Πυρίσιης ν. Ένωση Νέων ΘΟΙ Λακατάμειας κ.α., Αρ.Συνενωμένων Αγωγών: 1161/11 και 3090/10, 14/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A374 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ.Συνενωμένων Αγωγών: 1161/11 και 3090/10 Αρ. Αγωγής: 1161/11 Ως ετροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 19.10.12 και 20.6.2019 Μεταξύ: XXXXX Πυρίσιης Ενάγοντα και
- Ένωση Νέων ΘΟΙ Λακατάμειας
- XXXXX Κυρατζή
- XXXXX Κτωρίδη Εναγομένων και Αρ. Αγωγής: 3090/10 Ως ετροποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 16.10.2012 XXXXX Πυρίσιης Ενάγοντας και
- Ένωση Νέων ΘΟΙ Λακατάμειας
- XXXXX Κυρατζή
- XXXXX Κτωρίδη Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Απριλίου, 2020 Για τον Ενάγοντα: κ. Πολυκάρπου Για τον Εναγόμενο αρ. 3: κ. Αντωνιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με τα Ειδικά Οπισθογραφημένα Κλητήρια Εντάλματα ο Ενάγοντας αξιοί ποσά από τους Εναγόμενους αρ. 1 δυνάμει γραπτής συμφωνίας παροχής δανείου, το οποίο εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι αρ. 2 και
- Συγκεκριμένα, είναι η δικογραφημένη θέση και στις δύο αγωγές ότι ο Ενάγοντας παρείχε δάνειο ύψους €139.000 στους Εναγόμενους αρ. 1 το οποίο ήταν πληρωτέο σε 3 δόσεις, ήτοι €39.000 την 1.1.2010, €50.000 την 11.7.2010 και €50.000 την 1.1.
- Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν τις πιο πάνω δόσεις με αποτέλεσμα με τη αγωγή 3090/10 ο Ενάγοντας να αξιώνει την επιδίκαση ποσού €39.000 πλέον τόκους προς 11% ετησίως και με την αγωγή 1161/11 ποσό €100.000 πλέον τόκους προς 11% από την ημερομηνία που η κάθε δόση ήταν πληρωτέα. Εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 εξεδόθη απόφαση την 21.10.2016 για ποσό €139.000 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, ενώ για τον Εναγόμενο αρ. 2 η αγωγή αποσύρθηκε και η αγωγή παρέμεινε για εκδίκαση μόνο για τον Εναγόμενο αρ.
- Ο Εναγόμενος αρ. 3 με την Υπεράσπιση του αρνείται την απαίτηση του Ενάγοντα. Εγείρει προδικαστικές ενστάσεις ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αλλά και ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη, άκυρη, μη δεσμευτική και μη εκτελεστή. Δικογραφημένη θέση του Εναγομένου αρ. 3 είναι ότι δεν υπήρχε δυνάμει γραπτής συμφωνίας χρέος προς τον Ενάγοντα και ότι η όποια συμφωνία υπήρχε ήταν προφορική. Άνευ βλάβης της θέση του αυτής ισχυρίζεται ότι η γραπτή συμφωνία καταρτίστηκε, εκτελέστηκε και υπογράφτηκε κατά τρόπο που δεν συνάδει με το Νόμο και το καταστατικό των Εναγομένων αρ. 1 με αποτέλεσμα η όποια εγγύηση του Εναγομένου αρ. 3 να είναι επίσης παράνομη, άκυρη, μη δεσμευτική και μη εκτελεστή. Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα έδωσαν οι κ.κ. XXXXX Γιάγκου και XXXXX Ραφαήλ ενώ εκ μέρους της Υπεράσπισης μαρτυρία έδωσε μόνο ο Εναγόμενος αρ.
- Την 5.11.2019 τα πιο κάτω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: - Ότι το καταστατικό Τεκμήριο 2 αποτελούσε το Καταστατικό των Εναγομένων αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. - Ότι η σύνθεση του Εναγομένου αρ. 1 Σωματείου ήταν ως αυτή αναγράφεται στο Τεκμήριο
- Ο κ. XXXXX Γιάγκου ανέφερε ότι είναι ξάδελφος και στενός συνεργάτης του Ενάγοντα, εργαζόμενος σε εταιρείες ιδιοκτησίας του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας το οποίο δεν του επιτρέπει να παραστεί στο Δικαστήριο ώστε να δώσει μαρτυρία. Όπως είπε ο Μ.Ε.1 ο Ενάγοντας είναι επιχειρηματίας αλλά και άτομο που ασχολείται με τον αθλητισμό. Το καλοκαίρι του 2008 το Εναγόμενο αρ.1 Σωματείο δια των εκπροσώπων αυτού Εναγομένους αρ. 2 και 3 προσέγγισαν τον Ενάγοντα και του ζήτησαν δάνειο ύψους €139.
- Ο Ενάγοντας κατέβαλε στους Εναγόμενους αρ. 1 το ποσό αυτό μεταξύ του Αυγούστου 2008 και της άνοιξης του 2009 αλλά οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν αποπλήρωσαν το χρέος μέχρι την άνοιξη 2009 όπως είχαν υποσχεθεί. Τότε ο Ενάγοντας ανέθεσε στον δικηγόρο του κ. XXXXX Ραφαήλ να επιληφθεί του θέματος και δέχτηκε όπως υπογραφτεί η Συμφωνία ημερ. 19.8.2009 Τεκμήριο 1 με τις εγγυήσεις των Εναγομένων αρ. 2 και 3, πράγμα που έγινε. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους και ο Ενάγοντας καταχώρησε τις δύο συνεκδικαζόμενες αγωγές. Μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής από τους Εναγόμενους. Ο κ. XXXXX Ραφαήλ ανέφερε ότι είναι δικηγόρος και κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ενεργούσε ως δικηγόρος και νομικός σύμβουλος του Ενάγοντα. Θυμάται τα γεγονότα και παρέστη και σε κάποιες συναντήσεις μεταξύ των διαδίκων. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 το καλοκαίρι του 2008 προσέγγισαν τον Ενάγοντα ώστε να δανείσει χρήματα στους Εναγόμενους αρ.
- Ο Ενάγοντας μεταξύ Αυγούστου 2008 και άνοιξης 2009 έδωσε στους Εναγόμενους αρ. 1 το συνολικό ποσό των €139.
- Είχε συμφωνηθεί όπως το ποσό αυτό επιστρέφετο την άνοιξη
- Όταν έφτασε η άνοιξη 2009 τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο Μ.Ε.2 ζήτησαν από τους Εναγόμενους την αποπληρωμή του ποσού αλλά αυτοί δεν το έπρατταν. Τότε ετοιμάστηκε η Συμφωνία Τεκμήριο 1 η οποία δόθηκε στον Μ.Ε.2 υπογραμμένη από τους Εναγόμενους και αυτός την παρέδωσε στον Ενάγοντα για υπογραφή. Ο Εναγόμενος αρ. 3 ανέφερε ότι την περίοδο 2000 - 2009 ενεργούσε ως ιατρός των ποδοσφαιρικών ομάδων των Εναγομένων αρ.
- Ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν κουνιάδος του και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων αρ.
- Ο Εναγόμενος αρ. 3 εξελέγη Πρόεδρος του Σωματείου για την ποδοσφαιρική περίοδο 2008 -
- Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως Πρόεδρος των Εναγομένων αρ. 1 ο Εναγόμενος αρ. 3 ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 2 ότι ο Ενάγοντας ήθελε να συζητήσει την παραχώρηση σε αυτών αθλητικών εγκαταστάσεων και ο Εναγόμενος αρ. 3 συμφώνησε να συναντηθούν. Ο Ενάγοντας αποδέχτηκε να αρχίσει πληρωμές στους Εναγόμενους αρ. 1 λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι τελευταίοι και να ετοιμαστεί η σχετική συμφωνία με όρους στην πορεία. Ο Ενάγοντας απέστειλε προσχέδιο συμφωνίας και ακολούθησε συζήτηση επί των όρων μεταξύ των διαδίκων. Ο Ενάγοντας συνέχισε να δίνει χρήματα. Τον Μάιο 2009 ο Ενάγοντας ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις για την συμφωνία και ήθελε επιστροφή των χρημάτων που είχε καταβάλει. Το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγομένων αρ. 1 αποφάσισε ότι έπρεπε να επιστρέψει το ποσό αλλά δεν το είχε διαθέσιμο. Όπως είπε ο Εναγόμενος αρ. 3, την 10.6.2009 ο ίδιος αποχώρησε από Πρόεδρος και έκτοτε δεν είχε εμπλοκή στα θέματα των Εναγομένων αρ.
- Τον Αύγουστο 2009 κάποιο άγνωστο του πρόσωπο του παρέδωσε ένα έγγραφο που αντιλήφθηκε ότι αποτελούσε συμφωνία για χρονοδιάγραμμα πληρωμής του ποσού, οι δε Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 θα υπέγραφαν ως εγγυητές. Ο Εναγόμενος αρ. 3 μονόγραψε και υπέγραψε την Συμφωνία. Μόνο μετά την επίδοση της αγωγής σε αυτόν αντιλήφθηκε ότι οι Εναγομένοι αρ. 1 δεν είχαν τηρήσει το χρονοδιάγραμμα. Θέση του Εναγομένου αρ. 3 ήταν ότι όταν υπέγραφε την συμφωνία δεν υπήρχε επ' αυτής χειρόγραφη αλλαγή όρων. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας δεν εξάντλησε όλες τις διαθέσιμες διαδικασίες για είσπραξη του ποσού εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 παρά το γεγονός ότι εξασφάλισε απόφαση πριν από 3 χρόνια. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν παρέστη στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Αυτό εξηγήθηκε ένεκα της κατάστασης της υγείας του η οποία και δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο αρ.
- Σημειώνω ότι η πλευρά του Εναγομένου αρ. 3 δεν ζήτησε την αντεξέταση του Ενάγοντα επί των αρχικών δηλώσεων. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου σημειώνω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του κ. Γιώργου Γιάγκου ήταν εξ ακοής μαρτυρία, η αξιολόγηση της οποίας θα πρέπει να γίνει στη βάση του αρ. 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9[1]. Η εξήγηση που δόθηκε, και η οποία δεν αμφισβητήθηκε, για το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο Ενάγοντας θεωρώ πως εξηγεί επαρκώς τον λόγο της μη παρουσίας του ιδίου. Ούτως ή άλλως, τα ουσιαστικά γεγονότα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και η μαρτυρία και των δύο πλευρών κινήθηκε σε παρόμοιες εκδοχές επ' αυτών. Πέραν των γενικών αυτών σχολίων σημειώνω ότι ο Μ.Ε.1 έκανε καλή εντύπωση, υπήρξε σταθερός και παρέμενε σε αυτά που ήταν σε θέση να αναφέρει δηλώνοντας απερίφραστα όπου δεν είχε γνώση. Από τα όσα ο Μ.Ε.1 ανέφερε στο Δικαστήριο σημειώνω τα πιο κάτω: - Δέχτηκε ότι πηγή γνώσης του είναι ο Ενάγοντας. Ο Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να πει λεπτομέρειες για την Συμφωνία Τεκμήριο 1, όπως το ποιος την συνέταξε, γιατί υπάρχει αλλαγή δίπλα από το ποσό €39.000, τον λόγο για τον οποίο η αλλαγή αυτή έγινε αλλά ούτε και για το κατά πόσο οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν για την αλλαγή. - Ο Μ.Ε.1 έπεισε ως προς το ότι η ημερομηνία της Συμφωνίας Τεκμήριο 1 είναι 19.8.2009 και ότι η χρονολογία 2009 λείπει εκ παραδρομής, αφού γνώριζε ο ίδιος προσωπικά την χρονική περίοδο κατά την οποία αυτή συνήφθη. - Ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 όντως υπέγραψε την Συμφωνία. Σε αυτό το πλαίσιο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της Συμφωνίας το κατά πόσο ο Ενάγοντας υπέγραψε μετά από τους Εναγόμενους, όπως υπέβαλε ο συνήγορος για τον Εναγόμενο αρ.
- - Σημειώνω επίσης ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο αρ. 3 υπέβαλε στον Μ.Ε.1 ότι το επίδικο ποσό δόθηκε από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους αρ. 1 πριν από την υπογραφή της Συμφωνίας, εκδοχή την οποία ανέφερε τόσο ο Μ.Ε.2 όσο και ο Εναγόμενος αρ.
- Αυτό οδηγεί στο ότι η καταβολή του ποσού των €139.000 από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους είναι παραδεκτή. - Λογική ήταν η θέση του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 ήταν Πρόεδρος του Εναγομένου αρ. 1 Σωματείου και άρα όφειλε να γνωρίζει τι προέβλεπε το Καταστατικό τους και αν αυτό προέβλεπε δανεισμό από ιδιώτες. Οι συνέπειες που προκύπτουν από το κατά πόσο μία πράξη τελέστηκε καθ' υπέρβασης καταστατικού θα εξεταστούν πιο κάτω στην παρούσα. Ο κ. XXXXX Ραφαήλ επίσης έδωσε την εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα και έπεισε σε σχέση με την εκδοχή των γεγονότων που έδωσε στο Δικαστήριο η οποία συνάδει σε μεγάλο βαθμό με την εκδοχή που έδωσε και ο Εναγόμενος αρ.
- Έπεισε επίσης ότι ο ίδιος επανειλημμένα όχλησε τους Εναγόμενους, περιλαμβανομένου και του Εναγόμενου αρ. 3 για πληρωμή του ποσού. Όσον αφορά στο ότι θέση του ήταν ότι όταν η Συμφωνία Τεκμήριο 1 ήρθε στα χέρια του είχε πάνω μόνο την υπογραφή του κ. Αρχοντίδη, αυτό δεν επηρεάζει ουσιωδώς αφού ο Εναγόμενος αρ. 3 δέχεται ότι υπέγραψε την Συμφωνία. Αποδέχομαι επιπλέον τη θέση του κ. Ραφαήλ ότι ουδέποτε έλεγξε το Καταστατικό των Εναγομένων αρ.
- Ο Εναγόμενος αρ. 3 μου έδωσε την εντύπωση ατόμου που προσπάθησε να πει την αλήθεια. Παρά ταύτα, όμως, σε κάποια σημεία προσπάθησε να προωθήσει επιχειρήματα στην προσπάθεια του να αποφύγει την έκδοση απόφασης εναντίον του. Συγκεκριμένα παρατηρώ τα πιο κάτω: - Ο Εναγόμενος δέχτηκε ότι υπέγραψε την Συμφωνία Τεκμήριο 1, όπως δέχτηκε και ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε στους Εναγόμενους αρ. 1 το ποσό των €139.
- Επιπλέον ήταν θέση του ότι υπέγραψε και μονόγραψε αυτήν έχοντας πλήρη αντίληψη ότι υπέγραφε ως εγγυητής της αποπληρωμής του ποσού στον Ενάγοντα από τους Εναγόμενους αρ. 1, απλώς θεωρούσε ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 θα το πλήρωναν. - Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι την Συμφωνία Τεκμήριο 1 υπέγραψε μετά που είχε αποχωρήσει ως Πρόεδρος των Εναγομένων αρ. 1 και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι «ενθουσιάστηκε» που το έπραττε γιατί καθορίστηκε κάποιο χρονοδιάγραμμα για να πληρωθεί ο Ενάγοντας από τους Εναγόμενους αρ.
- - Ερωτηθείς προς τούτο ο Εναγόμενος αρ. 3 δέχτηκε ότι το λογικό ήταν να επιστραφεί το ποσό στον Ενάγοντα σε περίπτωση όπου δεν επιτυγχάνετο συμφωνία για την παραχώρηση εγκαταστάσεων. - Δέχτηκε αντεξεταζόμενος ότι η πρόθεση του ήταν να εγγυηθεί στον Ενάγοντα την αποπληρωμή του ποσού. Επίσης δέχτηκε ότι δεν έχει σημασία κατά πόσο η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 1.1.10 αντί την 1.1.2009 αφού αυτός μόνο εγγύηση ήθελε να δώσει και αυτό έδωσε. - Επίσης ο Εναγόμενος αρ. 3 δέχτηκε ότι ο ίδιος υπέγραψε την Συμφωνία Τεκμήριο 1 τον Αύγουστο 2009, πράγμα που οδηγεί στο ότι όντως η χρονολογία που θα έπρεπε να αναγράφεται επί τούτης είναι
- - Δεν μου έκανε καλή εντύπωση η προσπάθεια του Εναγομένου αρ. 3 να αποφύγει την εγγύηση που με επίγνωση έδωσε επικαλούμενος το Καταστατικό των Εναγομένων αρ.
- Ειδικότερα, σημειώνω ότι κατά τον επίδικο χρόνο Πρόεδρος των Εναγομένων αρ. 1 ήταν ο ίδιος και ισχυρίστηκε ότι γνώριζε το περιεχόμενο του Καταστατικού. Παρά ταύτα αποδέχτηκε να λάβει τα χρήματα από τον Ενάγοντα. Ερωτηθείς κατά πόσο το Καταστατικό επέτρεπε επενδύσεις όπως ισχυρίστηκε ότι προσπαθούσαν να κάνουν με τον Ενάγοντα, είπε ότι δεν γνώριζε. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε από του να συζητά το ενδεχόμενο με τον Ενάγοντα και να λάβει τα χρήματα εκ μέρους των Εναγομένων αρ.
- Υπέγραψε την επίδικη Συμφωνία γνωρίζοντας ότι υπέγραφε ως εγγυητής για χρέος που έπρεπε να επιστραφεί στον Ενάγοντα αλλά, όταν οι Εναγόμενοι αρ. 1 πρωτοφειλέτες δεν το κατέβαλαν, ισχυρίστηκε ότι η Συμφωνία είναι άκυρη επειδή δεν την είχε υπογράψει και ο Γραμματέας του Σωματείου. - Ο Εναγόμενος αρ. 3 ισχυρίστηκε στην παράγραφο 23 της Γραπτής του Δήλωσης Εγγράφου Γ ότι η υπογραφή και μονογραφή του Ενάγοντα επί του Τεκμηρίου 1 τέθηκαν μεταξύ 10.5.2018 και 1.11.2019, ήτοι ότι υπήρξε παραποίηση εγγράφου που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο. Ερωτηθείς περί τούτου απάντησε ότι για το θέμα είχε ενημερωθεί από τους δικηγόρους του. Ύστερα είπε ότι είχαν σταλεί δύο έγγραφα με τηλεμοιότυπο όπου στο ένα υπήρχε η εν λόγω υπογραφή και στο άλλο όχι. Κατ' επέκταση δεν πείθει ο ισχυρισμός του Εναγομένου αρ. 3 περί παραποίησης εγγράφου ο οποίος προωθήθηκε για σκοπούς εντυπώσεων και μόνο, πράγμα απαράδεκτο ειδικά έχοντας υπόψη την σοβαρότητα του. - Στο ίδιο πλαίσιο δεν είναι λογική η θέση ότι ενώ ο κ. Αρχοντίδης και ο Εναγόμενος αρ. 2 είχαν ήδη υπογράψει την Συμφωνία πριν την υπογράψει ο Εναγόμενος αρ. 3, ο κ. Αρχοντίδης έκανε αλλαγή σε αυτήν μετέπειτα. Ούτε και κλήθηκε ο κ. Αρχοντίδης να δώσει μαρτυρία επί τούτου. Ως αποτέλεσμα δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό αυτό του Εναγόμενου αρ.
- Ούτως ή άλλως ο ίδιος δέχτηκε ότι δεν έκανε καμία διαφορά η διόρθωση της χρονολογίας καταβολής της πρώτης δόσης, πράγμα που οδηγεί στο ότι το όλο θέμα προβάλλετο ως πρόφαση για απαλλαγή του από τις υποχρεώσεις του. - Ούτε ήταν πειστική η εκδοχή ότι μπήκε στο γραφείο του ένα άγνωστο του πρόσωπο το οποίο του ζήτησε να υπογράψει ως εγγυητής για ποσό €139.000 και ο Εναγόμενος αρ. 3 το έπραξε χωρίς να ρωτήσει ή γνωρίζει οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια. - Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οχληθεί για το ποσό πριν από την επίδοση της αγωγής εντούτοις σε υποβολή ότι είχε επικοινωνήσει μαζί του ο κ. Ραφαήλ απάντησε ότι ίσως να τον πήρε τηλέφωνο αλλά δεν τον είχε οχλήσει εγγράφως. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν Σωματείο που ιδρύθηκε την 29.11.
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο το Καταστατικό των Εναγομένων αρ. 1 ήταν ως το Τεκμήριο 2 ενώ οι συνθέσεις του Διοικητικού τους Συμβουλίου για τις ποδοσφαιρικές περιόδους 2008 - 2009, 2009 - 2010 και 2010 - 2011 ήταν ως αυτές αναγράφονται στο Τεκμήριο
- Το 2008 οι Εναγόμενοι αρ. 1 αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. Σε συνάντηση με τον επιχειρηματία Ενάγοντα όπου παρέστη και ο Εναγόμενος αρ. 3 συμφωνήθηκε όπως ο Ενάγοντας καταβάλει στους Εναγόμενους αρ. 1 ποσό €139.000 και όπως γίνει προσπάθεια για επίτευξη συμφωνίας εκμετάλλευσης χώρων των Εναγομένων αρ. 1 από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας μεταξύ Αυγούστου 2008 και άνοιξης 2009 κατέβαλε στους Εναγόμενους αρ. 1 το συνολικό ποσό των €139.000 το οποίο οι Εναγόμενοι αρ. 1 ανέλαβαν να επιστρέψουν την άνοιξη
- Η προαναφερόμενη συμφωνία εκμετάλλευσης χώρων από τον Ενάγοντα δεν επιτεύχθη και ο Ενάγοντας ζήτησε αποπληρωμή του ποσού των €139.
- Το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγομένων αρ. 1 αποφάσισε ότι όντως το ποσό θα έπρεπε να το επιστρέψουν αλλά δεν είχαν τους αναγκαίους πόρους. Ο Ενάγοντας ανέθεσε στον Μ.Ε.2 δικηγόρο να επιληφθεί του θέματος. Ο Εναγόμενος αρ. 3 αποχώρησε από Πρόεδρος των Εναγομένων αρ. 1 την 10.6.
- Τα μέρη συμφώνησαν όπως υπογραφτεί η Συμφωνία Τεκμήριο 1 θέτοντας χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του ποσού με την εγγύηση των Εναγομένων αρ. 2 και
- Τον Αύγουστο 2009 ο Εναγόμενος αρ. 3 υπέγραψε την Συμφωνία Τεκμήριο 1 ως εγγυητής των υποχρεώσεων των Εναγομένων αρ.
- Κατά τον χρόνο αυτό η Συμφωνία ήταν ήδη υπογραμμένη από τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 και μονογραμμένη στην αλλαγή επί της πρώτης σελίδας, ο δε Ενάγοντας υπέγραψε σε μεταγενέστερο χρόνο. Εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 εξεδόθη την 21.10.2016 απόφαση για ποσό €139.000 πλέον νόμιμο τόκο. Το ποσό των €139.000 εξακολουθεί να οφείλεται στον Ενάγοντα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εν πρώτοις θα πρέπει να παρατηρήσω ότι με την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο αρ. 3 προωθούνται υπερασπίσεις οι οποίες δεν δικογραφούνται στην Υπεράσπιση του Εναγομένου αρ. 3, ούτε και μετά από την τροποποίηση της. Αυτές περιλαμβάνουν τους ισχυρισμούς περί μεταβολής της σύμβασης αλλά και περί απαλλαγής του Εναγομένου αρ. 3 λόγω μη προώθησης των διαθέσιμων μέτρων εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων αρ.
- Ούτως ή άλλως από την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω φαίνεται ότι ο ισχυρισμός περί μεταβολής της σύμβασης δεν έγινε δεχτός. Πέραν τούτου, όμως, το Δικαστήριο εκδικάζει αγωγές στην βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και άρα οι θέσεις αυτές δεν θα εξεταστούν. Προχωρώ σε μελέτη της Συμφωνίας Τεκμήριο
- Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η ερμηνεία εγγράφων είναι νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεκτή, αλλά και ούτε είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε στο έγγραφο. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων μίας συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα του όρου μίας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους, που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 (A) A.A.Δ. 518). Στο σύγγραμμα Chitty On Contracts - General Principles, 25η έκδοση, στις παραγράφους 765 και 766 αναφέρεται ότι, σκοπός της ερμηνείας των όρων μίας γραπτής συμφωνίας, είναι το να διαφανεί από αυτούς η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, τεκμαίρεται ότι οι συμβαλλόμενοι εννοούσαν αυτά τα οποία και αναγράφονται επί της συμφωνίας, και άρα οι λέξεις ερμηνεύονται ως έχουν[2]. Μελετώντας την Συμφωνία Τεκμήριο 1 προκύπτει απερίφραστα ότι ο Ενάγοντας έχει δανείσει στους Εναγόμενους αρ. 1 ποσό €139.
- Ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 δεν κατέστη δυνατό να ξοφλήσουν την οφειλή τους συμφωνείται η πληρωμή του ποσού σε τρεις δόσεις. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά την τήρηση των προαναφερόμενων συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων αρ. 1 προς τον Ενάγοντα. Ουσιαστικά εκείνο που παραμένει προς εξέταση είναι η θέση του Εναγομένου αρ. 3 ότι η Συμφωνία Τεκμήριο 1 είναι άκυρη ένεκα του ότι το Καταστατικό των Εναγομένων αρ. 1 δεν προέβλεπε τον δανεισμό από ιδιώτες, ενώ σύμφωνα πάλι με το Καταστατικό, η Συμφωνία θα έπρεπε να είχε υπογραφτεί και από τον Γραμματέα του Σωματείου. Κατά τον χρόνο υπογραφής της Συμφωνίας Τεκμήριο 1 σε ισχύ ήταν οι περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμοι του 1972 και 1997 Ν57/
- Το αρ. 17
(2)αναφέρει τα εξής: «
(2)Η έκτασις της εξουσίας του έχοντος την διοίκησιν προσδιορίζεται εκ του καταστατικού, ο δε προσδιορισμός ούτος ισχύει και έναντι τρίτων. Διά του καταστατικού, δύνανται να ανατεθώσιν ωρισμέναι υποθέσεις εις ίδιον πρόσωπον. Η εξουσία τούτου εν αμφιβολία εκτείνεται και εις πάσαν συναφή πράξιν». Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα παρέπεμψε στην αγόρευση του στο αρ. 33Α του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο αυτό, όμως, εφαρμόζεται σε περιπτώσεις εταιρειών που ιδρύθηκαν δυνάμει του εν λόγω Νόμου και δεν διέπει Σωματεία που ιδρύθηκαν δυνάμει άλλης Νομοθεσίας. Μελέτη, όμως, του Καταστατικού Τεκμηρίου 2 δεν οδηγεί στην αυστηρή ερμηνεία που του αποδίδει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο αρ.
- Ο κ. Αντωνιάδης εισηγήθηκε ότι η πρόνοια στο αρ. 20 απαγορεύει τον δανεισμό από ιδιώτες. Το εν λόγω άρθρο, όμως, απλώς προβλέπει από πού προέρχονται «οι πόροι» του Σωματείου και δεν απαγορεύει ρητά την δανειοδότηση από ιδιώτη. Όπως αναφέρει και ο Εναγόμενος αρ. 3 στην Γραπτή του Δήλωση Έγγραφο Γ ο Ενάγοντας κατέβαλε άμεσα το ποσό «διότι υπήρχαν άμεσες οικονομικές ανάγκες όπως μισθοί παικτών». Έπεται πως τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για επίτευξη σκοπών του Σωματείου που προβλέπονται στο Καταστατικό. Στο σημείο αυτό παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας ν Nicosia Palace Hotel Co Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ.722 στην οποία παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο αρ.
- Αφού σημειώσω ότι η υπόθεση αφορούσε σε εταιρεία, το απόσπασμα στο οποίο γίνεται παραπομπή αφορά σε τρόπο ερμηνείας προνοιών καταστατικού και σε αυτό το βαθμό θεωρώ ότι μπορεί να τύχει εφαρμογής και στην παρούσα: «Επιπρόσθετα σύμφωνα με το σύγγραμμα του J. Beatson "Anson's Law of Contract", 27η Έκδοση, σελ. 226, "The contractual capacity of a corporation incorporated by statute is limited by the fact that any act done by the corporation outside its statutory powers is, at common law, ultra vires and void." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Η ικανότητα μιας εταιρείας που έχει συσταθεί διά νόμου να συνάπτει συμφωνίες περιορίζεται από το γεγονός ότι οποιαδήποτε πράξη γίνεται καθ' υπέρβαση των νομοθετικών εξουσιών της, θεωρείται στο κοινοδίκαιο ότι έγινε καθ' υπέρβαση παραχωρηθείσας εξουσιοδότησης και άκυρη." Το δόγμα δεν πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται αυστηρά και δεν συμπεριλαμβάνει οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι άμεσα συνδεδεμένο ή επακόλουθο των σκοπών της εταιρείας, όπως αυτοί καθορίζονται στο ιδρυτικό της έγγραφο. Όταν π.χ. η εταιρεία ιδρύεται "για να αγοράζει, πωλεί και εμπορεύεται άνθρακα" μπορεί, μέσα στα πλαίσια των πιο πάνω δραστηριοτήτων, να εργοδοτεί υπαλλήλους, να ανοίγει καταστήματα, να αγοράζει και πωλεί φορτηγά, να υπογράφει συναλλαγματικές, να δανείζεται με εγγυήσεις, να ανοίγει τραπεζικούς λογαριασμούς και να καταβάλλει συντάξεις στους υπαλλήλους της. Άν και οι πιο πάνω δραστηριότητες δεν αναφέρονται ρητά στο καταστατικό της εταιρείας, ενούτοις δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν υπέρβαση παραχωρηθείσας εξουσιοδότησης (ultra vires) του ιδρυτικού εγγράφου αλλά αντίθετα μέσα στα πλαίσια των εξουσιών ενός οργάνου (intra vires). (Βλ. Ashbury Railway Carriage and Iron Co. v. Riche [1875] L.R. 7 H.L. 653)». (έμφαση του Δικαστηρίου) Συνεπώς, εφόσον ο δανεισμός από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους αρ. 1 έγινε για τους προβλεπόμενους στο Καταστατικό σκοπούς των τελευταίων, η Συμφωνία Τεκμήριο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη εκ τούτου. Παρομοίως το αρ. 36 του Καταστατικού αναφέρεται στις εξουσίες του Προέδρου ο οποίος, μεταξύ άλλων: «.δικαιούται να λαμβάνει μέρος στις συνεδριάσεις. και υπογράφει μαζί με τον γραμματέα, κάθε συμβόλαιο του συλλόγου προς τρίτους». (έμφαση του Δικαστηρίου) Δεν προκύπτει από την πρόνοια αυτή ότι η μη υπογραφή του Γραμματέα επηρεάζει την εγκυρότητα Συμφωνίας. Θα πρέπει στο μεταξύ να σημειωθεί ότι η Σύμβαση Εγγύησης είναι ξεχωριστή σύμβαση από αυτή του δανεισμού. Ο Εναγόμενος αρ. 3 υπέγραψε την Συμφωνία Εγγύησης με ελεύθερη βούληση και πλήρη επίγνωση του τι έπραττε. Το ποσό δεν έχει αποπληρωθεί από τον πρωτοφειλέτη στον Ενάγοντα και άρα ο Ενάγοντας είναι ελεύθερος να προωθήσει τις αγωγές εναντίον του εγγυητή. Ο Ενάγοντας απέδειξε τις απαιτήσεις του και στις δύο αγωγές εναντίον του Εναγομένου αρ.
- Κατ' ακολουθία των πιο πάνω και να μπορέσω να εκδώσω απόφαση σε κάθε μία από τις δύο συνεδικαζόμενες αγωγές ξεχωριστά, εκδίδω διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών 3090/10 και 1161/
- Εκδίδεται απόφαση στην αγωγή 3090/10 υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου αρ. 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους αρ. 1 για ποσό €39.000 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 12.4.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται απόφαση στην αγωγή 1161/11 υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου αρ. 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους αρ. 1 για ποσό €100.000 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 17.2.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα και στις δύο αγωγές δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου αρ. 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. [2] "The cardinal presumption is that the parties have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself: "One must consider the meaning of the words used, not what one may guess to be the intention of the parties". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο