Σολωμονίδης ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ («ΚΕΔΙΠΕΣ») κ.α., Αρ. Αγωγής: 10518/10, 22/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A375 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 8.5.2019 και 11.11.2019 Αρ. Αγωγής: 10518/10 Μεταξύ: Σολωμονίδης XXXXX Ενάγοντα και
- Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ («ΚΕΔΙΠΕΣ»)
- Hellenic Bank Public Company Limited
- Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ («ΣΕΔΙΠΕΣ») Εναγομένων και XXXXX Γρηγορίου Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2020 Για τον Ενάγοντα: κ. Ρ. Βραχίμης Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 3: κ. Μ. Λουκά ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή όπως αυτή διαμορφώθηκε ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 ποσό €126.074,31 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων Κύπρου Λτδ (εφεξής «το Ταμιευτήριο») συγχωνεύθηκε με το ΣΤΕΛΜΕΚ και μετονομάστηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Εκπαιδευτικών Κύπρου Λτδ, το οποίο την 1.7.2017 μετέφερε όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του καθώς και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ (αργότερα μετονομασθείσα σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ). Την 3.9.2018 η τελευταία πώλησε κάποια από τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της και κάποια εκ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της στην Εναγόμενη αρ. 3 η οποία δεν έχει άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών. Η Εναγόμενη αρ. 1 είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης αρ. 3 και διεξάγει με άδεια της Κεντρικής Τράπεζας δραστηριότητες που αφορούν στην διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Μετά την πώληση κάποιων εργασιών της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ στην Εναγόμενη αρ. 1 τα επίδικα δάνεια έχουν μεταφερθεί στην Εναγόμενη αρ. 1 και δεσμεύτηκαν παράνομα προς όφελος ή εξασφάλιση λογαριασμών ή δανείων τρίτου προσώπου. Κατά τον Σεπτέμβριο 2018 η Εναγόμενη αρ. 2 ανέλαβε ή εξαγόρασε κάποιες από τις εργασίες της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και ο επίδικος λογαριασμός προθεσμίας και το επίδικο γραμμάτιο μεταφέρθηκαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της Εναγομένης αρ.
- Ο Ενάγοντας και το Ταμιευτήριο είχαν συνεργασία στο πλαίσιο της οποίας ο Ενάγοντας διατηρούσε λογαριασμό προθεσμίας και εξάμηνο γραμμάτιο. Το γραμμάτιο κατά την 7.12.2010 περιείχε αποταμιευμένο ποσό €8.953,45 και έφερε ετήσιο επιτόκιο 4.10% ενώ ο λογαριασμός προθεσμίας κατά την 9.12.2010 περιείχε αποταμιευμένο ποσό €117.120,
- Στις αρχές Απριλίου 2010 ο Ενάγοντας ζήτησε άμεση ανάληψη του ποσού του Γραμματίου και έδωσε τρίμηνη προειδοποίηση για ανάληψη τον Ιούλιο 2010 του ποσού του λογαριασμού προθεσμίας. Ο υπάλληλος του Ταμιευτηρίου ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι αυτά δεν μπορούσαν να γίνουν ένεκα του ότι τόσο το γραμμάτιο όσο και ο λογαριασμός προθεσμίας είχαν δεσμευτεί από τον ίδιο προς όφελος της συζύγου του Ενάγοντα ως εγγύηση δανείων της, πράγμα που ο Ενάγοντας αρνήθηκε. Ο Ενάγοντας διαπίστωσε ότι το Ταμιευτήριο παράτυπα και παράνομα με πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο και με ψευδείς πιστοποιήσεις και επιμαρτυρήσεις είχε δεσμεύσει τους λογαριασμούς αυτούς. Η σύζυγος του Ενάγοντα παραδέχτηκε ότι είχε προβεί σε πλαστογραφία όλων των υπογραφών και δεσμεύτηκε να διευθετήσει τα δάνεια ώστε να αποδεσμευτούν τα ποσά του Ενάγοντα, πράγμα για το οποίο της παρασχέθηκε προθεσμία μέχρι τον Ιούλιο
- Τον Ιούλιο 2010 το Ταμιευτήριο και πάλι αρνήθηκε να αποδεσμεύσει τα χρήματα του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας κατήγγειλε το θέμα στην Αστυνομία. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το Ταμιευτήριο ενήργησε παράνομα ή αμελώς ή κατά παράβαση των όρων των συμφωνιών και πλούτισε αθέμιτα σε βάρος του Ενάγοντα ή/και παράνομα ιδιοποιήθηκε ή κατακράτησε την περιουσία του. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 3 με την Τροποποιημένη Υπεράσπιση τους αρνούνται την απαίτηση του Ενάγοντα. Θέση τους είναι ότι η Εναγόμενη αρ. 1 δημιουργήθηκε για να αναλάβει ή μεταφερθούν σε αυτήν κάποια από τα περιουσιακά στοιχεία ή δάνεια ή υποχρεώσεις της Εναγομένης αρ. 3 τα οποία δεν έχουν μεταφερθεί μέχρι και σήμερα, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη αρ. 1 να μην φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για τα επίδικα θέματα. Ο Ενάγοντας, αναγράφουν, γνώριζε από την σύζυγο του ότι τα χρήματα είχαν δεσμευτεί και απορρίπτουν ότι υπαλλήλοι τους με ψευδείς επιμαρτυρήσεις βεβαίωσαν τη γνησιότητα της υπογραφής του όπως αρνούνται και οποιαδήποτε συνομωσία. Η κα Σολωμονίδου υπέβαλε αιτήσεις για δάνεια και οι Εναγόμενοι εμπιστεύτηκαν τα έγγραφα δέσμευσης των λογαριασμών του Ενάγοντα σε αυτήν με σκοπό να τα παρουσιάσει στον Ενάγοντα για υπογραφή. Η κα Σολωμονίδου τα επέστρεψε υπογραμμένα και οι επιβεβαιωτές μάρτυρες προέβησαν σε όλες τις λογικές πράξεις. Παρά το ότι στην συνάντηση με τον Γραμματέα του Ταμιευτηρίου κατέστη σαφές ότι το Ταμιευτήριο δεν θα αποδέσμευε τα χρήματα χωρίς να παραχωρηθούν νέες ανάλογες εξασφαλίσεις μέχρι σήμερα, αυτό δεν έχει γίνει. Ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας με τις πράξεις και παραλείψεις του παρεμποδίζεται να αμφισβητήσει την δέσμευση των χρημάτων για εξασφάλιση των δανείων της συζύγου του και ότι με την αμέλεια του παραβίασε τα θεμελιώδη και ουσιαστικά καθήκοντα του που απορρέουν από τη σχέση του με τους Εναγομένους με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν βλάβη. Ανταπαιτούν, συνεπώς, την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων αρ. 1 και 3 όπως αυτοί εκτίθενται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους και εμμένει στους δικούς του ισχυρισμούς όπως αυτοί προκύπτουν από την Έκθεση Απαιτήσεως. Όπως δικογραφείται οι σχέσεις του με την σύζυγο του κλονίστηκαν από τις αρχές 2009 και αρχές του 2010 η έγγαμη συμβίωση τους διεκόπη. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε την 17.12.2019 με την κυρίως εξέταση του Ενάγοντα. Την 17.1.2020 η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης αρ. 2 αποσύρθηκε με τις εξής δηλώσεις: «Συνήγορος Εναγομένης αρ. 2: Εντιμοτάτη, έχω στην κατοχή μου τραπεζική επιταγή τύπου bankers draft, €152.076,44 στο όνομα του Ενάγοντα, ποσό το οποίο αντιστοιχεί με το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Ενάγοντα υπ. αριθμό XXXXX846-
- Εντιμοτάτη, προτίθεμαι να κάνω τη δήλωση ότι στην Εναγόμενη 2 έχουν μεταφερθεί από την πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα δύο λογαριασμοί του Ενάγοντα οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 10Α και Β της έκθεσης υπεράσπισης μου. Μεταφέρθηκαν παραμένοντας δεσμευμένοι προς όφελος της Εναγόμενης 3 ΣΕΔΙΠΕΣ και η αποδέσμευση τους γίνεται κατόπιν συγκατάθεσης της ΣΕΔΙΠΕΣ, η οποία δόθηκε από πριν γραπτώς. Ο Ενάγοντας έχει κλείσει τον ένα λογαριασμό και έχει ενώσει τα πιστωτικά υπόλοιπα των δύο λογαριασμών στον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η τραπεζική επιταγή banker's draft, την οποία έχω στην κατοχή μου και θα παραδώσω στον δικηγόρο του Ενάγοντα τώρα για σκοπούς διευθέτησης από πλευράς της Ελληνικής, σε σχέση με την Ελληνική Τράπεζα. κ. Βραχίμης: Θα δηλώσω ότι οι δύο λογαριασμοί που είχε στην Ελληνική Τράπεζα ο Ενάγων ήταν ο λογαριασμός προθεσμίας και το γραμμάτιο όπως αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και στην Δήλωση του Ενάγοντα, οι οποίοι περιείχαν διάφορα ποσά όπως αναφέρονται και στην Έκθεση Απαίτησης και στην Δήλωση, στα οποία είχαν πιστωθεί οι τόκοι και τα ποσά αυτά αντιστοιχούν με το ποσό που μου έχει δοθεί σήμερα από τον δικηγόρο των Εναγομένων
- Ως εκ τούτου, επειδή ο Εναγόμενος 2 δεν έχει παραλάβει οποιοδήποτε άλλο ποσό δεν θα μπορώ να επιμένω εναντίον του, να έχω απαίτηση εναντίον του για οποιοδήποτε μεγαλύτερο ποσό από αυτό. Δικαστήριο: Και ποια είναι η διαφορά την οποία έχετε πλέον εσείς; κ. Βραχίμης: Είναι ο τόκος μου. Αποσύρω την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 ανεπιφύλακτα και αναλαμβάνει τα έξοδα η ΣΕΔΙΠΕΣ. κ. Λουκά: Δηλώνω ότι ότι αναλαμβάνω οποιοδήποτε ποσό εξόδων έχει προκληθεί σήμερα αναφορικά με τον Εναγόμενο
- Δικαστήριο: Σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 η αγωγή απορρίπτεται ως διευθετηθείσα. Η δήλωση της Εναγομένης 3 ως προς την ανάληψη υποχρέωσης για τα έξοδα καταγράφεται. κ. Λουκά: Εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3 δηλώνω ότι η Εναγόμενη 3, η ΣΕΔΙΠΕΣ, αποδεχόμενη το γεγονός ότι τα επίδικα γραμμάτια έχουν δεσμευτεί παράτυπα και/ή με βάση πλαστογράφηση της υπογραφής του Ενάγοντα, συμφωνούν και προς τον σκοπό αυτό έχουν ενημερώσει και την Εναγομένη 2 στην οποία μεταφέρθηκαν τα γραμμάτια όπως αυτά αποδεσμευτούν και πληρωθούν προς τον Ενάγοντα, ως έχει γίνει σύμφωνα με τις προηγούμενες δηλώσεις. Δικαστήριο: Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 3 παραμένει τι; κ. Λουκά: Το θέμα του αν βασικά οι Εναγόμενοι 3 ευθύνονται να πληρώσουν νόμιμο τόκο ή τον συμβατικό». Την 31.1.2020 η απαίτηση εναντίον της Τριτοδιαδίκου αποσύρθηκε και η αγωγή παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους αρ. 1 και
- Επίσης την 31.1.2020 τα πιο κάτω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: - Για όσο διάστημα η Συνεργατική και οι διάδοχες της εταιρείες κρατούσαν τα λεφτά έδιδαν το ίδιο επιτόκιο στον Ενάγοντα που θα έδιδαν σε οποιοδήποτε άλλο είχε λογαριασμό του συγκεκριμένου τύπου ως επιτόκιο. - Το ποσό των €152.076,44 είναι το ποσό το οποίο με βάση τους όρους των γραμματίων και των εκάστοτε επιτοκίων που έδιδε η Συνεργατική στους εκάστοτε πελάτες της που τηρούσαν αυτού του τύπου λογαριασμούς με αποτέλεσμα το ποσό των €126.074,31 να έγινε €152.076,44, δηλαδή ο Ενάγοντας κέρδισε αυτούς τους τόκους με βάση τους όρους του γραμματίου. - Η δανειολήπτρια σύζυγος του Ενάγοντα κατηγορήθηκε και παραδέχτηκε ενοχή για πλαστογραφία των υπογραφών του Ενάγοντα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση στο πλαίσιο της υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό XXXXX/12 και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών με αναστολή σε κάθε κατηγορία που αντιμετώπιζε. - Το περιεχόμενο της Έκθεσης του Πραγματογνώμονα Λοχ. XXXXX XXXXX Χρυσάνθου Τεκμήριο 20 δηλώθηκε παραδεκτό για την αλήθεια του. - Ο Ενάγοντας και η δανειολήπτρια χώρισαν και τα έγγραφα του διαζυγίου τους κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος ενώ οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 3 δεν κάλεσαν μάρτυρα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος γι' αυτούς δήλωσε ότι σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε επιδίκαση νόμιμου τόκου το οποιοδήποτε ποσό προκύψει ότι πρέπει να καταβληθεί πέραν του ποσού που έχει ήδη καταβληθεί από την Εναγόμενη αρ. 2 στον Ενάγοντα θα καταβληθεί από την Εναγόμενη αρ. 3 στην οποία παραμένουν τα περιουσιακά στοιχεία της πρώην Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι συνεργάζετο με το Ταμιευτήριο και διατηρούσε τον λογαριασμό προθεσμίας με αριθμό XXXXX846-5 και το εξάμηνο γραμμάτιο με αριθμό λογαριασμού XXXXX361-
- Κατά την 7.12.2010 στο γραμμάτιο υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των €8.953,45 και έφερε ετήσιο τόκο 4.10%. Στον λογαριασμό προθεσμίας κατά την 9.12.2010 υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των €117.120,
- Κατά τις αρχές Απριλίου 2010 ο Ενάγοντας τηλεφωνικώς ζήτησε την άμεση ανάληψη του ποσού του γραμματίου και έδωσε τρίμηνη προειδοποίηση ανάληψης του ποσού του λογαριασμού προθεσμίας. Ο υπάλληλος του Ταμιευτηρίου τον ενημέρωσε ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατό για τον λόγο ότι τα ποσά του γραμματίου και του λογαριασμού προθεσμίας είχαν δεσμευτεί από τον Ενάγοντα προς όφελος της συζύγου του ως εγγύηση για δάνεια της. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι είτε είχε αποδεχθεί είτε συναινέσει σε τέτοια δέσμευση. Ακολούθησε συνάντηση μεταξύ του Ενάγοντα και του Γραμματέα του Ταμιευτηρίου όπου ο Ενάγοντας διαπίστωσε ότι η σύζυγος του είχε κάνει την 15.6.2009 συμφωνία δανείου ύψους €83.000 με όρο την δέσμευση της κατάθεσης του Ενάγοντα για ποσό €108.184 καθώς και άλλη συμφωνία δανείου την 12.1.2009 για ποσό €6.000 με όρο την δέσμευση της κατάθεσης του Ενάγοντα για ποσό €8.328,
- Υπαλλήλοι του Ταμιευτηρίου επιμαρτύρησαν και πιστοποίησαν την υπογραφή του Ενάγοντα σε έντυπο δέσμευσης. Υπήρχε στον φάκελο επίσης πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο που έφερε την υπογραφή της Τριτοδιάδικου πιστοποιούσας υπαλλήλου. Στις αρχές Απριλίου 2010 ο Γραμματέας του Ταμιευτηρίου κάλεσε την σύζυγο του Ενάγοντα σε συνάντηση μεταξύ όλων στο πλαίσιο της οποίας η κα Σολωμονίδου παραδέχτηκε την πλαστογραφία όλων των υπογραφών του Ενάγοντα και του πληρεξουσίου εγγράφου και δεσμεύτηκε να διευθετήσει τα δάνεια. Λόγω της σχέσης του με την σύζυγο του ο Ενάγοντας συμφώνησε να της δοθεί χρόνος μέχρι και τον Ιούλιο 2010 για να το πράξει. Την 22.7.2010, όμως, ο Γραμματέας ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι δεν μπορούσε να κάνει ανάληψη των χρημάτων του ένεκα του ότι η σύζυγος του δεν είχε διευθετήσει το θέμα. Ο Ενάγοντας κατήγγειλε το ζήτημα στο ΤΑΕ Λευκωσίας και ο Λοχίας XXXXX XXXXX Χρυσάνθου εξέτασε τις υπογραφές και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτές δεν ήσαν γνήσιες. Την 20.3.2012 εξεδόθη το διαζύγιο του Ενάγοντα με τη σύζυγο του. Η σύζυγος του καταδικάστηκε μετά από παραδοχή για πλαστογραφία των υπογραφών του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι, όμως αρνούνταν να επιστρέψουν τα χρήματα του Ενάγοντα μαζί με τους τόκους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Ενάγοντας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ούτως ή άλλως αυτός δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους Εναγόμενους επί της αλήθειας της εκδοχής του. Σημειώνω ότι ο Ενάγοντας εξήγησε ότι ο λόγος που επιμένει στην αγωγή του είναι το ότι από την Άνοιξη 2010 ζητούσε τα χρήματα του από τους Εναγόμενους και αυτοί αρνούνταν να του τα δώσουν. Επισημαίνω την δήλωση του ότι επιθυμούσε να αξιοποιήσει τα χρήματα αυτά, αφού με την σύζυγο του χώρισε και ήθελε να αγοράσει ακίνητο ενώ, λόγω του ότι δεν έλαβε τα χρήματα του, αναγκάστηκε να πάει να μείνει με τους γονείς του παρά το γεγονός ότι ήταν 50 ετών. Τις θέσεις αυτές του Ενάγοντα αποδέχομαι, όπως αποδέχομαι και όλη του την μαρτυρία επί των γεγονότων. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων Κύπρου Λτδ συγχωνεύθηκε με το ΣΤΕΛΜΕΚ και μετονομάστηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Εκπαιδευτικών Κύπρου Λτδ, το οποίο την 1.7.2017 μετέφερε όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του καθώς και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα μετονομάστηκε αργότερα σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Την 3.9.2018 η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ πώλησε κάποια από τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της και κάποια εκ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της στην Εναγόμενη αρ. 3 η οποία δεν είχε άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών. Η Εναγόμενη αρ. 1 είναι θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης αρ. 3 και διεξήγαγε με άδεια της Κεντρικής Τράπεζας δραστηριότητες που αφορούσαν στην διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Τον Σεπτέμβριο 2018 η Εναγόμενη αρ. 2 ανέλαβε και εξαγόρασε κάποιες από τις εργασίες της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και ο επίδικος λογαριασμός προθεσμίας και το επίδικο γραμμάτιο μεταφέρθηκαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της Εναγομένης αρ.
- Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγοντας διατηρούσε συνεργασία με το Ταμιευτήριο. Εκεί διατηρούσε τον λογαριασμό προθεσμίας με αρ. XXXXX846-5 Τεκμήριο 2 στον οποίο κατά την 9.12.2010 υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των €117.120,86 και το γραμμάτιο με αριθμό λογαριασμού XXXXX361-0 Τεκμήριο 1 στο οποίο κατά την 7.12.2010 υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των €8.953,
- Στις αρχές Απριλίου 2010 ο Ενάγοντας ζήτησε την ανάληψη του ποσού του γραμματίου και έδωσε τρίμηνη προθεσμία για ανάληψη κατά τον Ιούλιο του ιδίου έτους του ποσού του λογαριασμού προθεσμίας. Το Ταμιευτήριο τον ενημέρωσε ότι και οι δύο λογαριασμοί ήταν δεσμευμένοι προς όφελος της συζύγου του Ενάγοντα ως εγγύηση για δάνεια της. Μετά από έρευνες και συναντήσεις διεφάνη ότι η σύζυγος του Ενάγοντα είχε πλαστογραφήσει τις υπογραφές του Ενάγοντα επί όλων των σχετικών τραπεζικών εγγράφων αλλά και του Πληρεξουσίου Εγγράφου Τεκμήριο
- Τα σχετικά τραπεζικά έγγραφα έφεραν και υπογραφές επιβεβαιωτών μαρτύρων που ήσαν υπαλλήλοι του Ταμιευτηρίου. Παρά την παραδοχή της συζύγου του Ενάγοντα ενώπιον του Γραμματέα του Ταμιευτηρίου και την παροχή σε αυτήν χρόνου να διευθετήσει τα δάνεια της δεν το έπραξε και οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να επιστρέψουν τα χρήματα στον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας κατήγγειλε την υπόθεση στο ΤΑΕ Λευκωσίας και ο πραγματογνώμονας Λοχίας XXXXX XXXXX Χρυσάνθου εξέτασε τις υπογραφές καταλήγοντας στην Έκθεση του Τεκμήριο 20 ότι αυτές δεν ήσαν γνήσιες. Την 17.1.2020 κατόπιν αποδοχής από μέρους των Εναγομένων αρ. 1 και 3 ότι τα επίδικα γραμμάτια είχαν δεσμευτεί παράτυπα και της παροχής συγκατάθεσης προς την Εναγόμενη αρ. 2 για αποδέσμευση τους, η Εναγόμενη αρ. 2 κατέβαλε στον Ενάγοντα επιταγή για ποσό €152.076,44, το οποίο ποσό αντιστοιχεί με το ποσό που είχε μεταφερθεί από την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ στην Εναγόμενη αρ. 2 από τους δύο επίδικους λογαριασμούς του Ενάγοντα. Για όσο διάστημα τα χρήματα του Ενάγοντα κατακρατούντο από τους Εναγόμενους οι τελευταίοι έδιδαν στον Ενάγοντα το ίδιο επιτόκιο που έδιδαν σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό του συγκεκριμένου τύπου. Το ποσό των €152.076,44 περιλάμβανε και τους τόκους αυτούς. Η σύζυγος του Ενάγοντα καταδικάστηκε μετά από παραδοχή στην ποινική υπόθεση με αρ. XXXXX/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για πλαστογραφία των υπογραφών του Ενάγοντα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών με αναστολή. Ο Ενάγοντας και η σύζυγος του έλαβαν διαζύγιο την 20.3.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μετά την καταβολή στον Ενάγοντα από την Εναγόμενη αρ. 2 του ποσού των €152.076,44 εκείνο που παρέμεινε προς αμφισβήτηση ήταν το κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση νόμιμου τόκου επί του ποσού των €126.074,31 που αξιούσε με την αγωγή του. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στο ποσό των €152.076,44 περιλαμβάνονται οι τόκοι που θα εδικαιούτο ο Ενάγοντας από τους όρους των επίδικων καταθέσεων. Όπως, όμως, φαίνεται και από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι αυτός δικαιούται σε επιδίκαση νόμιμου τόκου θα δικαιούται επιπλέον ποσό €27.605,
- Αμφότεροι οι συνήγοροι παρέπεμψαν στο αρ. 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: «33
(1)Καθ' oιαvδήπoτε εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ διαδικασίαv, διά τηv είσπραξιv oιoυδήπoτε χρέoυς διά τo oπoίov τόκoς είvαι πληρωτέoς είτε δυvάμει συμφωvίας ή άλλως ως διά vόμoυ πρoβλέπεται, τo δικαστήριov θα επιδικάζη τόκov συμφώvως πρoς τo συμφωvηθέv ή άλλως διά vόμoυ πρoβλεπόμεvov επιτόκιov, διά τηv περίoδov τηv αρχoμέvηv από της ημέρας καθ' ηv τoιoύτoς τόκoς κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής απoπληρωμής: Νoείται ότι τo τoιoύτov επιτόκιov δεv θα υπερβαίvη τo αvώτατov όριov τoυ εκάστoτε υπό τoυ vόμoυ επιτρεπoμέvoυ επιτoκίoυ.
(2)Εκάστη απόφασις, περιλαμβαvoμέvoυ τoυ μέρoυς αυτής τo oπoίov αφoρά εις τα δικηγoρικά έξoδα, εκτός εάv άλλη πρόβλεψις εγέvετo εv τη απoφάσει δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(1), θα φέρει, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4), τόκο προς 5,5% ετησίως από τηv ημερoμηvία καταχώρησης της αγωγής ή εv σχέσει με εκκρεμoύσες αγωγές, από τηv ημερoμηvία έvαρξης της ισχύoς του περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2008, μέχρι τελικής απoπληρωμής τoυ χρέoυς: Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται, όταv συvτρέχoυv λόγoι, vα επιδικάσει τόκo- (α) Σε oλόκληρo τo επιδικαζόμεvo με τηv απόφαση πoσό, για μέρoς μόvo της περιόδoυ μεταξύ της ημερoμηvίας καταχώρησης της αγωγής και της ημερoμηvίας έκδoσης της απόφασης ή (β) σε μέρoς μόvo τoυ επιδικαζόμεvoυ με τηv απόφαση πoσoύ, για oλόκληρη ή μέρoς μόvo της περιόδoυ μεταξύ της ημερoμηvίας καταχώρησης της αγωγής και της ημερoμηvίας έκδoσης της απόφασης: ..........». Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους όπως προκύπτει από την εμπεριστατωμένη του αγόρευση είναι ότι η υπό εκδίκαση περίπτωση αποτελεί καθαρά συμβατική διαφορά. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή. Η συμβατική σχέση μεταξύ Ενάγοντα και Ταμιευτηρίου αφορούσε στην τήρηση των λογαριασμών του Ενάγοντα με τα συμφωνηθέντα επιτόκια και όρους. Η δέσμευση, όμως, των χρημάτων του Ενάγοντα έγινε στην βάση άλλων πλαστογραφημένων συμφωνιών από τις οποίες και φυσικά δεν μπορεί να θεωρηθεί ο Ενάγοντας ότι δεσμεύεται. Ούτε και μπορώ να συμφωνήσω με την ερμηνεία που δίδει ο ευπαίδευτος συνήγορος στο αρ. 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ήτοι ότι σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων η επιδίκαση τόκου περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων που προκαλούν σωματική βλάβη ή θάνατο. Με το εν λόγω άρθρο απλώς γίνεται ειδική πρόβλεψη για την επιδίκαση τόκου σε περιπτώσεις σωματικών βλαβών ή θανάτου η οποία και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Ο κ. Λουκά εισηγείται περαιτέρω ότι η αποδοχή από τον Ενάγοντα του ότι στο ποσό των €152.076,44 που παρέλαβε την 17.1.2020 περιλαμβάνονταν και οι συμβατικοί τόκοι για το 2010, δημιουργεί για αυτόν πλέον κώλυμα να αξιώνει οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό. Κατά την 17.1.2020, όμως, δηλώθηκε ρητά από τον κ. Βραχίμη ότι μετά από την καταβολή του πιο πάνω ποσού η διαφορά που παρέμεινε ήταν ο τόκος, ο δε κ. Λουκά δήλωσε ότι ως προς τους Εναγόμενους αρ. 1 και 3 παρέμεινε το κατά πόσο οι Εναγόμενοι αρ. 3 θα πρέπει να πληρώσουν νόμιμο ή συμβατικό τόκο. Κατ' επέκταση δεν θεωρώ ότι έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε κώλυμα από την αποδοχή του ποσού που κατέβαλε η Εναγόμενη αρ. 2. Όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαιτήσεως εκείνο που αποδίδεται στους Εναγόμενους είναι ότι το Ταμιευτήριο «ενήργησε παράτυπα και/ή παράνομα και/ή αμελώς και/ή κατά παράβαση των όρων και/ή της συμφωνίας του γραμματίου και/ή του λογαριασμού προθεσμίας και/ή πλούτισε αθέμιτα εις βάρος του ενάγοντα και/ή παράνομα ιδιοποιήθηκε και/ή κατακράτησε την περιουσία του ενάγοντος.». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, από την πρώτη συνάντηση που έλαβε χώρα μεταξύ του Γραμματέα του Ταμιευτηρίου, του Ενάγοντα και της συζύγου αυτού κατά τις αρχές Απριλίου 2010, η τελευταία παραδέχτηκε ότι είχε προβεί σε πλαστογραφία της υπογραφής του Ενάγοντα. Από τις 28.7.2010 ο συνήγορος του Ενάγοντα απέστειλε στο Ταμιευτήριο την επιστολή Τεκμήριο 12 ζητώντας την άμεση απόσυρση των χρημάτων του. Με την επιστολή τους ημερ. 7.9.2010 Τεκμήριο 15 οι Εναγόμενοι ισχυρίζονταν ότι τα χρήματα είναι νομίμως δεσμευμένα, δηλώνοντας μάλιστα ότι: «Για το λόγο αυτό οι πελάτες μου επαναλαμβάνουν ότι δεν προτίθενται να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε αποδέσμευση χρημάτων του πελάτη σας εκτός εάν ο πελάτης σας προσκομίσει έκθεση ειδικού γραφολόγου που θα αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του». Παρά, όμως, την προσκόμιση τέτοιας έκθεσης με την επιστολή ημερ. 24.8.2011 Τεκμήριο 21 και πάλι οι Εναγόμενοι δεν επέστρεψαν τα χρήματα του Ενάγοντα. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι μόλις την 17.1.2020 οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 3 δήλωσαν ότι αποδέχονται το γεγονός ότι τα επίδικα γραμμάτια είχαν δεσμευτεί παράτυπα ή με βάση πλαστογράφηση της υπογραφής του Ενάγοντα. Δηλαδή για μία περίοδο σχεδόν 10 ετών κατακρατούσαν τα χρήματα του Ενάγοντα και αποδέχτηκαν ότι έπρατταν αυτό παράτυπα μόνο μετά που η ακροαματική διαδικασία είχε αρχίσει, χωρίς, τονίζω, να έχει μεσολαβήσει οτιδήποτε άλλο που να δικαιολογεί την αλλαγή στάσης από μέρους τους. Δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι κατά την εν λόγω περίοδο οι Εναγόμενοι κατακρατούσαν παράνομα τα χρήματα του Ενάγοντα. Όπως αναφέρεται και στο αρ. 37 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148: «37
(1)Παράvoμη κατακράτηση πράγματoς συvίσταται στηv παράvoμη κατακράτηση κιvητής ιδιoκτησίας από oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ δικαιoύται στηv άμεση κατoχή της». Την παράνομη κατακράτηση αυτή παραδέχεται και ο ίδιος ο κ. Λουκά στην αγόρευση του. Εισηγείται όμως ότι, όταν ο Ενάγοντας αποδέχεται επιστροφή του αντικειμένου πριν την έκδοση απόφασης, κωλύεται στην προώθηση της αγωγής εκτός εάν καταδείξει ότι υπέστη ζημιά πράγμα που δεν έγινε εν προκειμένω. Μελετώντας την απόφαση Crossfield v Such
(1852)8 Ex.159 στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος προς υποστήριξη της εισήγησης του, δεν οδηγούμαι στην ίδια στενή ερμηνεία. Εκεί αποφασίστηκε ότι μετά που η κινητή περιουσία είχε παραδοθεί δεν μπορούσε να συνεχίσει ο ενάγοντας να διεκδικεί την έκδοση διατάγματος για παράδοση της, πράγμα που τον περιόριζε στην επιδίκαση αποζημιώσεων για ζημιά την οποία υπέστη. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση τα χρήματα παραδόθηκαν από άλλο διάδικο και όχι από τους Εναγόμενους αρ. 1 και 3 με τη δήλωση μάλιστα ότι η Εναγόμενη αρ. 2 αυτό το ποσό μόνο είχε παραλάβει. Ούτως ή άλλως ο Ενάγοντας έχει αναφέρει στην μαρτυρία του και έγινε δεκτό, ότι επιθυμούσε να αγοράσει ακίνητο για να διαμένει μετά που χώρισε με την σύζυγο του, αλλά λόγω της μη επιστροφής των χρημάτων του αναγκάστηκε να μείνει με τους γονείς του. Η επιδίκαση του τόκου εδώ, όμως, δεν ζητείται υπό μορφή αποζημίωσης αλλά ως νόμιμος τόκος δυνάμει του αρ. 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60 που επιδικάζεται σε αγωγές όπου δεν υπάρχει ρητή συμβατική πρόβλεψη περί τόκου σε περίπτωση τερματισμού συμφωνίας. Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί και την παρούσα από την απόφαση Τσιαρζάζη ν Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ.627 όπου ο τόκος ζητείτο λόγω διάρρηξης σύμβασης[1]. Θα ήταν παράλογο οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 3 επί δεκαετίας να κατακρατούν τα χρήματα του Ενάγοντα παρά το ότι γνώριζαν ότι η δέσμευση αυτών έγινε με την χρήση πλαστογραφημένων εγγράφων και να επικαλούνται ότι δεν οφείλουν οτιδήποτε επειδή κατέβαλαν τον συμβατικό τόκο που θα έπρεπε να είχαν καταβάλει σε περίπτωση όπου ο Ενάγοντας είχε αποφασίσει ο ίδιος να συνεχίσει να διατηρεί κατατεθειμένα τα χρήματα του εκεί. Έπεται πως ο Ενάγοντας έχει αποδείξει ότι δικαιούται σε επιδίκαση νόμιμου τόκου επί του ποσού €126.074,31 από την έγερση της αγωγής μέχρι και την μέρα παράδοσης του ποσού. Ενόψει του περιορισμού της απαίτησης στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα σε τόκους από το 2011 και εντεύθεν, η περίοδος αυτή είναι από 1.1.2011 μέχρι 17.1.2020 και το ποσό του νόμιμου τόκου ανέρχεται σε €48.538,
- Δεδομένου ότι ο Ενάγοντας έχει ήδη λάβει την 1.7.2020 ως τόκους ποσό €20.933,20 κατά την ημερομηνία αυτή παρέμενε ποσό €27.605,
- Εκδίδεται συναφώς απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό €27.605,33 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 17.1.2020 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ' αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο