ΒΙΟΧΡΩΜ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. N. L. NICOLAOU LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1348/13, 14/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A371 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1348/13 Μεταξύ: ΒΙΟΧΡΩΜ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και
- N. L. NICOLAOU LIMITED
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Απριλίου, 2020 Για τους Ενάγοντες: κα Ηλιοφώτου Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: κ. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων ποσό €122.348,86 πλέον τόκους ως υπόλοιπο λογαριασμού και προσφερθείσων υπηρεσιών ή δυνάμει τιμολογίων. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως, είναι η θέση των Εναγόντων ότι μεταξύ των 2011 και 2012 πώλησαν στους Εναγόμενους αρ. 1 προϊόντα και εξέδωσαν αριθμό τιμολογίων. Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 1.4.2007 ο Εναγόμενος αρ. 2 εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων αρ. 1 προς τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι του χρέους τους ποσό €3.204,44 και παραμένει οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αρνούνται την αξίωση των Εναγόντων. Ισχυρίζονται ότι το ποσό των €3.204,44 που έχει πληρωθεί είναι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και ουδέν άλλο ποσό οφείλεται. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων όπως αυτοί προβάλλονται στην Υπεράσπιση τους και εμμένουν στους δικούς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία έδωσε ο κ. XXXXX Θεοδώρου ενώ εκ μέρους των Εναγομένων αρ. 1 και 2 μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος αρ.
- Ο κ. XXXXX Θεοδώρου ανέφερε ότι είναι εκ των διευθυντών των Εναγόντων οι οποίοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται με την εισαγωγή, εμπορία, πραγμάτευση, επεξεργασία, διανομή, πώληση, κατασκευή και παραγωγή πρώτων υλών και ημιβιομηχανοποιημένων και άλλων υλικών για εμπορικούς και οικοδομικούς σκοπούς. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 ήταν επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες των Εναγόντων. Μεταξύ των ετών 2011 και 2012, μετά από οδηγίες των Εναγομένων, οι Ενάγοντες πώλησαν στους Εναγόμενους αρ. 1 και οι Εναγόμενοι αρ. 1 παρέλαβαν διάφορα προϊόντα. Οι Ενάγοντες εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια και τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού. Το σύνολο των τιμολογίων που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 ανέρχετο σε ποσό €125.553,
- Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι το ποσό των €3.204,44 με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο ποσό €122.348,
- Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 1.4.2007 ο Εναγόμενος αρ. 2 εγγυήθηκε προς τους Ενάγοντες την πιστή τήρηση όλων των υποχρεώσεων των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες κάλεσαν τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 πολλές φορές να ξοφλήσουν το υπόλοιπο αλλά αυτοί δεν το έχουν πράξει. Ο κ. XXXXX Νικολάου ανέφερε ότι είναι ο διευθυντής των Εναγομένων αρ. 1 και ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Θέση του ήταν ότι το 2008 τα ονόματα των Εναγομένων μπήκαν στο ΚΑΠ λόγω του ότι οι Ενάγοντες κατέθεταν επιταγές που τους είχε δώσει. Μετά έκαναν προφορική συμφωνία να πληρώνονται τα τιμολόγια και να δίνονται από τους Εναγόμενους επιταγές έναντι του υπολοίπου. Θεωρεί ότι έχει πληρώσει όλο το υπόλοιπο του λογαριασμού. Όσον αφορά στην Συμφωνία Τεκμήριο 5 ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται να την υπέγραψε παρά το γεγονός ότι η υπογραφή μοιάζει με την δική του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μ.Ε.1 κ. XXXXX Θεοδώρου μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, παρέμεινε σταθερός και απαντούσε με σαφήνεια σε όσες ερωτήσεις του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση. Επεξήγησε τον λόγο για τον οποίο οι Ενάγοντες δεν αποδέχτηκαν την πρόταση που τους είχε γίνει για διευθέτηση. Έπεισε ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είχε υπογράψει την εγγύηση Τεκμήριο 5 αφού, όπως είπε, αυτό έγινε στην παρουσία του, ο ίδιος δε υπογράφει αυτήν εκ μέρους των Εναγόντων. Το γεγονός ότι υπήρξαν αγοραπωλησίες προϊόντων ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εναγόντων δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και συνακόλουθα αυτό καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. Σημειώνω, όμως, ότι τα τιμολόγια που τέθηκαν από τον Μ.Ε.1 ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 3 δεν φέρουν υπογραφή. Συνεπώς, παρά το ότι θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι αυτά είχαν υπογραφτεί και απλώς δεν φαίνεται επί του διπλότυπου, δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλής κατάληξη επί του κατά πόσο είχαν όντως υπογραφτεί από τους Εναγόμενους. Εν όψει, όμως, του ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση ότι τα προϊόντα που αναγράφονται επί των τιμολογίων όντως πουλήθηκαν από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους, η μη ύπαρξη υπογραφής επί των τιμολογίων επηρεάζει μόνο ως προς την ισχύ της πρόνοιας περί τόκου. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε.2 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση επί του ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει όπως το χρέος του Εναγομένου αρ. 2 για τον καιρό που λειτουργούσε προσωπικά μεταφερθεί στην εταιρεία Εναγομένους αρ. 1 που συστάθηκε το 2007, πράγμα που ούτως ή άλλως προκύπτει από την Συμφωνία Τεκμήριο
- Ούτε και αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους Εναγόμενους το ποσό που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4 ως «balance brought forward» με αποτέλεσμα και αυτά να γίνονται δεκτά από το Δικαστήριο. Σημειώνω δε ότι σε υποβολή προς τον Μ.Ε.1 από τον συνήγορο των Εναγομένων τέθηκε ότι υπήρχε αδυναμία πληρωμής από πλευράς Εναγομένων. Ο Εναγόμενος αρ. 2 έδωσε μία αόριστη μαρτυρία, προβάλλοντας διάφορες εκδοχές χωρίς στοιχεία που να τις υποστηρίζουν, πλείστες δε εξ αυτών δεν ήταν καν δικογραφημένες. Συγκεκριμένα, από τα όσα ο Εναγόμενος αρ.2 ανέφερε σημειώνω τα εξής: - Στις εκδοχές που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο αρ. 2 ως υπεράσπιση περιλαμβάνεται το ότι οι Ενάγοντες ευθύνονται για το γεγονός ότι τα ονόματα των Εναγομένων τοποθετήθηκαν στο ΚΑΠ, ότι οι διάδικοι είχαν καταλήξει σε μία προφορική συμφωνία (αναφορικά με την οποία, όμως δεν έδωσε οποιαδήποτε λεπτομέρεια), ότι δεν θυμόταν να είχε υπογράψει την εγγύηση Τεκμήριο 5 και το ότι η ημερομηνία 1.4.2007 που φέρει η εν λόγω Συμφωνία ήταν αργία. Έφτασε μέχρι του σημείου να αφήσει αιχμές ότι στο γραφείο του έχει λευκές υπογραμμένες κόλλες Α4 και δεν μπορεί να γνωρίζει τι συνέβη. - Αντεξεταζόμενος, όμως, προέβαλε την θέση ότι όντως δεν πλήρωσε ολόκληρο το ποσό ένεκα του ότι οι Ενάγοντες δεν του έκαναν όση έκπτωση θεωρούσε ο ίδιος ότι θα έπρεπε να του είχαν κάνει. Ουσιαστικά εκείνο που ισχυρίστηκε ήταν ότι σε άλλους πελάτες οι Ενάγοντες έκαναν πιο πολλή έκπτωση και για τον λόγο αυτό αφαίρεσε από το υπόλοιπο το ποσό που θεωρεί ότι θα έπρεπε να του είχαν αφαιρέσει οι Ενάγοντες. - Ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο έδιδε μαρτυρία ο Εναγόμενος αρ. 2 είναι και η πιο κάτω απάντηση στην ερώτηση κατά πόσο έχει στην κατοχή του αποδείξεις για πληρωμή του ποσού: «Εγώ αυτό που έχω είναι ένα statement που δείχνει ότι χρωστώ αυτό το ποσό. Βάσει αυτού που είπα θεωρώ δεν χρωστώ και βάσει των προσωπικών μου υπολογισμών και βάσει του ότι θα μου γινόταν ένα έξτρα discount. Και μάλλον στερήθηκα εκπτώσεις». - Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι με την επιστολή Τεκμήριο 6 οι Εναγόμενοι δεν προέβαλαν κανένα από τους πιο πάνω ισχυρισμούς απλώς επικαλέστηκαν έλλειψη οικονομικής δυνατότητας να καταβάλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό λόγω της σοβαρής οικονομικής κρίσης. Έπεται πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει οποιαδήποτε εκδοχή που προέβαλε ο Εναγόμενος αρ. 2, οι οποίες παρέμειναν όλες στην σφαίρα των αόριστων αναφορών. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ενεγράφη την 20.10.1964 και ασχολούνται με την εισαγωγή, εμπορία, πραγμάτευση, επεξεργασία, διανομή, πώληση, κατασκευή και παραγωγή πρώτων υλών και ημιβιομηχανοποιημένων και άλλων υλικών για εμπορικούς και οικοδομικούς σκοπούς. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο πελάτες τους. Αρχικά ο Εναγόμενος αρ. 2 λειτουργούσε ως άτομο και την 22.12.2006 συνέστησε την εταιρεία Εναγομένη αρ. 1 και έκτοτε εμπορεύετο μέσω αυτής. Την 1.4.2007 οι διάδικοι συμφώνησαν όπως το χρέος του Εναγομένου αρ. 2 προς τους Ενάγοντες μεταφερθεί στους Εναγόμενους αρ. 1 και όπως η αγορά εμπορευμάτων από τους Ενάγοντες συνεχιστεί πλέον μέσω των Εναγομένων αρ. 1 με την προσωπική εγγύηση του Εναγομένου αρ.
- Ο Εναγόμενος αρ. 2 την ίδια μέρα υπέγραψε ρήτρα διαρκούς εγγύησης των υποχρεώσεων των Εναγομένων αρ. 1 προς τους Ενάγοντες. Μεταξύ των ετών 2011 - 2012 οι Ενάγοντες πώλησαν και οι Εναγόμενοι αρ. 1 παρέλαβαν από τους Ενάγοντες τα προϊόντα που αναγράφονται επί των τιμολογίων Τεκμήριο
- Οι Ενάγοντες εξέδωσαν τιμολόγια και τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού η οποία την 12.2.2013 δείκνυε οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €122.348,
- Το ποσό αυτό δεν έχει καταβληθεί από τους Εναγόμενους στους Ενάγοντες μέχρι και σήμερα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε αστικές υποθέσεις, όπως και η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ.: «Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η εκδ.
(2003), όπου αναφέρονται στις σελ. 80 - 83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: "If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the Court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e. the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability". ..................... Τα ίδια κατ' ουσίαν λέχθηκαν όσον αφορά το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει την θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th edition, para. 4 - 38 και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.).» Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω οι Ενάγοντες απέδειξαν ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 οφείλουν σε αυτούς ποσό €122.348,86 ως υπόλοιπο από την αγορά προϊόντων, την αποπληρωμή του οποίου ποσού και εγγυήθηκε προς του Ενάγοντες ο Εναγόμενος αρ. 2 με το Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα στο εν λόγω έγγραφο αναγράφονται τα εξής: «Ρήτρα Διαρκούς Εγγυήσεως Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Νικολάου από τη Λευκωσία, εγγυούμαι την πιστή τήρηση από το ΜΕΡΟΣ Β όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από την συμφωνία ημερομηνίας 1ης Απριλίου 2007». Με την εν λόγω Συμφωνία που έγινε μεταξύ όλων των διαδίκων προβλέπεται ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν, κατά την ημερομηνία σύναψης της, χρεώστης των Εναγόντων για ποσό Λ.Κ.69.870,41 το οποίο θα αναλαμβάνετο από τους Εναγόμενους αρ. 1 με προσωπική εγγύηση του Εναγομένου αρ. 2, ενώ, όσον αφορά την μετέπειτα συνεργασία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων αρ. 1 αναγράφονται τα εξής: «Ο XXXXX Νικολάου ως εγγυητής του ΜΕΡΟΥΣ Β θα υπογράψει ρήτρα διαρκούς εγγύησης για οποιοδήποτε ποσό οφείλεται από το ΜΕΡΟΣ Β προς το ΜΕΡΟΣ Α περιλαμβανομένου και του χρεωστικού υπολοίπου που έχει μεταφερθεί στον λογαριασμό του ΜΕΡΟΥΣ Β στις 31.3.2007.». Κατάληξη μου αποτελεί ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και
- Όσον αφορά στο επιτόκιο η έλλειψη υπογραφής επί των τιμολογίων Τεκμήριο 3 περιορίζει τους Ενάγοντες στην επιδίκαση νόμιμου τόκου. Εκδίδεται ακολούθως απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για ποσό €122.348,86 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 21.2.2013 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, και άρα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο