ΧΑΡΗΣ Μ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2977/17, 16/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A393 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2977/17 Μεταξύ:
- ΧΑΡΗΣ Μ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- XXXXX ΔΙΚΑΙΟΥ
- XXXXX ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΕΤΡΙΔΟΥ Εναγόντων και 1) XXXXX (XXXXX) ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ 2) XXXXX Γ. ΧΡΙΣΤΗ, ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Μ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 16/09/2020 Αίτηση Εναγομένου 1 ημερ. 21/11/2019 για διαγραφή της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων των Εναγουσών ημερ. 06/11/2019 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1/Αιτητή: κ. Μ. Σοφοκλέους για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για τις Ενάγουσες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Χρ. Μιχαήλ με κα Ν. Τσιακκή για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρισαν οι Ενάγουσες, επιδιώκουν (ανάμεσα σε άλλα) την ακύρωση της μεταβίβασης της ακίνητης περιουσίας που ενεγράφη επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 (συνολικά τρία ακίνητα, ένα στην Αγλαντζιά και δύο στο κατεχόμενο Κάρμι), λόγω κατ' ισχυρισμό, συνωμοσίας του Εναγόμενου 1 (αδελφού των Εναγουσών 2 και 3) με τον αποβιώσαντα πατέρα τους (Χ. Μ. Χ''Κυριάκο) και/ή συνεπεία δόλου και ψυχικής πίεσης που, κατ' ισχυρισμό, ασκήθηκε από τον πρώτο προς το δεύτερο, ήτοι τον αδελφό τους προς τον πατέρα τους, ηλικίας 94 ετών κατά το χρόνο της μεταβίβασης των ακινήτων. Αφού συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα εκδόθηκε από τις Ενάγουσες κλήση για οδηγίες δυνάμει της νέας Διαταγής 30, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, διατάγματα για εκατέρωθεν αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, εντός καθορισμένης προθεσμίας (βλ. πρακτικό ημερ. 24/10/2018). Τόσο οι Ενάγουσες όσο και ο Εναγόμενος 1/Αιτητής, συμμορφούμενοι με το υπό αναφορά διάταγμα του Δικαστηρίου, καταχώρισαν τις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων στις 28/11/2018 και 30/11/2018, αντίστοιχα. Περαιτέρω, η Ενάγουσα 3/Καθ' ης η Αίτηση 3, κατέθεσε σε 3 διαφορετικές ημερομηνίες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων, ήτοι στις 06/02/2019, 05/03/2019 και 06/11/2019, αντίστοιχα. Με την υπό εξέταση αίτηση, ο Εναγόμενος1/Αιτητής, επιδιώκει τον παραμερισμό και/ή τη διαγραφή της ως άνω τρίτης κατά σειρά συμπληρωματικής αποκάλυψης, ημερ. 06/11/
- Υποδεικνύεται πως προτού καταχωριστούν οι συμπληρωματικές αποκαλύψεις είχαν κατατεθεί από όλους τους διαδίκους οι κατάλογοι των μαρτύρων με σύνοψη της μαρτυρίας τους, στη βάση αντίστοιχων οδηγιών του Δικαστηρίου, κατά τα διαλαμβανόμενα στη Δ.
- Επί πλέον οι Ενάγουσες κατέθεσαν στις 29/11/2019, συμπληρωματικό κατάλογο μαρτύρων στον οποίο περιέλαβαν τα ονόματα των δύο εμπειρογνωμόνων Ε. Ντίνου και Αλ. Μαύρου. Σημειώνεται, επίσης, πως η υπόθεση είχε αρχικά προγραμματιστεί για ακρόαση στις 13/03/2019 και εν συνεχεία στις 24/05/2019, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από την πλευρά των εναγουσών αναβολή, προβάλλοντας ως λόγο - ως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 24/05/2019 - την κατ' ισχυρισμό διαπίστωση πλαστογραφίας σε συγκεκριμένο έγγραφο που είχε αποκαλυφθεί από τον Εναγόμενο
- Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα, όπως και περαιτέρω αιτήματα των Εναγουσών τα οποία υποβλήθηκαν μέσω του δικηγόρου τους, εν αναμονή, όπως δήλωναν, της ετοιμασίας έκθεσης από εμπειρογνώμονα. Η υπόθεση παρέμεινε εν τέλει για οδηγίες στις 06/11/2019, ημερομηνία κατά την οποία κατεχωρήθη από την Ενάγουσα 3 η επίδικη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Με την υπό αναφορά αποκάλυψη οι Ενάγουσες περιέλαβαν τις εκθέσεις των αναφερθέντων πιο πάνω εμπειρογνωμόνων, ήτοι του Ντ. Ευαγγέλου και Αλ. Μαύρου (βλ. Παράρτημα Α συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 06/11/2019). Οι λόγοι τους οποίους προβάλει ο αιτητής για τον παραμερισμό της τελευταίας συμπληρωματικής αποκάλυψης μπορούν να συνοψισθούν στους ακόλουθους τρεις: (α) Το γεγονός ότι η Ενάγουσα 3 προέβη στη συμπληρωματική αποκάλυψη χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο είχε ορίσει την υπόθεση στις 06/11/2019 με οδηγίες όπως «. αν θα γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων αυτό να γίνει μέχρι τότε» (βλ. πρακτικό ημερ. 19/09/2019). Αντ' αυτού, διατείνεται ο Εναγόμενος 1, η Ενάγουσα 3 καταχώρισε για 3η συνεχόμενη φορά συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης (συνολικά 4), χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. (β) Απέκρυψε το γεγονός ότι είχε προβεί προηγουμένως σε 3 άλλες ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης, αναφέροντας στην ένορκη δήλωση της ότι είχε προβεί μόνο σε δύο, ήτοι στις 28/11/2018 και 06/02/2019, ενώ είχε προβεί και σε τρίτη αποκάλυψη στις 05/03/
- (γ) Η αίτηση υποβλήθηκε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, ώστε να απολήγει σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Οι Ενάγουσες καταχώρισαν ειδοποίηση ένστασης, απορρίπτοντας όλους τους λόγους που επικαλέστηκε ο Αιτητής. Σε σχέση με τον ισχυρισμό για κακοπιστία, λόγω κατ' ισχυρισμόν απόκρυψη της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης ημερ. 05/03/2019, υποστηρίζει πως επρόκειτο για καλόπιστο λάθος. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύεται στην ένσταση, δεν εγειρόταν ζήτημα παραπλάνησης του Δικαστηρίου, εφόσον η ένορκη δήλωση ήταν καταχωρημένη στο φάκελο και μπορούσε εύκολα να εντοπιζόταν από το ίδιο το Δικαστήριο. Ως προς το λόγο ότι δεν ζητήθηκε προηγούμενη άδεια από το Δικαστήριο, υποστηρίζουν πως δεν απαιτείται τέτοια άδεια, εφόσον η υποχρέωση για αποκάλυψη είναι συνεχής, από τη στιγμή που εκδίδεται από το Δικαστήριο τέτοια διαταγή. Όσον αφορά, τέλος, το ζήτημα της καθυστέρησης, δίδονται εξηγήσεις για τις ενέργειες τους από τη στιγμή που περιέπεσε στην αντίληψη της Ενάγουσας 3 ότι το επίμαχο έγγραφο (Τεκμήριο 1 στην ένσταση) πιθανό να ήταν πλαστογραφημένο, μέχρι την ημερομηνία που εξασφάλισαν τις εκθέσεις των δυο εμπειρογνωμόνων. Εν κατακλείδι, υποστηρίζουν πως είναι η αίτηση του Εναγόμενου 1 που διαπνέεται από κακοπιστία, επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να εμποδίσουν τις Ενάγουσες να προσκομίσουν την αναγκαία μαρτυρία για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του. Τυχόν επιτυχία της αίτησης, υποστηρίζουν, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπόθεση των Εναγουσών. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας σε έγκριτα νομικά συγγράμματα και στη νομολογία που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα. Από πλευράς Δικαστηρίου θα ήθελα εν πρώτοις να εκφράσω την ευαρέσκεια μου για τις επιμελείς αγορεύσεις των συνηγόρων και τη βοήθειά τους προς το έργο του Δικαστηρίου, εκπληρώνοντας στο ακέραιο την αποστολή τους, ως συλλειτουργοί της δικαιοσύνης. Η Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει τη διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για τον σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση ούτως ώστε η αντίδικη πλευρά να μην καταλαμβάνεται εξ απροόπτου στο τι έχει να αντιμετωπίσει στη δίκη. Για σκοπούς της παρούσας Αίτησης η οποία αφορά σε περαιτέρω αποκάλυψη, θεωρώ ιδιαίτερα σχετική την απόφαση στην Αγωγή Ναυτοδικείου 31/13, Marcegaglia SpA κ.ά. v. Του Πλοίου «VYSOKOGORSK», ημ. 31.5.16. Στην εν λόγω υπόθεση ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Οικονόμου ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not το exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά με παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλιν στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).» Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών και κατέληξα ότι το αίτημα είναι εντελώς αδικαιολόγητο. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Δεδομένης της υποχρέωσης των διαδίκων για περαιτέρω αποκάλυψη όλων των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων, ευθύς μετά που περιέρχονται στην κατοχή τους - εφόσον είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο ένορκη αποκάλυψη εγγράφων - δεν απαιτείτο η εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο για τις περαιτέρω ένορκες αποκαλύψεις από τις Ενάγουσες. Εξετάζοντας με προσοχή όλους τους λόγους που επικαλέστηκε ο Εναγόμενος 1/Αιτητής, κατέληξα, χωρίς δισταγμό, ότι ουδείς από αυτούς ευσταθεί. Ειδικότερα: - Σε σχέση με την εισήγηση του αιτητή πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης κατεχωρήθη χωρίς την εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο, θα περιοριστώ να υιοθετήσω όσα αναφέρθηκαν από τον Δικαστή Οικονόμου στην αναφερθείσα πιο πάνω υπόθεση Ναυτοδικείου (Marcegaglia SPA). - Αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση, οι Ενάγουσες δικαιολόγησαν με την ένστασή τους το χρόνο που διέρρευσε, δίδοντας επαρκείς εξηγήσεις για τις ενέργειες και τα διαβήματα στα οποία πρόεβησαν προκειμένου να εξασφαλίσουν την αναγκαία μαρτυρία από εμπειρογνώμονες για να τεκμηριώσουν τη θέση πως το επίμαχο έγγραφο (Τεκμήριο 1 στην ένσταση) είναι κατά τους ισχυρισμούς τους, πλαστογραφημένο. Πέραν τούτου, δεδομένης της σχετικότητας της αποκαλυφθείσας μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα, ως έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσω των δικογράφων αλλά και με τα έγγραφα και τη μαρτυρία που έχει αποκαλυφθεί εκατέρωθεν, το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιτρέψει την αποκάλυψη, ακόμα και εάν οι Ενάγουσες δεν ενεργούσαν με τη σπουδή με την οποία ενήργησαν, όπως συνάγεται μέσα από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 3, που συνοδεύει την ένσταση. - Δεν συμμερίζομαι τη θέση του Αιτητή ότι η επίδικη αποκάλυψη είναι κακόπιστη ή καταχρηστική. Το Δικαστήριο συμφωνεί με την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγουσών πως η μαρτυρία και τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν, στοχεύουν στην αντίκρουση ουσιαστικής θέσης που προώθησαν με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι η οποία συναρτάται με το κατ' ισχυρισμό πλαστογραφημένο έγγραφο. Θα ήταν, ως εκ τούτου, άδικο να εμποδιστούν οι Ενάγουσες να προσκομίσουν τη μαρτυρία που έχουν αποκαλύψει με την επίδικη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. - Όσον αφορά τέλος τη θέση πως οι Ενάγουσες απέκρυψαν την ύπαρξη της συμπληρωματικής αποκάλυψης ημερ. 05/03/2019, είναι φανερό πως επρόκειτο για αβλεψία, η οποία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει έγκυρο λόγο για την επιτυχία της αίτησης. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγουσών και εναντίον του Εναγομένου 1/Αιτητή, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο