← Κύπρος

Κυπριανού ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 401/2020, 26/5/2020

Κυπριανού ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 401/2020, 26/5/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A335 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 401/2020 xxxxxx Κυπριανού Ενάγουσα και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 26.05.2020 Αίτηση ημερομηνίας 14.02.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Λ. Λουκαϊδης για Λουκής Γ. Λουκαϊδης & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Χαραλάμπους για ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ & ΠΕΛΙΔΗΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει (Α) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πώληση και αγορά δανείων είναι αντισυνταγματική ως ασυμβίβαστη με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει την πώληση και αγορά δανείου της Ενάγουσας που είναι αντικείμενο της αγωγής xxxx/17 ή άλλη πώληση δανείου της Ενάγουσας χωρίς την συγκατάθεση της (Γ) Αποζημιώσεις σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι προβούν σε αντισυνταγματική ενέργεια (Δ) οποιαδήποτε άλλη παρεμπίπτουσα και/ή εν γένει άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις (Ε) Νόμιμο Τόκο και (ΣΤ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Με μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 14.02.2020, - στο εξής η Αίτηση- της οποίας διατάχθηκε η επίδοση, η Ενάγουσα - στο εξής η Αιτήτρια - ζήτησε την έκδοση διατάγματος αναστολής οποιασδήποτε πώλησης ή αγοράς δανείων της για υλοποίηση της υποθήκης και των ακινήτων της, αναφορικά με δύο δάνεια της, ημερομηνίας 23.11.2010 και 17.05.2013, μέχρι να ακουστεί η παρούσα αγωγή. Η Αίτηση υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην οποία παραθέτει την εκδοχή των γεγονότων που υποστηρίζουν την Αίτηση της. Ό,τι προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης είναι πως τα δύο δάνεια της Αιτήτριας ήταν αποτέλεσμα πίεσης, προερχόμενης από το σύζυγο της και ένα λειτουργό της τράπεζας, συνεπώς ήταν άκυρα. Με άλλη αγωγή της η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση των δύο δανείων, καθώς επίσης ζήτησε την έκδοση και προσωρινού διατάγματος, το οποίο τελικά πήρε τη μορφή διαβεβαίωσης, ενώπιον του Δικαστηρίου από τους δικηγόρους των Εναγόμενων, ότι οι τελευταίοι δεν θα προχωρήσουν σε μέτρα εκποίησης της υποθήκης της, η οποία σχετίζεται με τα δύο δάνεια μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης, στην αγωγή XXXXX/

  1. Η δέσμευση ισχύει για 3 χρόνια από 05.07.
  2. Η Αιτήτρια στις 23.01.2020 με επιστολή του δικηγόρου της προς τους δικηγόρους των Εναγόμενων τους υπενθύμιζε τη δέσμευση που δόθηκε μέχρι τις 05.07.
  3. Οι δικηγόροι των Εναγόμενων της απέστειλαν απαντητική επιστολή πληροφορώντας την ότι σε καμία περίπτωση, και ανεξάρτητα από τη δέσμευση, δεν απαγορεύεται η τυχόν πώληση των δανείων της Αιτήτριας και πως δεν ήταν σε θέση να αποκαλύψουν κατά πόσο τα δάνεια της βρίσκονταν σε διαδικασία πώλησης, και πως τυχόν πώληση των δανείων της Αιτήτριας θα γίνει νόμιμα και νομότυπα. Συνακόλουθα, κατά την Αιτήτρια, επείγει η αναστολή της πώλησης των δανείων της σε διαφορετική δε περίπτωση θα αποξενωθεί η περιουσία της. Ενάντια στην Αίτηση οι Εναγόμενοι - στο εξής Καθ΄ ων η Αίτηση - καταχώρισαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας 13 λόγους ένστασης, με επιμέρους θέσεις και ισχυρισμούς, οι οποίοι αντανακλούν στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη καθότι αντιφάσκει με την αγωγή XXXXX/2017 την οποία καταχώρισε η Αιτήτρια και/ή ότι αυτή θα έπρεπε να προωθήσει την αιτούμενη θεραπεία στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής, ότι η Αίτηση είναι πρόωρη, νομικά και πραγματικά ανυπόστατη, αβάσιμη, παράτυπη, ανεπίτρεπτη, αντικανονική και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη και ελλειπή νομική βάση. Ακόμη προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι οι Καθ΄ ων Αίτηση είναι αξιόχρεοι, η δε νομοθεσία περί πώλησης και αγοράς δανείων είναι καθ΄ όλα συνταγματική, εν πάση δε περιπτώσει δεν έχει εξειδικευθεί από την Αιτήτρια η κατ΄ ισχυρισμό αντισυνταγματική νομοθετική διάταξη. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Κxxx Κxxxx, εργαζόμενου στους Καθ΄ ων η Αίτηση, ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης αλλά και της αγωγής XXXXX/
  4. Αχρείαστα στην εν λόγω ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης, καθώς επίσης προβάλλονται νομικές θέσεις και επιχειρήματα, και τούτο κατά παράβαση της Δ.39 Κ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου προνοείται ότι σε ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να παρατίθενται γεγονότα και μαρτυρία, και προφανώς όχι νομικές θέσεις και επιχειρήματα. Επιπλέον, επισημαίνει ο ενόρκως δηλών ότι η Αιτήτρια στην παρούσα της αγωγή δεν προσβάλλει τη νομιμότητα οποιουδήποτε δανείου και ούτε ισχυρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ότι το δάνειο το οποίο σύναψε ή το δάνειο στο οποίο αναφέρεται στην Β αξίωση της δεν ήταν προϊόν ελεύθερης θέλησης ή ότι ήταν άκυρο ή ότι ήταν αποτέλεσμα πίεσης του συζύγου της και κάποιου λειτουργού της τράπεζας. Προσβολή ωστόσο της νομιμότητας των δανείων τα οποία σύναψε η Αιτήτρια με τους Καθ΄ ων η Αίτηση γίνεται στην άλλη αγωγή της, την υπ΄ αριθμό XXXXX/
  5. Τα εν λόγω δάνεια βέβαια, ως υποδεικνύει ο ενόρκως δηλών, δεν λήφθηκαν μόνο από την Αιτήτρια αλλά και από τον τότε σύζυγο της. Επισυνάπτονται σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια. Οι δε ημερομηνίες των δανείων δεν αναφέρονται ορθά από την Αιτήτρια. Είναι αποδεκτό ωστόσο από τον ενόρκως δηλούντα ότι στα πλαίσια της αγωγής 1883/2017 δηλώθηκε, στις 06.07.2017, ότι «Η Τράπεζα δεσμεύεται ότι δεν θα προχωρήσει με μέτρα εκποίησης της επίδικης υποθήκης, με βάση το μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Αποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί, μέχρι εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην παρούσα αγωγή. Νοείται ότι εν πάση περιπτώσει ότι η πιο πάνω δέσμευση της τράπεζας δεν θα ισχύει μετά την πάροδο 3 ετών από σήμερα, ήτοι η δέσμευση θα ισχύει μέχρι την 06/07/2020». Στη βάση της πιο πάνω δήλωσης η ενδιάμεση αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 26.04.2017, που αυτή καταχώρισε στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2017, με την οποία ζητούσε αναστολή μέτρων εκποίησης των ακινήτων της, και που σχετίζονταν με τα δάνεια της, αποσύρθηκε. Αντίγραφο του πρακτικού ημερομηνίας 06.07.2017, ως δηλώνει ο ενόρκως δηλών, δεν κατέστη δυνατό να συνταχθεί από το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εξ ου και δεν επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ένσταση. Η προαναφερόμενη δήλωση ως εξηγείται, δεν σχετίζεται με δέσμευση των Καθ΄ων η Αίτηση να μην πωλήσουν οποιαδήποτε δάνεια ή τα επίδικα στην αγωγή XXXXX/2017 δάνεια. Επίσης αναφέρεται πως οι Καθ΄ ων η Αίτηση ή αντιπρόσωποι τους ουδέποτε διαβεβαίωσαν ή δήλωσαν ή απείλησαν την Αιτήτρια ότι πρόκειται να προβούν σε πώληση οποιουδήποτε δανείου της που είναι αντικείμενο της αγωγής XXXXX/
  6. Είναι όμως αποδεκτό ότι οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 23.01.2020 στους δικηγόρους των Καθ΄ ων η Αίτηση και πως οι τελευταίοι απάντησαν με επιστολή ημερομηνίας 03.02.
  7. Επισημαίνεται ταυτόχρονα πως εάν υπάρξει τυχόν πώληση οποιωνδήποτε δανείων της Αιτήτριας η εν λόγω πώληση δεν εξισούται και με εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Διαζευκτικά εάν ήθελε αποδειχθεί ζημιά στην Αιτήτρια, ως αποτέλεσμα της πώλησης των δανείων της, η ζημιά αυτή μπορεί να αποκατασταθεί μεταγενέστερα με χρήματα. Άλλωστε η Αιτήτρια είναι αποζημιώσεις που ζητά με την αγωγή της σε περίπτωση πώλησης των δανείων της, οι δε Καθ΄ ων η Αίτηση είναι φερέγγυοι και δύνανται να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον τους. Στην ουσία, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η Αιτήτρια διέπεται από φοβία για την πώληση των δανείων της πλην όμως δεν έχει αποδείξει κάποιο βάσιμο λόγο ότι αυτό θα επέλθει ως γεγονός. Οι Καθ΄ων η Αίτηση ως δηλώνεται, ενεργούσαν πάντοτε καλόπιστα, έντιμα και δίκαια και με διαφάνεια. Σε περίπτωση που θα προχωρήσουν σε πώληση οποιουδήποτε δανείου της Αιτήτριας θα τηρηθεί η σχετική νομοθεσία Ν.169(Ι)/
  8. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Με τις επιμελημένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν και ανέπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα αυτών, στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για την επιτυχία των εκατέρωθεν εκδοχών, επικαλούμενοι σχετική νομολογία. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων στη λεπτομέρεια τους δε θα ωφελούσε, το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου, θα τις αξιολογήσει και θα αναφερθεί σε αυτές στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που αυτό κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασής του. Νομική πτυχή:- Η Αίτηση στηρίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Κ.7, Δ.48 Κ.9, στο άρθρο 32 του Ν.14/1960, στο άρθρο 26 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύθηκε μέσα από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι ξεκάθαρο, από τη νομολογία (βλέπε Κarydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis

(1975)1 C.L.R. 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585 και η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557) πως για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή ή σε ανταπαίτηση. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, έχει ερμηνευθεί, από τη νομολογία, ότι δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία, ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει αιτούμενο διάταγμα ή να διατηρήσει εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται βέβαια με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, εάν είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους (ή περισσότερους αν υπάρχουν), θα υποστεί τη λιγότερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι προσωρινού διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Παράμετρος η οποία επίσης εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι και το κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος. (Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Αποτελεί βασική αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του πως κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να ζητείται, με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1827). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπεράσματα:- Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης, δεδομένου ότι έχει εγερθεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση θέμα έλλειψης ορθής αναφοράς των δανείων, το Δικαστήριο αισθάνεται ότι οφείλει να εξετάσει τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση η οποία συνδέεται με το λόγο ένστασης αρ.
  1. Πρόκειται για τη θέση, όπως εξηγείται και μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ότι η Αιτήτρια ζητά θεραπεία που σχετίζεται με 2 δάνεια ημερομηνίας 23.11.2010 και 17.05.2013 ωστόσο τέτοια δάνεια, σύμφωνα με τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση, δεν συνάφθηκαν ποτέ μεταξύ των διάδικων. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση στη μαρτυρία που υποστηρίζει την ένσταση τους αναφέρονται σε σύναψη δανείων μεταξύ των Καθ΄ ων η Αίτηση από τη μια και της Αιτήτριας και του πρώην συζύγου της από την άλλη και πως αυτές οι συμφωνίες έγιναν την 16.07.2007 και 20.11.
  2. Επισυνάπτουν δε αντίγραφα των σχετικών συμφωνιών. Είναι δεδομένη ενώπιον του Δικαστηρίου η απουσία προσκόμισης μαρτυρίας, εκ μέρους της Αιτήτριας, προς αντίκρουση της θέσης των Καθ΄ ων η Αίτηση. Άλλωστε ως προκύπτει και από την αγωγή της Αιτήριας, την XXXXX/17 - τεκμήριο 1 επί της ένστασης - αυτή δεν αναφέρεται - δεν αξιώνει την ακυρότητα των δανείων ημερομηνίας 16.07.2007 και 20.11.2007, αλλά των δανείων που αναφέρονται στην Αίτηση της. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την πιο πάνω θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Κατ΄ επέκταση διαφαίνεται ότι ζητείται ενώπιον του Δικαστηρίου θεραπεία, για αναστολή πώλησης δανείων για τα οποία δεν προσκομίστηκε ικανοποιητική μαρτυρία από την Αιτήτρια ότι συνάφθηκαν τέτοια συγκεκριμένα δάνεια. Ως εκ τούτου υπό αυτές τις περιστάσεις η Αίτηση καθίσταται άνευ ικανοποιητικού και ορθού αντικειμένου, και η εξέταση της άνευ του αναγκαίου ερείσματος. Παράλληλα, δεδομένων των πιο πάνω στοιχείων που έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ειδικότερα ότι αυτοί παραχώρησαν δάνεια στην Αιτήτρια αλλά και στον πρώην σύζυγο της, με ημερομηνίες άλλες από αυτές που η Αιτήτρια ισχυρίζεται, καθίσταται κατανοητό, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα, πως οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου στο αίτημα για αναστολή δανείων, στα οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος και ο πρώην σύζυγος της Αιτήτριας, και των οποίων δεν ζητείται η αναστολή, θα επηρεάσει συμβατικά δικαιώματα του πρώην συζύγου της Αιτήτριας ο οποίος υπό τις περιστάσεις θα ήταν αναγκαίος διάδικος (βλέπε Korkut v Γεωργίου
(2007)1 ΑΑΔ 1213). Συνεπώς χωρίς την προσθήκη του πρώην συζύγου της Αιτήτριας ως διάδικου δεν θα ήταν ορθό, γι΄ αυτό και μόνο το λόγο, για το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της Αίτησης, με αναφορά σε δάνεια για τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Κρίνεται ότι οποιοδήποτε εγχείρημα του Δικαστηρίου, λόγω της φύσης της παρούσας διαδικασίας, να περισώσει το προαναφερόμενο κενό το οποίο υπάρχει, δεν δικαιολογείται λαμβανομένου υπόψη ότι ο αναγκαίος διάδικος δεν αφορά σε Εναγόμενο αλλά σε Ενάγοντα ο οποίος δεν φαίνεται να εκδήλωσε πρόθεση για θεραπεία στην αιτούμενη Αίτηση, πολύ δε περισσότερο στην Αγωγή, αφού το αντικείμενο της αγωγής όπως το καθόρισε η Αιτήτρια δεν περιλαμβάνει τις συμφωνίες δανείου που τον αφορούν. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω συμπέρασμα σε περίπτωση που αυτό ήθελε κριθεί, κατ΄ έφεση, ότι είναι λανθασμένο εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος εφόσον αυτές αμφισβητούνται. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών και κανόνων που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο, αποφασίζονται τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση:- Λαμβανομένων υπόψη των νομολογηθέντων αναφορικά με το πρώτο κριτήριο, το οποίο θα πρέπει να αποδεικνύεται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, και το οποίο θα πρέπει να σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της Απαίτησης της Αιτήτριας, (βλέπε Π. Σκουτέλλα ν. Μ. Σκουτέλλα ECLI:CY:DOD:2017:3, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2012 ημερομηνίας 24.03.2017) κρίνεται πως το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος, παρ΄ ότι δεν καταχωρίστηκε Έκθεση Απαίτησης, ειδικότερα οι θέσεις ότι τυχόν πώληση των δανείων της Αιτήτριας είναι αντισυνταγματική, υποστηριζόμενων των εν λόγω θέσεων ενόρκως, κατόπιν βέβαια συμβουλής του συνηγόρου της, κρίνονται πως αποτελούν ικανοποιητικό υπόβαθρο το οποίο δικαιολογεί, οριακά βέβαια, συμπέρασμα ύπαρξης, ενώπιον του Δικαστηρίου, ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συζητήσιμης υπόθεσης για την Αιτήτρια. Σημειώνεται δε και η θέση των συνηγόρων των Καθ΄ων η Αίτηση, διατυπωμένη στη γραπτή τους αγόρευση, ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 πληρούται. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία:- Αναφορικά με την προϋπόθεση αυτή, λαμβανομένων υπόψη των όσων έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια από τη μια και οι Καθ΄ ων η Αίτηση από την άλλη κρίνεται ότι, για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι η εξ' αντικειμένου θεώρηση της εκδοχής της ξεπερνά το επίπεδο της απλής πιθανότητας. Η πιθανότητα γενικότερα βέβαια η Αιτήτρια να επιτύχει στην Αγωγή της παραμένει ζωντανή, ενεργής και ουδόλως αποκλείεται. Προκύπτουν ωστόσο εξ αντικειμένου ερωτηματικά και ζητήματα που δεν επιτρέπουν την ικανοποίηση απόδειξης προοπτικής και πιθανότητας να επιτύχει η απαίτηση της, στο απαιτούμενο επίπεδο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Επικεντρωμένο κατ' αρχήν το Δικαστήριο στη φύση της υπόθεσης, έχοντας ως αφετηρία τη βάση αγωγής που προβάλλεται στο Κλητήριο Ένταλμα, και ειδικότερα την αντισυνταγματικότητα τυχόν πώλησης των δανείων της, εγείρεται το εύλογο ερώτημα αν η Αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο, ως είχε το βάρος και την υποχρέωση, προκειμένου το Δικαστήριο να αξιολογήσει επαρκώς και στην ορθή του διάσταση το ζήτημα που εγείρει με την αγωγή της. Η απάντηση στο ερώτημα προβάλλει αρνητική, δεδομένης της ξεκάθαρης απουσίας οποιασδήποτε αναφοράς σε νομοθετική διάταξη η οποία να προσκρούει ή να συγκρούεται με το άρθρο 26 του Συντάγματος, είτε στη γενική οπισθογράφηση της αγωγής, είτε στην Αίτηση ως μέρος της αιτούμενης θεραπείας, ή στη νομική βάση της Αίτησης ή ακόμη και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ούτως ώστε να υπήρχε το έρεισμα προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ορθής και συγκεκριμένης βάσης, έστω στο βαθμό που επιτρέπει η παρούσα διαδικασία, περί της αντισυνταγματικότητας. Επιπλέον διαπιστώνεται πως ούτε κατά το στάδιο της ακρόασης της Αίτησης υπήρξε εξειδίκευση και αναφορά σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη και ανάπτυξη σχετικής επιχειρηματολογίας. Αρκέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας και ανέλυσε επαρκώς βέβαια τη διάταξη του άρθρου 26 του Συντάγματος σε συνάρτηση με πιθανή πώληση των δανείων της Αιτήτριας, χωρίς όμως πάλι συγκεκριμένη αναφορά σε άρθρο νόμου ή γενικότερα σε κάποιο νόμο. Το Δικαστήριο κρίνει πως τα πιο πάνω δεδομένα, ενώπιον του, δεν του επιτρέπουν να προβεί σε συνειρμούς τέτοιους οι οποίοι θα μπορούσαν κατόπιν δικανικών συλλογισμών, χωρίς το απαιτούμενο υπόβαθρο ως προς τη νομοθετική διάταξη η οποία αξιολογούμενη, έστω εκ πρώτης όψεως, να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει σύγκρουση με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Δεν παραγνωρίζει βέβαια το Δικαστήριο ότι δεν καλείται να αποφανθεί σε επίπεδο τελικής κρίσης επί του ζητήματος, πλην όμως η εξειδίκευση του υπό συζήτηση ζητήματος, έστω και για την ενδιάμεση αυτή διαδικασία, ήταν αναγκαία. Συνακόλουθα, κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν δικαιολογείται εκ των πραγμάτων να προβεί στο ζητούμενο συμπέρασμα, ήτοι περί της απόδειξης πιθανότητας ή προοπτικής επιτυχίας. Το βάρος απόδειξης της εν λόγω προϋπόθεσης φέρει η Αιτήτρια. Στο θέμα ωστόσο της αντισυνταγματικότητας πιθανής πώλησης, εκ μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση των δανείων της Αιτήτριας, δόθηκε προέκταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση, ο οποίος ανέπτυξε τις θέσεις και τα επιχειρήματα του δεδομένου ότι η μόνη νομοθεσία που παρέχει δικαίωμα πώλησης των δανείων της Αιτήτριας είναι ο Ν.169(Ι)/2015, ειδικότερα το άρθρο 18. Εισηγήθηκε πως κανένα γεγονός, από όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια, είναι δίκαιο να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί απόδειξη προοπτικής επιτυχίας, αφού, κατά την εισήγηση, παρόμοιο ζήτημα αποφασίστηκε στην υπόθεση Lextalionis Investments Ltd v Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1833, τονίζοντας ότι κανένα πραγματικό έρεισμα υπάρχει στην παρούσα υπόθεση το οποίο να δικαιολογεί διαφοροποίηση από την προειρημένη υπόθεση. Κρίνεται χρήσιμο όπως παρατεθούν στη συνέχεια οι διατάξεις των άρθρων 26.1 του Συντάγματος και 18 του Ν.169(Ι)/2015, οι οποίες προνοούν τα ακόλουθα: Άρθρο 26.1 του Συντάγματος: «
  1. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.
  2. .......... Άρθρο 18 Ν.169(Ι)/2015: «18.-
(1)Πριν από την πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών του διευκολύνσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων - (α) Είτε κοινοποιεί την πρόθεσή του να πωλήσει ή να διαθέσει το όλον ή μέρος του χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεών του: Νοείται ότι, η εν λόγω κοινοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γίνεται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις εφημερίδες του ημερήσιου τύπου: Νοείται περαιτέρω ότι, οι δανειολήπτες και οι εγγυητές τους, αν το επιθυμούν, δύνανται εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, να υποβάλουν πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης∙ (β) είτε καλεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη και τους εγγυητές του, όπως εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, υποβάλλουν πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται ότι, η εν λόγω ειδοποίηση κοινοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων με επιστολή προς το δανειολήπτη και τους εγγυητές αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι, ο δανειολήπτης δεν υποχρεούται να υποβάλει πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης, υποβάλλεται μόνο μία φορά από το δανειολήπτη και σε περίπτωση που εντός της χρονικής περιόδου των σαράντα πέντε
(45)ημερών δεν υποβληθεί τέτοια πρόταση, τότε τεκμαίρεται ότι ο δανειολήπτης δεν επιθυμεί την υποβολή πρότασης.
(2)(α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιοδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών. (β) Ο εκχωρητής υποχρεούται ανά εξαμηνία, να υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα έκθεση την οποία δημοσιοποιεί και στην οποία περιλαμβάνονται - (i) Στοιχεία για τον αριθμό και το ποσό πιστωτικών διευκολύνσεων ανά κατηγορία, οι οποίες έχουν πωληθεί σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 4, και (ii) στοιχεία για τον αριθμό και το ποσό πιστωτικών διευκολύνσεων ανά κατηγορία, οι οποίες έχουν εξαγοραστεί από δανειολήπτη. (γ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει οποιαδήποτε υπό εξέλιξη διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε αποτελέσματα επέρχονται λόγω εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω Νόμου. (δ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλλει αίτηση για Διακανονισμό Αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, ούτε το δικαίωμα του δανειολήπτη ή άλλου προσώπου για διορισμό εξεταστή δυνάμει του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου. (ε) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το προβλεπόμενο στο Παράρτημα 2, Μέρος Ι του επισυνημμένου στην περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 της Κεντρικής Τράπεζας, Κώδικα Συμπεριφοράς, δικαίωμα του δανειολήπτη.
(3)(α) Από το χρόνο μεταφοράς ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση λαμβάνεται από τον εκχωρητή, για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης, να μεταβιβάζεται στον αγοραστή, να κρατείται και να είναι στη διάθεση του αγοραστή ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που μεταβιβάστηκε: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συμβάσεις εγγυήσεων και οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή οποιωνδήποτε οδηγιών εκδίδονται δυνάμει οποιοδήποτε άλλου νόμου, η μεταβίβαση των εξασφαλίσεων από τον εκχωρητή στον αγοραστή διενεργείται χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τέλους. (β) Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής. (γ) Η κατοχή οποιωνδήποτε εγγράφων, βιβλίων, αγαθών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο μεταφοράς μαζί με όλα τα συναφή δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκχωρητή σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα, βιβλία, αγαθά ή άλλα περιουσιακά στοιχεία και, εν αναμονή οποιασδήποτε τέτοιας μεταβίβασης στην πράξη, ο εκχωρητής θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, βιβλίο, αγαθό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο σε καταπίστευμα ή ως θεματοφύλακας (bailee), ανάλογα με την περίπτωση, αποκλειστικά προς όφελος του αγοραστή. (δ) Όλα τα έγγραφα, βιβλία, αρχεία και παραδοχές τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία βάσει νόμου ή άλλως πως υπέρ ή εναντίον του εκχωρητή σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταφοράς.
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε οποιαδήποτε ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομική διαδικασία ή σε οποιοδήποτε δικαίωμα έναρξης ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομικής διαδικασίας ή ποινικής ή διοικητικής φύσεως διάταγμα ή απόφαση που τυχόν εκκρεμεί ή υφίσταται εναντίον του εκχωρητή κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο και τέτοια νομική διαδικασία ή δικαίωμα έναρξης τέτοιας νομικής διαδικασίας ή διάταγμα ή απόφαση εναντίον του εκχωρητή δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται εναντίον του εκχωρητή.
(5)Όπου σε οποιοδήποτε έγγραφο, οποτεδήποτε και αν έγινε ή εκτελέστηκε, περιέχεται ή εξυπακούεται οποιαδήποτε αναφορά στον εκχωρητή, τότε, στο βαθμό που τέτοιο έγγραφο αφορά οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση μεταβιβάζεται στον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, τέτοια αναφορά διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταφοράς, εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά». Το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο και έχει συνυπολογίσει και στην πιο πάνω διάσταση τα όσα προωθεί η Αιτήτρια, αποδεχόμενο ωστόσο τις θέσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως εκφράστηκαν από τον συνήγορο τους, κρίνει ότι τα λεχθέντα στην υπόθεση Lextalionis (ανωτέρω) όπου ηγέρθηκε παρόμοιο ζήτημα αποτελούν καθοδήγηση και για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπου λέχθηκε πως «.Δεν σημειώθηκε παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος, ενόψει του ότι το προστατευόμενο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι το οποίο κατοχυρώνεται από το προαναφερθέν άρθρο του Συντάγματος, θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των Συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος». Οφείλει επίσης το Δικαστήριο να τονίσει πως πιθανή πώληση των δανείων της Αιτήτριας, με δεδομένο το περιεχόμενο του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015, δεν αναμένεται να επιτρέψει ή να επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους, στα δικαιώματα ή στις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών περιλαμβανομένης της Αιτήτριας. Ούτε άλλωστε υποδείχθηκε κάτι τέτοιο πως υπάρχει στον ορίζοντα. Καθίσταται αντιληπτό, μέσα απ΄ όλα τα στοιχεία που προώθησε η Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου, πως η ανησυχία και η αγωνία της συνίσταται στην ενδεχόμενη πώληση των δανείων της, συνυφασμένη όμως με απώτερο επακόλουθο την εκποίηση της υποθήκης η οποία σχετίζεται με τα δάνεια της. Η σύνδεση η οποία υπάρχει στα δύο ζητήματα είναι όμως τέτοια που δεν έχει, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και διαδικασίας, τη σημασία ή την άμεση διασύνδεση που της έχει αποδώσει η Αιτήτρια. Πρόκειται για σαφώς δύο ξεχωριστά ζητήματα. Είναι ξεκάθαρο ότι η εκποίηση της υποθήκης που παραχώρησε η Αιτήτρια για τα δάνεια της, όποιας ημερομηνίας και αν είναι, αποτελεί ξεχωριστό διάβημα και δεν σχετίζεται αποκλειστικά ή εξαρτάται από το όποιο πρόσωπο ήθελε τοποθετηθεί στη θέση του δανειολήπτη με τον οποίο η Αιτήτρια σύναψε συμφωνίες δανείου. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο πως η πιθανή πώληση των δανείων της Αιτήτριας θα αποστερήσει από αυτήν οποιαδήποτε δικαιώματα ή υπερασπίσεις ή θέσεις σχετικές με την ακυρότητα των δανείων της, ως τις προωθεί με την αγωγή της XXXXX/2017. Τις εν λόγω ανησυχίες αλλά και συμβατικά ή άλλα νόμιμα δικαιώματα της τα κατοχυρώνει ξεκάθαρα το άρθρο 18 του Ν.169(Ι)/2015. Ούτε και υποδείχθηκε οτιδήποτε το οποίο θα την εμποδίσει να προβάλει, έναντι του πιθανού αγοραστή των δανείων της, ζητήματα που θα προέβαλλε έναντι των Καθ΄ ων η Αίτηση σε περίπτωση που οι τελευταίοι θα προχωρούσαν με ειδοποίηση για εκποίηση της υποθήκης. Τα προλεγόμενα δεικνύουν πως εκείνο που η Αιτήτρια επιχειρεί να εξασφαλίσει ως θεραπεία είναι η ανατροπή ενός κινδύνου που λανθασμένα τον αντιλαμβάνεται ως τέτοιο, που αν επέλθει θα οδηγήσει στην εκποίηση της περιουσίας της. Σε περιπτώσεις επαπειλούμενης ζημιάς ή κινδύνου τα Επαρχιακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία (βλέπε Iordan
(1994)1 ΑΑΔ 728) και εξουσία σε αστικές υποθέσεις για έκδοση ανάλογου διατάγματος - Quia Timet Order. Οι προϋποθέσεις τέτοιων διαταγμάτων δεν είναι ανεξάρτητες ή αποσυνδεδεμένες από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ό,τι προκύπτει από σχετική νομολογία αλλά και από τα όσα πραγματεύεται το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 5η έκδοση τόμος 12 παράγραφος 1115, είναι πως, ειδικότερα, θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι επίκειται μια παρανομία ή ένα αδίκημα το οποίο θα επιφέρει την επαπειλούμενη ζημιά, οπότε παρίσταται ανάγκη όπως το Δικαστήριο ανατρέψει τον επερχομό της. Στο εύλογο και αναγκαίο ερώτημα κατά πόσο η Αιτήτρια απέδειξε τέτοια στοιχεία ή προϋποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου η απάντηση προβάλλει αρνητική. Ως έχει αναφερθεί η επαπειλούμενη ζημιά γι΄ αυτήν, όπως αυτή την αντιλαμβάνεται, της εκποίησης της υποθήκης της δεν συνδέθηκε και δεν αποδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι συνδέεται με διάπραξη αδικήματος ή παρανομίας, δεδομένων των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω περί της μη στοιχειοθέτησης πιθανότητας επιτυχίας στη βάση της αγωγής της. Στην αξιολόγηση των προειρημένων ζητημάτων σημειώνεται και η απουσία μαρτυρίας περί άμεσης και σαφούς πρόθεσης πώλησης των δανείων της Αιτήτριας από τους Καθ΄ ων η Αίτηση στο άμεσο επόμενο χρονικό διάστημα. Έχοντας λάβει υπόψη όλα τα επιχειρήματα και δικανικούς συλλογισμούς του συνηγόρου της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή πέραν από απλή πιθανότητα. Επισημαίνεται για ό,τι αυτό αξίζει πως, αναφορικά με το άρθρο 26 του Συντάγματος και το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, αυτό δεν καλύπτεται από το Κλητήριο Ένταλμα, αφού δεν παρατίθεται η διάταξη νόμου, ούτε καν ο νόμος ο οποίος προσκρούει στο άρθρο 26 του Συντάγματος, προφανώς είναι αμφίβολο αν το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της αγωγής θα νομιμοποιείται να το εξετάσει, δεδομένης της νομολογίας που υπαγορεύει συγκεκριμένες διατυπώσεις και αναφορές επί του δικογράφου του διάδικου ο οποίος εγείρει θέμα αντισυνταγματικότητας. Το Δικαστήριο αν και δεν έχει προβεί στην υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, που η Αιτήτρια και οι Καθ' ων η Αίτηση προσκόμισαν, κρίνει ότι η εξ αντικειμένου θεώρηση της στα πλαίσια της παρούσας ακρόασης ήταν αναγκαία, (βλέπε υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Άλλωστε ως διαφαίνεται από τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση σημαντικό ρόλο στην έκβαση της υπόθεσης διετέλεσε και η νομική πτυχή του ζητήματος, χωρίς να υποτιμάται και μαρτυρία η οποία δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί. Οι σκέψεις και προβληματισμοί του Δικαστηρίου, ουδόλως αποσκοπούν σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά, μόνο στη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς της Αιτήτριας δεν ήταν ικανά για να στοιχειοθετήσουν κατά αντικειμενικό κριτήριο, αξιολογούμενα με τη νομική θεώρηση του επίδικου ζητήματος, στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό, ορατή προοπτική επιτυχίας πέραν της απλής πιθανότητας ως προς την εκδοχή της. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε η (β) προϋπόθεση. Παρά το πιο πάνω συμπέρασμα, αν αυτό ήθελε ανατραπεί κατ΄ έφεση, το Δικαστήριο θα εξετάσει την επόμενη προϋπόθεση. (γ) Η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία και/ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο:- Αναφορικά με αυτή την προϋπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιτύχει στην αγωγή της. Τα γεγονότα της υπόθεσης της παρούσας αγωγής είναι ιδιόμορφα ως προς την απόδειξη της όποιας ζημιάς, δεδομένου ότι αν η Αιτήτρια επιτύχει στην αγωγή της δεν φαίνεται ότι θα προκληθεί σ΄ αυτήν υλική ζημιά. Ό,τι την απασχολεί βέβαια είναι η μη εκποίηση της υποθήκης επί του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται η κατοικία στην οποία διαμένει. Όμως ως γίνεται αντιληπτό η τυχόν πώληση των δανείων της δεν θα σημάνει αυτόματα και άνευ ετέρου τινός την εκποίηση της υποθήκης της, κυρίως δεν θα καταργήσει το δικαίωμα ακρόασης της Αιτήτριας σε ενδεχόμενο εγχείρημα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της. Ταυτόχρονα δεν παραγνωρίζονται τα λεχθέντα στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, όπου επισημάνθηκε πως ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, ωστόσο λαμβανομένης υπόψη και αυτής της νομολογίας, έχοντας κατά νου όλα τα προαναφερόμενα αλλά και τα αποφασισθέντα ως προς την μη εκπλήρωση της (β) προϋπόθεσης, όπου η πιθανότητα επιτυχίας είναι απλή, καθώς επίσης έχοντας υπόψη ότι συνυπολογίζεται, κατά την εξέταση της υπό συζήτηση προϋπόθεσης, το στοιχείο της επάρκειας των αποζημιώσεων ως παράγοντας που λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλέπε εξ αντιδιαστολής επιχείρημα στην υπόθεση Καρυδάς ανωτέρω), κρίνεται ότι δε δικαιολογείται συμπέρασμα πως με την απόρριψη της Αίτησης θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, εάν αυτό χρειαστεί. Λαμβάνεται ακόμη υπόψη πως, αν η Αιτήτρια επιτύχει στην Αγωγή της, έστω στη βάση της απλής πιθανότητας, τα δικαιώματα της ως αυτά σχετίζονται με τη θέση της ότι οι συμφωνίες δανείων είναι άκυρες δεν θα επηρεασθούν αφού αυτή θα έχει απρόσκοπτα την ευχέρεια να τις προωθήσει κατά τη δίκη, στην αγωγή της, XXXXX/2017. Παρεμβάλει επίσης χρήσιμο εδώ να αναφερθεί πως η Αιτήτρια δεν έθεσε πειστική μαρτυρία ότι ανησυχεί εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση, πως τυχόν επιτυχία στην εκδοχή της, και κατ' επέκταση έκδοσης απόφασης προς όφελος της, αυτή δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε ούτε η (γ) προϋπόθεση, κατ' επέκταση δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μυλωνάς ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Πολιτική Έφεση Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019, υποδείχθηκε με αναφορά στη Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1980, ότι «από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Ακόμα πως θα ήταν αντιφατικό να µην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται µε το ζήτημα. Στη Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας, Πολ. Εφ. Αρ. Ε68/2013, ημερ. 24.3.2015, αναφέρθηκε ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν τηρείτο η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα θα έπρεπε να είχε λήξει εκεί, χωρίς να παρίστατο ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για τη µη έκδοση του διατάγματος. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, «Διατάγματα Injunctions», 2016, σελ.142, με παραπομπή στις πιο πάνω αποφάσεις συνοψίζεται ότι δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ισοζυγίου ευχέρειας αν δεν πληρούνται τα τρία κριτήρια του άρθρου 32, ενώ στο σύγγραμμα του D. Bean, «Injunctions», 8η Έκδ., παρ.3.31, σελ.34, αναφέρεται ότι τα γενικά κριτήρια για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, όπως το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν μπορεί να ευνοήσουν την έκδοση διατάγματος μονομερώς, εκτός εάν η περίπτωση είναι πολύ επείγουσα». Εν' όψει όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι ο λόγος ένστασης
(8)επιτυγχάνει και το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί, ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της δίκης, στην παρούσα Αίτηση, επιδικάζονται προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι είναι οι επιτυχόντες διάδικοι, και εναντίον της Αιτήτριας. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.