτός Κύπρου θα έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να το ανακτήσει ο ενάγων, οπότε και θα υποστεί μεγάλη αδικία, την οποία το δικαστήριο έχει εξουσία να αποτρέψει (Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd and others
(1976)1 C.L.R.302) - αν δεν δοθεί το διάταγμα mareva, τότε σε περίπτωση που ο ενάγων επιτύχει, υπάρχει κίνδυνος πριν από την εκτέλεση, ο εναγόμενος να μετακινήσει τα χρήματα του εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων (Linmare Shipping Co. v. Roustani
(1979)1 C.L.R.37). Στην ίδια υπόθεση (Poltava, ανωτέρω) παρατέθηκε αγγλική νομολογία βάσει της οποίας το διάταγμα mareva χορηγείται σε σχέση με επαπειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων ευρισκομένων εντός δικαιοδοσίας, καθώς και ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο λαμβανομένης υπόψιν της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθησομένη απόφαση υπέρ του ενάγοντος θα παραμείνει ανικανοποίητη, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει επιδειχθεί άνομη πρόθεση. Για τη μη αναγκαιότητα κατάδειξης πρόθεσης αποξένωσης υπήρξε παραπομπή στην C. Phasarias (Automotive) Centre Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.785 η οποία αφορούσε σύνηθες απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης ακινήτου προς χρήση για σκοπούς μελλοντικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα στο εξής απόσπασμα: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. ...................... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση .......... Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση .................., εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Παρά τα πιο πάνω και με αφορμή την υπόδειξη σε αγγλική νομολογία (Ninemia) ότι ο ενάγων πρέπει να προσαγάγει «στέρεη μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί υπήρξε παραπομπή στο σύγγραμμα «Mareva Injunctions Law and Practice» των S. Gee και G.M. Andrews από το οποίο παρατέθηκαν αφενός η υπόδειξη ότι εφόσον κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες και αφετέρου ορισμένοι από τους παράγοντες οι οποίοι δυνατόν να είναι σχετικοί με τέτοια διεργασία, τους οποίους έχω υπόψιν. Σημειώνω πως μεταξύ αυτών είναι και η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. Εξ ου και ο αιτητής καταδεικνύει ευκολότερα τον κίνδυνο εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού, ή κινητών αντικειμένων, από τον κίνδυνο διάθεσης ακινήτων. Στην παρούσα περίπτωση έχω την άποψη πως ο κίνδυνος κατ' αρχάς ανακύπτει από το όλο πλέγμα των γεγονότων και τη φύση της υπόθεσης. Αυτό υπό την έννοια ότι η ίδια η εκδοχή, για την οποία κρίθηκε ως υπαρκτή η πιθανότητα επιτυχίας, αναφέρεται σε συντονισμένη δράση, απόσπαση και διασκορπισμό περιουσιακών στοιχείων, που εκ των πραγμάτων εμπεριέχει και στοιχειοθετεί την ίδια δυνατότητα και στο μέλλον χωρίς πολλές δυσκολίες. Κατά δεύτερον, έχει καταδειχθεί το ούτως ή άλλως πασίδηλον της εύκολης διακίνησης χρηματικών ποσών και μεταβίβασης ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα κινητών αξιών, π.χ. μετοχών. Η ταχύτητα και ευκολία με την οποία αφενός δημιουργήθηκαν ή εκκαθαρίστηκαν οντότητες και αφετέρου μεταβιβάστηκαν περιουσίες στην παρούσα αποτελεί ισχυρή ένδειξη για την προηγούμενη διαπίστωση. Καταλήγω πως δεν απαιτείται κάποια συγκεκριμένη μαρτυρία για κατάδειξη πρόθεσης αποξένωσης και ότι ο κίνδυνος να μην μπορεί μελλοντικά να αποδοθεί θεραπεία είναι υπαρκτός. Ζ. Διατάγματα Τύπου Chabra Είναι γεγονός πως με την αίτηση επιδιώχθηκε και εν τέλει εκδόθηκαν διατάγματα μη αποξένωσης και εναντίον προσώπων (νομικών) τα οποία δεν είναι διάδικοι στην αγωγή Λουξεμβούργου. Τέτοια πρόσωπα είναι: i. οι πέντε εταιρείες ιδιοκτησίας της Καθ' ης 1, ii. οι δύο εταιρείες μερικής ιδιοκτησίας του Καθ' ου 4, iii. η Καθ' ης 5 (η Nitrolina), iv. η Leskira Holdings Co. Ltd, v. το «The Gaia Settlement» (το εμπίστευμα). Η χορήγηση διατάγματος εναντίον μη διαδίκου συνιστά εξαίρεση του παλαιού κανόνα ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδετο διάταγμα μη αποξένωσης έπρεπε να είναι διάδικος. Όντως τα διατάγματα τέτοιου τύπου καθιερώθηκαν μετά τη γνωστή υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another
(1992)1 W.L.R.231 και σχετική ανάλυση περιέχεται στο σύγγραμμα «Διατάγματα» των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, 2016 (σελ.218-222), με παραπομπές σε Κυπριακή και Αγγλική νομολογία. Όπως εξηγείται (στη σελ.218) η σχετική αρχή καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία ο βασικός εναγόμενος δεν έχει στο όνομα του πολλά περιουσιακά στοιχεία αλλά υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά κατέχονται από τρίτα πρόσωπα ή εταιρείες, π.χ. από συγγενικά πρόσωπα ή από εταιρείες τις οποίες ελέγχει ο κύριος εναγόμενος. Ειδικότερα αναφέρεται ότι: «Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα (αντί να διεκδικηθεί διάταγμα εναντίον μη διαδίκου) να συνενωθεί το τρίτο πρόσωπο ως συνεναγόμενος με τον κύριο εναγόμενο και να διεκδικηθεί εναντίον του διάταγμα μη αποξένωσης (Chabra Order), ανεξάρτητα αν αυστηρώς ομιλούντες δεν υπάρχει εναντίον του συνεναγομένου αγώγιμο δικαίωμα. Στην ουσία η αρχή προσφέρει τη δυνατότητα να παγοποιηθούν περιουσιακά στοιχεία που ο εναγόμενος απέκρυψε, ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.» Αυτό το οποίο συνάγεται είναι πως συνενώνεται το τρίτο πρόσωπο ως διάδικος και το Δικαστήριο έχει την εξουσία να χορηγήσει διάταγμα εναντίον του ακόμα και αν δεν υπάρχει εναντίον του συζητήσιμη υπόθεση ή αιτία αγωγής όταν καταδεικνύεται ότι: (α) Ο βασικός εναγόμενος δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία επ' ονόματι του και (β) τέτοια ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία κατέχονται μεν από τα τρίτα πρόσωπα αλλά ανήκουν κατ' ουσίαν στον βασικό εναγόμενο. 1. Περιουσία στην Κατοχή Τρίτων Αρχίζοντας από τη δεύτερη προϋπόθεση, σημειώνεται πως για την έκδοση τέτοιου διατάγματος απαιτείται να μπορεί να υποτεθεί βάσει καλού λόγου ότι η δεσμευόμενη περιουσία στην πραγματικότητα ανήκει στον βασικό εναγόμενο διάδικο. Όπως τίθεται στο πιο πάνω σύγγραμμα «Διατάγματα» (σελ.220) σε μετάφραση από την υπόθεση S.F.C. Finance Co. Ltd v. Masri
(1985)2 All E.R.747: «(i) Όπου ο ενάγων καλεί το δικαστήριο να περιλάβει σε διάταγμα τύπου Mareva περιουσιακά στοιχεία τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ανήκουν σε τρίτο πρόσωπο π.χ. χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα τρίτου προσώπου, το δικαστήριο δεν πρέπει να αποδέχεται το αίτημα, εκτός και αν υπάρχει καλός λόγος για να υποτεθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία στην πραγματικότητα ανήκουν στον εναγόμενο.» (έμφαση προστεθείσα) Έτσι, στην υπόθεση Global Cruises S.A. κ.ά. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.607 εκδόθηκε παγοποιητικό διάταγμα εναντίον της συζύγου ενός μετόχου της εναγόμενης εταιρείας για τραπεζικό λογαριασμό της συζύγου του, στον οποίο είχαν εμβαστεί χρήματα προερχόμενα από πώληση μεριδίου επί πλοίου της εταιρείας. Βασικά απαιτείται όπως τα περιουσιακά στοιχεία κρατούνται ή κατέχονται από το τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του εναγομένου, όπως είναι π.χ. μια τράπεζα, ένας μεταφορέας, ένας μεσάζων ή ένας εμπιστευματοδόχος. Όσον αφορά εταιρείες και τους μετόχους τους, στην ίδια τη βασική υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra (άνω) εκδόθηκε διάταγμα εναντίον τρίτης εταιρείας στην οποίαν ο εναγόμενος ήταν διευθυντής και κατείχε το 90% των μετόχων της (majority shareholder). Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Gee on Commercial Injuctions, 6η έκδοση, §13-010. Έτσι στην Κυπριακή υπόθεση Αναφορικά με Helington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ.926 εκδόθηκαν παγοποιητικά διατάγματα εναντίον πέντε εταιρειών, σε τέσσερις εκ των οποίων η εναγόμενη ήταν η βασική μέτοχος και στην πέμπτη ήταν η τελική δικαιούχος (μέσω ιδιοκτησίας της μετόχου εταιρείας). Στην παρούσα περίπτωση αναμφίβολα και υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας υπάρχει καλός λόγος για να υποτεθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία των πέντε εταιρειών, οι οποίες ανήκουν εξ ολοκλήρου στην Καθ' ης 1 και ότι μέσω αυτής ανήκουν στην πραγματικότητα στον ίδιο τον Καθ' ου 4 ως τον τελικό δικαιούχο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τις άλλες δύο εταιρείες, στις οποίες ο Καθ' ου 4 είναι μέτοχος μόνο κατά 50% (ήτοι της Precitox Holdings Co. Ltd και της Longedco Trading Co. Ltd) δεδομένου ότι δεν μπορεί να υποτεθεί ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία ανήκουν στον ένα μέτοχο του 50% και ούτε έχει υποδειχθεί κάποιο συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο ότι κατέχεται από αυτές τις δύο εταιρείες για λογαριασμό του Καθ' ου
- Σε σχέση με τον Καθ' ου 3 ζητείται διάταγμα τύπου chabra για την ίδια την Καθ' ης 5, το ελεγχόμενο υπ' αυτής εμπίστευμα «The Gaia» και την επίσης αποκλειστικής της ιδιοκτησίας εταιρεία Leskira Holdings Co. Ltd. Έχει ήδη καταγραφεί η πορεία των εταιρειών και άλλων σχημάτων που κατέχουν περιουσία του Καθ' ου
- Η αλήθεια είναι πως ο Αιτητής δεν είχε πολλά στοιχεία για το θέμα, εξ ου και στην §101 (της αρχικής έ.δ. του) είχε αναφέρει πως κατά το 2016 ήταν εξουσιοδοτημένος υπογράφων για τη Leveret ο Καθ' ου 3 και ως εκ τούτου ήταν ο μοναδικός μέτοχος («... therefore presumably was still its sale shareholder»). Την πορεία όμως την αναφέρουν λεπτομερώς στις ένορκες δηλώσεις τους και οι Καθ' ων 3 και 5 οι οποίοι επιβεβαιώνουν ότι μέχρι το 2013 ο Καθ' ου 3 κατείχε τη Leveret η οποία ήταν κάτοχος μετρητών, ομολόγων και άλλων αξιών όπως οι μετοχές στην ΑΜΡΝΙ και στις άλλες του εταιρείες. Από τη μετεγκατάσταση στο Λουξεμβούργο το 2014 η συμμετοχή της Leveret στην ΑΜΡΝΙ μεταφέρθηκε στην κυπριακή εταιρεία Leskira, της οποίας τις μετοχές (από την εκκαθάριση της Leveret) κατέχει πλέον και ελέγχει η κυπριακή Καθ' ης
- Η Leveret εισφέρθηκε στο «The Gaia» την 1.6.18 (κατά την ίδρυση του) και στις 19.12.18 όταν πλέον ολοκληρώθηκε η εκκαθάριση της, όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της - επομένως και η Leskira (από πιο παλιά, ήτοι 31.10.14) που ήταν 100% θυγατρική της μεταφέρθηκαν και ανήκουν στο «The Gaia». Στη βάση των πιο πάνω υπάρχει καλός λόγος να θεωρείται ότι η Καθ' ης 5 είτε προσωπικά είτε ως Επίτροπος του «The Gaia» κατέχει και ελέγχει κάποια περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον Καθ' ου 3 αν και τίποτε πιο συγκεκριμένο δεν μπορεί να λεχθεί για το είδος ή την αξία της περιουσίας αφού η μαρτυρία του Αιτητή εξαντλείται στη θέση πως θεωρεί πολύ πιθανό ότι η Καθ' ης 5 και το «The Gaia» κατέχουν πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία, ο τελικός πραγματικός δικαιούχος των οποίων είναι ο ΔΜ («I consider that it is highly likely that Nitrolina and the trust "The gaia Settlement" hold valuable assets of which DM is the ultimate beneficial owner»). Η θέση της Καθ' ης 5 ότι από τη στιγμή που κάποιος συνέστησε εμπίστευμα τότε αυτό είναι μη αναστρέψιμο, ανέκκλητο και η περιουσία του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιουσδήποτε σκοπούς του δικαιοπάροχου (Καθ' ου 3) ασφαλώς και δεν είναι απολύτως ορθή. Το άρθρο 3
(2)του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Ν.69
(1)/92 προνοεί πως δεν δύναται να υποβληθεί αξίωση αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος σε διαδικασία έγερσης αγωγής των πιστωτών του εναντίον του (του εμπιστευματοπαρόχου) εκτός αν και σε όση έκταση δικαστικά αποδεικνύεται ότι το διεθνές εμπίστευμα συστάθηκε με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του εμπιστευματοπαρόχου κατά τον χρόνο μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων στο εμπίστευμα. Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει αγωγή εναντίον του εμπιστευματοπαρόχου και ο ισχυρισμός του Αιτητή είναι πως η εισφορά περιουσιακών στοιχείων (π.χ. Leveret) στην Καθ'ης 5 συνιστά ξεκάθαρη προσπάθεια του Καθ' ου 3 να προστατεύσει τον εαυτό του από τυχόν απόφαση εναντίον του, δηλαδή προσπάθεια καταδολίευσης πιστωτών. Αυτό βέβαια διασυνδέεται με τα πιθανά μέτρα εκτέλεσης μιας ενδεχόμενης απόφασης. Δεν ευσταθεί επίσης η όποια εισήγηση περί του ότι η τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση στο Λουξεμβούργο δεν θα είναι εκτελεστή στην Κύπρο ή εναντίον του The Gaia στη βάση του ότι αυτό είναι διεθνές εμπίστευμα, διότι αφενός με βάση το άρθρο 2(α) του ΕΚ1215/12 ως απόφαση νοείται κάθε απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο κράτους μέλους, όποια και αν είναι η ονομασία της και αφετέρου με δεδομένες τις πρόνοιες του σχετικού Ν.69
(1)/92 θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν άλλες νομοθετικές πρόνοιες (π.χ. του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6) για κατάσχεση εις χείρας τρίτου ή ακύρωση δόλιων μεταβιβάσεων σε σχέση με τον Καθ' ου 3 μετά την αναγνώριση και εγγραφή τέτοιας απόφασης εναντίον του. 2. Μη Ικανοποιητική Περιουσία Όμως η ύπαρξη περιουσίας για την οποία δύναται να υποτεθεί ότι ανήκει σε εναγόμενο δεν αρκεί από μόνη της για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Όπως συνάγεται από τη νομολογία μας πρόκειται για εξαιρετικά δραστική θεραπεία η οποία προϋποθέτει εξειδικευμένη αίτηση καθώς και ειδική μαρτυρία, μη αρκούντων των γενικόλογων και αόριστων αναφορών ή διατυπώσεων ή τυχόν συμπληρώσεων μέσω της αγόρευσης. Είναι ιδιαίτερα σχετικά τα όσα λέχθηκαν στην Perlata Ltd v. Nestoras Hotels Ltd, Πολ. Έφ.Ε.184/2017, ημερ. 6.6.19 σε σχέση με την εξαιρετική φύση των διαταγμάτων τύπου chabra: «Πρόκειται για τα διατάγματα που έγιναν γνωστά ως διατάγματα τύπου Chabra στη βάση της ως άνω υπόθεσης, στην προμετωπίδα της οποίας αναφέρονται τα εξής για τη φύση και το σκοπό τους: "That although the court had no jurisdiction to grant an interlocutory injunction in favour of a plaintiff who had no good arguable cause of action against a sole defendant, it had power to grant the injunction against a co-defendant, against whom Νο cause of action lay, provided that the claim for the injunction was ancillary and incidental to the plaintiff's cause of action against the other co-defendant; and that, accordingly, since the injunction made against the first defendant alone was inadequate to protect the plaintiff, it was appropriate to grant the injunction against the second defendant in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against the first defendant". Διατάγματα τύπου Chabra μπορούν να εκδοθούν εφόσον καταδειχθεί - ενόρκως βεβαίως - πως πρωταρχικά ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του πρώτου εναγομένου. Περαιτέρω, για να είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος εις βάρος της περιουσίας άλλου εναγομένου, εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η έκδοση του διατάγματος αυτού είναι βοηθητική στο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρώτου εναγομένου ο οποίος στερείται περιουσιακών στοιχείων, ώστε να εξασφαλιστεί η απαίτηση του ενάγοντα, κυρίως όταν πρόκειται στην ουσία για περιουσία του πρώτου εναγομένου, η οποία κατέχεται από το δεύτερο. ................................. Στην Cardile v. LED Building Proprietary Ltd
(1999)HCA 18 Australian High Court, όπως σχολιάστηκε στη Yukos Caplital S.a.r.l v. OJSC Rosneft Oil Co. [2010] EWHC 784 (Comm), 2010 WL 1368769, κρίθηκαν σημαντικά τα εξής: "
- a)The court should be cautious in making any order extending to the property of persons who are not substantive defendants and cannot be shown to have frustrated the administration of justice.
- b)But the jurisdiction is not limited to circumstances where a third party holds property beneficially owned by a defendant.
- c)One guiding principle where restraint of third parties is sought is the existence of some process which may be available to the potential judgment creditor pursuant to which, whether by appointment of a liquidator or otherwise, the third party might be obliged to help satisfy the judgment". .................................. Δεν μπορεί να αποδοθεί θεραπεία η οποία αφενός δεν προσδιοριζόταν σαφώς και ειδικά στο παρακλητικό της αίτησης και αφετέρου στο μαρτυρικό υλικό δεν εξειδικεύονται επαρκώς οι περιστάσεις εκείνες που θα καθιστούσαν δυνατή την εξαιρετική θεραπεία διατάγματος τέτοιου τύπου. Θα πρέπει σε επίπεδο ενόρκου δηλώσεως - και όχι σαν εκ των υστέρων θέση στις αγορεύσεις - να διαφαίνεται πως ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει τα αναγκαία περιουσιακά στοιχεία να καλύψει την απαίτηση και ότι ζητείται ειδικά εναντίον του ετέρου εναγομένου (συνήθως ελεγχόμενης εταιρείας) διάταγμα - βοηθητικό της απαίτησης, παρότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 εναντίον του. .......................... δεν έγινε προσπάθεια κατάδειξης ειδικών περιστάσεων, που θα επέτρεπαν τη χορήγηση θεραπείας αυτής της φύσεως. Θα έπρεπε να διαχωρίσουν τις περιστάσεις που αφορούσαν τους εφεσείοντες καθιστώντας σαφές προς το Δικαστήριο πως δεν επικαλούνται πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 αλλά ειδικών δεδομένων που αφορούσαν τη μη δυνατότητα τους να εξασφαλίσουν την απαίτηση τους όχι μόνο από τους εναγομένους 1, αλλά και από τους εναγομένους 2, την κυπριακή εταιρεία. Το γεγονός ότι αναφέρουν πως οι εναγόμενοι 1 είναι οι δικαιούχοι των χρημάτων στο λογαριασμό που διατηρούν οι εφεσείοντες δεν είναι αρκετό, ούτε βεβαίως δίδει άνευ ετέρου το δικαίωμα στην πλευρά των εφεσιβλήτων να δεσμεύσουν λογαριασμό, επικαλούμενοι πως οι εφεσείοντες κατέχουν χρήματα ως θεματοφύλακες και καταπιστευματοδόχοι των εναγομένων 1, χωρίς να καθιστούν σαφές πως επεδίωκαν ειδικά αυτού του τύπου το διάταγμα και δεν είχαν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσειόντων. Πρόκειται για ενδιάμεση θεραπεία δραστικής φύσεως και η απαραίτητη εξειδίκευση τόσο της θεραπείας όσο και των περιστάσεων εντάσσεται και στο καθήκον αποκάλυψης που βαρύνει τον αιτητή σε μονομερή αίτηση. Αφορά επίσης την ανάγκη η άλλη πλευρά να γνωρίζει πλήρως το υπόβαθρο της αιτούμενης θεραπείας. Εν αντιθέσει με την αρχή που ισχύει στις αγωγές αλλά και κάποιες αιτήσεις διά κλήσεως, ....................... σε διαδικασίες όπου ειδικά η αφετηρία συντελείται με μονομερή αίτηση, η εξειδίκευση και η εκ των προτέρων διευκρίνιση για τον τύπο του διατάγματος που επιζητείται και η παράθεση και ανάλυση των ειδικών προϋποθέσεων, είναι αναγκαία. Εξάλλου και για τα διατάγματα τύπου Norwich που επίσης πρόκειται για ειδικά διατάγματα, παρότι εντάσσονται στο άρθρο 32 χρειάζεται εξειδίκευση αναφοράς και θεραπείας καθώς και επεξήγηση των ειδικών τους προϋποθέσεων. ............. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τα διατάγματα τύπου Anton Piller. Θα αναμένετο λοιπόν ο αιτητής ευθύς εξ αρχής στην αίτηση του να αναφέρει ότι παρότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσειόντων και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 επεδίωκε την έκδοση αυτού του ειδικού διατάγματος με επίκληση των ειδικών προϋποθέσεων. Με όλο το σεβασμό προς τη θέση των εφεσιβλήτων, καμιά εξειδίκευση προς την κατεύθυνση αιτήματος εκδόσεως διατάγματος τύπου Chabra στην αγόρευση τους - κατά το στάδιο της ακρόασης για την οριστικοποίηση του διατάγματος - δεν μπορούσε να διαφοροποιήσει τα πράγματα.» (έμφαση προστεθείσα) Σίγουρα ούτε στην παρούσα περίπτωση υπήρξε η πρέπουσα εξειδίκευση είτε στα αιτητικά είτε στην ένορκη δήλωση υπό την έννοια ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε αναφορά περί αιτήματος έκδοσης διατάγματος τύπου chabra. Μάλιστα, εκτός στην περίπτωση της Καθ' ης 5 (για την οποίαν παραδόξως δεν υπάρχει ούτε αναφορά στο ιδιοκτησιακό της καθεστώς) όλες οι άλλες οντότητες δεν προστέθηκαν καν στον τίτλο της αίτησης (κατ' αναλογίαν συνεναγόμενου) και τα σχετικά διατάγματα για τις περιουσίες τους εξασφαλίστηκαν μέσω υποσημειώσεων και επεξηγήσεων σε διατάγματα τα οποία ζητήθηκαν (και εκδόθηκαν) εναντίον άλλων καθ' ων, ήτοι των Καθ' ων 1, 4 και 5. Στις δε ένορκες δηλώσεις του Αιτητή οι αναφορές που υπήρξαν ήταν μόνο για το ιδιοκτησιακό καθεστώς: (
- i)των πέντε εταιρειών ότι ανήκουν κατά 100% στην Καθ' ης 1, (
- ii)των δύο εταιρειών ότι ανήκουν κατά 50% στον Καθ' ου 4, (iii) του εμπιστεύματος ότι δικαιοπάροχος (settlor) του είναι ο Καθ' ου 3, Προστάτης του ο κ. Κωστόπουλος και (
- iv)της Leskira ότι ιδιοκτήτρια της κατά 100% είναι η Καθ' ης 5. Τα πιο πάνω βέβαια κρίνω πως ενδεχομένως να μην συνιστούσαν ανυπέρβλητο κώλυμα στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων δεδομένου ότι με κάποια προσοχή γίνεται εν τέλει αντιληπτό ότι ζητούνται παγοποιήσεις εναντίον οντοτήτων, οι οποίες δεν είναι εναγόμενες στην αγωγή Λουξεμβούργου. Το ουσιαστικό πρόβλημα και η δυσαναπλήρωτη έλλειψη στην ένορκη δήλωση είναι πως ούτε στην παρούσα περίπτωση έχουν εξειδικευθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ή έστω επαρκώς, ειδικά και με σαφήνεια αφενός το κατά πόσον υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των τρίτων και αφετέρου (και κυρίως) οι περιστάσεις που θα κατεδείκνυαν ότι οι Καθ' ων ή κάποιος από αυτούς συγκεκριμένα στερείται περιουσιακών στοιχείων προς εξασφάλιση της απαίτησης του Αιτητή. Θα έπρεπε να διαφαίνεται πως κάποιος από αυτούς δεν έχει τα αναγκαία περιουσιακά στοιχεία να καλύψει την απαίτηση και ότι ζητείται ειδικά εναντίον τρίτης οντότητας διάταγμα βοηθητικό της αξίωσης. Ο Αιτητής αρκέστηκε στο να καταδείξει ότι οι Καθ' ων 1, 3 και 4 είναι δικαιούχοι περιουσίας, η οποία κατέχεται από τρίτους πλην όμως, όπως έχει αποφασιστεί, αυτό «δεν είναι αρκετό, ούτε βεβαίως δίνει άνευ ετέρου το δικαίωμα» στην πλευρά του να δεσμεύσει περιουσία χωρίς την εκ των προτέρων διευκρίνιση όχι τόσο για το όνομα ή τον τύπο των διαταγμάτων που επιζητούντο αλλά κυρίως χωρίς παράθεση και ανάλυση της πρώτης (πιο πάνω) προϋπόθεσης και δη της αδυναμίας εξασφάλισης της απαίτησης του. Αντί τούτου, ο Αιτητής προέβαλε την οικονομική ευρωστία των Καθ' ων και υπενθυμίζεται ως παράδειγμα η αναφορά του ότι ο Καθ' ου 3 είναι δισεκατομμυριούχος με πολλά άλλα επιχειρηματικά συμφέροντα στο πετρέλαιο, τη ναυτιλία, τη διαχείριση αποβλήτων κ.λ.π. (§19 της αρχικής έ.δ.). Η παράλειψη αυτή σαφώς δεν επιτρέπει τη συμπλήρωση κενών μέσω των αγορεύσεων και σαφώς αποκλείει την οριστικοποίηση οποιωνδήποτε διαταγμάτων αφορούν μη Εναγόμενους στην αγωγή Λουξεμβούργου. Η. Διατάγματα Αποκάλυψης Όσον αφορά τα διεκδικούμενα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών θα πρέπει να σημειωθεί πως ανήκουν στην κατηγορία των επικουρικών ή υποβοηθητικών (ancillary) διαταγμάτων. Όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα «Διατάγματα» (σελ.260) αυτά χορηγούνται προς: «. υποβοήθηση διαταγμάτων παγοποίησης (Mareva), π.χ. για να εξακριβωθεί ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον εναγόμενο και ποια σε τρίτα πρόσωπα, ώστε να κατασχεθούν από τον ενάγοντα ...... ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) ενός διατάγματος ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης.» Σχετικές με το θέμα είναι οι υποθέσεις Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. ν. Lasala
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.162, Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.ά., Πολ. Έφ.182/12, ημερ. 18.1.16 και οι αγγλικές Motorola Credit Corporation v. Uzan
(2002)EWCA Civ 989 και η Malofeer v. VTB Capital plc
(2011)EWCA Civ 1252. Αξίζει η παράθεση αυτούσιου του πιο κάτω αποσπάσματος από το σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, 6η έκδοση, §23-013: «It has become the usual practice of the court to order disclosure of information about assets as an ancillary order in aid of a freezing injunction, . The justification for this is that once the claim has shown a real risk of dissipation of assets it will usually be appropriate to grant relief to assist the claimant make the injunction effective.» Ακριβώς για τους πιο πάνω λόγους και ειδικότερα επειδή ενυπάρχει ο κίνδυνος διασκορπισμού ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κυρίως για σκοπούς υποβοήθησης στην εφαρμογή των διαταγμάτων, κρίνω πως επιβάλλεται η έκδοση παράλληλα και των διαταγμάτων αποκάλυψης, στην περίπτωση άσκησης της ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ του Αιτητή. Θ. Κατεπείγον Όλοι οι Καθ' ων η Αίτηση ήγειραν σχετικούς λόγους ένστασης εισηγούμενοι ότι δεν συνέτρεχε το κατεπείγον. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως το εκδικάζον δικαστήριο έχει την εξουσία να ακυρώσει εκδοθέν διάταγμα εάν διαπιστώσει ότι κακώς είχε εκδοθεί μονομερώς, αν και πρέπει να πράττει κάτι τέτοιο με πολλή προσοχή και φειδώ ως λέχθηκε στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. v. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφ.Ε6/14, ημερ. 27.2.15 και συγκεκριμένα: «Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κουππά ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Περαιτέρω όλοι οι Καθ' ων στήριξαν το επιχείρημα τους αρχικά στο ότι ο Αιτητής μπορούσε να κινηθεί από τις 4.6.18 που είχαν γίνει γνωστά τα γεγονότα. Είναι όμως γεγονός πως αυτή η εισήγηση παραγνωρίζει αφενός ότι τα προκαταρκτικά αποτελέσματα έρευνας ανακοινώθηκαν στις 2.11.18 με την αίτηση αφερεγγυότητας να υποβάλλεται στις 6.11.18 και αφετέρου ότι το Σχέδιο Αναδιοργάνωσης κατατέθηκε στις 16.1.19 και η Συμφωνία για το Trust υπεγράφη στις 3.4.19, οπότε και διορίστηκε ο Αιτητής. Αναμφίβολα από τον πιο πάνω διορισμό του μέχρι την παρούσα αίτηση παρήλθαν τέσσερις μήνες πλην όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως δεν πρόκειται για μια απλή υπόθεση. Αντίθετα αφορά πολύπλοκα γεγονότα με πολλές εταιρείες εμπλεκόμενες και διεθνείς προεκτάσεις σε πολλές χώρες (βλ. Seamark, άνω). Η έρευνα των γεγονότων, η εξασφάλιση στοιχείων και ο συντονισμός ενεργειών και δικηγόρων σε τουλάχιστον πέντε χώρες (ΗΠΑ, Λουξεμβούργο, ΔΝΜ, Ελλάδα, Κύπρο) δεν ήταν τόσο εύκολη και σαφώς απαίτησε χρόνο, ο οποίος βέβαια λειτουργούσε εις βάρος των συμφερόντων του Trust υπό την έννοια ότι πολλαπλασιάζοντο ταχύτατα οι υπαρκτοί κίνδυνοι εξανέμισης περιουσιακών στοιχείων, οι οποίοι είχαν ήδη διαφανεί. Το ουσιώδες είναι πως ο Αιτητής κατά την υποβολή της αρχικής ένορκης δήλωσης του παρέθεσε το ιστορικό των γεγονότων και το δικαστήριο έχοντας υπόψιν ότι το επείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο ανέλαβε δικαιοδοσία εκδίδοντας όσα διατάγματα εξέδωσε. Δεν θεωρώ ότι παραπλανήθηκε ως προς τη σειρά των γεγονότων ή ως προς τον ακριβή χρόνο των διαδραματισθέντων και δεν συμφωνώ ότι θα πρέπει να ακυρωθεί οποιοδήποτε διάταγμα σε μια τέτοια βάση. Ι. Καθήκον Αποκάλυψης Όλοι οι Καθ' ων έχουν προωθήσει με τις αγορεύσεις τους εισηγήσεις περί μη τήρησης του καθήκοντος αποκάλυψης. Οι σχετικές αρχές έχουν συνοψιστεί πολύ περιεκτικά στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken (άνω) ως εξής: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις ........................... Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και