Παρπαρίνου ν. Παπαχαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 2140/2019, 14/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A330 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2140/2019 Μεταξύ: χχχ Παρπαρίνου Ενάγοντα -και- χχχ Παπαχαραλάμπους Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 24.10.2019 Ημερομηνία: 14.04.2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Θ. Ανδρέου για ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Για Ενάγοντα-Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Σ. Αγγελίδης για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.πε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του Ενάγοντα αφορά σε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή συκοφαντία και/ή λίβελο και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή κακόβουλη ψευδολογία και/ή αναλήθεια και/ή ανοίκεια φραστική φαντασίωση και/ή διαστρέβλωση γεγονότων αναφερόμενων ονομαστικά στον Ενάγοντα και/ή υπό μορφή υπονοούμενου (innuendo) σε σχέση με τον Ενάγοντα, που περιέχονται σε κείμενο που κακεντρεχώς και/ή σκόπιμα και/ή αλλότρια και/ή με κακοπιστία δημοσιεύθηκε και/ή περιεχόταν σε φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας «Πολίτης» ημερομηνίας 23.06.2019 και σε φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας «Αλήθεια» ημερομηνίας 24.06.2019, υπογραμμένο από τον Εναγόμενο, ο οποίος είναι ο συντάκτης και/ή ο αρθρογράφος των δύο προαναφερόμενων δημοσιευμάτων, δια των οποίων αποδίδονται άδικα και/ή αβάσιμα και/ή εσκεμμένα και/ή αναληθώς και/ή κακεντρεχώς αποδίδουν στον Ενάγοντα πράξεις διαφθοράς και/ή ανηθικότητας και/ή παράνομες πράξεις και/ή ανάρμοστες, ως προς το λειτούργημα του δικαστή, και/ή εκδικητικές και/ή έλλειψης εντιμότητας και/ή ανεξαρτησίας για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπιμοτήτων, με σκοπό να πλήξουν και/ή να βλάψουν και/ή να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα και/ή στη θέση του ως δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και/ή τα οποία δημοσιεύματα έχουν προκαλέσει προσβολή στο ήθος και/ή την επαγγελματική υπόσταση και/ή στο κύρος και/ή την καλή φήμη και/ή στην προσωπικότητα και/ή στην τιμή και/ή στην υπόληψη και/ή στην αξιοπρέπεια και/ή στην ηθική ακεραιότητα του Ενάγοντα. Περαιτέρω ζητούνται διατάγματα εναντίον του Εναγόμενου τα οποία να του απαγορεύουν να αναμεταδίδει και/ή διανείμει και/ή εκτυπώνει αντίγραφα των προαναφερόμενων δύο επίδικων δημοσιευμάτων, αλλά και να διατάσσουν τον Εναγόμενο να προβεί στην απόσυρση των δυσφημιστικών δημοσιευμάτων και/ή να προβεί σε δημοσίευση πλήρους επανορθωτικής δήλωσης. Τέλος αξιώνονται από τον Ενάγοντα τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα αγωγής. Με την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, καταχωρηθείσα την 19.09.2019, διατυπώνονται λεπτομέρειες των γεγονότων και των ισχυρισμών που συνθέτουν την εκδοχή του, αλλά και η προηγηθείσα απαίτησή του προς τον Εναγόμενο για να ανακαλέσει και να απολογηθεί χωρίς όμως ανταπόκριση. Ο Εναγόμενος καταχώρισε, την 30.09.2019, Υπεράσπιση με την οποία αρνείται τη δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντα, ταυτόχρονα εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η αγωγή και οι αξιούμενες θεραπείες είναι καταχρηστικές, παράτυπες και/ή καταπιεστικές για τον Εναγόμενο, ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν, καθ΄ ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα και ούτε εξουσία να αποφασίσει επί των επίδικων θεμάτων της αγωγής για τους ακόλουθους λόγους: 1. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα περί δήθεν κακόπιστης κριτικής του Εναγόμενου και με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, θα μπορούσαν να προωθηθούν μόνο με τη διαδικασία περιφρόνησης δικαστηρίου με βάση το άρθρο 44 του Ν.14/1960 και όχι με αγωγή. 2. Οι αξιούμενες θεραπείες είναι καταπιεστικές για τον Εναγόμενο και παραβιάζουν τα αναφαίρετα και θεμελιώδη δικαιώματα του, ήτοι της ελευθερίας του λόγου, της γνώμης και του τρόπου έκφρασης, τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α. Περιορισμός χωρεί, σύμφωνα με το άρθρο 19
(3)του Συντάγματος, μόνο με νόμο και στις περιπτώσεις που αφορούν στη διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας, περιορίζονται δε μόνο όταν τίθεται θέμα καταφρόνησης δικαστηρίου, οπόταν θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία που επιβάλλει το άρθρο 44 του Ν.14/
- Οι αξιούμενες θεραπείες Β και Γ, που αναφέρονται σε διατάγματα εναντίον του Εναγόμενου είναι καταπιεστικές αφού παραβιάζουν σε απόλυτο βαθμό τα αναφαίρετα δικαιώματα του Εναγόμενου, αναφορικά με την ελευθερία του λόγου και της γνώμης καθώς και του τρόπου έκφρασης, όπως αυτά προστατεύονται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α.
- Τα επίδικα δημοσιεύματα, αφορούν σε θέματα απονομής της δικαιοσύνης με υπόβαθρο δικαστικές αποφάσεις που αποπερατώθηκαν δεν μπορούν εκ της φύσεως τους να αποτελέσουν λίβελλο και/ή δυσφήμιση οποιουδήποτε δικαστή που έλαβε μέρος στην απόφαση διότι αναφέρονται σε θέματα δημόσιου συμφέροντος και μεγάλου δημόσιου συμφέροντος, ακόμη και όταν ασκείται κριτική για απόφαση δικαστηρίου και όταν αναφέρονται σε θέμα άδικης δίκης και στο συγκρουόμενο συμφέρον Δικαστή που έλαβε μέρος, με υπόβαθρο αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Δεν μπορεί δε να υποσκάπτεται το δημοκρατικό πολίτευμα, με αγωγή λιβέλλου και/ή δυσφήμισης, μέσω της κατάργησης του δικαιώματος της ελεύθερης και/ή απρόσκοπτης κριτικής προς τη Δικαστική εξουσία. Με την Απάντηση του ο Ενάγοντας απορρίπτει όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου καθώς και την προδικαστική ένστασή του. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων εκδόθηκε στις 16.10.2019, εκ μέρους του Ενάγοντα, Κλήση Οδηγιών, συνοδευόμενη από τον Τύπο 25 ενώ στις 24.10.2019 καταχωρίστηκε παράρτημα κατά τον Τύπο 25 και από τον Εναγόμενο, ο οποίος μεταξύ άλλων διατυπώνει αίτημα για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει στην Υπεράσπιση του, ως αμιγώς νομικά σημεία, ενώ την ίδια ημέρα ο Εναγόμενος - στο εξής ο Αιτητής - καταχώρισε γραπτή αίτηση - στο εξής η Αίτηση - για προδικαστική εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει στην Υπεράσπιση του. Ενάντια στην Αίτηση καταχωρίστηκε στις 17.02.2020 από τον Ενάγοντα - στο εξής Καθ΄ου η Αίτηση - Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης με την οποία προβάλλονται αριθμητικά 12 λόγοι ένστασης, οι οποίοι αντανακλούν στις θέσεις ότι, η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, η νομική της βάση είναι εσφαλμένη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις επιτυχίας, και/ή ότι η Αίτηση προωθείται κακόπιστα και/ή κακόβουλα και/ή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και/ή είναι καταπιεστική και/ή ενοχλητική και/ή καταχωρίστηκε για αλλότριους σκοπούς επιδιώκοντας την εξάλειψη του αγώγιμου δικαιώματος του Καθ΄ ου η Αίτηση και/ή την καθυστέρηση και/ή μη εκδίκαση της υπόθεσης. Τέλος ότι τα ζητήματα που επιδιώκει ο Αιτητής να εκδικαστούν προδικαστικά δεν αποτελούν αμιγώς νομικά σημεία και/ή δεν υπάρχει το αναγκαίο παραδεκτό υπόβαθρο. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου, Κχχχχχχ Πχχχχχχ, εργαζόμενης στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Καθ΄ ου η Αίτηση. Διερχόμενο το Δικαστήριο το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης διαπιστώνει ότι δεν εκτίθενται γεγονότα, προφανώς λόγω της φύσης της Αίτησης να μην υπάρχουν, αλλά προβάλλονται νομικά επιχειρήματα και θέσεις προκειμένου να υποστηριχθούν οι λόγοι ένστασης, σε βαθμό που αυτή έχει προσλάβει μορφή αγόρευσης. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη Δ.39 Κ1 επί των ενόρκων δηλώσεων θα πρέπει να παρατίθεται μαρτυρία για γεγονότα και όχι προώθηση ισχυρισμών. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και της ένόρκης δήλωσης που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τον Καθ΄ού η Αίτηση. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Με τις πολύ βοηθητικές, στοχευμένες και επιμελημένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των προαναφερόμενων διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των τελευταίων, στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για την αποδοχή των εκατέρωθεν εκδοχών. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων δε κρίνεται χρήσιμη. Το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου και θα τις αξιολογήσει, στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της Αίτησης, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του. Νομική Πτυχή Νομική βάση της παρούσας Αίτησης, μεταξύ άλλων διατάξεων, αποτελεί η Δ.27 Κ.1-2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι προβλέπουν τα ακόλουθα: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» Σε ελεύθερη μετάφραση: "
- Οποιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με το δικόγραφο του, οποιοδήποτε νομικό σημείο, και οποιοδήποτε σημείο εγείρεται θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο αυτό κρίνει κατάλληλο.
- Εάν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι απόφαση για τέτοιο νομικό σημείο ουσιαστικά αποφασίζει ολόκληρη την αγωγή ή οποιοδήποτε καθαρό ζήτημα της αγωγής, λόγο υπεράσπισης, ανταπαίτηση ή απάντηση, το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει τέτοιο άλλο διάταγμα το οποίο θα κρίνει ορθό.» Οι αρχές που διέπουν την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης, ήτοι την εκδίκαση νομικών σημείων προκαταρκτικά, είναι πολύ καλά διατυπωμένες μέσα από τη νομολογία. Tο Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να παραπέμψει με λεπτομέρεια στα όσα λέγονται και επιβεβαιώνονται συχνά από τη νομολογία, αρκείται δε, να κάνει αναφορά στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 όπου διατυπώθηκαν τα εξής: «
- i)Η διαδικασία δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά, και εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, και θα επηρεάσει την έκβαση της αγωγής.
- ii)Σε θέματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ″Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 949, μεταξύ άλλων, έχουν λεχθεί τα πιο κάτω: «Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Στην υπόθεση Χρίστος Χ΄Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμος Λεμεσού
(1998)1 ΑΑΔ 2046, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι στην περίπτωση που καταχωρείται αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου και ακολουθεί ένσταση, το πρωτόδικο δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την εκδίκαση με βάση τη Διάταξη 27 και εφόσον η θέση του Δικαστηρίου είναι θετική τότε να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Οι ίδιες νομολογιακές αρχές εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι σήμερα. (Βλέπε (α) υπόθεση Βαλανίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 288 και (β) LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD v.
- NADA TERZIAN κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολιτική Έφεση 151/2010 ημερομηνίας 07.03.2014) Κατά πρώτο λόγο το καίριο θέμα το οποίο εγείρεται και το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω νομολογηθέντων και των όσων βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, ένα ή περισσότερα σοβαρά νομικά ζητήματα προς εκδίκαση, τα οποία αν αποφασισθούν από το Δικαστήριο υπέρ του Αιτητή τότε αποφασίζεται όλη η αγωγή ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Κατά δεύτερο λόγο θα πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα εάν τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα Αίτηση έχουν αποκρυσταλλωθεί ως αμιγώς νομικά, και το Δικαστήριο είναι σε θέση να τα αποφασίσει χωρίς να απαιτείται ακρόαση μαρτυρίας πραγματικών γεγονότων ή γνώμης αν απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Αξιολόγηση εκδοχών και Συμπέρασμα Προβάλλει συνακόλουθα αναγκαίο να εξετασθεί κατά πόσο τα τέσσερα ζητήματα που εγείρονται στην Υπεράσπιση του Αιτητή είναι αμιγώς νομικά. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με κάθε δυνατή προσοχή την προδικαστική ένσταση του Αιτητή βασιζόμενη σε τέσσερεις λόγους - ζητήματα - και έχει καταλήξει επί εκάστου ζητήματος ως ακολούθως: 1ον ζήτημα, ότι οι ισχυρισμοί του Καθ΄ ου η Αίτηση περί κακόπιστης κριτικής από τον Αιτητή, θα μπορούσαν να προωθηθούν μόνο με τη διαδικασία περιφρόνησης Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 44 του Ν.14/
- Είναι χρήσιμο στο παρόν στάδιο να παρατεθεί η διάταξη του άρθρου 44 του Ν.14/1960 το οποίο προνοεί ότι: Άρθρο 44- Οιονδήποτε πρόσωπον το οποίον - «(α) . (β) . (γ) . (δ) . (ε) δημoσιεύει oιovδήπoτε έγγραφov, εκφωvεί λόγov ή oιαvδήπoτε oμιλίαv ή πρoβαίvει εις πράξιv σκαvδαλώδoυς φύσεως αvαφoρικώς πρoς oιovδήπoτε δικαστήριov τo oπoίov έχει εκδώσει απόφασιv εις oιαvδήπoτε διαδικασίαv αφoρώσαv εις oιαvδήπoτε δικαστικήv διαδικασίαv, ή (στ) . (ζ) . (η) . (θ) . (ι). (ια) διαπράττει oιαvδήπoτε άλληv πράξιv σκoπίμoυ ασέβειας εις oιαvδήπoτε δικαστικήv διαδικασίαv, ή πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov εvώπιov τoυ oπoίoυ τoιαύτη διαδικασία διεξάγεται, είvαι έvoχov πλημμελήματoς, και υπόκειται εις φυλάκισιv διά περίoδov εξ μηvώv ή εις πρόστιμov μη υπερβαίvov τας £450 ή εις αμφoτέρας τα πoιvάς ταύτας.
(3)Οι διατάξεις του εδαφίου
(2)δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση κατά την οποία, τα ενώπιον του δικαστηρίου λόγια ή συμπεριφορά, ή πράξη σκόπιμης ασέβειας, τα οποία συνιστούν αδίκημα δυνάμει των παραγράφων (α) και (ια) του εδαφίου
(1), αντίστοιχα, στρέφονται προσωπικά κατά δικαστή του εν λόγω δικαστηρίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις το εν λόγω δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται το ίδιο της εκδίκασης του αδικήματος και δύναται να αποταθεί στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διαβιβάζοντας το σχετικό πρακτικό, προκειμένου να ορίσει ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου άλλο δικαστήριο για να επιληφθεί της εκδίκασης του αδικήματος: Νοείται ότι .... Νοείται περαιτέρω ....
(4)Της εκδίκασης του αδικήματος που αναφέρεται στο εδάφιο
(3)επιλαμβάνεται άλλο δικαστήριο που ορίζει ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου την ίδια ημέρα που αποτείνεται γι' αυτό το σκοπό, δυνάμει του εν λόγω εδαφίου, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ειπώθηκαν τα λόγια ή επιδείχθηκε η συμπεριφορά, ή έγινε η πράξη, που κατά το εν λόγω δικαστήριο συνιστούν έλλειψη σεβασμού, δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), ή σκόπιμη ασέβεια δυνάμει της παραγράφου (ια) του εν λόγω εδαφίου.
(5)Δικαστήριο, το οποίο ορίζεται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του εδαφίου
(4), δύναται να εκδικάσει το αδίκημα, να εκδώσει απόφαση και να επιβάλει ποινή στον πταίστη, την ίδια ημέρα που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(6).
(6)Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης αδικήματος κατόπιν ορισμού του δυνάμει του εδαφίου
(4), παραδίδει στον πταίστη αντίγραφο του πρακτικού του δικαστηρίου που αναφέρεται στο εδάφιο
(3), ενημερώνοντάς τον επακριβώς για τα λόγια ή τη συμπεριφορά του που συνιστούν έλλειψη σεβασμού κατά παράβαση της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), ή για την πράξη του που συνιστά σκόπιμη ασέβεια κατά παράβαση της παραγράφου (ια) του εν λόγω εδαφίου, ανάλογα με τη περίπτωση, καθώς και για τις προβλεπόμενες ποινές και του παρέχει κάθε ευκαιρία να εκπροσωπηθεί με δικηγόρο και να προβάλει υπεράσπιση ή να απολογηθεί για τα εν λόγω λόγια, συμπεριφορά ή πράξη του.
(7)Δικαστήριο που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του εδαφίου
(4), δύναται να επιβάλει τις ποινές που αναφέρονται στο εδάφιο
(2): Νοείται ότι για την τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης, τόσο το εν λόγω δικαστήριο όσο και δικαστήριο που δυνάμει του εδαφίου
(2)επιλαμβάνεται το ίδιο της εκδίκασης αδικήματος που διαπράχθηκε ενώπιόν του, ισοζυγίζει σε κάθε περίπτωση την ανάγκη προστασίας, αφενός μεν του κύρους της δικαστικής εξουσίας, αφετέρου δε της άσκησης του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης.
(8)Η δικονομία και πρακτική σε σχέση με τον ορισμό δικαστή δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)καθορίζεται σε διαδικαστικό κανονισμό που εκδίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο.
(9)Για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης δικηγόρου και του δικαιώματος δίκαιης δίκης διάδικου τον οποίο δικηγόρος εκπροσωπεί, δε συνιστούν ποινικό αδίκημα δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)λόγια ή συμπεριφορά από μέρους δικηγόρου όταν εμφανίζεται σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου και προβάλλει εκ μέρους του διάδικου που εκπροσωπεί τους ισχυρισμούς ή θέσεις του, ή προσάγει μέσα απόδειξης, ή εξετάζει ή αντεξετάζει μάρτυρες: Νοείται ότι η έλλειψη σεβασμού δικηγόρου προς οποιοδήποτε δικαστή, με λόγια ή συμπεριφορά στις περιπτώσεις που αναφέρονται πιο πάνω, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα το οποίο, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε, δύναται να το καταγγείλει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο που καθιδρύεται δυνάμει του περί Δικηγόρων Νόμου, το οποίο εξετάζει την καταγγελία κατά προτεραιότητα.
(10)Στο άρθρο αυτό 'δικαστική διαδικασία' σημαίνει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου είτε η διαδικασία αυτή διεξάγεται ενώπιον ακροατηρίου είτε ιδιαίτερο γραφείο του δικαστή και 'χώρος Δικαστηρίου' σημαίνει οποιοδήποτε κτίριο βρίσκεται στο προαύλιο των δικαστηρίων συμπεριλαμβανομένου του προαυλίου αυτού μέχρι το δημόσιο δρόμο». Είναι έκδηλο πως η εξέταση του ζητήματος αυτού προϋποθέτει την παραδοχή ή αποδοχή ότι διαπράχθηκε το αστικό αδίκημα της περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Είναι ξεκάθαρη και σαφής ωστόσο η δικογραφημένη εκδοχή του Αιτητή, ότι αυτός προέβη στα δύο επίδικα δημοσιεύματα στη βάση καλόπιστης κριτικής με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Άρα δεν αποδέχεται ότι διέπραξε το αστικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, αλλά ούτε και πως διέπραξε το αστικό αδίκημα της περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Επομένως δεν προκύπτει πως υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να εξετάσει το Δικαστήριο ποια είναι η ορθή διαδικασία, όπως έχει αντιληφθεί το θέμα ο Αιτητής. Καθίσταται δε αντιληπτό από το πνεύμα και το σκοπό της πιο πάνω διάταξης πως ό,τι θεσμοθετήθηκε δια του άρθρου 44 του Ν.14/1960 είναι η διάπραξη του αδικήματος της περιφρόνησης του Δικαστηρίου, προβλέποντας σχετικές ποινές. Η θέσπιση του εν λόγω αδικήματος ουδόλως όμως σχετίζεται με το αστικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης δια της διάπραξης του οποίου είναι δυνατό να επιδικασθούν αποζημιώσεις, αλλά και να εκδοθούν διατάγματα για προστασία της προσωπικότητας του προσβληθέντος προσώπου, είτε με την άρση και αποκατάσταση, είτε για μη επανάληψη της δυσφήμισης. Περαιτέρω στο άρθρο 44 δεν προνοείται οτιδήποτε το οποίο να εμποδίζει προσφυγή σε Δικαστήριο αστικής δικαιοδοσίας για αποζημιώσεις ή διατάγματα ή να προνοούνται προϋποθέσεις συνδεδεμένες ως προς τις δύο διαφορετικές διαδικασίες. Καμία εισήγηση υποστηριζόμενη από οποιαδήποτε αυθεντία προτάθηκε από τον Αιτητή ή επιχειρηματολογία η οποία να δικαιολογεί διαφορετικό συμπέρασμα. Το ζήτημα το οποίο εγείρει ο Αιτητής είναι πλήρως ξεκαθαρισμένο και δεν διαφαίνεται ότι θα επιφέρει την ολοκλήρωση της αγωγής ή ακόμη και ένα μέρος της, αφού το μόνο που θα προκύψει είναι η επιβεβαίωση του προειρημένου και πρόδηλου συμπεράσματος του Δικαστηρίου. Η διαδικασία της εκδίκασης προδικαστικά νομικού σημείου δεν προσφέρεται για να επιβεβαιώνονται τα αυτονόητα ή για ακαδημαϊκής φύσεως ζητήματα, αλλά εκεί όπου πραγματικά εγείρεται ένα νομικό ζήτημα το οποίο θα έχει πρακτική σημασία, από το στάδιο της προδικασίας στην πορεία της αγωγής. Συνεπώς ως προς το πρώτο ζήτημα δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε το αναγκαίο υπόβαθρο για να συναχθεί συμπέρασμα ότι προέκυψε ένα αμιγώς νομικό ζήτημα αλλά ούτε και τίθεται ζήτημα εκδίκασης που ενδεχομένως θα επέφερε προδικαστικά το τέλος της αγωγής ή ένα μέρος αυτής. 2ον και 3ον ζήτημα, (άπτονται της καταχρηστικότητας των αιτουμένων θεραπειών). Είναι σημαντικό για τα υπό συζήτηση θέματα να επισημανθεί η διάκριση, η οποία απαιτείται υπό τις περιστάσεις να γίνει, πως η φύση αυτών των «προδικαστικών ενστάσεων» είναι εύλογα υπό νομική αμφιβολία, καθ΄ ότι δεν πρόκειται για καθαρά νομικά σημεία τα οποία δικαιολογούν συμπέρασμα ότι η εκδίκαση τους ενδεχομένως να επιφέρει τέλος στην αγωγή ή ένα μέρος αυτής. Είναι ξεκάθαρο πως η καταχρηστικότητα ή μη των αιτούμενων θεραπειών θα αποφασισθεί από το Δικαστήριο στην περίπτωση που θα στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα που αποδίδεται στον Αιτητή, συνεπώς είναι εντελώς πρόωρο και ακαδημαϊκής σημασίας να ασχοληθεί το παρόν Δικαστήριο προδικαστικά με την καταχρηστικότητα ή μη των αιτούμενων θεραπειών. Συνεπώς και αυτά τα ζητήματα δεν αποτελούν νομικά ζητήματα εν τη εννοία της Δ.27 Κ1,2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. 4ον ζήτημα, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα, αφορώντα σε θέματα απονομής της δικαιοσύνης έχοντας ως υπόβαθρο δικαστικές αποφάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν λίβελλο ή δυσφήμηση οποιουδήποτε δικαστή που έλαβε μέρος, διότι αφορούν σε θέματα δημοσίου συμφέροντος ακόμη και όταν αναφέρονται σε θέματα άδικης δίκης. Το ζήτημα όπως τίθεται πιο πάνω θα ήταν ένα νομικό σημείο το οποίο θα δικαιολογούσε την προδικαστική του εκδίκαση αν υπήρχε και το ανάλογο υπόβαθρο παραδεκτών γεγονότων, ωστόσο, διαφαίνεται ξεκάθαρα από τη δικογραφημένη εκδοχή του Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως αυτή διατυπώνεται τόσο στο κλητήριο ένταλμα όσο και στην Έκθεση Απαίτησης του, πως δεν ισχυρίζεται απλά ότι δέχθηκε άδικη κριτική αλλά μεταξύ άλλων, προβάλλει επίδικους ισχυρισμούς για ψευδολογία, αναλήθεια, διαστρέβλωση γεγονότων αναφερόμενων ονομαστικά σ΄ αυτόν αποδίδοντας στον Αιτητή αλλότρια κίνητρα και κακοπιστία, κάτι που προφανώς ο Αιτητής δεν αποδέχεται, επομένως αυτά τα τελευταία ζητήματα δεν θα μπορούσαν να παραγνωριστούν και δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει επίλυση όλης της αγωγής ή ενός εκ των επίδικων θεμάτων, ή να επιλυθούν τα προαναφερόμενα επίδικα θέματα για τα οποία δεν υπάρχει υπόβαθρο παραδεκτών γεγονότων, χωρίς να ακουσθεί μαρτυρία σε δίκη, καθ΄ ότι ούτε ο Καθ΄ ου η Αίτηση αποδέχεται ότι πρόκειται απλά περί άδικης κριτικής αλλά ούτε και ο Αιτητής αποδέχεται ότι προέβη σε αναληθή γεγονότα η διαστρέβλωση αυτών ή ψευδολογία. Υπό αυτές συνεπώς τις συνθήκες δεν προσφέρεται η εκδίκαση ούτε της 4ης προδικαστικής ένστασης που εγείρει ο Αιτητής, αφού δεν πρόκειται για αμιγώς νομικό σημείο. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω κρίνεται πως η Αίτηση δε δύναται να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης αυτά επιδικάζονται προς όφελος του Καθ΄ου η Αίτηση, ως επιτυχόντα διάδικου, και εναντίον του Αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο