← Κύπρος

ΚΑΪΑΦΑ κ.α. ν. ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, Αρ. Αγωγής 2880/2019, 21/9/2020

ΚΑΪΑΦΑ κ.α. ν. ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, Αρ. Αγωγής 2880/2019, 21/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A397 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2880/2019 Μεταξύ:- 1.XXXXX ΚΑΪΑΦΑ

  1. XXXXX ΚΑΪΑΦΑ Εναγόντων και XXXXX ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ Εναγομένης Ημερομηνία։ 21 Σεπτεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις։ Για τους Ενάγοντες 1 και 2 / Αιτητές։ κα Άντρεα Ιωαννίδου, για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη։ κα Χρύσω Λειβαδιώτου ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ Ή ΜΗ ΤΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 30/09/2019 Στις 18.9.2019 οι Ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνοντας ως τελική θεραπεία στην αγωγή։ (Α) €5000 ως ειδικές αποζημιώσεις για βλάβη και/ή σπάσιμο αντικειμένων (τηλεόρασης, κλιματιστικού κτλ) και/ή γενικές αποζημιώσεις για πόνο, απώλειες, βλάβες και ταλαιπωρία συνεπεία επιθέσεων προς τους ενάγοντες και/ή συνεπεία απρόκλητων επιθέσεων και/ή εξυβρίσεων και/ή παρενόχλησης (φραστικής και/ή μέσω τηλεφώνου και/ή άλλως πως) εναντίον και/ή εις βάρος των εναγόντων για την περίοδο από το 2016 μέχρι εκδικάσεως της παρούσας και/ή λεκτικής και/ή σωματικής βίας και/ή εξύβρισης και/ή δυσφήμισης και/ή για παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή των εναγόντων και/ή της προσωπικότητας των εναγόντων και/ή λοιπών θεμελιωδών δικαιωμάτων των εναγόντων και/ή άλλως πως. (Β) Παραδειγματικές και/ή επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. (Γ) Διάταγμα διατάζον την Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους εκπροσώπους αυτής να παύσουν άμεσα και από την επίδοση του παρόντος να πλησιάζουν σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων των εναγόντων και/ή που να απαγορεύει στην εναγόμενη να εξυβρίζει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο ενοχλεί και/ή επιτίθεται και/ή παρενοχλεί και/ή απειλεί και/ή εκφοβίζει και/ή παρακολουθεί και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή των εναγόντων και/ή των μελών της οικογένειάς τους και/ή από του να πλησιάζει και/ή να εισέρχεται στην συζυγική τους εστία, η οποία ευρίσκεται επί της οδού XXXXX 3 στον XXXXX στη Λευκωσία. (Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Ε) Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού. (Ζ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.». Κατά την ίδια ημερομηνία που καταχωρήθηκε η ως άνω αγωγή, οι Ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση, ζητώντας την έκδοση προσωρινού Διατάγματος διατάζων την εναγόμενη να παύσει άμεσα και από την επίδοση του Διατάγματος να πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων τους Ενάγοντες και/ή την οικία τους και/ή που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να εξυβρίζει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο ενοχλεί και/ή επιτίθεται και/ή παρενοχλεί και/ή απειλεί και/ή εκφοβίζει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή των εναγόντων μέχρι της εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 7, 8, 11, 13, 15, 16, 17, 30, 33, 35 και 169.3 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα Άρθρα 5, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία κυρώθηκε από το Νόμο 39(ΙΙΙ)/1962, επί του άρθρου 32 του Ν.14/60, στην Δ.48 θ.θ.1 - 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των άρθρων 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (μεταξύ άλλων άρθρα 17, 26 και 46), στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η εν λόγω μονομερής αίτηση για ενδιάμεση προστασία των Εναγόντων ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για εξέταση από το Δικαστήριο στις 30.9.
  2. Το παρόν Δικαστήριο, αφού ανέγνωσε την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος αρ. 1, στην οποία εκτίθεντο οι ισχυρισμοί γεγονότων ως η εκδοχή των Εναγόντων επί της οποίας στηριζόταν το αίτημά τους για ενδιάμεση θεραπεία εκκρεμούσης της αγωγής, ικανοποιήθηκε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και το εξέδωσε στις 30.9.19, ορίζοντάς το για επίδοση στην Εναγομένη στις 17.10.2019 και επιστρεπτέο, έτσι ώστε αυτή αν επιθυμούσε να εμφανιστεί για να εγείρει την ένστασή της σε σχέση με την έκδοση ή/και την περαιτέρω συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Η έκδοση του Διατάγματος τελούσε υπό τον όρο ότι οι Ενάγοντες θα υπέγραφαν Εγγύηση για το ποσό των €5000, για κάλυψη τυχόν ζημιάς της Εναγόμενης, εάν ήθελε φανεί ότι το Διάταγμα παράτυπα εδόθη. Εμφανίστηκε πράγματι η συνήγορος της Εναγομένης στις 17.10.2019 και ζήτησε χρόνο για ένσταση. Σε μετέπειτα δικασίμους, επιφύλαξε το δικαίωμα καταχώρησης ένστασης, πλην όμως δήλωνε από κοινού με τη συνήγορο των Εναγόντων ότι κατέβαλλαν προσπάθειες για εξώδικη ρύθμιση της αγωγής εφ' όλης της ύλης και, ως εκ τούτου, διατηρείτο το ήδη εκδοθέν προσωρινό διάταγμα σε ισχύ και επιστρεπτέο, μέχρι που στις 18.6.2020, μη υπάρχουσας οποιασδηποτε δήλωσης περί εξώδικης διευθέτησης μέχρι τότε, το Δικαστήριο έκρινε πρέπον να ορίσει πλέον για ακρόαση το ζήτημα της οριστικοποίησης ή μη του διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Εναγόμενη είχε πλέον και τυπικά καταχωρήσει την Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 7.5.
