HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής:3459/11, 19/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A364 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3459/11 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2020 Για τους Ενάγοντες: κ. Γ Χαραλάμπους Για τον Εναγόμενο: κα Δ. Παπαστεφάνου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον του Εναγομένου δηλώσεις ότι το ποσό των €160.913,47 αποτελεί περιουσία τους, ότι η κατακράτηση του αποτελεί αδικαιολόγητο πλουτισμό σε βάρος των αλλά και ότι το ποσό αυτό αποτελεί αντικείμενο εμπιστεύματος προς όφελος τους. Επιπλέον αξιούν την έκδοση απόφασης με την οποία ο Εναγόμενος να διατάσσεται να καταβάλει το ποσό αυτό στους Ενάγοντες με τόκους και αποζημιώσεις. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως ως τροποποιήθηκε, είναι θέση των Εναγόντων ότι κατά το 1979 στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους δανειοδότησαν τον Κ.Γ.Π. και μέρος του δανείου είχε εξασφαλιστεί με Α Υποθήκη κτημάτων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας με αρ. XXXXX/
- Την 24.3.2003 εξεδόθη απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Κ.Γ.Π. για ποσό Λ.Κ.603.430 πλέον τόκους καθώς και διάταγμα για εκποίηση των ενυπόθηκων κτημάτων. Οι Ενάγοντες επιβάρυναν επιπλέον τα ίδια κτήματα με το memo υπ'αρ. ΕΒ1332/
- Με αίτηση τους αποτάθηκαν για εκπλειστηριασμό των κτημάτων και την 26.7.2009 τα κτήματα κατακυρώθηκαν στους Ενάγοντες έναντι €900.
- Οι Ενάγοντες απαίτησαν την καταβολή του ποσού αλλά ο Εναγόμενος αρνήθηκε να συμμορφωθεί προβάλλοντας αξίωση για αφαίρεση και κατακράτηση του ποσού των €160.913,47 που κατά τον ισχυρισμό του είχε προκύψει σαν φόρος κεφαλαιουχικών κερδών από την καταναγκαστική πώληση των κτημάτων. Παρά τις διαμαρτυρίες των Εναγόντων το αξιούμενο ποσό κατακρατήθηκε. Με την Τροποποιημένη Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων. Αποτελεί δική του δικογραφημένη θέση ότι οι Ενάγοντες ήταν αιτητές στον φάκελο με αρ. ΑΝΠ244/2003 για αναγκαστική πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και ότι αυτά όντως κατακυρώθηκαν στους Ενάγοντες έναντι ποσού €900.
- Μετά τον πλειστηριασμό έγινε η εγγραφή των ακινήτων επ'ονόματι των Εναγόντων και ζητήθηκε ενημέρωση από τις αρμόδιες Αρχές για τυχόν φόρους και τέλη που ενδεχομένως βάραιναν τα κτήματα. Το ύψος των κεφαλαιουχικών κερδών ανέρχετο σε €157.793,30, ποσό το οποίο αφαιρέθηκε μαζί με άλλα τέλη, και οι Ενάγοντες παρέλαβαν την 5.11.2009 επιταγή για ποσό €739.086,
- Ισχυρίζεται ότι έπραξε ορθά και σύννομα καθότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου νομιμοποιείται να ενεργεί και ως διαθέτης ή εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη του ακινήτου. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την 8.7.2016 Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου και εμμένουν στους δικούς τους ισχυρισμούς όπως αυτοί καταγράφονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Είναι η θέση τους ότι η υποχρέωση καταβολής του Φόρου Κεφαλαιουχικών Κερδών βαρύνει τον πωλητή και όχι τους Ενάγοντες και δεν συνιστά εμπράγματο βάρος επί των κτημάτων. Την 11.4.2017 τα ακόλουθα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: «
- Ο Εναγόμενος ενάγεται ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/
- Οι Ενάγοντες είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία στην Κύπρο η οποία λειτουργεί σαν τράπεζα και διεξάγει τραπεζικές εργασίες σ'ολόκληρη την Κύπρο και το εξωτερικό.
- Οι Ενάγοντες ήταν αιτητές στο φάκελο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας με αριθμό ΑΝΠ 244/2003 για αναγκαστική πώληση των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής C/XXXXX, C/XXXXX και C/XXXXX στην ενορία Αρχάγγελος - Ανθούπολη, στη Λακατάμεια (στο εξής τα «Ακίνητα») για όλο το μερίδιο και στα τρία Ακίνητα, δυνάμει υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας με αριθμό Υ5566/
- Ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα την 26.7.2009 οπότε τα Ακίνητα κατακυρώθηκαν στους Ενάγοντες έναντι του συνολικού ποσού €900.
- Την 30.9.2009 και 12.10.2009 οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολές στον Εναγόμενο καλώντας τον όπως τους καταβάλει ολόκληρο το ποσό του εκπλειστηριάσματος, ήτοι €900.
- Ο Εναγόμενος απάντησε στις ανωτέρω επιστολές με δική του επιστολή ημερομηνίας 13.10.
- Οι Ενάγοντες απάντησαν στην ανωτέρω επιστολή του Εναγομένου την 19.10.2009 με νέα επιστολή τους.
- Ο Εναγόμενος απάντησε στην επιστολή ημερομηνίας 19.10.2009 με επιστολή του ημερομηνίας 30.10.
- Την 5.11.2009 οι Ενάγοντες παράλαβαν επιταγή από τον Εναγόμενο για το ποσό των €739.086,53 σεντ.
- Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο την υπ'αριθμό 1599/2009 Προσφυγή προσβάλλοντας την άρνηση του Εναγόμενου να τους καταβάλει τα ποσά που είχε κατακρατήσει.
- Στις 1.3.2011 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή καθότι αποφάσισε πως «κατά πόσο η κατακράτηση του ποσού του φόρου από το εκπλειστηρίασμα ήταν νόμιμη ή όχι, λοιπόν, δεν είναι θέμα δημοσίου αλλά ιδιωτικού δικαίου. Είναι στο Επαρχιακό Δικαστήριο που θα κριθεί ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός της Τράπεζας ότι η κατακράτηση προς πληρωμή φόρου δεν ήταν νόμιμη, με όλες τις διαστάσεις που το θέμα μπορεί να έχει ως προς τις πρόνοιες για τις προτεραιότητες της πληρωμής ή την πρόνοια για πληρωμή του φόρου πριν από την μεταβίβαση».
- Τα Ακίνητα είναι εγγεγραμμένα επ'ονόματι των Εναγόντων». Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία έδωσε ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης ενώ εκ μέρους του Εναγομένου μαρτυρία έδωσαν οι κ.κ. XXXXX Παπαδοπούλου και XXXXX Σιαλής. Ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης ανέφερε ότι εργάζεται στους Ενάγοντες που είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατέχουν άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών από την Κεντρική Τράπεζα της Kύπρου. Με γραπτή συμφωνία με τον Κ.Γ.Π. ημερ. 20.12.1979 συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες παρέχουν στον Κ.Γ.Π πιστωτική διευκόλυνση υπό την μορφή τρεχούμενου λογαριασμού. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω λογαριασμού ο Κ.Γ.Π υποθήκευσε τα Ακίνητα με την υποθήκη με αρ. XXXXX/87 προς όφελος των Εναγόντων. Την 24.2.2003 εξεδόθη απόφαση στην αγωγή αρ. 5530/97 υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Κ.Γ.Π. για ποσό Λ.Κ.603.430 (€1.031.021,37) πλέον τόκους και έξοδα καθώς και διάταγμα για πώληση δια πλειστηριασμού των Ακινήτων. Ακολούθησε αίτηση για αναγκαστική πώληση των Ακινήτων και ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα την 26.7.
- Η πώληση των Ακινήτων κατακυρώθηκε στους Ενάγοντες έναντι ποσού €900.
- Oι Ενάγοντες κάλεσαν τον Διευθυντή του Κτηματολογίου (πιο κάτω αναφερόμενου ως «ο Διευθυντής») να τους καταβάλει το ποσό των €900.000 αλλά αυτός απέκοψε Φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών ύψους €156.320,04 που όφειλε ο Κ.Γ.Π. από το ποσό και κατέβαλε στους Ενάγοντες ποσό €739.086,
- Η κα XXXXX Παπαδοπούλου ανέφερε ότι εργάζεται ως Κτηματολογικός Λειτουργός Β και χειρίζεται μεταξύ άλλων υποθέσεις που αφορούν σε θέματα του Κλάδου Αποδοχής Μεταβιβάσεων και Yποθηκών και του Κλάδου Αναγκαστικών Πωλήσεων. Από τον φάκελο της διαπίστωσε ότι οι Ενάγοντες ήταν αιτητές στον φάκελο με αρ. ΑΝΠ244/03 για αναγκαστική πώληση των ενυπόθηκων Ακινήτων δυνάμει της XXXXX/87, τα οποία πωλήθηκαν σε δημόσιο πλειστηριασμό την 26.7.2009 στους Ενάγοντες έναντι €900.
- Η εγγραφή των Ακινήτων έγινε επ' ονόματι των Εναγόντων αφού εισπράχθηκαν δικαιώματα πώλησης και ακολούθησε η ενημέρωση από τον Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και τους διάφορους Δήμους ως προς φόρους και τέλη που βάρυναν τα Ακίνητα. Τα κεφαλαιουχικά κέρδη ανήλθαν σε €157.793,
- Από το εκπλειστηρίασμα αφαιρέθηκε το ποσό των φόρων και τελών και καταβλήθηκε στους Ενάγοντες το υπόλοιπο ποσό. Ο κ. XXXXX Σιαλής ανέφερε ότι υπηρετεί ως Λειτουργός Εσωτερικών Προσόδων στο Τμήμα Φορολογίας και επιβεβαίωσε την ορθότητα του ποσού των €157.793,30 που προέκυψε ως επιβολή Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών από την αναγκαστική πώληση των Ακινήτων. Όπως είπε, την 30.9.2009 επιβλήθηκε στον Κ.Γ.Π (ιδιοκτήτη των Ακινήτων) η Φορολογία αυτή και ζητήθηκε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό όπως παρακρατηθεί το ποσό. Θέση του αποτέλεσε ότι ορθά παρακρατήθηκε το ποσό από τον Εναγόμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μελετώντας την όλη μαρτυρία θα πρέπει να σημειώσω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα δεν αμφισβητούνται από καμία πλευρά. Εκείνο το οποίο προβάλλει ως επίδικο ζήτημα είναι το ποιον βαραίνει ο Φόρος και κατά πόσο ο Διευθυντής είχε το δικαίωμα να τον παρακρατήσει από το εκπλειστηρίασμα. Πέραν της πιο πάνω γενικής διαπίστωσης, σημειώνω ότι ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δέχτηκε ότι έδιδε μαρτυρία υπό την ιδιότητα ατόμου που είχε προϋπηρεσία στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών λέγοντας ότι οι λειτουργοί που υπογράφουν τις επιστολές έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία. Με ειλικρίνεια ανέφερε ότι η γνώση του προέρχεται από την μελέτη του φακέλου. Σημειώνω, όμως, ότι πλείστα όσα ανέφερε συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα. Σε σχέση με την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε και που αφορούσε στο ύψος του τόκου που είχε επιβληθεί και του συνολικού οφειλόμενου ποσού, ο Μ.Ε.1 έδωσε εμπεριστατωμένες απαντήσεις και επεξήγησε τον υπολογισμό, θέσεις τις οποίες αποδέχομαι. Ούτως ή άλλως δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγομένου που να καταδείξει κάτι διαφορετικό. Η κα XXXXX Παπαδοπούλου και ο κ. XXXXX Σιαλής έδωσαν μαρτυρία υπό την εκάστοτε υπηρεσιακή τους ιδιότητα. Τα όσα γεγονότα ανέφερε η Μ.Υ.1 συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα ο δε Μ.Υ.2 δεν αντεξετάστηκε επί γεγονότων. Η Μ.Υ.1 έδωσε με σαφήνεια εξήγηση ως προς την διαφορά του ποσού των €157.793,30 με το συνολικό ποσό που αποκόπηκε λέγοντας ότι ήταν τα δικαιώματα της πώλησης, θέση την οποία αποδέχομαι. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σύμφωνα με την σχετική Νομοθεσία της Κύπρου και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο και το εξωτερικό δυνάμει άδειας της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Ο Εναγόμενος ενάγεται ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την Συμφωνία ημερ. 20.12.1979 Τεκμήριο 2 οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν στον Κ.Γ.Π. πιστωτική διευκόλυνση υπό την μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και αυτός υποθήκευσε ως εξασφάλιση τα Ακίνητα Τεκμήριο 3 προς όφελος των Εναγόντων με την XXXXX/87 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας Τεκμήριο
- Λόγω μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων του Κ.Γ.Π. οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή με αρ. XXXXX/97 (Τεκμήριο 5) στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη απόφαση υπέρ των Εναγόντων (Τεκμήριο 6). Στην απόφαση περιλαμβάνετο και διάταγμα για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των Ακινήτων. Οι Ενάγοντες επιπλέον κατέθεσαν το Memo με αρ. ΕΒ1332/03 επί των ιδίων Ακινήτων. Οι Ενάγοντες κατέθεσαν την αίτηση με αρ. ΑΝΠ244/03 για αναγκαστική πώληση των Ακινήτων δυνάμει της Υποθήκης Τεκμήριο
- Ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα την 26.7.2009 και τα Ακίνητα κατακυρώθηκαν στους Ενάγοντες έναντι του συνολικού ποσού των €900.000, οι δε Ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό πώλησης. Την 30.9.2009 και την 12.10.2009 οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Διευθυντή τις επιστολές Τεκμήρια 19 και 20 ζητώντας την καταβολή του τιμήματος πώλησης των Ακινήτων, ήτοι ποσό €900.
- Ο Διευθυντής απέστειλε στις 2.9.2009 την γνωστοποίηση Τεκμήριο 25 στον Προϊστάμενο του Φόρου Εισοδήματος και την γνωστοποίηση Τεκμήριο 26 στον Διευθυντή του Συμβουλίου Αποχετεύσεως ζητώντας ενημέρωση ως προς τυχόν οφειλόμενους φόρους και τέλη. Το Υπουργείο Οικονομικών με το Τεκμήριο 27 την 30.9.2009 ζήτησε από τον Διευθυντή την παρακράτηση και καταβολή στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ποσού €157.793,30 ως Φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών αναφορικά με την πώληση των Ακινήτων. Την 5.11.2009 οι Ενάγοντες παρέλαβαν από τον Εναγόμενο επιταγή για ποσό €739.086,
- Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο την Προσφυγή με αρ. 1599/2009 προσβάλλοντας την άρνηση του Εναγομένου να τους καταβάλει το ποσό που είχε κατακρατήσει. Την 1.3.2011 εξεδόθη στο πλαίσιο της Προσφυγής αυτής η Απόφαση Τεκμήριο 24 όπου αποφασίστηκε πως το κατά πόσο η κατακράτηση του ποσού του Φόρου από το εκπλειστηρίασμα ήταν νόμιμη ή όχι αποτελούσε θέμα ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου. Τα Ακίνητα είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι των Εναγόντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μελετώντας την Νομοθεσία που διέπει το επίδικο ζήτημα διαφαίνεται ότι τα άρθρα που τυγχάνουν εφαρμογής είναι τα αρ. 18
(3)και 42 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/65. Παραθέτω τις σχετικές πρόνοιες: «18
(3)Τα έτερα έγγραφα άτινα προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω καθ' ον χρόνον διενεργείται η δήλωσις είναι τα ακόλουθα: (α) .......... (β) επίσημοι αποδείξεις δεικνύουσαι ότι κατεβλήθησαν άπαντα τα δικαιώματα, τέλη και φόροι, οι πληρωτέοι κατά ή προ της ημερομηνίας καθ' ην διενεργείται η δήλωσις περί το τοιούτον ακίνητον: Νοείται ότι η παράγραφος αύτη τυγχάνει εφαρμογής μόνον καθ' όσον αφορά εις δικαιώματα, τέλη και φόρους οίτινες δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνουσι το ακίνητον ή εισπράττονται διά της κατασχέσεως και πωλήσεως αυτού, και δη ανεξαρτήτως του εάν ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα ίνα συσταθή επιβάρυνσις επί του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή τα αναγκαία προς κατάσχεσιν και πώλησιν αυτού τοιαύτα· (γ) βεβαίωση από το Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ότι ο φόρος που προκύπτει από τη διάθεση του ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου έχει καταβληθεί ή η πληρωμή του έχει ανασταλεί ή δεν προκύπτει φόρος· (δ) βεβαίωση του οικείου Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας ή της οικείας αρχής τοπικής διοίκησης, ανάλογα με την περίπτωση, ότι αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο έχουν καταβληθεί τα τέλη και δικαιώματα υδατοπρομήθειας τα οποία επιβλήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικές και Άλλες Περιοχές) Νόμου ή των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, καθώς και των σχετικών Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση». Ενώ το αρ.42 αναφέρει τα εξής: «42
(1)Η δυνάμει του παρόντος Μέρους πώλησις ακινήτου διενεργείται διά δημοσίου πλειστηριασμού συμφώνως ταις διατάξεσι των Κανονισμών Πωλήσεως: Νοείται ότι οσάκις το τοιούτο ακίνητον βαρύνεται διά της πληρωμής οιουδήποτε τέλους, φόρου ή δικαιώματος, όπερ δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνει κατά πρώτον λόγον το τοιούτο ακίνητον ικανοποιούμενον κατά προτεραιότητα έναντι παντός ετέρου βάρους επί του αυτού ακινήτου, ο Διευθυντής διατάσσει, τηρουμένων των διατάξεων του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου, όπως μη διενεργηθή η πώλησις του ως είρηται ακινήτου εκτός εάν το προσφερόμενον διά τούτο ποσόν μετά την αφαίρεσιν των δικαιωμάτων του δημοπράτου και των δαπανών της πωλήσεως είναι ουχί έλασσον ελαχίστης τιμής ίσης προς το ποσόν του τέλους, φόρου ή, αναλόγως της περιπώσεως, δικαιώματος, διά της πληρωμής ούτινος βαρύνεται το τοιούτο ακίνητον.
(2)Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός της επαρχίας εν ή κείται το δυνάμει του παρόντος Μέρους πωληθέν ή υπό πώλησιν ακίνητον δύναται δι' αιτήσεως να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου οδηγίας περί την επίλυσιν οιουδήποτε ερωτήματος ανακύπτοντος ή δυναμένου να ανακύψη κατά την διενέργειαν της πωλήσεως, περιλαμβανομένου και οιουδήποτε ερωτήματος αφορώντος εις την διάθεσιν του εκπλειστηριάσματος εις τας εκτιθεμένας εν ταις επιφυλάξεσι της παραγράφου (στ) του εδαφίου
(3)περιστάσεις· επί τούτω τυγχάνουσιν εφαρμογής αι διατάξεις του άρθρου 31 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ως εάν ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός εξετέλει ένταλμα πωλήσεως ακινήτου εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του άνω μνησθέντος Νόμου.
(3)Το εκπλειστηρίασμα όπερ ήθελεν αποφέρει πώλησις διενεργηθείσα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους διατίθεται ως ακολούθως και κατά την εν τοις εφεξής καθοριζομένην τάξιν:- (α) διά την πληρωμήν παντός τέλους, φόρου ή δικαιώματος όπερ δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνει κατά πρώτον λόγον το πωληθέν ακίνητον, ικανοποιούμενον κατά προτεραιότητα έναντι παντός ετέρου βάρους επί του αυτού ακινήτου· (β) ....... (γ) προς εξόφλησιν παντός ποσού εξασφαλιζομένου δι' υποθήκης συσταθείσης υπέρ του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσατο την πώλησιν· (δ)........ (ε)........
(4)............
(5)............». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Σημειώνω ότι και στο αρ. 40
(1)(α) του Ν.9/65 γίνεται επίσης αναφορά σε τέλη και φόρους που βαρύνουν το ακίνητο. H ερμηνεία των Νόμων ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών ν. Σούζης Κεφάλα
(2003)3 Α.Α.Δ.59). Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Γιώργος Συκοπετρίτης & Υιοί Λτδ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.314 αποτελεί καθιερωμένη αρχή της ερμηνείας των νομοθετημάτων ότι λαμβάνεται υπ' όψιν το κακό που ο νομοθέτης ήθελε να θεραπεύσει. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59, όπου αναφέρθησαν τα εξής: «Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ΄ ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου». Κατά την αναζήτηση του νοήματος Νόμων και Κανονισμών, τα Δικαστήρια οφείλουν να δίνουν την ερμηνεία η οποία συνάδει με την λογική (βλ. Αντωνίου ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου
(2001)3 Α.Α.Δ. 164 και Maxwell on "The Interpretation of Statutes" 12η έκδοση, σελ. 203[1]). Επίσης, στην ερμηνεία Νόμου το Δικαστήριο πρέπει να αποδίδει την συνήθη κοινή σημασία της λέξης που χρησιμοποιεί ο Νομοθέτης. Το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν δικαιούται να προσθέσει λέξεις στον Νόμο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Thompson v. Goold & Co
(1940)A.C. 409: «It is a strong thing to read into an Act of Parliament words which are not there, and in the absence of clear necessity, it is a wrong thing to do». Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα αναφέρθησαν στην απόφαση Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1566, τα οποία και παραθέτω: «΄Οπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2., Income Tax Commissioners v. Pemsel
(1891)A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσο το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκο του δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters v. Briggs
(1922)1 A.C. 1, 8, Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, 643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191, 204)». Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να οδηγεί στο ότι ο Διευθυντής άσκησε την εξουσία που του παρέχεται από το αρ. 42
(2)ζητώντας από το Δικαστήριο οδηγίες σε σχέση με τη διάθεση του εκπλειστηριάσματος. Προέχει, συνεπώς, η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο ο Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών εμπίπτει στον ορισμό του φόρου που βαρύνει το ακίνητο. Το θέμα έχει τύχει Νομολογιακής ερμηνείας και αμφότεροι οι συνήγοροι παρέπεμψαν στην σχετική Νομολογία. Καθοριστική ήταν η απόφαση στην Δημοκρατία ν Κυθραιώτη
(1992)3 Α.Α.Δ.21, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Εξετάζοντας τώρα την ουσία, συμφωνούμε με τον πρωτόδικο Δικαστή ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14(γ) και 18
(3)(β), του Νόμου αρ. 9 του 1965 δεν είναι κάθε φόρος, δικαίωμα ή τέλος που επιβάλλεται να πληρωθεί και να προσκομισθούν οι επίσημες αποδείξεις μαζί με τη δήλωση μεταβίβασης, αλλά εκείνα τα δικαιώματα, τέλη και φόροι οι οποίοι δυνάμει των διατάξεων "οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου βαρύνουσι το ακίνητο ή εισπράττονται δια της κατασχέσεως και πωλήσεως αυτού". Ο Νόμος περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών, είναι γεγονός ότι δεν καθιστά ο ίδιος τον πληρωτέο φόρο πάνω στο αποκομισθέν κέρδος από διάθεση ακίνητης ιδιοκτησίας επιβάρυνσης πάνω σε αυτή, ούτε ο ίδιος ρητά προβλέπει την είσπραξη του φόρου αυτού δια της κατασχέσεως και πωλήσεως αυτού. Ο πληρωτέος φόρος είναι προσωπική υποχρέωση του πωλητή και εισπράττεται από αυτόν με τη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος. Επιπλέον δεν απαγορεύει ρητά τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας χωρίς την καταβολή του φόρου. Το άρθρο 12 του Νόμου αυτού απαιτεί μόνο όπως ο διαθέτης ιδιοκτησίας δίδει στο Διευθυντή δήλωση εντός ενός μηνός από της διαθέσεως και εν πάση περιπτώσει προ της μεταβιβάσεως της ιδιοκτησίας, μαζί με οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που θα μπορούσε να του ζητηθούν, και να καταβάλει το υπ' αυτόν υπολογιζόμενο ποσό φόρου. Το λεκτικό της διάταξης αυτής δεν φέρνει την υποχρέωση του φορολογουμένου κάτω από τις πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 18
(3)(β) του Νόμου, όπως ερμηνεύτηκε πιο πάνω». Ομοίως στην Υπόθεση αρ. 1040/99 Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου ν Κ.Δ., ημερ. 5.7.2002 λέχθηκε ότι «ο φόρος κεφαλαιουχικού κέρδους δεν περιλαμβάνεται στους φόρους, η καταβολή των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για τη μεταβίβαση κτήματος.». Πιο κάτω μάλιστα ρητά αναφέρονται τα εξής: «Η επίμαχη τροποποίηση που επικαλείται ο δικηγόρος των καθ'ων η αίτηση δεν μπορεί να μεταβάλει τη μορφή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών και να τον μετατρέψει σε φόρο "βαρύνοντα το ακίνητον ή εισπραττόμενον δια της κατασχέσεως και πωλήσεως αυτού", ούτως ώστε να εμπίπτει στα περιοριστικώς απαριθμούμενα δικαιώματα, φόρους και τέλη για τα οποία σύμφωνα με το άρθρο 18.3(β) του Ν. 9/65 πρέπει να προσκομίζονται αποδείξεις προτού γίνει μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου η καταβολή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών παραμένει, ανεξαρτήτως τροποποιήσεων του άρθρου 17
(2), προσωπική υποχρέωση του πωλητή, εισπράττεται από τον πωλητή με την προβλεπόμενη στο Νόμο διαδικασία και δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για την ελεύθερη διάθεση ακίνητης ιδιοκτησίας». Στην μεταγενέστερη απόφαση στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου ν Κ.Δ.
(2005)4 Α.Α.Δ.186 κρίθηκε ότι η τροποποίηση του αρ. 18
(3)του Ν.9/65 ουδόλως διαφοροποιούσε το γεγονός ότι ο Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών παρέμενε προσωπική υποχρέωση του πωλητή. Όπως μάλιστα επισήμανε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες, από την απόφαση στην Σωκράτης Χριστοδούλου κ.α. ν. Κ.Δ.
(1999)4 Α.Α.Δ.269 προκύπτει ότι σε διαδικασίες εκποίησης υποθήκης το πρόσωπο που θεωρείται ότι προέβηκε σε διάθεση είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης. Χαρακτηριστικά αποτελούν τα πιο κάτω λεχθέντα: «.Οι αιτητές απεκόμισαν όφελος από τη διάθεση της περιουσίας τους, έστω και αν τα χρήματα δεν μπήκαν στην τσέπη τους. Το προϊόν της διάθεσης της περιουσίας το καρπώθηκε η τράπεζα, η οποία όμως προφανώς είχε παραχωρήσει οικονομικές διευκολύνσεις στους αιτητές». Έπεται πως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν είχε δικαίωμα να αποκόψει τον οφειλόμενο Φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών από το εκπλειστηρίασμα προτού καταβάλει αυτό στους Ενάγοντες. Ο Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών παρέμενε προσωπική υποχρέωση του Κ.Γ.Π. από τον οποίο και θα έπρεπε ο Εναγόμενος να είχε επιδιώξει την είσπραξη. Αντί τούτου, ο Διευθυντής επέλεξε να μετακυλήσει την υποχρέωση είσπραξης του Φόρου στους Ενάγοντες, πράγμα ανεπίτρεπτο. Συνεπώς σε ότι αφορά την παρακράτηση του ποσού €157.793,30 οι Ενάγοντες δικαιούνται στην επιστροφή του. Από την μαρτυρία της Μ.Υ.1 προέκυψε ότι η διαφορά του ποσού των €157.793,30 με το συνολικό ποσό των €160.913,47 που αποκόπηκε από το εκπλειστηρίασμα αφορούσε σε δικαιώματα της πώλησης, και άρα σε σχέση με το ποσό των €3.120,17 οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε απόφαση. Συναφώς εκδίδεται Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ποσό των €157.793,30 αποτελεί περιουσία των Εναγόντων και ότι αποκόπηκε και κατακρατήθηκε παράνομα από τον Εναγόμενο. Εκδίδεται περαιτέρω δήλωση ότι η εκ μέρους του Εναγομένου κατακράτηση του ποσού των €157.793,30 και η άρνηση του να το καταβάλει στους Ενάγοντες αποτελεί προϊόν αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος των Εναγόντων. Εκδίδεται δήλωση ότι το ποσό των €157.793,30 που ο Εναγόμενος εξακολουθεί να κατακρατεί αποτελεί αντικείμενο εμπιστεύματος προς όφελος των Εναγόντων. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για ποσό €157.793,30 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από την 17.5.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "Not only are unreasonable or artificial or anomalous constructions to be avoided: it appears to be an assumption (often unspoken) of the courts that where two possible constructions present themselves, the more reasonable one is to be chosen." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο