← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέας Δράκος & Υιός Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5977/12, 28/1/2020

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέας Δράκος & Υιός Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5977/12, 28/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A358 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5977/12 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες και

  1. Ανδρέας Δράκος & Υιός Λτδ
  2. XXXXX Δράκος
  3. XXXXX Δράκος Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου, 2020 Για τους Ενάγοντες: κα Δ. Καρή Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: κ. Γ. Χριστοφίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, όπως αυτό διαμορφώθηκε, οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 ποσό €118.044,74 πλέον τόκους και διατάγματα για πώληση ενυπόθηκων ακινήτων. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως, είναι η θέση των Εναγόντων ότι δυνάμει Συμφωνίας ημερ. 6.8.2010 οι Ενάγοντες συμφωνήσαν να παρέχουν δάνειο τακτής προθεσμίας στους Εναγόμενους αρ. 1 ύψους €140.
  4. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν προς τους Ενάγοντες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ. 1 προς τους Ενάγοντες, ο δε Εναγόμενος αρ. 2 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων κτήματα του δυνάμει των XXXXX/01 και XXXXX/
  5. Ο λογαριασμός των Εναγομένων αρ. 1 παρουσίαζε καθυστερήσεις και οι Ενάγοντες ενημέρωσαν επανειλημμένα προς τούτο τους Εναγόμενους αλλά αυτοί παρέλειψαν να ανταποκριθούν με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να τερματίσουν την Συμφωνία την 20.2.
  6. Με την τροποποιημένη Υπεράσπιση του οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 (πιο κάτω αναφερόμενοι ως «οι Εναγόμενοι») αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων. Είναι η θέση τους ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 αποτάθηκαν στους Ενάγοντες για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων ο Εναγόμενος αρ. 2, όμως, υπέγραψε εγγύηση και υποθήκευσε τα ακίνητα του κατόπιν πίεσης των Εναγόντων και υπό την απειλή ότι δεν θα παραχωρούσαν το δάνειο στους Εναγόμενους αρ.
  7. Οι Ενάγοντες, ισχυρίζονται, καταχράστηκαν την δεσπόζουσα θέση τους επιβάλλοντας όρο για μεταβολή του επιτοκίου και τόκο υπερημερίας ενώ δεν επεξήγησαν τους όρους του δανείου στους Εναγόμενους επαρκώς. Οι Ενάγοντες επωφελούμενοι την θέση ισχύος τους έναντι των Εναγομένων ανάγκασαν αυτούς να υπογράψουν τις συμφωνίες χωρίς να τους επεξηγηθούν οι όροι αλλά και διαβεβαιώνοντας τους ότι οι όροι ήταν διαδικαστικού χαρακτήρα. Ο Εναγόμενος αρ. 2 βασίστηκε για να παραχωρήσει εγγύηση στο ότι, σε περίπτωση όπου οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους, οι Ενάγοντες θα έπαιρναν τα ακίνητα και τα ασφαλιστικά δικαιώματα και άρα θα υπερκαλύπτετο η οφειλή. Με την τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων όπως αυτοί προβάλλονται στην Υπεράσπιση τους και αναφέρουν ότι οι Εναγόμενοι είχαν κάθε ευκαιρία να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή της Συμφωνίας και ότι υπέγραψαν αυτήν με ελεύθερη βούληση. Η αγωγή εναντίον του Εναγομένου αρ. 3 αποσύρθηκε στις 4.6.2013 και η ακρόαση προχώρησε μόνο για τους Εναγόμενους αρ. 1 και
  8. Κατά την ακρόαση της αγωγής εκ μέρους των Εναγόντων μαρτυρία έδωσε ο κ. XXXXX Δημητρίου, ο κ. XXXXX Βανέζης και ο κ. XXXXX Μοδέστου. Εκ μέρους των Εναγομένων δεν προσκομίστηκε μαρτυρία. Σημειώνω επίσης ότι την 12.6.2019 η κα Καρή δήλωσε ότι οι Ενάγοντες δεν επιμένουν σε οτιδήποτε προκύπτει από τις Συμφωνίες Εγγύησης Τεκμήρια 4 και
  9. Επιπλέον οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους σε ποσό €122.446,09 πλέον τόκους προς 8.25% και 2% τόκο υπερημερίας από την μέρα τροποποίησης του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου 160(Ι)/99, ήτοι την 14.9.
  10. Ο κ. XXXXX Δημητρίου ανέφερε ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων οι οποίοι είναι Τραπεζικός Οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Δυνάμει απόφασης ημερ. 9.7.2010 και Συμφωνίας ημερ. 6.8.2010 οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους αρ. 1 δάνειο ύψους €140.
  11. Ο Εναγόμενος αρ. 2, με ενσωματωμένη στο δάνειο εγγύηση, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ. 1 προς του Ενάγοντες μέχρι και του ποσού του δανείου. Η απόφαση για αποδοχή και υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων λήφθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγομένων αρ. 1, το οποίο ενέκρινε τις διευκολύνσεις και εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο αρ. 2 να υπογράψει κάθε αναγκαίο προς τούτο έγγραφο. Επιπλέον δυνάμει εγγυητηρίων εγγράφων ημερ. 5.8.1994 και 15.6.2001 οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ. 1 προς τους Ενάγοντες παρούσες και μελλοντικές, ο δε Εναγόμενος αρ. 2 με τις Υποθήκες αρ. XXXXX/01 και XXXXX/04 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων ακίνητα ιδιοκτησίας του. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 υπέγραψαν Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης επί του ενεργητικού της επιχείρησης και της περιουσίας της ενώ ο Εναγόμενος αρ. 2 εκχώρησε τα δικαιώματα του που απορρέουν από δύο ασφαλιστικά συμβόλαια. Οι Ενάγοντες άνοιξαν τον λογαριασμό με αρ. 0172 - 13 - 005189 ο οποίος παρουσίαζε καθυστερήσεις και οι Ενάγοντες την 20.2.2012 τερμάτισαν την Συμφωνία Δανείου και απαίτησαν πληρωμή του οφειλόμενου ποσού πλέον τόκους. Ο κ. XXXXX Βανέζης ανέφερε ότι εργάζεται στους Ενάγοντες και είναι ο Προϊστάμενος του Τμήματος που ασχολείται με Δικαστικά θέματα. Εξήγησε ότι με το Τεκμήριο 17 συμφωνήθηκε η απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX από τις υποθήκες με αρ. XXXXX/01 και XXXXX/04 έναντι είσπραξης του ποσού των €50.
  12. Το ποσό αυτό κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγομένων αρ.
  13. Οι υποθήκες εξακολούθησαν να είναι σε ισχύ για το άλλο ακίνητο για το ίδιο ποσό. Ο κ. XXXXX Μοδέστου ανέφερε ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων και με τους Εναγομένους είχε επαγγελματική και φιλική σχέση, ενώ χειρίζετο τους λογαριασμούς τους όταν ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων στην περιοχή Καντάρας στο Καϊμακλί. Με τους Εναγόμενους είχε συχνές συναντήσεις σε προσπάθεια να βρεθεί λύση και στο πλαίσιο συνομιλιών επαναλάμβανε το περιεχόμενο, σημασία και όρους των συμφωνιών. Οι δε Εναγόμενοι αντιλαμβάνονταν το περιεχόμενο και είχαν εισηγήσεις και αντιπροτάσεις. Το δάνειο δόθηκε με σκοπό την ομαλοποίηση υφιστάμενων υποχρεώσεων των Εναγομένων αρ. 1 και το ύψος της δόσης, επιτόκιο και τόκοι υπερημερίας είχαν συμφωνηθεί με τους Εναγόμενους. Ήταν η θέση του Μ.Ε.3 ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν και αντιλαμβάνονταν το περιεχόμενο των Συμφωνιών και προχώρησαν με ελεύθερη βούληση και υπέγραψαν αυτές. Η χορήγηση του δανείου έγινε κατόπιν δικού τους αιτήματος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Εν πρώτοις σημειώνω ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1, 2 και 3 παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη αφού καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς Εναγομένων η οποία να την αντικρούσει ή να παραθέσει κάποια διαφορετική εκδοχή. Παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της αντεξέτασης και των τριών μαρτύρων αναλώθηκε σε υποβολές θέσεων, ειδικά σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφτηκαν οι επίδικες Συμφωνίες και την ελεύθερη συναίνεση των Εναγομένων, εντούτοις αυτές παρέμειναν μετέωρες και αναπόδειχτες. Προχωρώντας στην αξιολόγηση ενός εκάστου Μάρτυρα, σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο κ. XXXXX Δημητρίου σημειώνω ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αρκετές ερωτήσεις ένεκα του ότι δεν είχε μαζί του τον φάκελο της υπόθεσης. Τα πλείστα ζητήματα που τέθηκαν, όμως, όπως τα επιτόκια και η απαλλαγή του ενός ακινήτου από τις Υποθήκες προκύπτουν από το περιεχόμενο των συμβάσεων, η ερμηνεία των οποίων αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να τονιστεί ότι θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι το περιθώριο του επιτοκίου δεν άλλαξε από το συμβατικό, ενώ σε σχέση με τους τόκους υπερημερίας υπήρξε μείωση της απαίτησης. Όσον αφορά στις θέσεις που του υποβλήθηκαν για το ότι οι Υποθήκες ήταν προγενέστερες του επίδικου δανείου αλλά και την απαλλαγή των ενός ακινήτου αυτά καλύφθηκαν από την μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 και θα εξεταστούν πιο κάτω. Ο κ. XXXXX Βανέζης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του χαρακτηρίστηκε από σαφήνεια και υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 17, 26 και
  14. Οι υποβολές που τέθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης ως προς το ποίος υπέγραψε το Τεκμήριο 28 δεν στοιχειοθετήθηκαν από μαρτυρία και αποδέχομαι συνεπώς τη θέση του Μ.Ε.2 ότι αυτό υπέγραψε ο Εναγόμενος αρ.
  15. Ο Μ.Ε.2 δέχτηκε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των Συμφωνιών και προέβαινε απλώς σε εικασίες στηριζόμενος στην πρακτική των Εναγόντων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πρακτικό του Δ.Σ. των Εναγομένων αρ. 1 Τεκμήριο 2 καταγράφεται το ότι οι υφιστάμενες Υποθήκες XXXXX/01 και XXXXX/04 θα συνεχίζουν να εξασφαλίζουν το νέο δάνειο. Ο Εναγόμενος αρ. 2, όπως υπέδειξε και ο Μ.Ε.2, είναι μέτοχος και διευθυντής των Εναγομένων αρ. 1 και υπογράφει τόσο το πρακτικό αυτό όσο και το Τεκμήριο
  16. Από αυτά προκύπτει και η γνώση του Εναγομένου αρ. 2 περί του ότι οι Υποθήκες θα εξασφάλιζαν και το νέο δάνειο αλλά και η συγκατάθεση του σε αυτό. Η αντεξέταση του Μ.Ε.3 ήταν επί παντός θέματος χωρίς ουσιαστική εισήγηση ή εκδοχή από πλευράς Εναγομένων. Παρά ταύτα ο Μ.Ε.3 κ. XXXXX Μοδέστου δεν κλονίστηκε και παρέμεινε σταθερός στην θέση του. Ειδικότερα έπεισε ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν άτομο έξυπνο που ασχολείτο και με τα κοινά και αντιλαμβάνετο πλήρως τι συζητείτο αλλά και για το ότι ποτέ δεν είχαν έρθει σε αντιπαράθεση. Αποδέχομαι επίσης την θέση του ότι είχε εξηγήσει τα πάντα με διαφάνεια στους Εναγόμενους και ότι τους είπε ότι εδικαιούντο να λάβουν νομική συμβουλή, θέση η οποία ενισχύεται και από τα ενώπιον μου Τεκμήρια. Σε σχέση με θέματα στα οποία δεν είχε εμπλοκή ο ίδιος η μαρτυρία του μόνο περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να έχει, ενώ όσα αφορούν στα συμφωνηθέντα προκύπτουν από τα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα που θα εξεταστούν πιο κάτω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος στην Κυπριακή Δημοκρατία και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων και μετά την έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγομένων αρ. 1 (Τεκμήριο 2) οι Ενάγοντες με την επιστολή έγκρισης Τεκμήριο 1 ενέκριναν την παροχή δανείου ύψους €140.000 στους Εναγόμενους αρ. 1 με σκοπό την ομαλοποίηση υφιστάμενων οφειλών τους. Την 6.8.2010 υπεγράφη μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων αρ. 1 η Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο
  17. Επί της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 υπάρχει ενσωματωμένη εγγύηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων αρ. 1 από τον Εναγόμενο αρ.
  18. Με την Υποθήκη αρ. XXXXX/01 Τεκμήριο 6 ο Εναγόμενος αρ. 2 υποθήκευσε τα ακίνητα με αρ. εγγραφής Α213 και Α220 για ποσό Λ.Κ.60.000 και με την Υποθήκη αρ. XXXXX/04 Τεκμήριο 7 υποθήκευσε τα ίδια ακίνητα για ποσό Λ.Κ.50.
  19. Με το πρακτικό Τεκμήριο 2 αλλά και την υπογραφή της επιστολής έγκρισης Τεκμήριο 1 ο Εναγόμενος αρ. 2 έλαβε γνώση ότι οι πιο πάνω υποθήκες θα εξακολουθούσαν να εξασφαλίζουν και την Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο
  20. Επιπλέον με τα Τεκμήρια 9 και 10 ο Εναγόμενος αρ. 2 εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων τα δικαιώματα του που απορρέουν από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια με αρ. XXXXX7740 για ποσό Λ.Κ.30.000 και XXXXX2033 για ποσό Λ.Κ.25.000 αντίστοιχα, ενώ οι Εναγόμενοι αρ. 1 ενέγραψαν την κυμαινόμενη επιβάρυνση Τεκμήριο 11 επί της περιουσίας τους. Με απόφαση τους ημερ. 19.6.2008 (Τεκμήριο 17) οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν την απαλλαγή του ακινήτου με αρ. Α220 από τις XXXXX/01 και XXXXX έναντι της καταβολής ποσού €50.000, το οποίο ποσό κατατέθηκε στον λογαριασμό των Εναγομένων αρ. 1 με αρ. XXXXX6351 (Τεκμήριο 26). Οι Εναγόμενοι αρ. 1 με το Τεκμήριο 28 βεβαίωσαν ότι μετά την απαλλαγή του πιο πάνω ακινήτου το ποσό για το οποίο θα ισχύουν οι XXXXX/01 και XXXXX/04 θα εξακολουθούσε να ήταν το αρχικό ποσό για το οποίο συνήφθησαν. Οι Ενάγοντες άνοιξαν τον λογαριασμό με αρ. XXXXX5189 ο οποίος την 20.2.2012 παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €122.406,
  21. Οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγόμενους με την επιστολή Τεκμήριο 18 για την ύπαρξη καθυστερήσεων και τους κάλεσαν να τις διευθετήσουν, ενώ την 20.2.2012 με την επιστολή Τεκμήριο 19 τερμάτισαν την Συμφωνία Δανείου και απαίτησαν πληρωμή του οφειλόμενου ποσού πλέον τόκους. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έκτοτε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κρίνω ορθό όπως εξεταστεί πρώτα η εισήγηση από πλευράς Εναγομένων περί αθέμιτης ψυχικής πίεσης από τους Ενάγοντες προς αυτούς κατά την υπογραφή των Συμφωνιών αφού, εάν γίνει δεκτή, θα επηρεάσει αυτή καθ' εαυτή την εγκυρότητα των Συμφωνιών. Όπως αναφέρεται στο αρ. 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες που καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Τέτοια συναίνεση σύμφωνα με το αρ. 14 θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Το αρ. 16 του Κεφ. 149 αναφέρει τα εξής: «Ορισμός "ψυχικής πίεσης" 16

(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου». Όπως φαίνεται από ανάγνωση των πιο πάνω προνοιών υπάρχουν δύο γενικές κατηγορίες υποθέσεων, ήτοι αυτές όπου κάποιο πρόσωπο έχει «πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου, και αυτές όπου κάποιο πρόσωπο «καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη» για κάποιο από τους λόγους που αναγράφονται στο άρθρο. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανία Κώστα Πουλλά
(2004)1Β Α.Α.Δ.961: «Η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης (άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149). Σύμφωνα με το άρθρο 14(β) η συναίνεση είναι ελεύθερη όταν δεν είναι αποτέλεσμα άσκησης ψυχικής πίεσης, η απόδειξη της οποίας οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση (άρθρο 20
(1)του Κεφ. 149. Βλέπε ακόμα Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη, Π.Ε. 10433, ημερ. 28.5.2002). Η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1 Α.Α.Δ. 750). Το άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149, προνοεί ότι σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης (άρθρο 16
(2)του Κεφ.149. Βλέπε επίσης Δημητρίου κ.ά. ν. Κωνσταντινίδη, Π.Ε. 10792, ημερ. 10.10.2002). Η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555, Chitty on Contract, General Principles, 27η έκδοση, παραγρ. 7-024). Οι συμβάσεις που είναι ακυρώσιμες λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει ακριβώς μια τέτοια ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Στη δεύτερη περίπτωση όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να δείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την ακύρωση της σύμβασης, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226). Όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση όπου η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, ο διάδικος ο οποίος λαμβάνει το όφελος βαρύνεται να αποδείξει ότι η δωρεά δεν έχει εξασφαλιστεί λόγω ψυχικής πίεσης (βλέπε άρθρο 16
(3)του Κεφ.149 και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, ανωτέρω). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πρόσωπο αυτό τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου που μπορεί να επηρεαστεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του (Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602). Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε ([1985] Α.C. 686, 704, relying on a Privy Council decision on the Indian Contracts Act, Poosathurai v. Kannappa Chettiar [1919] L.R. 47 Ind. App.1) ή όπως τέθηκε από τον Nourse L.J. στην υπόθεση Goldsworthy v. Brickell [1987] Ch. 378, 401, το τεκμήριο παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Κατά το δίκαιο της επιείκειας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης είχε πρόθεση να εξασφαλίσει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος, που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Allcard v. Skinner 56 L.J. Ch. 1052 η αρχή αυτή αποτελεί εμπόδιο στη συνείδηση του δωρεοδόχου, που προκύπτει από την έντιμη συμπεριφορά. Ως αποτέλεσμα η αρχή αυτή επεκτείνεται όχι μόνο σε υποθέσεις άσκησης πίεσης, αλλά και σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες η επιρροή αποκτάται και της γίνεται κατάχρηση, όπου η εμπιστοσύνη επιδεικνύεται και προδίδεται (Smith v. Kay [1859] 7 H.L.C. 750, 779). Αν δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, όπως αυτή στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ο συμβαλλόμενος που αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης θα πρέπει να αποδείξει τη ψυχική πίεση (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, ούτως ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί, (Smith v. Kay, ανωτέρω, Bank of Montreal v. Stuart [1911] A.C. 120. Βλέπε επίσης Coldunell Ltd v. Gallon and another [1986] 1 All E.R. 429). Η επίδραση τεκμαίρεται αν οι συμβαλλόμενοι ήταν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε ορισμένου τύπου σχέση εμπιστοσύνης (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Όταν η σύμβαση αποδειχθεί ότι είναι επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν ο ενάγων αποδείξει ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης (Tufton v. Sperni [1952] 2 T.L.R. 516, 522). Το τεκμήριο εφαρμόζεται σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται, κυριαρχία από το ένα πρόσωπο επί του άλλου (Huguenin v. Baseley [1807] 14 Ves. 286). Για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1929] A.C. 127, 135). Ο συνηθέστερος τρόπος απόδειξης του πιο πάνω είναι ότι ο δωρητής είχε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή (Morley v. Loughnan [1893] 1 Ch. 736, 752). Σε υποθέσεις αυτού του είδους εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι το καθήκον που προκύπτει από τη σχέση εμπιστοσύνης έχει εκπληρωθεί. Τι συνιστά εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος εξαρτάται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά γενικά το καθήκον αυτό απαιτεί ότι το πρόσωπο που υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει επηρεαστεί ήταν σε θέση να διαμορφώσει ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη κρίση (Lloyd΄s Bank Ltd v. Bundy [1974] 3 All E.R. 757)». Προέχει συνεπώς η εξέταση του πότε θεωρείται ότι το ένα μέρος είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Κεφάλας ν. Νικόλα
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1226 η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία και δεν υπάρχουν στεγανά. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: «Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις. ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε». Όπως φαίνεται από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 πιο πάνω ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν πρόσωπο έξυπνο που είχε ενασχόληση με τα κοινά, επιχειρηματίας. Η λήψη του δανείου αποτελούσε δική του επιθυμία, αφού ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων αρ. 1 (μαζί με τον Εναγόμενο αρ. 3) ενέκριναν τις αιτούμενες διευκολύνσεις και εξουσιοδοτήθηκε μάλιστα ο ίδιος να μεταβεί στα γραφεία των Εναγόντων και να υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο ώστε οι διευκολύνσεις να παραχωρηθούν. Το γεγονός ότι με τον Μ.Ε.3 υπήρχε μία καλή σχέση δεν οδηγεί αυτόματα στο ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 κατά τον χρόνο υπογραφής των εγγράφων τελούσε υπό την ψυχική πίεση των Εναγόντων. Πέραν τούτου, όμως, όπως δέχεται και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 στην αγόρευση του, το τεκμήριο της άσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να εγερθεί μόνο σε περίπτωση όπου η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε ή η σύμβαση τόσο ανισοσκελής. Στην προκειμένη περίπτωση μελέτη των ενώπιον μου Τεκμηρίων καταδεικνύει ότι πρόκειται για μία συνήθη Συμφωνία Δανείου η οποία έγινε με σκοπό την ομαλοποίηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων αρ. 1 με τους Ενάγοντες. Κατ' επέκταση δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπήρχε κάτι το καταφανώς επαχθές για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η γενική αρχή είναι ότι η απόδειξη ισχυρισμού που προβάλλει ένας διάδικος βαρύνει τον ίδιο και εδώ οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν έχουν αποσείσει το βάρος που έφεραν. Όπως αναφέρεται στην Συμφωνία Τεκμήριο 3 το δάνειο θα φέρει επιτόκιο ύψους €8.25% ετησίως. Από την 1.1.2001 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.160(Ι)/99οι Ενάγοντες ήσαν ελεύθεροι να προβούν σε διαφοροποίηση του επιτοκίου εκτός πλέον των προνοιών του Ν.2/77, περιλαμβανομένης και της επιβολής τόκου υπερημερίας ως θα προβλέπετο στη σχετική σύμβαση. Όπως δικαιούντο, συνεπώς, με βάση τη Νομοθεσία αυτή οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους Εναγόμενους όπως το δάνειο χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το Βασικό επιτόκιο της τράπεζας (κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 5,250%) προσαυξημένο κατά 3,000% με κεφαλαιοποίηση 2 φορές ετησίως. Με την επιστολή ημερ. 11.11.2011 Τεκμήριο 19 οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο ύψους €117.574,05 και ότι οι καθυστερήσεις θα επιβαρύνονται επιπρόσθετα με τόκο υπερημερίας 6%. Στην σελ. 2 της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 στην 2η παράγραφο αναφέρεται ότι: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο..., ο Πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας ετησίως από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του στην Τράπεζα. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον Πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά ισχύει». Επιπλέον, με την τροποποίηση του Ν160(Ι)/99 το 2015, εισήχθη πρόνοια για αναδρομική ισχύ σε σχέση με την επιβολή τόκου υπερημερίας. Συγκεκριμένα το αρ. 3
(1)(α) και (β) του Νόμου έκτοτε αναφέρει τα εξής: «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Συνεπώς προκύπτει ότι η απαγόρευση χρέωσης τόκου υπερημερίας πέραν του 2% εφαρμόζεται από την 9.9.2014. Ορθά, συνεπώς, οι Ενάγοντες έχουν περιορίσει την απαίτηση τους στο συμβατικό επιτόκιο πλέον τόκο υπερημερίας προς 2%. Στρεφόμενη τώρα στις υποθήκες είναι γεγονός ότι αυτές συνήφθηκαν πολύ πριν το επίδικο δάνειο. Όμως στην παράγραφο 2 των Τεκμηρίων 6 και 7 ρητά αναγράφεται ότι: «Η υποθήκη αυτή αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση μου προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, είτε έγινε είτε πρόκειται να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλο ή άλλα πρόσωπα». Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους παρέπεμψε στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν T.G. & Sons
(2004)1 Α.Α.Δ.180 με την εισήγηση ότι οι υποθήκες δεν καλύπτουν το επίδικο δάνειο. Η εισήγηση αυτή, όμως, παραβλέπει το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι στην προκειμένη περίπτωση έκαναν ρητή συμφωνία κατά την σύναψη του επίδικου δανείου σε σχέση με την ισχύ των υποθηκών. Συγκεκριμένα το γεγονός αυτό καταγράφεται στην απόφαση / έγκριση Τεκμήριο 1 και αποτέλεσε μέρος των εγκριθέντων από το Δ.Σ. των Εναγομένων αρ. 2 στο Τεκμήριο
  1. Μάλιστα το 2008 με το Τεκμήριο 28 οι Εναγόμενοι βεβαίωναν ότι οι υποθήκες θα συνέχιζαν να υφίστανται για το αρχικό τους ποσό και μετά την απαλλαγή του ενός εκ των ακινήτων. Κατ' επέκταση η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την προαναφερόμενη Νομολογία και αποτελεί κατάληξη μου ότι πρόθεση των ίδιων των Εναγομένων ήταν ότι οι υποθήκες Τεκμήρια 6 και 7 θα εξασφάλιζαν και το επίδικο δάνειο. Στην παράγραφο 1 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρεται ότι: «Νοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπόλοιπου αυτού, οπότε το προναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό». Οι Ενάγοντες όντως απαίτησαν πληρωμή του δανείου πλην όμως οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι. Έπεται πως οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και
  2. Των πιο πάνω δεδομένων εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό €122.446,09 πλέον τόκους επί του ποσού αυτού προς 10.25% ετησίως από 30.6.2012 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές ετησίως την 30.6 και την 31.12 εκάστου έτους. Εκδίδονται επίσης διατάγματα με τα οποία διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX Φ/Σχ.XXI.47.1 Τεμ. XXXXX στην Λευκωσία στην Λευκωσία δυνάμει των Υποθηκών με αρ. XXXXX/01 και XXXXX/
  3. Το προϊόν της πώλησης να κατατεθεί προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους οποιοδήποτε τυχόν περίσσευμα να επιστραφεί στον Εναγόμενο αρ.
  4. Εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι οι Ενάγοντες είναι οι δικαιούχοι των δικαιωμάτων από τα Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με αρ. Συμβ. XXXXX7740 και XXXXX2033 με την εταιρεία Eurolife Ltd. Τα έξοδα της Αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.