ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3662/11, 30/6/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A382 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3662/11 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και XXXXX ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 30.6.2020 Για τους Ενάγοντες: κα Μ. Πανταζή Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Ευσταθίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον του Εναγομένου ποσό €163.328,39 πλέον τόκους προς 10% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.1.
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει εγγράφου συμφωνίας χρηματοδοτήσεως οι Ενάγοντες παρείχαν στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €175.000 και ο Εναγόμενος εξουσιοδότησε την εταιρεία Sharelink Securities Limited να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του στο ΧΑΚ, ενώ οι όποιες αξίες θα εγγράφονταν επ' ονόματι της εταιρείας Ellinas Finance (Custodian) Limited. Οι Ενάγοντας παραχώρησαν στον Εναγόμενο διευκολύνσεις ύψους €175.000 και άνοιξαν στο όνομα του λογαριασμό με κωδικό EFC17306, τον τηρούσαν δε ενήμερο αναφορικά με την κατάσταση του λογαριασμού αυτού. Οι Ενάγοντες επανειλημμένα κάλεσαν τον Εναγόμενο να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και να ενεργήσει ώστε το σύνολο να διατηρείται στο επίπεδο που προβλέπετο από την Συμφωνία αλλά ο Εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει. Τον Οκτώβριο 2010 οι Ενάγοντες προχώρησαν με πώληση των Αξιών Χαρτοφυλακίου του Εναγομένου και πίστωσαν το προϊόν αυτής στον λογαριασμό του ενώ την 27.4.2011 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και αξίωσαν πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Αποτελεί δικογραφημένο του ισχυρισμό ότι παρεπείσθη να συνάψει δάνειο από τους Ενάγοντες οι οποίοι των πληροφόρησαν ότι θα επένδυαν το ποσό και θα κέρδιζε μεγάλα ποσά. Ότι έλαβε χώρα έγινε με πρωτοβουλία υπαλλήλου ή αντιπροσώπου των Εναγόντων με αποτέλεσμα να του λεχθεί ότι το επενδυτικό του κεφάλαιο είχε εξανεμιστεί πλήρως. Εκπρόσωπος των Εναγόντων ενεργούσε τις περισσότερες φορές χωρίς την συγκατάθεση και εν αγνοία του Εναγομένου, ενώ θέση του είναι ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν έκδηλα αντισυμβατικά, με κακή πίστη και δόλιο τρόπο σε βάρος του Εναγομένου ο οποίος δεν είχε καμία γνώση οικονομικών θεμάτων. Ανταπαιτεί την επιστροφή σε αυτόν ποσού €43.
- Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Εναγομένου και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ενεθάρρυναν ή εξώθησαν αυτόν να υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο και ουδέποτε του υποσχέθηκαν ότι θα κέρδιζε οποιοδήποτε ποσό. Όλες οι εντολές για αγορά ή πώληση αξιών δίδονταν από τον Εναγόμενο στον Χρηματιστή του και οι Ενάγοντες καμία ανάμειξη στην λήψη αποφάσεων είχαν. Κατά την ακρόαση, προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία έδωσε ο κ. XXXXX Έλληνας, ενώ εκ μέρους του Εναγόμενου δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο κ. XXXXX Έλληνας ανέφερε ότι είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος των Εναγόντων οι οποίοι είναι δημόσια εταιρεία που συστάθηκε το 1992 και είναι χρηματοδοτικός οργανισμός που παρέχει δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς μεταξύ αυτών και για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Την 4.3.2008 ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο των Εναγόντων ζητώντας να του χορηγηθεί όριο €200.