  3. Σημειωτέον ότι η ένσταση της Εναγομένης βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4 - 9, στα Άρθρα 7, 8, 11, 13, 15, 16, 17, 30, 33, 35 και 169.3 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα Άρθρα 5, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Ελευθεριών / Κυρωτικός Νόμος 39(ΙΙΙ)/1962, επί του Νόμου 14/60 άρθρο 32, στο Νόμο περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 8, 9, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, άρθρα 17, 26, 27 και 46, επί των αρχών της Δικαιοσύνης, επί της Νομολογίας και των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που εγείρονται είναι οι ακόλουθοι: 1) «Προδικαστικός λόγος: Οι Ενάγοντες - Αιτητές, δεν νομιμοποιούνται και ή δεν έχουν το «locus standi» προς καταχώρηση της παρούσης αγωγής και στις αιτούμενες θεραπείες και κατ΄ ακολουθία της παρούσας αίτησης τους όπως και προς εκδίκαση των αιτημάτων τους, καθ΄ ότι δεν έχουν νομική υπόσταση ως κάτοχοι ή δικαιούχοι του υποστατικού το οποίο περιγράφουν ως κατοικία τους και εν πάση περιπτώσει κατά το περιγραφόμενο χρόνο δεν ήταν οι κάτοχοι του εν λόγω υποστατικού και /ή η Εναγομένη δεν βρισκότανε εντός της κατοικίας τους. 2) Η Αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών είναι νομικά αστήρικτη και ουσιαστικά αδικαιολόγητη. 3) Οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή υπόθεση για εκδίκαση, ούτε έχουν οποιαδήποτε ορατή πιθανότητα για να κερδίσουν τις αξιώσεις που περιγράφονται στην οπισθογραφημένη Απαίτηση επί του κλητηρίου εντάλματος της εν λόγω αγωγής τους. 4) Περαιτέρω, δεν υπάρχουν στη υπό εκδίκαση αγωγή οι απαραίτητες προϋποθέσεις και/ ή η νομική βάση για την εκδίκαση των ζητημάτων. Εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες δεν έχουν εκθέσει και δεν φαίνονται πουθενά οι λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης τους, που είναι υπόχρεοι να καταθέσουν, και ούτε καν στην ένορκο δήλωση τους αποκαλύπτουν ικανά γεγονότα που να στοιχειοθετούν τις υπό εκδίκαση αιτούμενες θεραπείες. Αυτή δε έγινε καταχρηστικά και κατ' αντίθεση των Κανονισμών και του Νόμου. 5) Η ένορκη δήλωση του αιτούντος δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε εύλογη αιτία, επαρκή λόγο και δικαιολογία για την οποία ζητούνται οι θεραπείες, οι δε δικαιολογίες τις οποίες επικαλείται είναι εντελώς αβάσιμες και καταχρηστικές. Επίσης τα γεγονότα τα οποία επικαλείται προς δικαιολογία είναι ψευδή και/ή αστήρικτα και δεν στοιχειοθετούν βάσιμη δικαιολογία για να επιτραπεί τέτοια θεραπεία. 6) Σύμφωνα με όσα έχουν παρουσιασθεί εκ μέρους των Εναγόντων και από τα δεδομένα, που παρουσιάζουν η έχουν διαφανεί, γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχει η άμεση ανάγκη προς καταχώρηση της παρούσας αίτησης τους και ότι τέτοια αίτηση δέον όπως απορριφθεί. 7) Γενικά η Ένορκη δήλωση επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση τους, είναι ελλιπής δυνάμει του Νόμου και των Κανονισμών για να στηρίξει τις αιτούμενες θεραπείες, αλλά και τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτονται με την ένορκη δήλωση δεν είναι τέτοιας υφής που να μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες. 8) Περαιτέρω, ο Ενάγων / Αιτητής με την ένορκη δήλωση του, δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε επαρκή λόγο και αιτία για την οποία ζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα, αλλά ούτε ουσιαστική αναγκαιότητα προς τον σκοπό των αιτημάτων τους, αφού στηρίζει τα θέματα επί ψευδών γεγονότων και ουσιωδέστερα ότι η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση εισήλθε στην οικία τους. Τα δε επικαλούμενα γεγονότα, δεν τους δίδουν το δικαίωμα να τα επικαλούνται οι ίδιοι, η δε αιτουμένη θεραπεία είναι αχρείαστη. 9) Δεν υπάρχει σoβαρό ζήτημα πρoς εκδίκαση κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασία και ούτε υπάρχει πιθαvότητα οι Ενάγοντες Αιτητές να δικαιoύνται εις θεραπείας. 10) Περαιτέρω, οι αιτούμενες θεραπείες δεν πρέπει να επιτραπούν, καθότι ο ενόρκως δηλών ενήργησε με κακή πίστη και / ή ότι η κακή πίστη των Εναγόντων είναι εμφανής, εφόσον προσπαθούν να δικογραφήσουν θέματα τα οποία στηρίζονται σε υπέρτατο ψεύδος. 11) Πιθανή μη ακύρωση του εκδοθέντος Προσωρινού διατάγματος θα προκαλέσει μεγάλη αδικία στην Εναγομένη, αφού σπιλώνει την αξιοπρέπεια της και την εμποδίζει από το να επισκέπτεται την οικία του πατέρα του παιδιού της και να έχει επικοινωνία το ανήλικο παιδί της με τον πατέρα και την μητέρα του στο σπίτι του πατέρα. 12) Οι αιτούμενες θεραπείες είναι αχρείαστες και εκδικητικά γενόμενες, γι΄αυτό και δέον όπως απορριφθούν.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση της Εναγομένης εκτίθενται λεπτομερώς στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ίδιας της κας XXXXX Αντωνιάδου, καθώς και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Καϊάφα, υιού των Εναγόντων 1 και 2, οι οποίες ένορκες δηλώσεις φέρουν ημερομηνία 7.5.
  4. Οι εκατέρωθεν ετοιμασθείσες γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων παραδόθηκαν στο Δικαστήριο στις 22.7.20 και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε για την έκδοση της παρούσας απόφασης. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΚΔΟΧΕΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ. Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ ΑΡ.
  5. Είμαι ο ενάγοντας 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα 2 να προβώ στην παρούσα, γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά (εκτός εάν διαφορετικά αναφέρεται κατωτέρω) και επιπρόσθετα έχω λάβει προς τον σκοπό τούτο νομική συμβουλή από τον δικηγόρο μου.
  6. Έχω διαβάσει το σώμα της παρούσας αίτησης και συμφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο της και τις αιτούμενες θεραπείες.
  7. Αναφορικά με τα γεγονότα που περιστοιχίζουν και αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης σημειώνω τα εξής: (α) Οι ενάγοντες είμαστε σύζυγοι και διαμένουμε στην οδό XXXXX 3, στον XXXXX εδώ και πολλά χρόνια. Από πάνω από το σπίτι μας διαμένει ο μεγάλος υιός μας με τα 2 του παιδιά, 13 και 8 ετών αντίστοιχα, ενώ τα τελευταία χρόνια μένει μαζί μας και ο άλλος υιός μας XXXXX Καϊάφας. (β) Ο XXXXX διατηρούσε δεσμό με την εναγόμενη τον οποίο διέκοψε ήδη από το 2016 για λόγους που δεν γνωρίζω. (γ) Δυστυχώς η εναγόμενη δεν φαίνεται να αποδέχτηκε τον χωρισμό τους και τον ενοχλούσε με διάφορους τρόπους. Δυστυχώς το όλο θέμα δεν περιορίστηκε σε ενοχλήσεις στον XXXXX αλλά επεκτάθηκε σιγά σιγά και σε επισκέψεις στο σπίτι μας, όπου μετακόμισε ο XXXXX, και σε εκδήλωση συμπεριφορών ενοχλητικών και επικίνδυνων, όπως φωνασκίες, βρισιές, παράνομη είσοδο στην κατοικία μας και σπάσιμο αντικειμένων. Για τα πιο πάνω έγιναν πάρα πολλές καταγγελίες στην αστυνομία και έχουν ήδη καταχωρηθεί 3-4 ποινικές υποθέσεις εναντίον της εναγομένης.
  8. Αναφορικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως αναφέρω τα εξής: (α) Η εναγόμενη προ ολίγου καιρού και κατά ή περί τις 26/7/19 ήρθε απροειδοποίητα στο σπίτι, ήτο εκτός εαυτού, φώναζε, οχλαγωγούσε και μπήκε μέσα στο σπίτι μας, ενώ δημιούργησε τεράστια ακαταστασία πετάζοντας τα ρούχα έξω από τα ερμάρια και έσπασε διάφορα αντικείμενα, μεταξύ αυτών και την τηλεόραση και το κλιματιστικό μας. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην παρούσα δέσμη φωτογραφιών στην οποίες εμφαίνονται οι ζημιές τις οποίες έχει προκαλέσει στο χώρο μας η εναγόμενη. Εννοείται ότι κατέφυγα στον αστυνομικό σταθμό και έκανα παράπονο-καταγγελία. (β) Δυστυχώς παρά τα πιο πάνω λίγες μέρες μετά, και ενώ απουσιάζαμε από το σπίτι, επισκέφθηκε απροειδοποίητα αυτό και προσπαθούσε να παραβιάσει τα παράθυρα της οικίας μας και να εισέλθει σε αυτή. Ευτυχώς δεν τα κατάφερε όμως έφυγε και την ακολούθησε ο σκύλος μας ο οποίος χάθηκε για αρκετές ημέρες. (γ) Και πάλι κατέφυγα στον αστυνομικό σταθμό και έκανα καταγγελία όμως οι ίδιοι οι αστυνομικοί εκεί με συμβούλευσαν να καταφύγω και σε δικηγόρο για καταχώρηση σχετικής αγωγής καθότι αντιλήφθηκαν ότι με τις καταγγελίες η εναγόμενη δεν θα σταματούσε τις συμπεριφορές της αυτές. Έτσι, αρχές Αυγούστου, κατέφυγα στον δικηγόρο μας ο οποίος με συμβούλευσε για καταχώρηση της παρούσας. Σχετική βεβαίωση των καταγγελιών που έχουν γίνει εναντίον της εναγομένης - καθ΄ης η αίτηση επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2 στην παρούσα. (δ) Στο μεσοδιάστημα και μέχρι σήμερα έμαθα ότι η εναγόμενη ήταν για 4-5 μέρες έγκλειστη στο νοσοκομείο λόγω ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε αλλά δεν γνωρίζω περαιτέρω λεπτομέρειες.
  9. Από τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι η εναγόμενη παρανομεί και παραβιάζει τα δικαιώματα μας όσον αφορά την ιδιωτική μας ζωή, πλήττει διαρκώς και χυδαία την υπόληψη μας και έτι χειρότερο μας απειλεί και πλήττει την σωματική μας ακεραιότητα. Είναι ξεκάθαρο ότι η εναγόμενη προτίθεται να συνεχίσει αν όχι να κλιμακώσει τις ως άνω απαράδεκτες συμπεριφορές και ενέργειες της.
  10. Πιστεύω και έχω προς τούτο νομική συμβουλή, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, και ειδικότερα ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή αφού είναι ξεκάθαρη η παντελώς αδικαιολόγητη και παράνομη παραβίαση δικαιωμάτων μας, η υβριστική της συμπεριφορά και η επίθεση προς το πρόσωπο μας αλλά και η παράνομη είσοδος στην οικία μας.
  11. Επίσης πιστεύω ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι η παρούσα κατάσταση προκαλεί ανεπανόρθωτες ζημιές, τόσο υλικές όσο άλλες, που δεν θα μπορούν να υπολογιστούν πόσο μάλλον να αποκατασταθούν στο μέλλον αφού κινδυνεύει και η σωματική αλλά και ψυχική μας ακεραιότητα αλλά και αυτή των εγγονιών μας που διαμένουν από πάνω μας.
  12. Πιστεύω ωσαύτως και έχω νομική συμβουλή ότι το όλο θέμα είναι κατεπείγον και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και οι ειδικές συνθήκες/περιστάσεις που επιτάσσει η νομολογία να πληρούνται για παροχή του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς αφού η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην οικοδομή είναι πολύ κακή και αν συνεχιστεί κινδυνεύουμε (ενόψει και της συμπεριφοράς της εναγομένης που αναφέρω ανωτέρω) να δημιουργηθούν σοβαρότερα προβλήματα (κυρίως ηθικά αλλά και σε θέματα υγείας) καθώς και ζημιές τόσο σε εμάς προσωπικά αλλά και στην οικογένεια μας.
  13. Η εναγόμενη οχλήθηκε πλειστάκις αναφορικά με τα επίδικα θέματα και της ζητήθηκε να άρει και να παύσει τις εν λόγω παράνομες πράξεις του ενώ για μερικά από τα περιστατικά έχουμε ήδη προβεί και σε καταγγελίες στην αστυνομία. Δυστυχώς είναι ξεκάθαρο ότι η εναγόμενη δεν έχει πρόθεση να παύσει τις πιο πάνω ενέργειες και ότι το πρόβλημα δεν θα επιλυθεί παρά μόνο εάν τα σχετικά/αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν.
  14. Πιστεύω και έχω προς τούτο νομική συμβουλή ότι ενόψει όλων των πιο πάνω το ισοζύγιο της δικαιοσύνης ξεκάθαρα γέρνει υπέρ της έγκρισης της παρούσας αιτήσεως.
  15. Bάσει όλων των πιο πάνω πιστεύω ότι είναι ορθό, εύλογο και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα από την έκδοση των οποίων η εναγόμενη δεν θα υποστεί οιαδήποτε ζημία και αιτούμαστε ως η αίτηση.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ / ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ
  16. «Είμαι η Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση και γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, πάντα δε καταθέτω ως ορθά και αληθινά.
  17. Συγκεκριμένα έχω μελετήσει προσεκτικά την Αγωγή και Αίτηση των Εναγόντων ημ. 18.09.19 μαζί με την Ένορκο δήλωση της ίδιας ημερομηνίας που την συνοδεύει, και έχω να παρατηρήσω τ' ακόλουθα από ότι η ίδια προσωπικά γνωρίζω, πιστεύω, και τυγχάνω νομικής συμβουλής από την δικηγόρο μου.

(1)[.]
(2)[.]
(3)Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς των παρ. 1 και 2 της εν. δηλώσεως του Ενάγοντα 1.
(4)Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παρ. 3 εκτός των όσων παραδέχομαι διά της παρούσας και ισχυρίζομαι ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως απορρίπτοντας άλλους αντίθετους ισχυρισμούς. Περαιτέρω η Αγωγή και Αίτηση τους έγινε καταχρηστικά και εκδικητικά. Eξ΄ όσων γνωρίζω, οι Ενάγοντες είναι πράγματι σύζυγοι και διαμένουν στην οδό XXXXX 3 στον XXXXX. Στην παρούσα διεύθυνση υπάρχουν δύο σπίτια ως διπλοκατοικία, ισόγειο και ανώγειο. Επίσης εντός του οικοπέδου υπάρχει και μια άλλη μικρότερη κατοικία ανεξάρτητη από τις άλλες δύο κατοικίες. Στη μία από τις δύο αυτές μεγάλες κατοικίες (στην ισόγεια) διαμένουν οι Ενάγοντες. Στην μικρότερη (ισόγεια) κατοικία διαμένει ο γιός τους XXXXX Καϊάφας, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι η κατοικία του. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι ο XXXXX Καϊάφας τα τελευταία χρόνια μένει μαζί με τους Ενάγοντες, είναι εντελώς ψευδής και παραπλανητικός. Μάλιστα ο εν λόγω ισχυρισμός τους αποτελεί δόλια πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου, με σκοπό να πετύχουν τα καταχρηστικά αιτήματα τους. Με τον εν λόγω γιό τους XXXXX Καϊάφα είχαμε δεσμό προ πολλού και αποκτήσαμε μία θυγατέρα τη XXXXX Καϊάφα την οποία αμέσως αναγνώρισε και η οποία σήμερα είναι 3 περίπου ετών. Εν όψει τούτου είχαμε και συνεχίζουμε και έχουμε επικοινωνία μαζί του, όπως και ο ίδιος ο οποίος επίσης επικοινωνεί με το παιδί μας. Δυστυχώς όμως για διάφορους λόγους που δεν γνωρίζω, οι Ενάγοντες ήταν αρνητικοί ως προς τη σχέση μας με τον γιο τους. Όχι μόνο ήταν αρνητικοί, αλλά συνέχεια προσπαθούσαν να διαλύσουν αυτήν τη σχέση μας με διάφορους τρόπους, όπως απειλές, επιθέσεις, ύβρεις, ακόμη και κακόβουλες κουβέντες εναντίον μου, ως και συμπεριφορά εξευτελιστικού περιεχομένου. Την εν λόγω θυγατέρα μας και εγγόνι τους ουδέποτε αναγνώρισαν ως τέτοια συγγενή τους, παρά μόνο προσπαθούσαν αλλά και προσπαθούν εν παντοίο τρόπω να μας χωρίσουν, επεμβαίνοντας κάθε στιγμή όταν τους δοθεί η ευκαιρία ανάμεσά μας. Οι μέχρι σήμερα ενέργειες τους με σκοπό να αποξενώσουν το γιό τους από εμένα και το παιδί μας, έχουν ξεπεράσει τα όρια. Στην ουσία εξ όσων έχει διαφανεί μέχρι σήμερα με τη συμπεριφορά τους, προσπαθούν να με καταστρέψουν αψηφώντας τη ζημιά την οποία κάνουν, όχι μόνο σε μένα αλλά και στο εγγόνι τους. Μία τέτοια συμπεριφορά είναι και η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της παρούσας αίτησης επίσης. Υποστηρίζω έντονα ότι οι Ενάγοντες δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ζητούν τάχα διάταγμα να μην προσεγγίζω την οικία τους, ως πρόφαση για να μην πλησιάζω το σπίτι του γιού τους και τον ίδιο βέβαια, τον πατέρα του παιδιού μου. Για να πετύχουν το σκοπό τους εκ προθέσεως ισχυρίζονται ότι ο εν λόγω γιος τους διαμένει στο ίδιο σπίτι μαζί τους, ενώ μένει σε άλλη κατοικία. Την δε διαφορά του διαμένω στην ίδια κατοικία ή όχι την αντιλαμβάνονται πλήρως, ενόσω εκ παραλλήλου διαχωρίζουν ότι ο έτερος γιος τους διαμένει σε άλλο σπίτι που είναι πάνω από το δικό τους. Οι Ενάγοντες εκ προθέσεως δημιουργούσαν διάφορα περιστατικά, με προκαλούσαν με τη συμπεριφορά τους, και μετέβησαν στην Αστυνομία με ψευδείς καταγγελίες εναντίον μου και ότι εισήλθα παράνομα στην αυλή τους, η οποία βέβαια είναι κοινή με την αυλή της οικίας του εν λόγω γιού τους. Με αυτό το τρόπο με απειλούσαν και εκμεταλλεύονταν την όλη κατάσταση για να με σέρνουν στα Δικαστήρια, όπως και διά της παρούσας υπόθεσης. Εξάλλου και εγώ προέβη σε διάφορες καταγγελίες εναντίον τους για παράνομες πράξεις και ύβρεις εναντίον μου, και εγέρθηκαν ποινικές υποθέσεις εναντίον τους, αλλά αυτά δεν είναι του παρόντος. Εν όψει των ανωτέρω οι Ενάγοντες εμποδίζονται να ισχυρίζονται ότι έκανα επισκέψεις τάχα στο σπίτι τους και παράνομη είσοδο, αφού δεν επισκέφθηκα το δικό τους σπίτι. Εκτός των άλλων αυτοί με προκαλούσαν με τις πράξεις τους και μου προκαλούσαν πραγματικό πρόβλημα με την συμπεριφορά τους.
(5)Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παρ. 4 εκτός των όσων παραδέχομαι διά της παρούσας, και ισχυρίζομαι ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως απορρίπτοντας άλλους αντίθετους ισχυρισμούς. Στην αναφερομένη ημερομηνία 26.07.19 ενώ βρισκόμουν στο σπίτι του εν λόγω γιού τους, είχαμε ένα ερωτικό καβγαδάκι και δημιουργήθηκαν διάφορες σκηνές μεταξύ μας. Πέραν τούτου όμως στο τέλος και οι δυό μας αναγνωρίσαμε το λάθος μας, συμφιλιωθήκαμε και δεν έχουμε παράπονο ο ένας εναντίον του άλλου. Οι Ενάγοντες όμως βρήκαν την ευκαιρία απροσκάλεστοι να επέμβουν και αιφνίδια εισήλθαν εντός της οικίας του γιού τους, με έβρισαν με τον χειρότερο τρόπο και με εξευτέλισαν, με συνέπεια να υποβάλω παράπονο στην Αστυνομία. Επισημαίνω ότι ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του για το τεκμήριο 1 / φωτογραφίες τις οποίες παρουσιάζει και τις οποίες εν πάση περιπτώσει απορρίπτω. Επίσης επισημαίνω ότι ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αποκαλύπτει το ψεύδος του, αφού επί του τεκμηρίου αρ. 2 το οποίο επικαλείται, αναφέρει ρητά ότι εισήλθα στα «βοηθητικά» που διαμένει ο εν λόγω γιός τους και όχι στην δική τους κατοικία ως ισχυρίζεται με την παρούσα ένορκη του δήλωση. Εξάλλου οποιαδήποτε αντικείμενα εντός της εν λόγω οικίας ήταν υπό τη κατοχή του γιου τους και κανένα δικαίωμα έχουν να επεμβαίνουν και μάλιστα με απαιτήσεις. Με τη παρούσα ένορκο δήλωση του ο ενόρκως δηλών, στην ουσία προσπαθεί να πείσει το δικαστήριο ότι υπήρχε η άμεση ανάγκη προς καταχώρηση της παρούσας αίτησης του, αλλά τα δεδομένα άλλα δείχνουν. Καταχώρησε την παρούσα αίτηση κατόπιν μεγάλου διαστήματος από τα γεγονότα που επικαλείται, δηλ. στις 18.09.19 και ουδεμία αναγκαιότητα υπήρχε περί τούτου προς προστασία του ιδίου και της συζύγου του ή των εγγονών του όπως ισχυρίζεται, αφού κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί συνάμα. Αναφορικά με την υποπ. (δ) ο ενόρκως δηλών προσπαθεί με άσχετους ισχυρισμούς να διαβάλει την προσωπικότητα μου, προς αρνητικό επηρεασμό εναντίον του προσώπου μου. Πέραν όμως τούτου αναφέρω ότι νοσηλεύθηκα στο νοσοκομείο για προβλήματα που μου είχαν δημιουργήσει οι Ενάγοντες με τη συμπεριφορά τους.
(6)Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παρ. 5 της ένορκης δήλωσης ως ψευδείς, εντελώς παραπλανητικούς και καταχρηστικούς. Είναι κωμικοτραγικός ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα, περί του φόβου του για την ακεραιότητα της σωματικής τους ακεραιότητας, ενόσω εγώ είμαι πολύ μικρής σωματικής διάπλασης, μόλις 1.55μ. και βάρους περίπου 47 κιλών, εν αντιθέσει με τον ίδιο.
(7)Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παρ. 6 της ένορκης δήλωσης. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή βάση αγωγής ούτε και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφού πρώτιστα δεν αποτελεί δική τους κατοικία η κατοικία στην οποία ισχυρίζονται ότι συνέβησαν τα όσα ισχυρίζονται. Εξ΄ άλλου είναι εμφανές ότι μοναδικός σκοπός τους είναι να με τιμωρήσουν για την σχέση μου με τον γιό τους, και να με φοβερίσουν επίσης με σκοπό την διακοπή του δεσμού μου με τον γιό τους. Καμία παραβίαση δικαιωμάτων τους υφίσταται, εκτός εάν υπονοούν ότι ο δεσμός μου με τον γιό τους είναι η επέμβαση στη ζωή τους και στα δικαιώματα τους. Περαιτέρω όπως αντιλαμβάνομαι και λαμβάνω νομική συμβουλή, δεν υπάρχουν στη υπό εκδίκαση αγωγή οι απαραίτητες προϋποθέσεις και η νομική βάση για την εκδίκαση των ζητουμένων αιτημάτων. Εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες δεν έχουν εκθέσει και δεν φαίνονται πουθενά οι λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης τους που είναι υπόχρεοι να καταθέσουν, αυτή δε έγινε καταχρηστικά και κατ' αντίθεση των Κανονισμών και του Νόμου.
(8)Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παρ. 7 της ένορκης δήλωσης και επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα ανωτέρω και προσθέτω ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι εξωπραγματικοί και συκοφαντικοί.
(9)Αρνούμαι επίσης και απορρίπτω τους ισχυρισμούς των παρ. 8 & 9 της ένορκης δήλωσης ως εντελώς αστήρικτους και παραπλανητικούς. Ουδεμία αναγκαιότητα υπάρχει προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Κατ΄ αρχή ουδεμία πρόθεση έχω να προβώ στις εν λόγω πράξεις ως εκτίθενται στα αιτήματα των αιτητών, ως απαγορευτικά. Εξ΄ άλλου το πέρασμα του χρόνου δηλαδή μέχρι τις 14.10.19 που μου επιδόθηκε το εν λόγω προσωρινό διάταγμα, αποδείχθηκε ότι δεν είχαν δίκαιο αφού ουδέν έτυχε μέχρι τότε, ως ήθελαν να παρουσιάσουν οι Αιτητές, και κανένα επείγον θέμα είχε τη θέση του στην παρούσα αίτηση τους. Αυτό αποδεικνύεται και από την μέχρι σήμερα συμπεριφορά μου. Ως εκ τούτου είναι ολοφάνερο ότι η οποιαδήποτε απαγόρευση την οποία επιθυμούν να επιβάλουν, στην ουσία αποσκοπεί στο να μην πλησιάζω την οικία του γιού τους. Ως προς τούτο είμαι αναγκασμένη να προσέρχομαι και να περνώ διά μέσου της κοινής αυλής των σπιτιών ολονών, πράγμα που δεν θα το ήθελα μεν, ούτε και το επιθυμώ βέβαια, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Εάν δεν το επιθυμούν οι ίδιοι, είναι δική τους ευθύνη να διαχωρίσουν τις αυλές εκάστης οικίας και όχι να ισχυρίζονται επέμβαση εκ μέρους μου και εναντίον τους. Οι Αιτητές υπέβαλαν ψευδείς καταγγελίες για να δημιουργήσουν κακές εντυπώσεις εναντίον μου και να μου προκαλέσουν πίεση για να διακόψω κάθε σχέση με το γιό τους. Οι Αιτητές δεν έχουν κανένα δικαίωμα να επεμβαίνουν στη ζωή μου, όπως και στη ζωή του γιού τους βέβαια και κατ΄ ακολουθία στη γονική μας ιδιότητα έναντι του παιδιού μας. Όπως πρέπει να γίνεται αντιληπτό, η συμπεριφορά τους και η πρόθεση τους να με αποξενώσουν από τον το γιό τους και πατέρα του παιδιού μου συνεπώς και το εγγόνι τους το οποίο ουδέποτε αναγνώρισαν, είναι άκαρδη και ανήθικη. Είναι οι ίδιοι οι Αιτητές οι οποίοι μου προκαλούν τα προβλήματα και τους κάλεσα πολλές φορές να σταματήσουν, αλλά αυτοί μου επιτέθηκαν με λόγια, ύβρεις, χειρονομίες και απειλές και για να συνεχίσουν την απειλητική τους συμπεριφορά και συνεχίζουν με την παρούσα υπόθεση προσπαθώντας να με διαβάλουν.
(10)Εν όψει των ανωτέρω, αρνούμαι επίσης και απορρίπτω τους ισχυρισμούς των παρ. 10 & 11 της ένορκης και αναφέρω ότι η παρούσα ενέργεια των Αιτητών είναι παράνομη, αντικανονική και επίσης αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, όπως δε λαμβάνω νομική συμβουλή αντιβαίνει στους Κανονισμούς το πνεύμα και το γράμμα του Νόμου.
(11)Στην ουσία δεν υπάρχει τίποτα το επείγον προς έκδοση των ζητουμένων αιτημάτων και οι Ενάγοντες - Αιτητές απέτυχαν να δείξουν οποιοδήποτε λόγο που αν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα θα ήταν αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί δικαιοσύνη.
(13)Περαιτέρω οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν μπορούν έτσι να ζητούν τα αιτούμενα διατάγματα, εφόσον αποκρύβοντας την αλήθεια καταλογίζουν ευθύνες σε εμένα, ενώ από τα παρουσιασθέντα θέματα και στοιχεία φαίνεται ότι είχαν πλήρη γνώση ότι δεν εισήλθα στην εν λόγω κατοικία τους, όπως ψεύδονται.
(14)Αναφέρω ακόμη, ότι ως πιστεύω και ως τυγχάνω νομικής συμβουλής, τα ζητούμενα αιτήματα δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς της δικαιοσύνης Επίσης ισχυρίζομαι ότι η παρούσα ενέργεια των Εναγόντων είναι παράνομη, αντικανονική, εκδικητική και/ή αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος και δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες.
(15)Ως εκ των ανωτέρω, ζητώ την ακύρωση του Προσωρινού διατάγματος και απόρριψη της αίτησης τους ως νομικά και ουσιαστικά αστήρικτης και καταχρηστικής, με έξοδα εναντίον εις βάρος των Αιτητών.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.)00αση που κικυ σατο αρχικ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ XXXXX ΚΑΪΑΦΑ Παρατίθεται αυτούσια։ «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Καϊάφας εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω τ΄ ακόλουθα:-
  1. Είμαι υιός των Εναγόντων και γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, πάντα δε καταθέτω ως ορθά και αληθινά.
  2. Με την Εναγόμενη είχαμε δεσμό προ πολλού και αποκτήσαμε μία θυγατέρα τη XXXXX Καϊάφα, την οποία αμέσως αναγνώρισα και η οποία σήμερα είναι 3 περίπου ετών. Εν όψει τούτου είχαμε και συνεχίζουμε και έχουμε επικοινωνία με την XXXXX Αντωνιάδου, όπως επίσης και με το παιδί μας.
  3. Δυστυχώς για διάφορους λόγους οι γονείς μου ήταν και είναι αρνητικοί με αυτή τη σχέση μας.
  4. Η Εναγομένη συνήθιζε να με επισκέπτεται στο σπίτι μου επί της οδού XXXXX 3 στον XXXXX, το οποίο δυστυχώς βρίσκεται εντός του ίδιου οικοπέδου με το σπίτι των γονέων μου. Εντός του οικοπέδου αυτού υπήρχε και υπάρχει μία διπλοκατοικία (ισόγειο και ανώγειο) και μια μικρότερη ισόγεια κατοικία. Στο ισόγειο της διπλοκατοικίας κατοικούν οι γονείς μου, ο δε αδελφός μου κατοικεί στο ανώγειο, εγώ δε στη τρίτη μικρότερη ισόγεια κατοικία.
  5. Στις 26.07.19 με επισκέφθηκε στο σπίτι μου η Εναγομένη, αλλά δυστυχώς είχαμε ένα ερωτικό καβγαδάκι και δημιουργήθηκαν διάφορες σκηνές μεταξύ μας, στο τέλος όμως και οι δύο αναγνωρίσαμε το λάθος μας, συμφιλιωθήκαμε και δεν έχουμε παράπονο ο ένας εναντίον του άλλου. Οι Ενάγοντες γονείς μου όμως, βρήκαν την ευκαιρία να επέμβουν και αιφνίδια εισήλθαν εντός της οικίας μου και επενέβησαν στη σχέση μας με διάφορους τρόπους εναντίον της Εναγομένης.». Δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Νομική πτυχή αναφορικά με τις προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/
  6. Η δικονομία σε ό,τι αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θ.
  7. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα περιορίζεται δραστικά από τις διατάξεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6, το οποίο καθορίζει ότιː «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». Επί της ουσίας, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 (βλ. Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Παραθέτω τις διατάξεις τουː "32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις στο δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον." Προτού αναλύσω τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 και εξετάσω κατά πόσον αυτές πληρούνται με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ορθό να εξετάσω κατά προτεραιότητα τους λόγους ένστασης που άπτονται του κατά πόσον αποδεικνύεται ότι υπήρχε πράγματι κατεπείγον ζήτημα προς εκδίκαση και αν οι Ενάγοντες / Αιτητές προσήλθαν με καθαρά χέρια προς το Δικαστήριο. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ ΖΗΤΗΜΑ Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 19.3.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd ν. Ελεονώρας, άλλως Νόρας Σιακατίδου, λέχθηκαν τα εξής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 9 του Κεφ. 6 από τα Δικαστήριαː «Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Βabel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377 και Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013). Eίναι πλέον παγιωμένο ότι μόνο εκεί όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο αδύνατη μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση ώστε να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, σ. 207). Έχει επικριθεί επανειλημμένως από το Εφετείο το οποίο είχε κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής, χωρίς εκείνον τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για να καταδειχθεί αν πράγματι το ζήτημα είναι επείγον έτσι «που να παραγνωρίζεται θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου, τακτική μάλιστα που απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως,» (Αμβροσιάδου (ανωτέρω)). Το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος μπορεί να κρίνεται και στα πλαίσια της έφεσης κατά της απόφασης οριστικοποίησης του, εφόσον μάλιστα είχε εγερθεί και πρωτοδίκως και εγείρεται κατ΄ έφεση (Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1462). Ένα Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μονομερούς αίτησης και παραχωρεί το διάταγμα δύναται να επανεξετάσει μετά από καταχώριση σχετικής ένστασης όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του χρόνου, ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τους δύο πλέον διαδίκους. Είναι σαφές ότι το είδος της θεραπείας που επιζητείται, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν τη διαφορά, λαμβάνονται υπόψη και επιδρούν αναλόγως στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της καθυστέρησης (Seamark Consultancy Services (ανωτέρω) και Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω)).». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Υπό το φως της πιο πάνω αυθεντίας, κρίνω ότι έχω αρμοδιότητα και καθήκον να επανεξετάσω, μετά την καταχώρηση της Ένστασης της Εναγομένης / Καθ'ης η αίτηση και εφόσον η ίδια ήγειρε λόγο ένστασης περί τούτου, το κατά πόσον απεδείχθη από τους Ενάγοντες / Αιτητές το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος. Σημειώνω, επίσης, όσα είχαν λεχθεί στην απόφαση The Timberland Co of USA V Evans & Sons Ltd, σελ. 8: «Όπως υποδεικνύεται στην Demstar Limited V. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α., (ανωτέρω), επαναλαμβάνεται στη Μ & CH Mitsingas Ltd Ν. The Timberland Co of Usa, (ανωτέρω), και τονίζεται στη Resola (Cyprus) Ltd V. Χρίστου,
(1998)1. Α.Α.Δ 598, γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου. Το υπαρκτό του επείγοντος, όπως υποδεικνύεται σε δύο αποφάσεις του Κωνσταντινίδη, Δ. (In Re Stavros Hotel Apparments Ltd,
(1994)1. Α.Α.Δ 836 In Re B.P. Cyprus Ltd.,
(1996)1(B) A.A.D 861 αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ.6.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Στην παρούσα υπόθεση, με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν και επί των οποίων ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάσθηκε, αφήνοντας έτσι στο απυρόβλητο την εκδοχή του καθενός εκεί όπου δεν εγείρεται αντικρουστικός ισχυρισμός από τον αντίδικο, προκύπτει ότι꞉ Το παράπονο των Εναγόντων όπως περιγραφόταν στις παρα. 3 και 4 της Ε/Δ αφορούσε σε συστηματικές ενοχλήσεις από πλευράς της Εναγομένης προς τον υιό τους Κώστα που επεκτάθηκαν σιγά σιγά και στο σπίτι των Εναγόντων και έλαβαν τη μορφή λεκτικών επιθέσεων, παράνομης εισόδου στην κατοικία των Εναγόντων και βλαβών στην περιουσία τους. Αυτή η συμπεριφορά τοποθετήτο χρονικά από το έτος 2016 και έπειτα. Οι Ενάγοντες εξηγούσαν ότι κατέφυγαν στην Αστυνομία για επίλυση των προβλημάτων τους, αναφέροντας μάλιστα ότι είχαν ήδη καταχωρηθεί 3 - 4 υποθέσεις. Το συμβάν που περιγραφόταν από τους Ενάγοντες / Αιτητές ως αυτό που πυροδότησε την αιτία καταχώρησης στις 18.9.2019 της παρούσης αγωγής ήταν πιο πρόσφατο προς αυτήν, ήτοι ημερομηνίας 26.7.19 (βλ. παρα. 4(α) της Ε/Δ του Ενάγοντος αρ. 1). Λίγες μέρες αργότερα επαναλήφθηκε ακόμη ένα παρόμοιο συμβάν (βλ. παρα. 4(β) της ίδιας Ε/Δ). Ο Ενάγων αρ. 1 λέγει ότι έδρασε αμέσως, προσφεύγοντας και πάλι στην Αστυνομία για να καταγγείλει τη συμπεριφορά της Εναγομένης, όπου εκεί τον προέτρεψαν να συμβουλευθεί δικηγόρο για την καταχώρηση αγωγής, όπως και έπραξε ο ίδιος στις αρχές Αυγούστου
  1. Ο χρόνος που διέρρευσε από τις αρχές Αυγούστου μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου που καταχωρήθηκε η αγωγή (ήτοι 18.9.20) και η μονομερής αίτηση, κρίνω πως δεν ήταν μεγάλος ούτε απομακρυσμένος σε τέτοιο βαθμό που να καταλύει το κατεπείγον του ζητήματος παροχής ενδιάμεσης προστασίας και θεραπείας των Εναγόντων από την ισχυριζόμενη συμπεριφορά της Εναγομένης. Λαμβάνω υπόψη ότι χρειαζόταν κάποιος λογικός χρόνος για να ενημερώσουν οι Ενάγοντες τους δικηγόρους τους για τα τεκταινόμενα, ότι όλα συνέβησαν εν μέσω θερινών διακοπών των δικαστηρίων και ότι οι δικηγόροι εγνώριζαν ότι το επίσημο επανάνοιγμα των δικαστηρίων ήταν στις 10.9.
  2. Το ζήτημα πρόβαλλε ως επείγον, υπό την έννοια ότι λόγω της διαρκούς και συστηματικής φύσης των ενοχλήσεων όπως την περιέγραφαν οι Ενάγοντες, πρόβαλλε ως ευλόγως ορατός στα μάτια του Δικαστηρίου ο κίνδυνος που περιέγραφε ο Ενάγων αρ. 1 στην παρα. 5 της Ε/Δ του για περαιτέρω κλιμάκωση της κατάστασης, εφόσον υπήρχαν και απειλές για τη σωματική ακεραιότητα των Εναγόντων από την Εναγόμενη. Οφείλω να σημειώσω ότι όσα η Εναγόμενη έθεσε σε αντιπαραβολή με τα λεγόμενα του Ενάγοντος αρ. 1, μέσω της ένστασής της και της δικής της Ε/Δ, δεν μεταβάλλουν χρονικά τον πιο πάνω περιγραφόμενο χρονικό ορίζοντα της επίδικης συμπεριφοράς. Αναφέρεται και η ίδια σε προβλήματα που άρχισαν τα τελευταία 3 χρόνια πριν την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι από τότε που απέκτησε, εκτός γάμου, παιδί με τον υιό των Ενγόντων, το οποίο αυτοί ουδέποτε αποδέχτηκαν, με αποτέλεσμα, ως η θέση της Εναγομένης αρ. 1, τούτο να αποτελεί αιτία για να παρεμποδίζουν την επικοινωνία της με τον πατέρα του παιδιού και γιο των Εναγόντων. Αναγνωρίζει η Εναγόμενη αρ. 3 ότι υπήρξε κάποιο περιστατικό στις 26.7.2019, απλώς το περιγράφει διαφορετικά απ'ότι ο Ενάγων αρ. 1, αντιστρέφοντας τα πυρά εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 για το ποιος ευθύνεται γι'αυτό (βλ. την παρα. 2
(5)της δικής της Ε/Δ). Υπό το φως όλων των ανωτέρω, κρίνω πως δεν τεκμηριώθηκε οποιοσδήποτε καλός λόγος γιατί να μην μπορούσε ευλόγως να γίνει δεκτή η θέση των Εναγόντων κατά ή περί τις 18.9.19, ότι υπήρχε κατεπείγουσα ανάγκη για επέμβαση του Δικαστηρίου για να δώσει προσωρινή προστασία στους Ενάγοντες. Ο δικαιοδοτικός αυτός όρος, βρίσκω ότι πληρούταν κατά την ημερομηνία μονομερούς έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και δεν καταδεικνύεται λόγος για ακύρωση του διατάγματος εν σχέση προς αυτόν τον δικαιοδοτικό όρο. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΥΠΗΡΞΕ ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ. Προχωρώ να εξετάσω το δεύτερο λόγο ένστασης που εγείρεται κατά λογική σειρά προτεραιότητας. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει ένα προσωρινό Διάταγμα χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του, εάν και εφόσον ικανοποιηθεί ότι εκδόθηκε σαν αποτέλεσμα απόκρυψης από το Δικαστήριο εκ μέρους των Αιτητών ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι η Εναγόμενη έχει πετύχει να αναδείξει ουσιώδεις ισχυρισμούς γεγονότων οι οποίοι, αν είχαν από την αρχή τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από τους Ενάγοντες / Αιτητές θα το οδηγούσαν σε διαφορετική εκτίμηση ως προς το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος εν τη απουσία της Καθ'ης η αίτηση. Αναφέρομαι ειδικότερα σε δύο στοιχεία꞉ (α) Αφενός στο ότι η οικία όπου διαμένουν οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν στεγάζει τον υιό τους, κ. XXXXX Καϊάφα, τον οποίο συνάντησε η Εναγόμενη την ουσιώδη ημρομηνία της 26.7.
  2. (β) Ότι η Εναγόμενη έχει αποκτήσει παιδί μαζί με τον εν λόγω υιό των Εναγόντων και ότι στερώντας της το δικαίωμα να μεταβαίνει στη ξεχωριστή βοηθητική κατοικία όπου διαμένει ο υιός των Εναγόντων, ενδέχεται να επηρεάζεται και το δικαίωμα επικοινωνίας του παιδιού με τον πατέρα του. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρει ότι το συμφέρον ενός παιδιού δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί ή να προσδιοριστεί επακριβώς. Νοείται το σωματικό, ψυχικό, πνευματικό, υλικό, ηθικό και κάθε είδους συμφέρον που αποβλέπει στην ορθή ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική ανάπτυξη και ανάπλαση του παιδιού. Δεν μπορεί υπό οποιαδήποτε από τις πιο πάνω έννοιες να παραβλέπεται η χρησιμότητα της επικοινωνίας ενός πατέρα με το παιδί του. Ο ίδιος ο πατέρας, εδώ υιός των Εναγόντων, έλαβε θέση στην παρούσα υπόθεση, υπέρ της εκδοχής της Εναγομένης για το τί συνέβη στις 26.7.19, παρουσιάζοντας τους γονείς του να είναι εκείνοι που αιφνίδια εισήλθαν στη δική του ξεχωριστή βοηθητική κατοικία όταν άκουσαν αυτόν και την Εναγόμενη να έχουν ένα «ερωτικό καβγά». Αφαιρεί ο ίδιος την Εναγόμενη από το χώρο όπου διαμένουν οι Ενάγοντες. Αυτό αποτελεί είδος μαρτυρίας το οποίο άπτεται της δύναμης της υπόθεσης της Εναγομένης, πλην όμως δείχνει ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού γεγονότος που τελεί υπό αμφισβήτηση, ήτοι για το πού και πώς οριοθετείται ο χώρος δράσης της Εναγομένης και αν είναι εφικτό να εκδοθεί ένα διάταγμα που να την εμποδίζει στο διηνεκές από το να μην πλησιάζει την οικία των Εναγόντων σε απόσταση 10 μέτρων, χωρίς τούτο να την εμποδίζει από το να πλησιάζει την οικία του πατέρα του παιδιού της. Υπό το φως των ανωτέρω αποκαλυφθέντων στοιχείων, τα οποία κρίνω πως είναι ουσιώδη για την ισορροπία της υπόθεσης και τα οποία ήταν δίκαιο να είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για την εκτίμηση της δύναμης της εκδοχής της κάθε πλευράς ως προς το κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, αλλά και αν θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το απαγορευτικό διάταγμα, καταλήγω να κρίνω πως οι Ενάγοντες όφειλαν να τα είχαν αποκαλύψει στο Δικαστήριο και, εφόσον δεν το έπραξαν, δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Τούτο αποτελεί λόγο για να ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 30.9.2019 και το ακυρώνω χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω στην εξέταση των λοιπών ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
  3. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 30.9.2019 ακυρώνεται. Ακολουθώντας το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, τα έξοδα που προκλήθηκαν από την παρούσα αίτηση επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης /Καθ'ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων / Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (υπ.)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου,Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.