← Κύπρος

Τσαγγάρη, από την Λευκωσία, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Γεωργίου Κοντοχείλη ν. Κώστα Θεμιστοκλέους, Αρ. Αγωγής:

Τσαγγάρη, από την Λευκωσία, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Γεωργίου Κοντοχείλη ν. Κώστα Θεμιστοκλέους, Αρ. Αγωγής: 5326/11, 13/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A356 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5326/11 Μεταξύ: XXXXX Τσαγγάρη, από την Λευκωσία, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Γεωργίου Κοντοχείλη Ενάγοντα και XXXXX Κώστα Θεμιστοκλέους Εναγομένης Ημερομηνία: 13 Αυγούστου, 2020 Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Μετζίτικος Για την Εναγόμενη: κ. Α. Κλεάνθους ΑΠΟΦΑΣΗ Με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον της Εναγομένης αναγνωριστικές αποφάσεις και δηλώσεις με τις οποίες να αναγνωρίζεται ότι η αποβιώσασα από τον Απρίλιο 2007 μέχρι και τον θάνατο της την 1.3.2011 ήταν ανίκανη να διαχειρίζεται την περιουσία της, ότι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 6/XXXXX αποτελεί μέρος της διαχείρισης και ότι η μεταβίβαση αυτού ημερ. 12.2.2009 δυνάμει δωρεάς επ' ονόματι της Εναγομένης καθώς και η εξαργύρωση γραμματίου την 14.1.2009, είναι άκυρες, έγιναν μετά από άσκηση ψυχικής πίεσης και αθέμιτου επηρεασμού και ψευδών παραστάσεων και είναι το αποτέλεσμα δόλου και απάτης. Αξιώνονται επίσης διατάγματα επανεγγραφής του ακινήτου στο όνομα της διαχείρισης και επιστροφής του ποσού των €23.

  1. Όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαιτήσεως είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη είναι μία εκ των κληρονόμων της αποβιώσασας μαζί με τα αδέλφια της Ενάγοντα και XXXXX Κώστα. Η αποβιώσασα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και παρακολουθείτο τακτικά από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας λόγω οργανικού ψυχοσύνδρομου (γεροντικής άνοιας) και κατάθλιψης με αγχώδη στοιχεία και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Τα ιατρικά προβλήματα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα η ίδια να μην μπορεί να διαχειρίζεται τις υποθέσεις ή την περιουσία της. Κατά την 14.1.2009 η αποβιώσασα φαίνεται να έχει υπογράψει έγγραφα που ετοιμάστηκαν από την ΣΠΕ Λατσιών προς αποδέσμευση γραμματίου ύψους €23.000 προς όφελος της Εναγομένης και κατά την 12.2.2009 να έχει υπογράψει την Δήλωση Μεταβίβασης Δ.577/09 στη βάση της οποίας μεταβιβάστηκε επ'ονόματι της Εναγομένης οικόπεδο στην περιοχή Αρχαγγέλου Μιχαήλ στα Λατσιά με αρ. εγγραφής 6/XXXXX Φ/Σχ.30/23Ε1, τεμ. XXXXX, τμ. 6 (πιο κάτω αναφερόμενου ως «το Ακίνητο») εντός του οποίου ανεγέρθηκε μία κατοικία. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η Εναγομένη να πλαστογράφησε την υπογραφή της αποβιώσασας, ενώ, σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι αυτά υπογράφτηκαν όντως από την αποβιώσασα, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε την πνευματική και σωματική ανικανότητα της με σκοπό να προσπορίσει ίδιον όφελος. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της αρνείται την απαίτηση του Ενάγοντα. Είναι η θέση της ότι η αποβιώσασα περί τον Απρίλιο 2007 αντιμετώπιζε προβλήματα αγχώδους κατάθλιψης και παρακολουθείτο από ειδικό ψυχίατρο αλλά το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε και ήταν σε σταθερή κατάσταση. Τον Μάιο 2009 κατόπιν πτώσης υπέστη κάταγμα ποδιού, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και παρέμεινε κλινήρης, η ψυχική και νοητική της κατάσταση, όμως, ήταν σταθερή. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αποβιώσασα καθ' όλη την διάρκεια της κατάστασης της υγείας της διατηρούσε διαύγεια, είχε πλήρη αντίληψη και κατανόηση των πράξεων της και δεν αντιμετώπιζε προβλήματα συνεννόησης με τους ανθρώπους που είχε επαφή. Κατά τον Ιανουάριο 2009 η αποβιώσασα με δική της θέληση και προτροπή παρουσιάστηκε στην ΣΠΕ Λατσιών και μετέφερε το γραμμάτιο ύψους €23.000 στο όνομα της Εναγομένης με μοναδικό σκοπό την κάλυψη των εξόδων συντήρησης, διατροφής και φροντίδας της, αφού η Εναγόμενη ανέλαβε πλήρως την φροντίδα και συντήρηση της μητέρας της. Όσον αφορά στο Ακίνητο θέση της Εναγομένης είναι ότι η αποβιώσασα την προέτρεψε να πάνε στο Κτηματολόγιο για να της το μεταβιβάσει προς ένδειξη στοργής, αγάπης και της συνεχούς φροντίδας που τύγχανε από την Εναγομένη. Όλες οι πράξεις στους λογαριασμούς γίνονταν νόμιμα και εντός των πλαισίων λειτουργίας τους. Ουδέποτε παρότρυνε ή προέτρεψε ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο έπεισε ή ξεγέλασε την αποβιώσασα να προβεί στις επίδικες πράξεις. Ο Ενάγοντας καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης όπως αυτοί προκύπτουν από την Υπεράσπιση και εμμένει στους δικούς τους ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος, η Δρ. XXXXX Αζίνα, η Δρ. XXXXX Πολυνείκη και η κα XXXXX Κώστα ενώ εκ μέρους της Εναγόμενης μαρτυρία έδωσε η ίδια και ο κ. XXXXX Τσίγκης. Ο κ. XXXXX Τσαγγάρη ανέφερε ότι είναι ο Διαχειριστής της περιουσίας της XXXXX Γεώργιου Κοντοχείλη (πιο κάτω αναφερόμενης ως η «XXXXX») η οποία είχε τρία παιδιά, τον Ενάγοντα, την Εναγόμενη και τον κ. XXXXX Κώστα. Ήταν η θέση του ότι η XXXXX αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας λόγω οργανικού ψυχοσύνδρομου (γεροντικής άνοιας) και κατάθλιψης με αγχώδη στοιχεία για τα οποία λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ήταν δεμένη οικογένεια και έβλεπε την XXXXX τακτικά. Από το 2007 η κατάσταση της χειροτέρευε γι' αυτό φρόντισε όπως η μητέρα του έχει οικιακή βοηθό αφού δεν μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό της. Κατά την 14.1.2009 η XXXXX φέρεται να έχει υπογράψει έγγραφα που ετοιμάστηκαν από την ΣΠΕ Λατσιών για αποδέσμευση ή εξαργύρωση γραμματίου ύψους €23.000 περίπου προς όφελος της Εναγομένης, με σκοπό την κατάθεση του ποσού αυτού σε κοινό λογαριασμό που η XXXXX διατηρούσε με την Εναγομένη ώστε να το διαχειρίζεται η Εναγόμενη. Το ποσό αυτό, ισχυρίστηκε, ουδέποτε κατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό. Επίσης την 12.2.2009 η XXXXX φέρεται να έχει υπογράψει Δήλωση Μεταβίβασης με αρ. Δ.577/09 με την οποία μεταβιβάστηκε το Ακίνητο επ' ονόματι της Εναγομένης. Θέση του Ενάγοντα είναι ότι κατά τις ημερομηνίες αυτές η XXXXX ήταν παντελώς ανίκανη να διαχειρίζεται τις υποθέσεις και την περιουσία της και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο των εγγράφων ή τυχόν συνέπειες της υπογραφής τους. Ήταν επίσης η θέση του ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η Εναγομένη να πλαστογράφησε την υπογραφή της μητέρας του. Σε περίπτωση, όμως, που αποδειχθεί ότι η υπογραφή είναι όντως της XXXXX, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε την πνευματική και σωματική της ανικανότητα. Ο Ενάγοντας επίσης έκανε αναφορά σε ένα συμβάν του 2007 όπου η XXXXX ήπιε 5 - 6 χάπια και φώναξε τους γείτονες και την πήραν στο Νοσοκομείο. Η Δρ. XXXXX Αζίνα ανέφερε ότι είναι ιατρός Ειδικός Παθολόγος και από το 2001 εργάζεται στο Δημόσιο. Εξέδωσε το πιστοποιητικό Τεκμήριο
  2. Όπως είπε, όμως, το μόνο που αφορά στην ίδια από τον φάκελο της XXXXX είναι ότι ήταν η ιατρός που έκανε την εισαγωγή και εξήγησε ότι η εισαγωγή αυτή έγινε την 30.8.2007 και όχι το 2008 που αναγράφηκε εκ λάθους στο πιστοποιητικό. Δεν θυμόταν καθόλου την περίπτωση. Η Δρ. XXXXX Πολυνείκη ανέφερε ότι είναι Ειδική Ψυχίατρος και τον Ιούνιο 2011 εργαζόταν στον Τομέα Α των Εξωτερικών Ιατρείων της Επαρχίας Λευκωσίας, μεταξύ των οποίων είναι και αυτά των Λατσιών. Εκεί είδε την XXXXX και ετοίμασε το πιστοποιητικό Τεκμήριο
  3. Όπως είπε, η XXXXX είχε διαγνωστεί με άνοια η οποία είναι ασθένεια που αφορά στις δομικές διαταραχές του εγκεφάλου. Ήταν η θέση της ότι το 2009 η XXXXX ήταν 82 ετών με διάγνωση άνοιας, κατάθλιψης και άγχους και άρα θεωρεί ότι δεν μπορούσε να λαμβάνει αποφάσεις που αφορούσαν σε μεταβίβαση περιουσίας. Η κα XXXXX Κώστα ανέφερε ότι είναι η σύζυγος του XXXXX Κώστα, αδελφού των διαδίκων. Έβλεπε την πεθερά της XXXXX κάθε Σαββατοκύριακο και τις γιορτές. Τα Χριστούγεννα του 2008, όταν η XXXXX ήρθε σπίτι της, διαπίστωσε ότι αυτή ξεχνούσε συνέχεια. Η Εναγόμενη ανέφερε ότι είναι θυγατέρα της XXXXX και αδελφή του Ενάγοντα. Όταν η XXXXX απεβίωσε είχε αποταθεί στο γραφείο Ανδρέα Μ. Κλεάνθους για να αναλάβουν διαχειριστές και την 20.4.2011 υπογράφτηκε συγκατάθεση από όλους του κληρονόμους προς τούτο. Πριν από την διανομή της περιουσίας τα αδέλφια συναντήθηκαν και συμφώνησαν στον διαμοιρασμό ακινήτων που βρίσκονταν στο χωριό Μύρτου. Τότε ο Ενάγοντας ρώτησε τι θα γίνει με το σπίτι της XXXXX και η Εναγόμενη του απάντησε ότι της το είχε ήδη μεταβιβάσει η μητέρα τους σύμφωνα με τις επιθυμίες της. Ο Ενάγοντας έφυγε χωρίς να πει οτιδήποτε. Όπως είπε η Εναγομένη, ο πατέρας τους απεβίωσε την 25.2.1976 και η XXXXX εργαζόταν ως καθαρίστρια σε σχολείο. Ήταν δραστήριο άτομο και βοηθούσε όλα της τα παιδιά με ότι μπορούσε. Η Εναγόμενη είχε αναλάβει την καθημερινή φροντίδα της μητέρας τους από τον Απρίλιο 2007 που η XXXXX διαγνώστηκε με ήπια μορφή άνοιας, αλλά ήταν η θέση της ότι η ψυχική και νοητική της κατάσταση ήταν σταθερή. Τον Μάιο 2009 η XXXXX χτύπησε το πόδι της και χειρουργήθηκε με αποτέλεσμα να παραμείνει στο κρεββάτι μέχρι και τον θάνατο της. Η απραξία και η ακινησία επιδείνωσαν την κατάσταση της. Η αναγκαιότητα για 24ώρη φροντίδα οφείλετο περισσότερο στο γεγονός του κατάγματος και όχι της ψυχικής της κατάστασης. Από το 2004, κατόπιν προτροπής του Ενάγοντα και επιθυμίας της μητέρας της, συμφωνήθηκε όπως γίνει ένας κοινός λογαριασμός στο όνομα της XXXXX και της Εναγομένης ώστε να αποφεύγει να πηγαίνει μόνη της η XXXXX στην τράπεζα. Ο λογαριασμός σήμερα παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο. Τον Αύγουστο 2008 η Εναγόμενη είχε πάει διακοπές και ενημέρωσε προς τούτο τον Ενάγοντα. Εξήγησε στην XXXXX τι χάπια θα έπρεπε να πάρει και της έγραψε σε χαρτί την δόση κολλώντας πάνω στο χαρτί και τα ανάλογα χάπια. Όπως πληροφορήθηκε, την 29.8.2008 η XXXXX πήρε όλα τα χάπια και την μετέφεραν στις Α' Βοήθειες. Τον Ιανουάριο 2009 ο Ενάγοντας εισηγήθηκε να φέρουν οικιακή βοηθό. Όλα τα έξοδα για την οικιακή βοηθό πληρώνονταν από τον κοινό λογαριασμό. Τον ίδιο μήνα η XXXXX με δική της θέληση και κατόπιν προτροπής του Ενάγοντα μετέβη στην ΣΠΕ Λατσιών όπου μετέφερε το γραμμάτιο της ποσού €23.000 στο όνομα της Εναγομένης για κάλυψη των εξόδων της αφού η Εναγόμενη είχε αναλάβει πλήρως την φροντίδα και την συντήρηση της XXXXX. Τα χρήματα παραμένουν μέχρι και σήμερα κατατεθειμένα στο όνομα της Εναγόμενης. Ήταν επιπλέον η θέση της Εναγομένης ότι η μεταβίβαση της οικίας έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας και επιθυμίας της XXXXX για την στοργή και αγάπη και φροντίδα που η Εναγόμενη της παρείχε. Υπέγραψε, είπε, την Δήλωση Μεταβίβασης με πλήρη επίγνωση του τι υπέγραφε και γνώριζε πολύ καλά το περιεχόμενο της ενώ κατανοούσε τις συνέπειες των πράξεων της. Ο κ. XXXXX Τσίγκης ανέφερε ότι είναι Κτηματολογικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Κατέθεσε την Δήλωση Μεταβίβασης δια Δωρεάς με αρ. Δ.577/09 και εξήγησε την διαδικασία που ακολουθείται από το Κτηματολόγιο σε τέτοιες περιπτώσεις. Όπως είπε, για να γίνει η πράξη πρέπει να κριθεί από τον υπεύθυνο του Κλάδου Αποδοχής ότι υπάρχει δικαιοπρακτική ικανότητα και σωστή αντίληψη τόσο του δικαιοδόχου όσο και του δικαιοπαρόχου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου τα πιο κάτω αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων και άρα καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου: - Η XXXXX είχε τρία παιδιά, τον Ενάγοντα, την Εναγόμενη και τον XXXXX Κώστα. - Η XXXXX απεβίωσε την 1.3.
  4. - Ο Ενάγοντας διορίστηκε Διαχειριστής της περιουσίας της XXXXX την 12.7.
  5. - Από την ακίνητη περιουσία που η XXXXX κατείχε στο χωριό Μύρτου έκαστο παιδί έλαβε 1/3 μερίδιο. - Με την Δήλωση Μεταβίβασης Δ.577/09 το Ακίνητο μεταβιβάστηκε στο όνομα της Εναγομένης. Προχωρώ τώρα στην ξεχωριστή αξιολόγηση εκάστου μάρτυρα. Ο Ενάγοντας δεν με έπεισε στην όλη εκδοχή που προσπάθησε να προωθήσει. Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε με όλα τα επιχειρήματα να πείσει ότι οι επίδικες πράξεις ήσαν άκυρες, προβάλλοντας ισχυρισμούς προς πολλές κατευθύνσεις σε μία προσπάθεια να πετύχει στην αγωγή του. Παραθέτω ενδεικτικά τα πιο κάτω από την μαρτυρία του: - Εξέφρασε την πεποίθηση ότι «υπάρχει μεγάλη πιθανότητα» η Εναγομένη να πλαστογράφησε την υπογραφή της μητέρας τους. Ο τρόπος με τον οποίο τέθηκε ο ισχυρισμός καταδεικνύει και την ευκολία με την οποία αποδίδει παρανομίες στην Εναγόμενη χωρίς αυτές να εδράζονται επί γεγονότων. Ούτως ή άλλως, αν πράγματι πίστευε ότι υφίστατο τέτοια πιθανότητα, θα ήταν λογικό να διόριζε κάποιον ειδικό γραφολόγο να το διερευνήσει, πράγμα που δεν έπραξε. Μάλιστα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα φαίνεται ότι εν τέλει δεν επέμενε στην θέση περί πλαστογραφίας. Τέτοια μομφή, όμως, είναι σοβαρή αφού αποδίδει στην Εναγόμενη την διάπραξη ποινικού αδικήματος και δεν προκαλεί καλή εντύπωση η ευκολία με την οποία εκστομίστηκε και δικογραφήθηκε. - Επίσης ενδεικτικό του ότι δεν υπήρχε σταθερή θέση από πλευράς Ενάγοντα είναι το ότι ακόμα και κατά την μαρτυρία του έλεγε ότι «.σε περίπτωση που αποδειχθεί» ότι τα έγγραφα φέρουν την υπογραφή της XXXXX, τότε προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Εναγομένη εκμεταλλεύτηκε την πνευματική ανικανότητα της μητέρας της. Μόνο από τον τρόπο που τίθεται η θέση αυτή προκύπτει και η έλλειψη βαρύτητας της. - Ενώ δέχτηκε ότι ο ίδιος προέτρεψε την XXXXX να κάνει κοινό λογαριασμό με την Εναγόμενη κατά την ακρόαση το παρουσίασε ότι ήταν υλοποίηση ενός σχεδίου από μέρους της Εναγομένης. - Όλες οι περιγραφές για την κατάσταση της μητέρας του ήταν γενικές και αόριστες χωρίς αναφορά σε ημερομηνία ή συγκεκριμενοποίηση χρόνου ώστε να υπάρξει σύνδεση με τον χρόνο που τελέστηκαν οι επίδικες πράξεις. - Θέση του ήταν ότι δεν χρειάζεται γιατρός για να εξηγήσει αυτό που έβλεπε στην κατάσταση της μητέρας του. Ταυτόχρονα, όμως, δέχτηκε ότι η κατάσταση της δεν ήταν συνέχεια η ίδια. - Σε ερώτηση πότε άρχισε η συμπεριφορά η XXXXX να δείχνει πρόβλημα απάντησε «από την μέρα που έγινε η μεταβίβαση του δευτερουθκιού πάνω στην μητέρα και την αδελφή μου». Η απάντηση αυτή με οδηγεί στο ότι απαντούσε ανάλογα με το τι θεωρούσε ότι προωθούσε την εκδοχή του. Ούτως ή άλλως, πρέπει να σημειωθεί ότι θέση του στην κυρίως εξέταση ήταν ότι για την μεταβίβαση του γραμματίου έμαθε μετά από τον θάνατο της XXXXX, άρα πως ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά την χειροτέρευση της κατάσταση της σε συνάρτηση με κάτι που δεν γνώριζε κατά τον χρόνο που έγινε;. - Παρά δε την πιο πάνω θέση του, σε άλλο στάδιο είπε ότι εκείνο που εννοούσε δεν είναι ότι κατά την μεταβίβαση του λογαριασμού η XXXXX δεν ήταν καλά στα λογικά της, αλλά ότι δεν μπορούσε να περπατήσει. - Την θέση του ότι η μεταβίβαση του Ακινήτου έγινε χωρίς την κατανόηση της XXXXX στήριξε σε άλλο σημείο στο ότι δεν πιστεύει ότι η μητέρα του θα έκανε κάτι χωρίς να τον ρωτήσει. Αυτό οδηγεί και στο ότι η μητέρα του στον επίδικο χρόνο ήταν, κατά την άποψη του, σε θέση να τον ρωτήσει. - Ενώ δεν δεχόταν ότι το βάρος της καθημερινής φροντίδας της XXXXX το ανέλαβε η Εναγομένη ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ο ίδιος δεν γνώριζε καν ποιος ήταν ο γιατρός που την παρακολουθούσε ή τι φάρμακα λάμβανε η μητέρα του ήταν επειδή «μετά τον θάνατο της μητέρας μου, εξαφανίσαν τα ούλλα». Η απάντηση αυτή δείχνει και την καχυποψία του Ενάγοντα και την προσπάθεια του να αποδώσει αρνητικά κίνητρα στην Εναγομένη για όλες τις πράξεις. - Το ίδιο προκύπτει και από το ότι, σε σχέση με το επεισόδιο που κατανάλωσε περισσότερα χάπια η μητέρα του, είπε ότι «πρέπει να την έδωσε το κουτί (η Εναγομένη) και να πήγε διακοπές». Επιπλέον σε σχέση με την χρονική περίοδο αυτή θα πρέπει να σημειωθεί ότι όταν έφυγε η Εναγόμενη για κρουαζιέρα η XXXXX διέμενε μόνη της, άρα προφανώς όλα τα παιδιά θεωρούσαν ότι ήταν σε θέση να φροντίζει τον εαυτό της. Επίσης σημειώνω ότι και μετά το επεισόδιο αυτό η XXXXX συνέχισε να διαμένει μόνη της μέχρι το 2009 που ήρθε η οικιακή βοηθός. - Παρά το ότι ο Ενάγοντας επέμενε ότι βοηθούσε ο ίδιος την μητέρα του, σε ερώτηση που του τέθηκε να διευκρινίσει τι βοήθεια παρείχε είπε ότι όταν υπήρχε κανένα πρόβλημα το διόρθωναν. Αυτό ενισχύει την θέση ότι τα ζητήματα της καθημερινότητας τα είχε αναλάβει η Εναγομένη. Αξιολογώντας την μαρτυρία της Δρος XXXXX Αζίνα αυτή δεν θα εξεταστεί ως εμπειρογνώμονας αφού δεν προέβη σε παράθεση τέτοιας μαρτυρίας. Ουσιαστικά το μοναδικό που η Μ.Ε.2 ήταν σε θέση να αναφέρει ήταν ότι έκανε εισαγωγή της Μαρο XXXXX ύλλας την 30.8.2007 στο Νοσοκομείο και τίποτε πέραν τούτου. Συνεπώς από την μαρτυρία της Μ.Ε.2 το μόνο εύρημα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η ορθή ημερομηνία εισαγωγής είναι 30.8.2007 και όχι αυτή που αναγράφεται στο πιστοποιητικό Τεκμήριο
  6. Η Δρας XXXXX Πολυνείκη έδωσε μαρτυρία υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από την Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο αυτή έχει τα σχετικά προσόντα για να θεωρηθεί όντως εμπειρογνώμονας, και να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας της. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation

(2013)1 Α.Α.Δ.543 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34) Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την XYZ and Others v, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας». Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Η Μ.Ε.3 είπε ότι είναι Ειδική Ψυχίατρος από το
  1. Είναι απόφοιτος ιατρικής από το Πανεπιστήμιο Αθηνών με ειδικότητα στην Ψυχιατρική από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από τα πιο πάνω καταλήγω ότι μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας για το ζήτημα που έδωσε μαρτυρία. Παρά τα πιο πάνω, όμως, η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.3 προβληματίζει. Όπως είπε, υπηρέτησε στα Λατσιά από τον Οκτώβριο 2010 μέχρι και το καλοκαίρι του 2011 και τότε ήταν που η XXXXX ήταν υπό την παρακολούθηση της. Δέχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να πει πως ήταν η κατάσταση της XXXXX τον Ιανουάριο 2009 που είναι και ο ουσιώδης χρόνος για σκοπούς της παρούσης. Τα όσα ανέφερε, πέραν των ακαδημαϊκών επεξηγήσεων ως προς την νόσο, στήριξε σε απόψεις συναδέλφων της. Αυτούς όμως δεν τους κατονόμασε, ούτε και κατέθεσε στο Δικαστήριο οποιεσδήποτε καταγραφές αυτών στον ιατρικό φάκελο της XXXXX. Μάλιστα και σε σχέση με τα όσα πληροφορήθηκε από σημειώσεις των συναδέλφων της η μαρτυρία ήταν αόριστη, χωρίς συγκεκριμένες αναφορές στον επίδικο χρόνο. Έχοντας υπόψιν και τα όσα αναφέρονται στο αρ. 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 σημειώνω ότι διεφάνη κατά την κυρίως εξέταση της Μ.Ε.2 ότι ο ιατρικός φάκελος της XXXXX βρίσκετο στην κατοχή του Ενάγοντα. Αυτό οδηγεί στο ότι η πλευρά του Ενάγοντα ήταν σε θέση να προσκομίσει καλύτερη μαρτυρία, κλητεύοντας τους γιατρούς που είχαν όντως την φροντίδα της XXXXX κατά τον επίδικο χρόνο, ή καταθέτοντας τον φάκελο ώστε να γνωρίζει η άλλη πλευρά ποιοι ήσαν αυτοί οι ιατροί και τι ακριβώς έλεγαν, αλλά δεν το έπραξε. Αυτό αποστέρησε από την πλευρά της Εναγομένης το δικαίωμα να αντικρούσει την μαρτυρία ή να ζητήσει έστω την αντεξέταση των θεράποντων ιατρών στις απόψεις των οποίων στηρίχθηκε η Μ.Ε.
  2. Συνεπώς κατάληξη μου αποτελεί ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.3 μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε σχέση με την χρονική περίοδο για την οποία η ίδια είχε προσωπική γνώση και δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτήν κάποιο εύρημα σε σχέση με την νοητική κατάσταση ή την ευρύτερη κατάσταση της υγείας της XXXXX κατά τον Ιανουάριο
  3. Η κα XXXXX Κώστα έδωσε μίαν ανεπιτήδευτη μαρτυρία από την οποία όμως μπορεί να αντληθεί απλώς το ότι τα Χριστούγεννα 2008 η XXXXX είχε ήδη αρχίσει να ξεχνά. Δεν μπορεί, όμως, η μαρτυρία αυτή να αντικαταστήσει την απαραίτητη επιστημονική μαρτυρία. Όσον αφορά στην Εναγόμενη μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα που προσπάθησε να είναι ειλικρινής. Τα όποια κενά στην μαρτυρία της ενισχύουν τον αυθορμητισμό με τον οποίο απαντούσε. Ειδικότερα σημειώνω τα εξής: - Η Εναγόμενη έδωσε αυθόρμητες απαντήσεις και πειστικές εξηγήσεις αναφορικά με τις αναλήψεις που παρουσιάζονται στον κοινό λογαριασμό Τεκμήριο
  4. - Έπεισε ότι ο Ενάγοντας δεν συνέβαλλε στις καθημερινές ανάγκες της μητέρας τους εκτός όταν η XXXXX έσπασε το πόδι της και η Εναγόμενη δεν μπορούσε να την πάρει μόνη της στον ιατρό. Αυτό ούτως ή άλλως προέκυψε και από την μαρτυρία του Ενάγοντα. - Σημειώνω την θέση της Εναγομένης ότι περί το τέλος του 2008 η XXXXX είχε «ήπιας μορφής άνοια» και επέμενε ότι στο μυαλό η XXXXX ήταν πολύ καλά. Δεδομένου ότι μέχρι και τότε η XXXXX διέμενε μόνη της χωρίς καν την οικιακή βοηθό θεωρώ ότι η θέση αυτή είναι λογική, παρά τις αναφορές της Μ.Ε.4 ότι τα Χριστούγεννα 2008 η αποβιώσασα ξεχνούσε. - Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα στην αγόρευση του εισηγείται ότι στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη προβάλλει την θέση ότι της ανήκουν τα μετρητά τα οποία έλαβε ως ένδειξη στοργής και αγάπης από την μητέρα της. Με κάθε σεβασμό προς τον κ. Μετζίτικο, στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης προβάλλεται με σαφήνεια η θέση ότι το ποσό των €23.000 μεταφέρθηκε επ'ονόματι της Εναγομένης «με μοναδικό σκοπό την κάλυψη των εξόδων συντήρησης, διατροφής, φροντίδας και γενικά όλα τα έξοδα που ήταν αναγκαία για την κάλυψη των στοιχειοδέστερων αναγκών διατροφής και συντήρησης» της μητέρας της. Μάλιστα καλή εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι η Εναγομένη διατήρησε τον λογαριασμό ανέπαφο, παρά το γεγονός ότι όντως κάλυπτε τα έξοδα της μητέρας της. Ο δε κοινός λογαριασμός παρουσιάζει επίσης πιστωτικό υπόλοιπο. Δέχομαι, συναφώς την θέση της ότι από την αρχή είπε στα αδέλφια της ότι το γραμμάτιο ήταν στην διάθεση τους αλλά συμφώνησαν όλοι να περιμένουν την λήξη του για να το εισπράξουν. Τα πιο πάνω δεν συνάδουν με πράξεις ατόμου που είχε σκοπό την απόσπαση των χρημάτων. - Όταν ρωτήθηκε η Εναγομένη πως και δεν γνώριζε κανείς για την μεταβίβαση του σπιτιού στο όνομα της αυθόρμητα απάντησε ότι «δεν το ήξεραν γιατί ο XXXXX ήταν να την λάμνει» αλλά και ότι η XXXXX φοβόταν τον γιο της. Δέχτηκε επίσης ότι ήταν λάθος το να μην το ξέρουν αλλά έπεισε ότι αυτό επιθυμούσε η μητέρα της. Ο κ. XXXXX Τσίγκης έδωσε μία τυπική μαρτυρία υπό την υπηρεσιακή του ιδιότητα. Δεν ήταν το άτομο που έκανε την επίδικη πράξη, συνεπώς τα όσα ανέφερε αποδέχομαι μόνο ως προς το ότι αυτή ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η διαδικασία που ακολουθείτο από το Κτηματολόγιο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η XXXXX κατάγετο από το χωριό Μύρτου και ήταν μητέρα 3 παιδιών, του Ενάγοντα, της Εναγομένης και του κ. XXXXX Κώστα. Ο σύζυγος της απεβίωσε την 25.2.1976 και η XXXXX εργάζετο ως καθαρίστρια σε σχολεία και ανέλαβε πλήρως την φροντίδα των παιδιών της, βοηθώντας τους όπου μπορούσε. Διέμενε μόνη την σε οικία στα Λατσιά μέχρι και τον Απρίλιο 2009 που άρχισε να διαμένει μαζί της οικιακή βοηθός. Η XXXXX απεβίωσε την 1.3.2011 και χορηγήθηκαν έγγραφα διαχειρίσεως της περιουσίας της στον υιό της Ενάγοντα την 12.7.
  5. Η XXXXX ήταν ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας στο χωριό Μύρτου (Τεκμήριο 1), ενός σπιτιού στα Λατσιά με αρ. εγγραφής XXXXX Φ/Σχ.30.23.Ε1 τεμ. XXXXX και ενός γραμματίου στην ΣΠΕ Λατσιών με αρ. λογαριασμού XXXXX854-6 (Τεκμήριο 2) όπου είχε κατατεθειμένο κατά την 14.1.2009 το ποσό των €23.003,
  6. Την καθημερινή φροντίδα της XXXXX είχε η θυγατέρα της Εναγομένη ενώ τα άλλα δύο παιδιά της την επισκέπτονταν όταν μπορούσαν. Από το 2004, και κατόπιν προτροπής του Ενάγοντα, ανοίχθηκε ο κοινός λογαριασμός στην ΣΠΕ Λατσιών με αρ. 2013731 (Τεκμήρια 3 και 9) στο όνομα της XXXXX και της Εναγομένης ώστε να μπορεί η Εναγόμενη να καλύπτει τα έξοδα της XXXXX. Τον Αύγουστο 2007 η Εναγόμενη πήγε ταξίδι και έβαλε ένα χαρτί με κολλημένα επ' αυτού χάπια για κάθε δόση που η XXXXX έπρεπε να λάβει. Η XXXXX από λάθος κατανάλωσε μεγαλύτερη δόση φαρμάκων απ' ότι έπρεπε και την μετέφεραν στο Νοσοκομείο όπου παρέμεινε για ένα βράδυ (Τεκμήριο 7). Την επομένη επέστρεψε στο σπίτι της όπου συνέχισε να διαμένει μόνη της μέχρι και τον Απρίλιο 2004 που εργοδοτήθηκε η οικιακή βοηθός. Την 14.1.2009 η XXXXX μετέβη στην ΣΠΕ Λατσιών όπου υπέγραψε έγγραφα για μεταφορά του ποσού των €23.000 από το γραμμάτιο στο όνομα της Εναγομένης για σκοπούς κάλυψης των εξόδων της, περιλαμβανομένης και της οικιακής βοηθού. Την 12.2.2009 η XXXXX και η Εναγόμενη μετέβησαν στο Κτηματολόγιο όπου η XXXXX υπέγραψε την Δήλωση Μεταβίβασης Δ.577/09 Τεκμήριο 11 μεταβιβάζοντας το Ακίνητο στο όνομα της Εναγόμενης. Τον Μάιο 2009 η XXXXX χτύπησε το πόδι της και χειρουργήθηκε αλλά παρέμεινε στο κρεββάτι μέχρι και τον θάνατο της. Μετά που απεβίωσε τα τρία αδέλφια συναντήθηκαν και συμφώνησαν να μεταβιβάσουν την περιουσία στο χωριό Μύρτου από 1/3 μερίδιο έκαστος. Η Εναγόμενη τους ανέφερε ότι τα λεφτά του γραμματίου βρίσκονταν κατατεθειμένα ακόμα αλλά ότι το γραμμάτιο έληγε τον Ιούλιο και συμφώνησαν να αναμένουν την λήξη του. Τότε ο Ενάγοντας ρώτησε τι θα γίνει με το σπίτι της μητέρας τους και η Εναγόμενη του είπε ότι της το είχε μεταβιβάσει από το
  7. Ο Ενάγοντας αποχώρησε χωρίς να πει οτιδήποτε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα προκύπτει ότι η θέση για πλαστογραφία έχει εγκαταλειφθεί. Ούτως ή άλλως δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε τέτοια πλαστογραφία από μέρους της Εναγομένης. Επιπλέον, όσον αφορά στο ποσό του γραμματίου, θέση της Εναγομένης ήταν ότι αυτό μεταφέρθηκε στο όνομα της μόνο για σκοπούς κάλυψης εξόδων της XXXXX και όχι για να αποτελέσει ιδιοκτησία της ιδίας. Δήλωσε και η ίδια ότι αυτό είναι στην διάθεση των κληρονόμων ώστε να διανεμηθεί ως μέρος της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας της. Παραμένει, συνεπώς, προς εξέταση μόνο η βάση αγωγής για ακυρότητα της μεταβίβασης του Ακινήτου λόγω του ότι η XXXXX ήταν ψυχικά ανίκανη να διαχειριστεί την περιουσία και τις υποθέσεις της. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η Εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε την πνευματική και σωματική ανικανότητα της XXXXX για να προσπορίσει ίδιον όφελος και ότι η υπογραφή αποσπάσθηκε μετά από ψυχική πίεση. Όπως αναφέρεται στο αρ. 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες που καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Τέτοια συναίνεση, σύμφωνα με το αρ. 14 θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Το αρ. 16 του Κεφ. 149 αναφέρει τα εξής: «Ορισμός "ψυχικής πίεσης" 16
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου». Όπως φαίνεται από ανάγνωση των πιο πάνω προνοιών υπάρχουν δύο γενικές κατηγορίες υποθέσεων, ήτοι αυτές όπου κάποιο πρόσωπο έχει «πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου, και αυτές όπου κάποιο πρόσωπο «καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη» για κάποιο από τους λόγους που αναγράφονται στο άρθρο. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανία Κώστα Πουλλά
(2004)1Β Α.Α.Δ.961: «Η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης (άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149). Σύμφωνα με το άρθρο 14(β) η συναίνεση είναι ελεύθερη όταν δεν είναι αποτέλεσμα άσκησης ψυχικής πίεσης, η απόδειξη της οποίας οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση (άρθρο 20
(1)του Κεφ. 149. Βλέπε ακόμα Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη, Π.Ε. 10433, ημερ. 28.5.2002). Η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1 Α.Α.Δ. 750). Το άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149, προνοεί ότι σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης (άρθρο 16
(2)του Κεφ.149. Βλέπε επίσης Δημητρίου κ.ά. ν. Κωνσταντινίδη, Π.Ε. 10792, ημερ. 10.10.2002). Η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555, Chitty on Contract, General Principles, 27η έκδοση, παραγρ. 7-024). Οι συμβάσεις που είναι ακυρώσιμες λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει ακριβώς μια τέτοια ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Στη δεύτερη περίπτωση όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να δείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την ακύρωση της σύμβασης, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226). Όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση όπου η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, ο διάδικος ο οποίος λαμβάνει το όφελος βαρύνεται να αποδείξει ότι η δωρεά δεν έχει εξασφαλιστεί λόγω ψυχικής πίεσης (βλέπε άρθρο 16
(3)του Κεφ.149 και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, ανωτέρω). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πρόσωπο αυτό τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου που μπορεί να επηρεαστεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του (Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602). Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε ([1985] Α.C. 686, 704, relying on a Privy Council decision on the Indian Contracts Act, Poosathurai v. Kannappa Chettiar [1919] L.R. 47 Ind. App.1) ή όπως τέθηκε από τον Nourse L.J. στην υπόθεση Goldsworthy v. Brickell [1987] Ch. 378, 401, το τεκμήριο παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Κατά το δίκαιο της επιείκειας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης είχε πρόθεση να εξασφαλίσει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος, που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Allcard v. Skinner 56 L.J. Ch. 1052 η αρχή αυτή αποτελεί εμπόδιο στη συνείδηση του δωρεοδόχου, που προκύπτει από την έντιμη συμπεριφορά. Ως αποτέλεσμα η αρχή αυτή επεκτείνεται όχι μόνο σε υποθέσεις άσκησης πίεσης, αλλά και σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες η επιρροή αποκτάται και της γίνεται κατάχρηση, όπου η εμπιστοσύνη επιδεικνύεται και προδίδεται (Smith v. Kay [1859] 7 H.L.C. 750, 779). Αν δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, όπως αυτή στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ο συμβαλλόμενος που αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης θα πρέπει να αποδείξει τη ψυχική πίεση (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, ούτως ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί, (Smith v. Kay, ανωτέρω, Bank of Montreal v. Stuart [1911] A.C. 120. Βλέπε επίσης Coldunell Ltd v. Gallon and another [1986] 1 All E.R. 429). Η επίδραση τεκμαίρεται αν οι συμβαλλόμενοι ήταν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε ορισμένου τύπου σχέση εμπιστοσύνης (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Όταν η σύμβαση αποδειχθεί ότι είναι επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν ο ενάγων αποδείξει ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης (Tufton v. Sperni [1952] 2 T.L.R. 516, 522). Το τεκμήριο εφαρμόζεται σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται, κυριαρχία από το ένα πρόσωπο επί του άλλου (Huguenin v. Baseley [1807] 14 Ves. 286). Για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1929] A.C. 127, 135). Ο συνηθέστερος τρόπος απόδειξης του πιο πάνω είναι ότι ο δωρητής είχε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή (Morley v. Loughnan [1893] 1 Ch. 736, 752). Σε υποθέσεις αυτού του είδους εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι το καθήκον που προκύπτει από τη σχέση εμπιστοσύνης έχει εκπληρωθεί. Τι συνιστά εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος εξαρτάται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά γενικά το καθήκον αυτό απαιτεί ότι το πρόσωπο που υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει επηρεαστεί ήταν σε θέση να διαμορφώσει ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη κρίση (Lloyd΄s Bank Ltd v. Bundy [1974] 3 All E.R. 757)». Δεδομένης της σχέσης μητέρας και θυγατέρας, ειδικά αφού η Εναγομένη είχε αναλάβει την καθημερινή φροντίδα της XXXXX, η ειδική σχέση υπήρχε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η πνευματική ικανότητα της XXXXX κατά τον Ιανουάριο 2009 ήταν επηρεασμένη λόγω ασθένειας. Η διάγνωση με ήπιας μορφής άνοιας ή το ότι τα αμέσως προηγούμενα Χριστούγεννα ξεχνούσε δεν είναι από μόνα τους αρκετά για να οδηγήσουν σε εύρημα τέτοιας ανικανότητας. Ειδικά αν ληφθεί υπόψιν ότι η XXXXX μέχρι και τον Απρίλιο 2009 διέμενε μόνη της και αυτοφροντίζετο. Συνεπώς η βάση αυτή δεν μπορεί να πετύχει και παραμένει μόνο να εξεταστεί αν υπήρξε ψυχική πίεση από πλευράς της Εναγομένης προς την XXXXX για μεταβίβαση του Ακινήτου επ' ονόματι της. Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση, όπως αναφέρεται στην Νομολογία πιο πάνω, εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν ιδιαίτερα επαχθής για την XXXXX, δηλαδή να ήταν τόσο μεγάλη δωρεά που να μην δικαιολογείται από την συγγένεια. Εν προκειμένω η Εναγομένη έπεισε ότι είχε σχεδόν αποκλειστικά και καθημερινά την φροντίδα της μητέρας της. Έπεισε, όπως φαίνεται και από την αξιολόγηση πιο πάνω, ότι η XXXXX είχε κατανόηση του τι έπραττε και αποτέλεσε δική της επιθυμία να μεταβιβάσει το Ακίνητο στην θυγατέρα της. Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί ότι κατά τον χρόνο της υπογραφής της Δ.577/09 η XXXXX τελούσε υπό την ψυχική πίεση της Εναγομένης εν τη εννοία του Νόμου και κατάληξη μου αποτελεί ότι η συναίνεση της XXXXX στην μεταβίβαση του Ακινήτου ήταν ελεύθερη. Έπεται πως η αγωγή σε σχέση με το Ακίνητο δεν μπορεί να πετύχει. Όσον αφορά στο ποσό του γραμματίου με αρ. XXXXX9073 με αριθμό λογαριασμού XXXXX32-01 που βρίσκεται κατατεθειμένο στην Ελληνική Τράπεζα καθώς και το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού όψεως με αρ. XXXXX3731 εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Εναγόμενη διατάσσεται να μεταφέρει τα ποσά αυτά στην διαχείριση της αποβιωσάσης. Δεδομένου ότι η Εναγόμενη είχε εκφράσει την ετοιμότητα της να προσφέρει τα χρήματα αυτά στα αδέλφια της εξ αρχής, δεν θεωρώ ότι η έκδοση του πιο πάνω διατάγματος επηρεάζει την έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα, τα οποία επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ της Εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.