- Οι Ενάγοντες ενέκριναν την παροχή ορίου ύψους €175.000 και την 6.3.2008 υπεγράφη Συμφωνία Χρηματοδότησης Επενδύσεων. Ο Εναγόμενος επίσης υπέγραψε Πληρεξούσιο Έγγραφο προς την χρηματιστηριακή εταιρεία Sharelink Securities and Financial Services Ltd η οποία θα ενεργούσε ως χρηματιστής του Εναγομένου, οι δε μετοχές που θα αγοράζονταν με την χρήση των διευκολύνσεων θα εγγράφονταν στο όνομα της εταιρείας Ellinas Finance (Custodian) Limited ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου προς τους Ενάγοντες. Σε περίπτωση που το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού υπερέβαινε το συμφωνηθέν όριο οι Ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα να καλέσουν τον Εναγόμενο να προβεί σε πώληση αξιών ή σε κατάθεση μετρητών και, αν αυτός δεν το έπραττε, θα είχαν το δικαίωμα να προβούν οι ίδιοι σε πώληση μετοχών ώστε να επαναφέρουν το υπόλοιπο εντός του ορίου. Οι Ενάγοντες άνοιξαν τον λογαριασμό με αρ. EFC17306 και έθεσαν στην διάθεση του Εναγομένου όριο €175.000 το οποίο ο Εναγόμενος χρησιμοποίησε για την αγορά αξιών. Οι Ενάγοντες έστελναν στον Εναγόμενο μία φορά μηνιαίως κατάσταση λογαριασμού με όλα τα πινακίδια συναλλαγών με τα οποία ο Εναγόμενος ουδέποτε διαφώνησε. Με επιστολή τους ημερομηνίας 12.7.2010 ενημέρωσαν τον Εναγόμενο ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε υπέρβαση και τον κάλεσαν να προβεί είτε σε κατάθεση μετρητών είτε σε μεταβίβαση μετοχών αλλά ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Οι Ενάγοντες προχώρησαν με την εκποίηση αξιών του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου και την 27.4.2011 τερμάτισαν την μεταξύ των Συμφωνία και απαίτησαν πληρωμή του υπολοίπου ποσού πλέον τόκους. Ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό μέχρι και σήμερα. Ο Εναγόμενος δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο κ. XXXXX Έλληνας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι επί των όσων γεγονότων ανέφερε δεν αντεξετάστηκε, αφού η αντεξέταση περιορίστηκε στην σχέση μεταξύ των Εναγόντων και των Ellinas Finance (Custodian) Limited και Sharelink Securities and Financial Services Limited, καθώς και ως προς την νομιμοποίηση των Εναγόντων να ασκούν τραπεζικές εργασίες. Απαντούσε εμπεριστατωμένα δείχνοντας ότι ήταν γνώστης του αντικειμένου, τα όσα δε ανέφερε ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο των ενώπιον του Δικαστηρίου εγγράφων. Έπεισε για το ότι τις αποφάσεις για πώληση και αγορά αξιών λάμβανε ο Εναγόμενος σε συνδυασμό με την χρηματιστηριακή εταιρεία Sharelink. Εν πάση περιπτώσει δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγομένου με την οποία να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε διαφορετική εκδοχή. Των πιο πάνω δεδομένων τα όσα ο Μ.Ε.1 ανέφερε αποδέχομαι εξ ολοκλήρου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, οι τίτλοι της οποίας είναι εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και ασχολείται με την παροχή δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων μέσω ειδικών λογαριασμών. Την 4.3.2008 ο Εναγόμενος υπέβαλε την Αίτηση Τεκμήριο 4 για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο των Εναγόντων ζητώντας την παροχή ορίου ύψους €200.
- Οι Ενάγοντες ενέκριναν την Αίτηση για όριο €175.000, και την 6.3.2008 υπεγράφη η Συμφωνία Τεκμήριο 5 μεταξύ του Εναγομένου, των Εναγόντων και της Ellinas Finance (Custodian) Ltd. Υπεγράφη ταυτόχρονα και Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο ο Εναγόμενος διόρισε την Sharelink Securities and Financial Services Limited πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ώστε εξ ονόματος και για λογαριασμό του να αγοράζει και πωλεί κινητές αξίες εισηγμένες στο ΧΑΚ και στο ΧΑΑ. Οι Ενάγοντες άνοιξαν τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX7306 και παραχώρησαν στον Εναγόμενο όριο €175.000, ενώ ο Εναγόμενος μεταβίβασε επ' ονόματι της Custodian αριθμό μετοχών ως Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας. Ο Εναγόμενος προχώρησε σε χρήση του ορίου δίδοντας οδηγίες στους χρηματιστές για τη διενέργεια πράξεων και αυτοί ακολούθως ειδοποιούσαν τους Ενάγοντες, οπόταν οι τελευταίοι πλήρωναν από τον λογαριασμό το τίμημα αγοράς των μετοχών. Οι Ενάγοντες έστελναν στον Εναγόμενο καταστάσεις λογαριασμού μηνιαίως συνοδευόμενες από τα πινακίδια συναλλαγών, με τις οποίες ο Εναγόμενος ουδέποτε διαφώνησε. Την 12.7.2010 οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο την επιστολή Τεκμήριο 8Α ενημερώνοντας τον ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε υπέρβαση και καλώντας τον να προβεί σε επαναφορά του εντός του συμφωνηθέντος ορίου. Το ίδιο έπραξαν και στις 8.10.2010 με την επιστολή Τεκμήριο 8Β όπου τον ενημέρωσαν ότι, σε περίπτωση που δεν ανταποκριθεί με την κατάθεση είτε μετρητών είτε μετοχών, οι Ενάγοντες θα προχωρούσαν σε εκποίηση του χαρτοφυλακίου και θα καλούσαν τον Εναγόμενο να καταβάλει το όποιο υπόλοιπο. Αφού ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις επιστολές, οι Ενάγοντες προχώρησαν σε πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου, και με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 27.4.2011 Τεκμήριο 9 τερμάτισαν την Συμφωνία και αξίωσαν το ποσό των €163.328,39 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 10% ετησίως από 1.1.
- Ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι από τον τερματισμό μέχρι σήμερα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μελετώντας την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο προκύπτει ότι αυτή εστιάζεται στην ικανότητα των Εναγόντων να ασκούν τραπεζικές εργασίες και στο ότι η επίδικη συμφωνία περιέχει καταχρηστικές ρήτρες παραβιάζοντας τον Ν.93(Ι)/
- Όσον αφορά στο κατά πόσο οι Ενάγοντες ασκούσαν τραπεζικές εργασίες παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λίμιτεδ ν. Σόφη Γιάλλουρου
(2006)1 Α.Α.Δ.120 στην οποία παρέπεμψαν και οι δύο συνήγοροι και όπου σε παρόμοιας μορφής Συμφωνία αποφασίστηκαν τα εξής: «Από τους πιο πάνω όρους δεν προκύπτει, με κανένα τρόπο, ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις εν τη εννοία του Νόμου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τον ορισμό του όρου "κατάθεση" στο άρθρο 2, η ύπαρξη όρου αποπληρωμής του ποσού των χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση χαρακτηρισμού του ποσού ως κατάθεσης. Ούτε από τους όρους 2(Γ) και 2(Ε) της επίδικης συμφωνίας, αλλά ούτε και από τα Τεκμήρια 1 και 4, εξεταζόμενα στο σύνολό τους, προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση της εφεσείουσας για αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που θα εισπραττόταν εκ μέρους της από την εφεσίβλητη, είτε με τόκο, είτε χωρίς τόκο, είτε υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε σε τακτή προθεσμία. Στην περίπτωση που η εφεσείουσα θα είχε υποχρέωση να καταβάλει χρήματα στην εφεσίβλητη, η υποχρέωση αυτή δε θα είχε καμιά σχέση με οποιαδήποτε "κατάθεση" την οποία είχε κάνει προηγουμένως η εφεσίβλητη ή με οποιαδήποτε υποχρέωση της εφεσείουσας για αποπληρωμή της. Η υποχρέωση της εφεσείουσας για καταβολή στην εφεσίβλητη του ισάξιου του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού της θα μπορούσε να προκύψει π.χ. στην περίπτωση που η εφεσίβλητη είχε επιλέξει να μεταβιβάσει στην εφεσείουσα κινητές αξίες για εξασφάλιση και όχι να της δώσει μετρητά. Υποχρέωση της εφεσείουσας για πληρωμή στην εφεσίβλητη θα μπορούσε, επίσης, να προκύψει από τη δημιουργία κέρδους από τις αγοραπωλησίες αξιών από την εφεσίβλητη (λόγω ανόδου στην τιμή των αξιών της εφεσίβλητης). Τέτοια υποχρέωση της εφεσείουσας δεν θα πήγαζε από οποιαδήποτε υποχρέωση για αποπληρωμή οποιασδήποτε "κατάθεσης" της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, σε περίπτωση που οι συμφωνίες θα τερματίζονταν, εάν ο λογαριασμός της εφεσίβλητης είχε πιστωτικό υπόλοιπο, η εφεσείουσα είχε υποχρέωση να της καταβάλει το υπόλοιπο αυτό. Όχι, βέβαια, ως ποσό που η εφεσίβλητη είχε "καταθέσει" στην εφεσείουσα, αλλά ως ποσό που προέκυπτε από τις χρεώσεις και πιστώσεις στο λογαριασμό της αναφορικά με τις αγορές και πωλήσεις αξιών αντίστοιχα. Εάν στο λογαριασμό της εφεσίβλητης δεν υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο ή υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο η εφεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό. Από τα Τεκμήρια 1 και 4 δεν προκύπτει, επίσης, ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις "από το κοινό". Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις "από το κοινό" της Δημοκρατίας. Το Τεκμήριο 1 είναι απλώς μια αίτηση της εφεσίβλητης προς την εφεσείουσα. Αλλά και αν ακόμα υποτεθεί ότι η εφεσείουσα, με το Τεκμήριο 1, απευθυνόταν προς πάντα ενδιαφερόμενο, το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το τεκμήριο περιλάμβανε και πρόβλεψη για κατάθεση μετρητών, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα διεξήγαγε εργασίες αποδοχής "καταθέσεων" από το κοινό εφόσον, και πάλι, θα απουσίαζε το στοιχείο της αποπληρωμής του καταβαλλόμενου ή εισπραττόμενου ποσού χρημάτων. Εκείνο που προκύπτει από το Τεκμήριο 1 είναι ότι, για να δανειστεί κάποιος χρήματα από την εφεσείουσα για να μπορεί στη συνέχεια να τα επενδύσει σε κινητές αξίες στο ΧΑΚ, θα έπρεπε να καταθέσει στην εφεσείουσα μετρητά ή να της μεταβιβάσει αξίες προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανεισθησομένου ποσού και ότι, στη συνέχεια, θα μπορούσε να επενδύσει τα χρήματα ή τις αξίες αυτές επί 2.5 φορές.[2] Ούτε από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι η εφεσείουσα διεξήγαγε εργασίες αποδοχής καταθέσεων "από το κοινό". Η επίδικη συμφωνία αφορά αποκλειστικά τους διαδίκους και όχι οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ή το κοινό. Αφορά την παροχή δανείων και ή διευκολύνσεων από την εφεσείουσα προς την εφεσίβλητη για αγορά αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ ή που επρόκειτο να εισαχθούν στο ΧΑΚ. Περιέχει δε όρο για κατάθεση μετρητών ή μεταβίβαση αξιών για σκοπούς εξασφάλισης της εφεσείουσας από την εφεσίβλητη και όχι από τρίτο ή από το κοινό». Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Εναγόμενο ότι η προαναφερόμενη απόφαση «ουδόλως διαφοροποιεί την κατάσταση ούτε και νομιμοποιεί την άσκηση εργασιών δανεισμού και χρηματοδοτήσεως από τους ενάγοντες χωρίς άδεια». Εκείνο το οποίο προκύπτει από την πιο πάνω Νομολογία είναι ότι οι εργασίες που οι Ενάγοντες διεξήγαγαν δεν αποτελούσαν τραπεζικές εργασίες τη εννοία του Νόμου ώστε να απαιτείται η κατοχή σχετικής άδειας. Έπεται πως η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο συγκεκριμένος Εναγόμενος προέβηκε σε κατάθεση μετρητών στον λογαριασμό που τηρούσε με τους Ενάγοντες ως εξασφάλιση. Αντιθέτως, η όλη μαρτυρία ήταν ότι αυτός ενέγραψε μετοχές επ' ονόματι της Ellinas Finance (Custodian) Limited ως εξασφάλιση. Στρέφομαι τώρα στην εισήγηση ότι η επίδικη συμφωνία παραβιάζει τη Νομοθεσία ήτοι τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/96. Εν πρώτοις τονίζω ότι η υπεράσπιση αυτή δεν δικογραφείται. Θα εξετάσω το ζήτημα όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου. Ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος Ν.93
(1)/96, αναφέρει ότι τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 3
(3)του πιο πάνω Νόμου «...ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για τον σκοπό αυτό», εναπόκειται δε στον πωλητή ή προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ρήτρα αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου, «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται «κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση. Ο κ. Ευσταθίου εισηγείται ότι οι όροι 2(Β)(i) - (iii) και 10(Α) της επίδικης Συμφωνίας Τεκμήριο 5 συνιστούν «κλασσική περίπτωση συμβατικών όρων που επιτρέπουν σε ένα από τα μέρη να αποφασίζει κατά την απόλυτη αυτού κρίση και χωρίς να λαμβάνει υπόψη το άλλο μέρος και να επιβάλλει συγκεκριμένη συμπεριφορά. Το λεκτικό των όρων και η επιβολή των κατά βούλησιν και μονομερών ενεργειών, ή απαλλαγής των εναγόντων αποτελεί με βάση τον Νόμο όρους αντισυμβατικούς, άδικους και καταχρηστικούς». Είναι γεγονός ότι οι πρόνοιες αυτές παρέχουν δικαιώματα στους Ενάγοντες να ενεργήσουν κατά την απόλυτη τους κρίση. Με έχει προβληματίσει, όμως, το κατά πόσο αυτό αρκεί για να οδηγήσει σε εύρημα ότι οι ρήτρες είναι καταχρηστικές. Είναι γεγονός ότι η διατύπωση του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου δεν βοηθά στην εύκολη κατανόηση του. Καθοδήγηση μπορεί, όμως, να αντληθεί από την Ευρωπαϊκή Οδηγία αρ. 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Ανάγνωση της προαναφερόμενης οδηγίας αποκαλύπτει ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος αποτελεί την προσπάθεια του Νομοθέτη να εναρμονίσει την Κυπριακή Νομοθεσία με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, και μάλιστα άρθρα του Ν.93
(1)/96 είναι μετάφραση άρθρων της εν λόγω Οδηγίας. Το άρθρο 5 του Ν.93
(1)/96 είναι η ενσωμάτωση του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας, όπου αναφέρονται τα εξής τα οποία και θεωρώ ότι βοηθούν στην κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» στο Κυπριακό κείμενο: «A contractual term which has not been individually negotiated shall be regarded as unfair if, contrary to the requirement of good faith, it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations arising under the contract, to the detriment of the consumer». Επίσης, στην απόφαση Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131, αναφέρονται τα εξής: «Έχοντας υπόψη το άρθρο 5 του Νόμου 93(Ι)/96, θεωρούμε ότι οι ρήτρες της επίδικης σύμβασης συμφωνήθηκαν καλή τη πίστει και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή άλλης αθέμιτης παρότρυνσης και επομένως δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν καταχρηστικές. Όμως, ακόμα και αν κάποιες από τις ρήτρες θεωρούνταν καταχρηστικές, όπως ορθά επισημαίνει ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, η Εφεσείουσα δεν θα απαλλασσόταν εντελώς των υποχρεώσεων της, αλλά θα είχε δικαίωμα είτε να τερματίσει τη σύμβαση λόγω της καταχρηστικής ρήτρας, είτε να επιμένει για τη μη εφαρμογή της ρήτρας. Η σύμβαση, όμως, θα συνέχιζε να ισχύει σε ό,τι αφορά τις βασικές υποχρεώσεις της Εφεσείουσας, εκτός και αν δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ισχύουσα χωρίς την καταχρηστική ρήτρα». Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι οι προαναφερόμενες πρόνοιες της Συμφωνίας Τεκμήριο 5 είναι καταχρηστικές, ήταν απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων. Των πιο πάνω δεδομένων θεωρώ ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η μαρτυρία η οποία να επιτρέπει την εξαγωγή ευρήματος ότι οι παραγράφοι 2(Β) (i) - (iii) και 10(Α) του Τεκμηρίου 5 είναι καταχρηστικές. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ των Εναγόντων, της Ellinas Finance (Custodian) Limited και της Sharelink Securities and Financial Services Limited δεν οδηγεί από μόνο του στο ότι η Συμφωνία ήταν ετεροβαρής. Ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, με τη σύσταση Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αποκτά νομική οντότητα, και είναι νομικό πρόσωπο ξεχωριστό από τους μετόχους και συμβούλους αυτής. Παραπέμπω προς τούτο, μεταξύ άλλων, στην απόφαση N. M. Michaelides v. Michael James Hickman
(1988)1 C.L.R. 98, στη σελ. 100: ²A registered Company is a legal entity distinct from its members. As such it enjoys rights and is subject to duties which are not the same as those enjoyed or borne by its members; it has as it is frequently put a legal personality of its own². Οι αποφάσεις αυτές, όπως και σωρεία άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υιοθέτησαν την αρχή που τέθηκε στην υπόθεση Salomon v. Salomon
(1897)A.C. 22. (βλ. επίσης Eros Travel & Tours v. DEL Kirzis Tourist Enterprises Ltd,
(1997)1 (B) A.A.Δ. 712, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων,
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, Michaelides v. Gavrielides,
(1980)1 C.L.R. 244, Metro Shipping & Travel Ltd., v. Global Cruises S.A.
(1989)1 C.L.R. 182 ). Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Principles of Company Law, του Robert R. Pennington, στην σελ. 27, δεν αφορά τον Νόμο η οικονομική διοργάνωση ομίλου εταιρειών, αφού στα δικά του μάτια η μητρική εταιρεία είναι απλά ένας μέτοχος της θυγατρικής, έτσι ο κανόνας που διαχωρίζει την νομική οντότητα της εταιρείας από τους μετόχους της, διαχωρίζει εξ' ίσου την μητρική εταιρεία από την θυγατρική[1]. Εκείνο που προβληματίζει είναι το ύψος του επιτοκίου που αξιώνεται. Στο Παράρτημα της Συμφωνίας Τεκμήριο 5 προβλέπεται ότι το επιτόκιο θα ανέρχεται σε 8.5% ετησίως. Η πρόσθετη αναφορά σε επιπλέον 1.5% είναι στην υποπαράγραφο (Δ) όπου προβλέπεται η χρέωση επιτοκίου προς «1.5% τον μήνα επί του μεγαλύτερου ποσού κατά το οποίο κατά τη διάρκεια εκάστου μήνα ο Επενδυτής έχει υπερβεί το Όριο». Στην ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, όμως, δεν έχει διαχωριστεί η επιβολή του κάθε τύπου επιτοκίου, ούτε προκύπτει καθαρά ποιο ήταν κάθε μήνα το μεγαλύτερο ποσό κατά το οποίο ο Εναγόμενος υπερέβη το Όριο. Αυτό περιορίζει τους Ενάγοντες στην επιδίκαση τόκου προς 8.5% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσού. Όσον αφορά στην Ανταπαίτηση του Εναγομένου καμία μαρτυρία τέθηκε η οποία να την υποστηρίξει, ενώ οι ισχυρισμοί που τέθηκαν ως Υπεράσπιση στην αγωγή δεν έγιναν δεχτοί. Έπεται πως η Ανταπαίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Των πιο πάνω δεδομένων εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για ποσό €163.328,39 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 8.5% ετησίως από την ημερομηνία τερματισμού ήτοι 1.1.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "The law, however, is not concerned with the economic organization of the group; in its eyes the holding company is merely a large shareholder of the subsidiary; so that the rule which distinguishes the legal personality of a company from that of its shareholders, equally separates the holding company from its subsidiary". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο