← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ν. ΒΥΖΑΚΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1750/15, 9/9/2020

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ν. ΒΥΖΑΚΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1750/15, 9/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A387 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1750/15 Μεταξύ: XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Ενάγοντας και XXXXX ΒΥΖΑΚΟΣ Εναγόμενος ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 09 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Καΐλης για Χαβιαρά & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για εναγόμενο: κ. Χ. Τσίγκης ΑΠΟΦΑΣΗ Την 01/11/1985, η τότε ιδρυθείσα δυνάμει σχετικής νομοθεσίας Κεντρική Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών, η οποία είχε λάβει δυνάμει του διατάγματος επίταξης υπ. αρ. 820/13/11/75 την κατοχή συγκεκριμένου τουρκοκυπριακού ακίνητου στην επαρχία Λευκωσίας (εφ' εξής το ακίνητο), χορήγησε στον πρόσφυγα ενάγοντα γραπτή άδεια (license) να κατέχει, χρησιμοποιεί και να καρπώνεται το εν λόγω ακίνητο για όσο καιρό θα ίσχυε το διάταγμα επίταξης. Ειδικότερα, η Κεντρική Επιτροπή χορήγησε στον ενάγοντα άδεια όπως χρησιμοποιήσει το ακίνητο «για την ανέγερση υποστατικού εργασίας με τον όρο ότι θα εξασφαλίσει προηγουμένως άδεια οικοδομής» και ως καθορίστηκε στο σχετικό έγγραφο της άδειας, αυτή θα ακυρώνετο σε περίπτωση που ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης επέστρεφε και αναλάμβανε κατοχή του ακινήτου ή σε περίπτωση που η Κεντρική Επιτροπή αποφάσιζε να ακυρώσει την άδεια δίδοντας προς τούτο τέσσερεις μήνες προειδοποίηση στον ενάγοντα ή σε περίπτωση που ο τελευταίος παρέβαινε οποιονδήποτε όρο της άδειας οπόταν και η Κεντρική Επιτροπή θα είχε το δικαίωμα όπως άμεσα τερματίσει την άδεια και λάβει την κατοχή του ακινήτου. Μεταξύ των όρων που επιβλήθηκαν ρητά στον ενάγοντα ήταν και το ότι αυτός «δεν θα έχει το δικαίωμα εκχωρήσεως ή παραχωρήσεως άδειας χρησιμοποιήσεως υπό τρίτου του όλου ή μέρους του (ακινήτου) εκτός εάν ούτος ήθελεν εκ των προτέρων λάβει την έγγραφη προς τούτο συγκατάθεσιν της Κεντρικής Επιτροπής». Η δικογραφημένη εκδοχή που προβάλλει ο ενάγοντας στην Ε/Α του είναι ότι στο ακίνητο είχε ανεγείρει αποθήκες και ότι περί τις 17/05/07, έκαμε προφορική συμφωνία με τον εναγόμενο και του ενοικίασε μέρος των αποθηκών αυτών για να αποθηκεύσει εκεί τα μηχανήματα και εργαλεία του. Η εν λόγω προφορική συμφωνία ενοικίασης, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, θα ίσχυε για ένα έτος, ήτοι από 01/06/07 μέχρι 31/05/08 και το ενοίκιο συμφωνήθηκε στα €256 μηνιαίως, πληρωτέο προκαταβολικά την 1η μέρα έκαστου μήνα. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος έλαβε κατοχή του ενοικιαζόμενου χώρου ως η συμφωνία των μερών και όταν έληξε η περίοδος ενοικίασης, «ανανέωσε την ενοικίαση και παρέμεινε εντός του ενοικιαζόμενου αποθηκευτικού χώρου ως ενοικιαστής από μήνα σε μήνα» με τους ίδιους όρους. Παρά ταύτα, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, «κατά παράβαση των όρων της προφορικής συμφωνίας ενοικίασης (ο εναγόμενος) καθυστερεί και/ή αμελεί και/ή αρνείται την πληρωμή των ενοικίων δια τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2014, Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο 2015, ήτοι συνολικά €1536». Περαιτέρω δε, ισχυρίζεται στην Ε/Α του ο ενάγοντας, παραβαίνοντας και πάλι την προαναφερόμενη προφορική συμφωνία, ο εναγόμενος στάθμευσε επί μονίμου βάσεως στο ακίνητο αλλά σε διαφορετικό χώρο από το ενοικιαζόμενο μέρος καρότσα και/ή βαρέλα μεταφοράς νερού και δη κατά τρόπο που συνιστά παράνομη επέμβαση και που προκαλεί στον ενάγοντα οχληρία. Παρ' όλες όμως τις προφορικές και γραπτές εκκλήσεις που έγιναν προς τον εναγόμενο τόσο για πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων όσο και για μετακίνηση του οχήματος, ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε θετικά. Συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς του εναγόμενου, ο ενάγοντας αναγκάστηκε στις 03/12/14 να τερματίσει γραπτώς την ενοικίαση και να απαιτήσει άμεσα τόσο τα οφειλόμενα ενοίκια όσο και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου. Η παράλειψη του εναγόμενου και πάλι να ανταποκριθεί θετικά είναι που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 20/04/15, με την οποία αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο €1536 ως οφειλόμενα ενοίκια, €256 ως ενδιάμεσα οφέλη και/ή αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης για κάθε μήνα από 01/05/15 μέχρι παράδοσης κατοχής του ακινήτου, δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο και διατάγματα ανάκτησης κατοχής του ακινήτου, μετακίνησης της βαρέλας νερού και απαγόρευσης οποιασδήποτε περαιτέρω επέμβασης. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή καθώς επίσης και ανταπαίτηση εναντίον, με τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του να περιστρέφεται γύρω από δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά σε αριθμό προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει ο εναγόμενος ισχυριζόμενος κυρίως ότι η αγωγή στηρίζεται σε παράνομη αιτία, ότι είναι επιπόλαια και ενοχλητική, ότι ο ενάγοντας δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά και χέρια και ότι το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή. Ο δεύτερος άξονας της υπεράσπισης, ο οποίος αφορά στην ουσία των επίδικων γεγονότων, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι όντως ο ενάγοντας ενοικίασε το επίμαχο μέρος του ακινήτου στις 17/05/07, όχι όμως στον ίδιο κατόπιν προφορικής συμφωνίας ως ισχυρίζεται αλλά σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, ήτοι σε κάποιο XXXXX Τσίγκη και μάλιστα κατόπιν γραπτής συμφωνίας. Όρος δε της εν λόγω συμφωνίας ήταν, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, όπως εντός τριών με έξι μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας με τον Τσίγκη, ο ενάγοντας θα ενοικίαζε στον τελευταίο και τα υπόλοιπα υποστατικά που βρίσκονταν στο ακίνητο έναντι μηναίου ενοικίου €

  1. Όταν ο Α. Τσίγκης απεβίωσε στις 12/09/13 ενόσω συνέχιζε να κατέχει το επίμαχο μέρος του ακινήτου αλλά πριν να του ενοικιαστούν και τα υπόλοιπα υποστατικά, ο ενάγοντας, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, «.απεδέχθη ως ενοικιαστήν τον Εναγόμενο και την ως άνω εταιρεία του (Μ. Βύζακος Επιχειρήσεις Λτδ) και/ή.συνεφώνησεν όπως ο Εναγόμενος και/ή ως άνω εταιρεία του έκτοτε καταστεί ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού όπερ και έγινεν υπό τους ίδιους όρους, πράγμα που ο Ενάγων επανειλημμένως επιβεβαίωσε προς τον Εναγόμενο». Είναι δε η θέση του εναγόμενου ότι ο λόγος που αυτός «..προέβη εις την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού» ήταν οι διαβεβαιώσεις του ενάγοντα «.για την εις αυτόν ενοικίαση και των υπόλοιπων ως ανωτέρω αναφέρεται ευρισκομένων εντός του επίδικου ακινήτου υποστατικών.» και ότι στη βάση αυτών ακριβώς των διαβεβαιώσεων που έλαβε από τον ενάγοντα, προέβη στη συνέχεια σε σημαντικές βελτιώσεις και επενδύσεις στο ακίνητο ύψους €20.
  2. Στην πορεία όμως, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ο ενάγοντας παρέβηκε τη συμφωνία και ενοικίασε τα υπόλοιπα υποστατικά σε τρίτο πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, να υποστεί σημαντικές ζημιές, τις οποίες ανταπαιτεί από τον ενάγοντα υπό τη μορφή γενικών αποζημιώσεων, επιπλέον του ποσού των €20.000 που επίσης ανταπαιτεί ως ειδικές ζημιές. Ο εναγόμενος τέλος αρνείται και τα όσα άλλα του καταλογίζει ο ενάγοντας, ήτοι τα περί παράλειψης πληρωμής οποιωνδήποτε ενοικίων και περί πρόκλησης οχληρίας ή παράνομης επέμβασης και υποστηρίζει ότι σε αντίθεση με την ανταπαίτηση του η οποία πρέπει να επιτύχει, η αγωγή του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνω εδώ ότι πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου, και συγκεκριμένα στις 02/06/15, ήτοι δύο μήνες μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ο ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία επιχείρησε να εξασφαλίσει προσωρινά διατάγματα άρσης της κατ' ισχυρισμό οχληρίας και παράνομης επέμβασης που του προκαλεί ο εναγόμενος με τη μόνιμη στάθμευση της βαρέλας του νερού. Η προσπάθεια αυτή του ενάγοντα αρχικά πέτυχε, αφού κατάφερε στη βάση των όσων ισχυρίστηκε στην υποστηρικτική Ε/Δ που καταχώρησε τότε να εξασφαλίσει μονομερώς τα διατάγματα που ζητούσε. Στη συνέχεια όμως και μετά που ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση και η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση, η αδελφή Δικαστής που επιλήφθηκε τότε της υπόθεσης έκρινε, με ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε στις 11/02/16, ότι η αίτηση έπρεπε να απορριφθεί και τα εκδοθέντα διατάγματα να ακυρωθούν για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος λόγος αφορούσε στη διαπίστωση της αδελφού Δικαστή ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όταν επεχείρησε και κατάφερε να πείσει για το κατεπείγον και να εξασφαλίσει μονομερώς τα διατάγματα που ζητούσε και αυτό γιατί: «Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αιτητή στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του ίδιου στην ένορκη του δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και δη στην παράγραφο 8 αυτής, όπου αναφέρει ότι το επίμαχο όχημα «από τη μέρα που το στάθμευσε μέχρι σήμερα δεν έχει μετακινηθεί», αναπόφευκτα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης ήταν γνωστά στον αιτητή τουλάχιστον από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι από τις 20/4/2015, δύο δηλαδή μήνες πριν αποταθεί ο αιτητής στο Δικαστήριο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς με την υπό εξέταση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε την 18/6/
  3. Υπό το φως των πιο πάνω, η αδιαμφισβήτητη γνώση του αιτητή των γεγονότων που στοιχειοθετούσαν την αξίωση του για την έκδοση των διαταγμάτων κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, αφού αναφορά σε αυτά γίνεται, ως έχω εξηγήσει και πιο πάνω στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όπου μάλιστα προβάλλεται και σχετική αξίωση (βλ. παρ. 15 Δ), και η προσπάθεια του να παρουσιάσει τα γεγονότα αυτά στο Δικαστήριο ως εάν να επισυνέβησαν μετά την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο, για να δικαιολογήσει προφανώς το στοιχείο του κατεπείγοντος, και να επιτύχει έτσι την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς, σίγουρα δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι ο αιτητής προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ούτε ότι παρουσίασε τα ουσιώδη γεγονότα κατά τρόπο πλήρη και δίκαιο» Ο δεύτερος λόγος αφορούσε στη μη αμφισβήτηση από πλευράς ενάγοντα του περιεχομένου συγκεκριμένου εγγράφου που παρουσίασε με την ένσταση του ο εναγόμενος, το οποίο έγγραφο παρουσιάζει τον ενάγοντα να είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ενοικιάσει το επίμαχο μέρος του ακινήτου δυνάμει γραπτής συμφωνίας σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι στον Α. Τσίγκη και όχι στον εναγόμενο, ο οποίος στην εν λόγω συμφωνία παρουσιάζετο να υπογράφει μόνο ως εγγυητής του Τσίγκη. Στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από πλευράς ενάγοντα ως προς το πώς μπορεί το εν λόγω έγγραφο να συνάδει με την δικογραφημένη εκδοχή του τελευταίου περί ενοικίασης του ακινήτου από τον εναγόμενο, η αδελφή Δικαστής ανέφερε τα εξής: «Το δε Τεκμήριο 1 έχει ημερομηνία 17/5/2007 και αποτελεί συμφωνία ενοικίασης η οποία φέρεται να συνήφθη μεταξύ του αιτητή και τρίτου προσώπου και στην οποία ο καθ' ου η αίτηση φέρεται να υπογράφει ως εγγυητής και με βάση την οποία φέρεται να ενοικιάζεται στο τρίτο αυτό πρόσωπο, το μέρος εκείνο της αποθήκης που ο αιτητής με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ισχυρίζεται ότι ενοικίασε προφορικά την ίδια περίοδο (Μάιο του 2007) στον καθ' ου η αίτηση. Η παράλειψη να αποκαλύψει ο αιτητής το Τεκμήριο 1 (η ύπαρξη του οποίου ως έχω ήδη αναφέρει δεν αμφισβητήθηκε) είναι ουσιώδης ιδιαίτερα αν συναρτηθεί και προς τις θέσεις του αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι οποίες δεν συνάδουν με αυτό]. Και τούτο διότι, δεδομένης και της επιλογής του αιτητή να μην προσφέρει οιαδήποτε εξήγηση για το θέμα αυτό μετά την καταχώρηση της ένστασης του καθ' ου η αίτηση, παραμένει μετέωρη η εκδοχή του αιτητή ως προς τη συμφωνία που είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους και το εύρος αυτής και δη το πότε ενοικίασε σε ποιον και τι ο αιτητής, γεγονός το οποίο με τη σειρά του, σχετίζεται άμεσα με την εκπλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32.» Της ενδιάμεσης απόφασης της 11/02/16 ακολούθησε η καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση από πλευράς ενάγοντα. Με το εν λόγω δικόγραφο ο ενάγοντας, έχοντας προφανώς υπόψη του και τα όσα λέχθηκαν από το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση της 11/02/16, παραδέχτηκε τον ισχυρισμό που προέβαλε ο εναγόμενος στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του περί συνομολόγησης κατά τον επίδικο χρόνο γραπτής συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και Τσίγκη για ενοικίαση του επίμαχου μέρους του ακινήτου υπό την εγγύηση του εναγόμενου. Ισχυρίστηκε όμως ότι « .αμέσως την κατοχή την έλαβε ο Εναγόμενος με τη συγκατάθεση του (του ενάγοντα) και από τότε πλήρωνε αυτός το ενοίκιο. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας XXXXX Τσίγκης ήτο φίλος του και τον παρεκάλεσε να ενοικιάσει τον χώρο για λογαριασμό του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο με τον Ενάγοντα και έλαβε την κατοχή του ακινήτου με την άδεια του Ενάγοντα προφορικά και έτσι κατέστη ενοικιαστής από μήνα σε μήνα». Αρνείται επίσης ο ενάγοντας ότι ο εναγόμενος ενοικίασε το ακίνητο το 2013 ως ο τελευταίος πρόβαλε με το δικόγραφο του και ισχυρίζεται ότι «ο Εναγόμενος με την δική του άδεια και συγκατάθεση ανέλαβε την κατοχή του υποστατικού που ενοικίασε στον XXXXX Τσίγκη στις 17/05/2007.». Παρά το ότι η κλίμακα της ανταπαίτησης είναι πέραν των €3000, οι συνήγοροι δεν είχαν ένσταση στο να εκδικαστεί η υπόθεση με την ταχεία διαδικασία που προνοεί η «νέα» Δ.30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτής ένορκης μαρτυρίας και με δικαίωμα, αν το επιτρέψει το Δικαστήριο, αντεξέτασης των ενόρκων δηλούντων. Μάλιστα δε, η πλευρά του εναγόμενου άσκησε το εν λόγω δικαίωμα και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου αντεξέτασε τον ενάγοντα ο οποίος ήταν και ο μόνος που πρόσφερε μαρτυρία σε σχέση με τη δική του υπόθεση. Από πλευράς υπεράσπισης δε, γραπτή ένορκη μαρτυρία κατατέθηκε μόνο από τον εναγόμενο, τον οποίο η πλευρά του ενάγοντα επέλεξε όπως μην αντεξετάσει. Στη δική του γραπτή μαρτυρία λοιπόν, ο ενάγοντας έκαμε αναφορά στην άδεια που έλαβε το 1985 από την Κεντρική Επιτροπή για να εγείρει στο ακίνητο υποστατικό εργασίας (Τεκ.1) και ισχυρίστηκε ότι αφού περίφραξε το ακίνητο, ανήγειρε εντός αυτού δύο καταστήματα με βιτρίνα και ένα αποθηκευτικό χώρο που κλείνει με κάγκελο. Κρίνω σκόπιμο εδώ όπως παραθέσω αυτούσιο το σχετικό μέρος από τη μαρτυρία του ενάγοντα αναφορικά με το επίδικο θέμα της ενοικίασης του ακινήτου: «Κατά ή τις 17 Μαίου 2007 με προσέγγισε ο κ. XXXXX Τσίγκης, ο οποίος ετύγχανε φίλος μου, και εγώ συμφώνησα να του ενοικιάσω και του ενοικίασα μέρος του αποθηκευτικού χώρου για περίοδο ενός χρόνου και προς τούτο υπογράψαμε μεταξύ μας ενοικιαστήριο έγγραφο στο οποίο υπέγραψε ως εγγυητής ο Εναγόμενος. Στην πραγματικότητα τον αποθηκευτικό χώρο ήθελε να τον ενοικιάσει ο Εναγόμενος όμως επειδή εγώ είχα πολλές αμφιβολίες εάν θα μου παρέδιδε στο συγκεκριμένο χρόνο λήξης της ενοικίασης το χώρο, κατόπιν διαβεβαιώσεων του κ. Τσίγκη εγώ υπέγραψα το ενοικιαστήριο έγγραφο με αυτόν και εγγυητή τον Εναγόμενο γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι τον αποθηκευτικό χώρο θα τον κατείχε με την άδεια και την συγκατάθεση μου ο Εναγόμενος.Με την υπογραφή του πιο πάνω ενοικιαστηρίου εγγράφου εγώ αποδέχτηκα και συνεφώνησα προφορικά με τον Εναγόμενο και του Ενοικίασα μέρος του αποθηκευτικού χώρου από την υπάρχουσα αποθήκη επί των πιο πάνω ακινήτων καθοριζόμενο ανατολικά του διαχωριστικού πλέγματος της αποθήκης με μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των ΛΚ 150.-, όπως προέβλεπε η συμφωνία μου με τον κ. XXXXX Τσίγκη, το οποίο ήτο προπληρωτέο κάθε 1ην εκάστου μηνός και μετά ανανεώνετο από μήνα σε μήνα και δεν περιελάμβανε την ενοικίαση χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων. Τον πρώτο χρόνο της ενοικίασης ο Εναγόμενος μου κατέβαλλε το συμφωνηθέν μεταξύ μας ενοίκιο, όμως στη συνέχεια καθυστερούσε συστηματικά να μου καταβάλλει τα ενοίκια και κατά παράβαση της μεταξύ μας προφορικής συμφωνίας καθυστερούσε να μου πληρώσει τα ενοίκια των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2014 ήτοι συνολικά τέσσερα ενοίκια για το ποσό των ΛΚ 600.- ήτοι €
  4. Κατά ή περί την 01/12/14 με επιστολή του δικηγόρου μου τερμάτισα την προφορική ενοικίαση της αποθήκης με τον Εναγόμενο και το καλούσα να μου πληρώσει όλα τα ενοίκια που μου χρωστούσε ως επίσης να μου παραδώσει ελεύθερη την κατοχή της αποθήκης.Ο εναγόμενος μετά την επίδοση της επιστολή τερματισμού.μου κατέβαλε έναντι των καθυστερημένων ενοικίων το ποσό των €512 που αφορούν τα ενοίκια των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2014 και έκτοτε μέχρι και σήμερα δεν έχει πληρώσει κανένα ενοίκιο και συνεχίζει να κατέχει τον αποθηκευτικό χώρο παράνομα.ο εναγόμενος μου πλήρωνε τα ενοίκια του αποθηκευτικού χώρου της ενοικίασης και όχι ο κ. Τσίγκης και εν πάσει περιπτώσει η ενοικίαση μεταξύ μας άρχισε με την υπογραφή των εγγράφων μεταξύ εμένα και του κ. Τσίγκη και εγώ παρέδωσα τον χώρο στον Εναγόμενο.αρνούμαι τους ισχυρισμούς του (εναγόμενου) ότι η μεταξύ μας ενοικίαση άρχισε την 12/9/2013 αλλά επιμένω ότι η προφορική μεταξύ μας ενοικίαση άρχισε στις 17/05/2007.». Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό συνάδουν με αρκετές πτυχές της δικογραφημένης εκδοχής του εναγόμενου, ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκ.2 τη γραπτή συμφωνία ενοικίασης που υπέγραψε με το Τσίγκη στις 17/05/07 και η οποία συμφωνία περιείχε τους όρους που διέπουν την κατ' εκείνον «πραγματική» συμφωνία ενοικίασης που αυτός έκαμε προφορικά με τον εναγόμενο την ίδια μέρα. Στο εν λόγω έγγραφο, στο οποίο ο μεν ενάγοντας αναφέρεται ως ιδιοκτήτης δυνάμει άδειας που του δόθηκε από την Κεντρική Επιτροπή το 1985 (Τεκ.1), οι δε Τσίγκης και εναγόμενος ως ενοικιαστής και εγγυητής αντίστοιχα, έχει προστεθεί χειρόγραφα ως όρος υπ. αρ. 8 ότι, «.σε περίπτωση οιασδήποτε απόφασης της Κ.Ε. Διαχειρίσεως Τ/Κ περιουσιών ή οιουδήποτε άλλου αρμόδιου Κυβερνητικού οργάνου που θα επηρεάζει το εν λόγω κτήμα το παρόν ενοικιαστήριο παύει να ισχύει άνευ οιαδήποτε απαίτησης είτε από τον ιδιοκτήτη είτε από τον ενοικιαστή.». Κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας ανέφερε ότι την χειρόγραφη αυτή προσθήκη, την οποία η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι αποτελούσε μέρος της συμφωνίας, ήταν ο ίδιος που την πρόσθεσε στο έγγραφο ώστε να ήταν κοινώς αντιληπτό και συμφωνημένο ότι σε περίπτωση που ήθελε κάποτε στο μέλλον επιστρέψει ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και ανακτήσει κατοχή του ακινήτου, τότε κανένας εκ των αντισυμβαλλομένων δεν θα δικαιούτο να αξιώσει αποζημιώσεις από τον άλλο αντισυμβαλλόμενο λόγω πρόωρου τερματισμού της συμφωνίας. Σε καμία όμως περίπτωση, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, ο όρος αυτός δεν συνεπάγετο και απαλλαγή πληρωμής οποιωνδήποτε ποσών ήθελαν ήδη καταστεί οφειλόμενα αφού μέχρι να ακυρωθεί η συμφωνία λόγω επιστροφής του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη, όλες οι εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα θα ίσχυαν κανονικά. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ενάγοντας ανέφερε επίσης ότι περί τις 14 Απριλίου 2018, ήτοι εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής, ειδοποιήθηκε γραπτώς από το αρμόδιο διοικητικό όργανο που ανέλαβε πλέον τη διαχείριση του ακινήτου κτήματος, το οποίο όργανο σύμφωνα με τον ενάγοντα είναι ο αρμόδιος Έπαρχος, ότι «.ακυρώνεται η άδεια μου διότι δεν έχω άδεια οικοδομής και διότι ενοικίασα, παρά τη συμφωνία την οποία είχαμε πριν 30 χρόνια.». Ισχυρίστηκε παρά ταύτα ο ενάγοντας ότι έχει ασκήσει ιεραρχική προσφυγή εναντίον της απόφασης αυτής η οποία δεν έχει ακόμη εκδικαστεί και ότι για σκοπούς της παρούσας αγωγής και του επίδικου χρόνου, αυτός ήταν, μέχρι τις 14 Απριλίου 2018, νόμιμος κάτοχος του ακινήτου. Παράλληλα ο ενάγοντας απέρριψε υποβολή που του τέθηκε ότι η όποια συμφωνία ενοικίασης έκαμε σε σχέση με το ακίνητο ήταν παράνομη εφόσον δεν είχε εξασφαλιστεί η απαιτούμενη άδεια από το αρμόδιο διοικητικό όργανο ισχυριζόμενος ότι «.Συμφωνώ και δέχομαι την ευθύνη ότι δεν ζήτησα άδεια από τον Έπαρχο, να δώσω λόγο στον Έπαρχο όχι στον Βύζακο.δέχομαι ότι δεν ζήτησα άδεια του Έπαρχου (για την ενοικίαση). δεν ζήτησα, έκανα το λάθος να μην ζητήσω άδεια που τον Έπαρχο, φέρω ευθύνη προς τον Έπαρχο όχι προς τον Βύζακο.. εγώ προς τον Βύζακο δεν ήμουν παράνομος.(ήμουν παράνομος) προς τον Έπαρχο, να δώσω εξηγήσεις στον Έπαρχο.Εάν εγώ παρανόμησα που δεν ζήτησα άδεια από τον Έπαρχο να υποστώ τις συνέπειες από τον Έπαρχο όχι από τον Τσίγκη, από τον Έπαρχο.». Ο ενάγοντας απέρριψε τέλος και τους ισχυρισμούς που περιβάλλουν την ανταπαίτηση του εναγόμενου και ισχυρίστηκε ότι στην πραγματικότητα είναι ο τελευταίος που έχει προκαλέσει ζημιές στο ακίνητο και τις οποίες ζημιές αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, αν και δεν τις διεκδίκησε με την παρούσα αγωγή διότι ο εναγόμενος του είχε υποσχεθεί ότι θα τις επιδιόρθωνε, εντούτοις επιφυλάσσεται να τις διεκδικήσει από τον τελευταίο στο μέλλον. Όσον αφορά το επίδικο θέμα της κατ' ισχυρισμό παράνομης στάθμευσης της βαρέλας/φορτηγού νερού από τον εναγόμενο, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε τα εξής: «Ο Εναγόμενος στάθμευσε το φορτηγό αυτοκίνητο και το άφησε παράνομα σταθμευμένο μέχρι την 21/11/2015 που εκκρεμούσε αίτηση παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου εναντίον του γιατί αρνείτο να συμμορφωθεί με αυτό ότε και αναγκάστηκε και το μετακίνησε για να αποφύγει την τιμωρία του Δικαστηρίου και η αίτηση παρακοής εναντίον του αποσύρθηκε. Το Δικαστήριο στη συνέχεια αποφάσισε ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν έπρεπε να δοθεί για τους λόγους που επεξηγούσε στην απόφαση του ημερομηνίας 11/2/2016 και ο Εναγόμενος εκμεταλλεύτηκε αυτό το γεγονός και έκτοτε μέχρι και σήμερα τοποθέτησε άλλο αυτοκίνητο στην ίδια θέση και συνεχίζει να προκαλεί οχληρία και να εμποδίζει εμένα και τα άλλα καταστήματα.έχει αποκόψει εντελώς την ορατότητα των καταστημάτων από τα διερχόμενα αυτοκίνητα.σε διάφορα χρονικά διαστήματα της ενοικίασης με την ανοχή μου στάθμευε όχι επί μονίμου βάσεως αυτοκίνητο έμπροσθεν του αποθηκευτικού χώρου που του ενοικιάζω και δεν εμπόδιζε την ελεύθερη είσοδο και λειτουργία των καταστημάτων.». Στη βάση όλων των πιο πάνω, ο ενάγοντας υποστήριξε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος από το Νοέμβριο 2014 και μέχρι σήμερα συνεχίζει να κατέχει το ακίνητο χωρίς όμως να του καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό, οφείλει και να του παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου αλλά και να του καταβάλει ποσό πέραν των €16.000, ήτοι €256 για κάθε μήνα που το κατέχει από το Νοέμβριο
  5. Στη δική του γραπτή ένορκη μαρτυρία ο εναγόμενος επανέλαβε ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, η ουσία των οποίων έχει παρατεθεί πιο πάνω και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Υπενθυμίζω απλά ότι θέση του εναγόμενου είναι το επίδικο ακίνητο ο ενάγοντας το ενοικίασε στο Τσίγκη δυνάμει της γραπτής συμφωνίας της 17/05/07 και ότι η συμφωνία ενοικίασης που αυτός έκαμε με τον ενάγοντα ήταν προφορική και έγινε πολύ αργότερα, ήτοι στις 12/09/13, όταν ο Τσίγκης απεβίωσε. Ισχυρίστηκε επίσης στη μαρτυρία του ο εναγόμενος ότι στις 12/09/13 που συμφώνησε προφορικά με τον ενάγοντα την ενοικίαση του ακινήτου υπό τους ίδιους όρους που διέπαν τη συμφωνία με το Τσίγκη, αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, δεν ήταν υπό την προσωπική του ιδιότητα που ενεργούσε αλλά υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας του, η οποία εταιρεία ήταν και ο ενοικιαστής που έκτοτε πλήρωνε τα συμφωνημένα ενοίκια. Επαναλαμβάνοντας δε και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του περί ύπαρξης και παράβασης από πλευράς ενάγοντα μιας παράλληλης συμφωνίας που έγινε αρχικά μεταξύ του ενάγοντα και του Τσίγκη και στη συνέχεια μεταξύ του ενάγοντα και του ιδίου για ενοικίαση και των άλλων υποστατικών που βρίσκονταν στο ακίνητο, ο εναγόμενος παρέπεμψε στα όσα περί αυτού του θέματος πρόβαλε στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε προς υποστήριξη της ένστασης που είχε προβάλει εναντίον της αίτησης που είχε κάμει ο ενάγοντας για προσωρινά διατάγματα. Όσον αφορά το επίδικο θέμα της κατ' ισχυρισμό παράνομης στάθμευσης βαρέλας/φορτηγού νερού, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του ότι το όχημα στο οποίο αναφέρθηκε ο ενάγοντας κατά την αίτηση του για προσωρινό διάταγμα, ήτοι το XXXXX39, ανήκει στην εταιρεία Μ. Βύζακος Επιχειρήσεις Λτδ και αν και το στάθμευε στο ακίνητο εντούτοις ουδέποτε αυτό δημιουργούσε οποιαδήποτε προβλήματα στον ενάγοντα, ο οποίος είχε ούτως ή άλλως δώσει την συγκατάθεση του όπως στο χώρο εκείνο ο εναγόμενος σταθμεύει όχημα για τις ανάγκες του ιδίου και της εταιρείας του. Τέλος ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι αν και η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί διότι είναι εμφανές ότι απώτερος σκοπός του ενάγοντα είναι όπως αδικαιολόγητα και παράνομα τον εκδιώξει από το ακίνητο ώστε να το εκμεταλλευτεί ο ίδιος, η απόρριψη επιβάλλεται και για το λόγο ότι όλες οι ενέργειες του ενάγοντα ήταν παράνομες εφόσον δεν είχε εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή για ενοικίαση του ακινήτου. Η δική του ανταπαίτηση παρά ταύτα, υποστηρίζει ο εναγόμενος, η οποία αφορά σε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους πέραν των €20.000 λόγω κατ' ισχυρισμό παράβασης συμφωνίας από πλευράς ενάγοντα, θα πρέπει να επιτύχει. Σημειώνω εδώ ότι αν και στην μαρτυρία του ο εναγόμενος έκαμε αναφορά σε διάφορους ισχυρισμούς και έγγραφα που παρουσίασε με την ένσταση που καταχώρησε στο παρελθόν στα πλαίσια της διαδικασίας για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εντούτοις ούτε η ένσταση του εκείνη, ούτε και οποιοδήποτε επισυνημμένο σε αυτή έγγραφο δεν παρουσιάστηκε μέσω της μαρτυρίας του ως Τεκμήριο για σκοπούς ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και ούτε το περιεχόμενο οποιουδήποτε τέτοιου εγγράφου χρησιμοποιήθηκε κατά την αντεξέταση του ενάγοντα. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τους συνήγορους να προβαίνουν σε εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι στο παρόν στάδιο να αναφέρω ότι ο μεν κ. Καΐλης υποστήριξε αφ' ενός ότι η προσφυγή που καταχώρησε ο ενάγοντας εναντίον της απόφασης για ακύρωση της άδειας του επιφέρει αναστολή της ισχύος της συγκεκριμένης διοικητικής απόφασης και αυτό στη βάση των προνοιών του αρ. 10

(4)του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου Ν.139/1991, νομοθέτημα το οποίο είναι κοινώς αποδεκτό ότι από το 1991 συνιστά το νομικό καθεστώς που αφορά στην κατοχή και χρήση του επίδικου τουρκοκυπριακού ακινήτου και αφ' ετέρου ότι η παρούσα υπόθεση δεν συνιστά περίπτωση όπου η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας των μερών είναι παράνομος ώστε να επηρεάζεται η εγκυρότητα και δεσμευτικότητα της συμφωνίας των μερών. Ο δε κ. Τσίγκης από την άλλη, υποστήριξε ότι η όλη εκδοχή του ενάγοντα, όπως αυτή προβλήθηκε μέσω της δικογραφίας, της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, της γραπτής μαρτυρίας και τέλος της αντεξέτασης του τελευταίου, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως αξιόπιστη και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του έντονου στοιχείου της παρανομίας που περιβάλλει την εκδοχή αυτή, παρανομία η οποία είναι, κατά το συνήγορο, από μόνη της αρκετή για να σφραγίσει την τύχη της αγωγής. Εξέτασα λοιπόν με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου έχοντας παράλληλα παρακολουθήσει με προσοχή τον ενάγοντα ενώ κατέθετε και έχοντας κατά νου και τη σχετική νομολογία που αφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επισημαίνω κατ' αρχή αυτό που ανέφερα και σε προηγούμενες αποφάσεις μου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, ήτοι ότι οι βασικοί κανόνες απόδειξης, όπως είναι π.χ. ο κανόνας ότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» αφού η άνευ ικανοποιητικής εξήγησης, παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015), δεν ατονούν επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Αυτό γιατί το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης και ούτε πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο, «on the face of it», η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Αντιθέτως, η διαδικασία ταχείας εκδίκασης στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας αφορά στην ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά. Τούτου λεχθέντος βέβαια, επισημαίνω και ότι το θέμα αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί κάποιου ισχυρισμού του δεν εξετάζεται απομονωμένα από το βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει ή την αποδεικτική αξία που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει από μόνος του, υπό την έννοια ότι αν είναι έκδηλο ότι ένας ισχυρισμός δεν ευσταθεί, είτε επειδή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος είτε διότι αντίκειται σε μαρτυρία που είναι αυτοδύναμη και αυταπόδεικτη, όπως π.χ. τα παραδεκτά γεγονότα ή η πραγματική μαρτυρία, είτε πολύ απλά διότι ο ισχυρισμός είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, σίγουρα δεν υφίσταται ανάγκη να αντεξεταστεί ο μάρτυρας απλά για να του υποβληθεί η αντίθετη θέση ή η έκδηλη αντίφαση. Το ουσιαστικό βάρος άλλωστε είναι στην πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό να τον αποδείξει και όχι στην άλλη πλευρά να αποδείξει ότι ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί και το Δικαστήριο «έχει πάντοτε την εξουσία να μην αποδεχθεί την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης, εφόσον από το σύνολο της υπόλοιπης αποδέκτης μαρτυρίας, κριθεί ότι αυτό ενδείκνυται» (βλ. ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 429/2012, 22/4/2020). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής. Όσον αφορά το θέμα της καθ' ύλης αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου που ήγειρε με το δικόγραφο της η υπεράσπιση, περιορίζομαι να αναφέρω ότι η σχετική ένσταση στην ουσία δεν προωθήθηκε από πλευράς εναγόμενου αφού καμία σχετική επιχειρηματολογία δεν προβλήθηκε κατά το στάδιο της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου του και ο ίδιος ο εναγόμενος στη μαρτυρία του περιορίστηκε επί του προκειμένου να επαναλάβει απλά αυτούσιες τις κατά γενικό και αόριστο τρόπο δικογραφημένες προδικαστικές του ενστάσεις. Σε κάθε περίπτωση όμως, αν με την ένσταση αυτή ο εναγόμενος εννοεί ότι ενόψει του ότι η επίδικη διαφορά προκύπτει από συμφωνία ενοικίασης και συνεπώς είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων που θα έπρεπε να την επιλύσει, το θέμα απαντάται ξεκάθαρα από το αρ. 14 του Ν.139/91, Νόμος ο οποίος υπενθυμίζω είναι κοινώς αποδεκτό ότι συνιστά το θεσμικό πλαίσιο που αφορά στο επίμαχο τουρκοκυπριακό ακίνητο. Σύμφωνα λοιπόν με το αρ. 14, για θέματα «.Οι διατάξεις του περί Ενοικιοστασίου Νόμου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις Τουρκοκυπριακών περιουσιών.» και συνεπώς καμία αρμοδιότητα δεν έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Αναφορικά τώρα με τις υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις της υπεράσπισης, αυτές, αν και σε μεγάλο βαθμό αφορούν σε νομικά θέματα εντούτοις δεν μπορούν θεωρώ να εξεταστούν προτού αξιολογηθεί η μαρτυρία και αποκρυσταλλωθεί το πραγματικό πλαίσιο που τις περιβάλλει. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τη προσκομισθείσα μαρτυρία. Επισημαίνω κατ' αρχή ότι όσον αφορά το θέμα της στάθμευσης του οχήματος βαρέλας/ καρότσας νερού με αρ. εγγραφής XXXXX39, το οποίο είναι, με βάση τα όσα ισχυρίστηκε στην ενδιάμεση αίτηση του ο ενάγοντας, το όχημα για το οποίο ζητείται ως τελική θεραπεία η απομάκρυνση του από το ακίνητο, το θέμα αυτό θεωρώ ότι έχει πλέον καταστεί άνευ σημασίας ενόψει της δήλωσης του ίδιου του ενάγοντα ότι το εν λόγω όχημα έχει απομακρυνθεί πλήρως μετά την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι στις 20/11/15, και έκτοτε δεν συνιστά πλέον το εμπόδιο για το οποίο ζητείται η σχετική τελική θεραπεία. Άλλωστε, αν και ο εναγόμενος παραδέχτηκε ότι στάθμευε στο ακίνητο το εν λόγω όχημα, εντούτοις ο ενάγοντας δεν επέμεινε στη μαρτυρία του για το θέμα αυτό και αντίθετα επιχείρησε όπως προωθήσει τις αξιώσεις του για διατάγματα άρσης της κατ' ισχυρισμό επέμβασης και οχληρίας στη βάση του ισχυρισμού ότι από τις 20/11/15 και μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος σταθμεύει στο ακίνητο κάποια άλλα άγνωστα οχήματα κατά τρόπο που και πάλι συνιστά παράνομη επέμβαση και οχληρία. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του ενάγοντα, ο οποίος αμφισβητήθηκε ρητά από πλευράς εναγόμενου και επομένως επιβάλλετο όπως αποδειχτεί στον απαιτούμενο βαθμό, ουδέποτε εξειδικεύτηκε ή τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από πλευράς ενάγοντα, ουδέποτε επιχειρήθηκε να αντεξεταστεί ο εναγόμενος επί αυτού και μέχρι τέλους παρέμεινε να συνιστά απλά ένα γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό και ως τέτοιος απορρίπτεται. Όσον αφορά τώρα το ουσιαστικό θέμα της ενοικίασης του ακινήτου, αν και τις δύο πλευρές τις απασχόλησαν διάφορα θέματα κατά την ακρόαση της υπόθεσης, από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία προκύπτει ότι αρκετά ζητήματα είναι στην ουσία παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα και ως είναι νομολογημένο, η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται άμεσα ή έμμεσα παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874). Σημειώνω λοιπόν τα εξής. Από την ανταλλαχθείσα δικογραφία λοιπόν, προκύπτει κατ' αρχή να συνιστά κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι από το 2007 μέχρι και σήμερα ο ενάγοντας έχει παραχωρήσει σε τρίτα πρόσωπα μέσω κάποιας ιδιωτικής συμφωνίας ενοικίασης που έκαμε μαζί τους, δικαίωμα στην κατοχή και χρήση του ακινήτου. Μετά δε και την καταχώρηση της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, προκύπτει να συνιστά περαιτέρω παραδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι στις 17/05/07, ο ενάγοντας σύναψε, ως ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, γραπτή συμφωνία ενοικίασης του επίδικου ακινήτου με κάποιο Α. Τσίγκη ως ενοικιαστή και τον εναγόμενο ως εγγυητή του τελευταίου (Τεκ1 Ε/Δ ενάγοντα) και ότι σε κάποιο στάδιο επετεύχθη προφορική συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου για κατοχή και χρήση του ακινήτου έναντι μηνιαίας αμοιβής, οι όροι της οποίας συμφωνίας περιλάμβαναν τουλάχιστο τα όσα παρουσιάζονται να συνιστούν τους όρους της γραπτής συμφωνίας ενάγοντα - Τσίγκη. Βεβαίως, ο μεν ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η γραπτή συμφωνία με το Τσίγκη δεν ήταν η «πραγματική» συμφωνία ενοικίασης διότι στην πραγματικότητα η συμφωνία δεν ήταν με το Τσίγκη, ούτε ήταν γραπτή, αλλά ήταν προφορική συμφωνία με τον εναγόμενο ο οποίος και ενοικίασε το ακίνητο την ίδια μέρα, ήτοι στις 17/05/07, ο δε εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η προφορική συμφωνία που έκαμε με τον ενάγοντα έγινε πολύ μεταγενέστερα της 17/05/07 και ότι μεταξύ των δύο τους υιοθετήθηκε και μια παράλληλη συμφωνία που είχε επίσης γίνει αρχικά μεταξύ ενάγοντα και Τσίγκη, για ενοικίαση και των υπόλοιπων αποθηκών που βρίσκονται στο ακίνητο. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου και λαμβανομένου υπόψη ότι με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει ενοίκια για την περίοδο από το Νοέμβριο 2014 και μέχρι σήμερα καθώς και διάφορες άλλες θεραπείες που εδράζονται επί γεγονότων που προέκυψαν καθ' αυτή τη χρονική περίοδο, η ενασχόληση με το ποιος ήταν ο ενοικιαστής του ακινήτου κατά το 2007 καθίσταται θεωρώ άνευ ουσιαστικής σημασίας. Ενόψει δε του πλαισίου που έχει καθορίσει η ανταλλαχθείσα δικογραφία, τα μόνα πραγματικά (factual) ζητήματα που θα πρέπει πρωτίστως να απασχολήσουν είναι ουσιαστικά πρώτο το ποιος κατείχε και χρησιμοποιούσε το ακίνητο ως ενοικιαστής κατά την επίδικη περίοδο, ήτοι από το Νοέμβρη 2014 και μέχρι σήμερα, ζήτημα το οποίο περιλαμβάνει και εξέταση και της θέσης που πρόβαλε ο εναγόμενος κατά την ακρόαση, ήτοι ότι δεν ήταν αυτός ο συμβατικός ενοικιαστής αλλά η εταιρεία του και δεύτερο το κατά πόσο υπήρξε μεταξύ των διαδίκων και μια παράλληλη και επιπρόσθετη συμφωνία ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι υπήρχε και η οποία παραβιάστηκε από τον ενάγοντα. Ως προς το πρώτο ζήτημα, ήτοι αυτό της ταυτότητας του ενοικιαστή κατά την επίδικη περίοδο, αυτό θεωρώ απαντάται ευθέως και ξεκάθαρα από το δικόγραφο του ίδιου του εναγόμενου, το οποίο και υπερισχύει δεσμευτικά και των όποιων άλλων αντίθετων θέσεων ο τελευταίος πρόβαλε κατά την ακρόαση. Αντίθετα λοιπόν με το τι ισχυρίστηκε και αμφισβήτησε κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος, σύμφωνα με το δικόγραφο του αυτός όχι μόνο δέχεται ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας του με τον ενάγοντα, είναι ο ίδιος που «..προέβη εις την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού», ισχυριζόμενος μάλιστα και ότι ο ενάγοντας «.απεδέχθη ως ενοικιαστήν τον Εναγόμενο και την ως άνω εταιρεία του (Μ. Βύζακος Επιχειρήσεις Λτδ)», αλλά και τοποθετεί χρονικά τη συμφωνία αυτή με τον ενάγοντα να έγινε στις 12/09/13, ήτοι πριν τον επίδικο για την παρούσα αγωγή χρόνο. Η ανταπαίτηση δε που πρόβαλε και προώθησε προσωπικά ο εναγόμενος εναντίον του ενάγοντα για κατ' ισχυρισμό ζημιά που υπέστη λόγω του ότι «προέβη σε βελτιώσεις και ή επενδύσεις και ή άλλως πως καταβάλλοντας διάφορα σημαντικά ποσά» μετά που έλαβε την κατοχή του ακινήτου στις 12/09/13, είναι ακριβώς σε αυτή την προσωπική ιδιότητα του συμβατικού ενοικιαστή που εδράζεται, εφόσον σύμφωνα με τον εναγόμενο, αυτός «..προέβη εις την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού.ωθούμενος κύρια και καίρια από τις διαβεβαιώσεις του Ενάγοντος για την εις αυτόν ενοικίαση και των υπόλοιπων εντός του επίδικου ακινήτου υποστατικών». Όσον αφορά τώρα το δεύτερο ζήτημα, ήτοι κατά πόσο μεταξύ εναγόμενου και ενάγοντα υπήρξε και μια «επιπρόσθετη και/ή παράλληλη» γραπτή συμφωνία για ενοικίαση και των υπόλοιπων υποστατικών που βρίσκονταν στο ακίνητο, αν και ο ενάγοντας αμφισβήτησε ρητά τον ισχυρισμό αυτό του εναγόμενου, ο τελευταίος ουδέποτε παρουσίασε με τη μαρτυρία του το έγγραφο που ισχυρίστηκε ότι περιέχει αυτή την κατ' ισχυρισμό γραπτή συμφωνία και ούτε κατά την αντεξέταση του ενάγοντα υπεδείχθη στον τελευταίο οποιοδήποτε τέτοιο σχετικό έγγραφο. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι για το συγκεκριμένο θέμα κάποιες αναφορές έγιναν στη μαρτυρία και των δύο πλευρών, όμως οι εν λόγω αναφορές δεν μπορούν θεωρώ να καλύψουν το αποδεικτικό κενό που υπάρχει Αυτό όχι μόνο διότι αμφότεροι εναγόμενος και ενάγοντας περιορίστηκαν για το συγκεκριμένο θέμα στο να παραπέμψουν, ο μεν πρώτος κατά γενικό και αόριστο τρόπο στο σύνολο των εγγράφων που είχαν επισυναφθεί στην ένσταση που είχε καταχωρήσει εναντίον της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, ο δε δεύτερος σε κάποιο έγγραφο που περιλαμβάνεται στην Ε/Δ αποκάλυψης του εναγόμενου αποκλειστικά όμως ώστε να ισχυριστεί ότι δεν αναγνωρίζει το εν λόγω έγγραφο και ότι δεν τον δεσμεύει γιατί δεν φέρει την υπογραφή του, αλλά και διότι κανένας εκ των δύο μαρτύρων δεν κατέθεσε ποτέ ως τεκμήριο το έγγραφο στο οποίο παρέπεμπε ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει τις αντίστοιχες θέσεις τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, από τη στιγμή που αυτή η κατ' ισχυρισμό επιπρόσθετη γραπτή συμφωνία αποτελούσε τη βάση της ανταπαίτησης του εναγόμενου και ο ενάγοντας είχε αμφισβητήσει ρητά την ύπαρξη της, ο πρώτος είχε επιβεβλημένη πλέον υποχρέωση, όχι μόνο να παρουσιάσει με τον ενδεδειγμένο τρόπο το έγγραφο που επικαλείτο ως τεκμήριο αλλά και να το θέσει ενώπιον του ενάγοντα πλην όμως ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο. Ούτε όμως και τους ισχυρισμούς του ότι ο ενάγοντας ενοικίασε σε τρίτους τα υπόλοιπα υποστατικά που βρίσκονται στο ακίνητο και ότι ο ίδιος υπέστη τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω αυτών των κατ' ισχυρισμών «βελτιώσεων και/ή επενδύσεων» που έκαμε στο ακίνητο τεκμηρίωσε ποτέ ο εναγόμενος και αυτό λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία υπό το φως του ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του εναγόμενου αφορούν και σε κατ' ισχυρισμό ειδικές ζημιές οι οποίες επιβάλλεται να αποδειχθούν αυστηρά. Με άλλα λόγια, όπως και να ήθελαν ιδωθούν οι επί του προκειμένου πραγματικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου ως προς την ταυτότητα του προσώπου που κατόπιν συμφωνίας με τον ενάγοντα κατείχε και χρησιμοποιούσε το ακίνητο κατά τον επίδικο χρόνο και ως προς την ύπαρξη και μιας επιπρόσθετης συμφωνίας η οποία παραβιάστηκε από τον ενάγοντα προκαλώντας στον εναγόμενο ζημιές, οι εν λόγω ισχυρισμού κρίνονται να στερούνται κάθε αναγκαίου υπόβαθρου και απορρίπτονται. Στη βάση των πιο πάνω καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου ότι κατά τον επίδικο για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι από τον Νοέμβριο 2014 και μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος ήταν τουλάχιστο ένα από τα πρόσωπα που κατείχαν και χρησιμοποιούσαν το επίδικο ακίνητο κατόπιν σχετικής προφορικής συμφωνίας με τον ενάγοντα, υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που περιέχονται στη γραπτή συμφωνία ενάγοντα - Τσίγκη ημερ. 17/05/07 (Τεκ 2 Ε/Δ ενάγοντα). Αυτό που προχωρώ τώρα να εξετάσω είναι το αν ο ενάγοντας δικαιούται στα ενοίκια και στο διάταγμα έξωσης που αξιώνει σε σχέση με την κατοχή και χρήση του ακινήτου από τον εναγόμενο. Ως προς την πραγματική (factual) πτυχή της επί του προκειμένου αξίωσης του ενάγοντα, επισημαίνω τα εξής. Ενώ ο εναγόμενος παραδέχεται μέσω του δικογράφου και της μαρτυρίας του ότι κατά τον επίδικο χρόνο κατείχε και χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο με τη συμφωνία ότι θα καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των €256 μηνιαίως και ενώ ισχυρίζεται ότι «ουδέν ποσό υπό μορφή ενοικίων οφείλει» στον ενάγοντα για την επίδικη περίοδο, εντούτοις καμία σχετική εξοφλητική ή άλλως πως απόδειξη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού στον ενάγοντα δεν έχει παρουσιάσει. Δεν παραγνωρίζω ότι στην μαρτυρία του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δεν του έδωσε ποτέ οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής όμως ακόμη και έτσι να είχαν τα πράγματα, κάποια άλλη μαρτυρία θα ήταν εύλογα αναμενόμενο ότι θα παρουσίαζε ο εναγόμενος για να δείξει ότι όντως έγιναν οι πληρωμές που ισχυρίζεται ότι έγιναν. Άλλωστε, οι θέσεις και προθέσεις του ενάγοντα είχαν καταστεί ξεκάθαρες από τις 03/12/14 που αυτός επέδωσε στον εναγόμενο σχετική επιστολή απαίτησης (Τεκ. 3 Ε/Δ ενάγοντα) και στη συνέχεια ξανά στις 20/04/15 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Δεν μπορεί επομένως να σταθεί στη βάση της λογικής πώς γίνεται ο εναγόμενος, ο οποίος δέχεται ότι συνέχισε να κατέχει και να χρησιμοποιεί το ακίνητο και μετά τις 03/12/14, να πλήρωσε και τα ενοίκια που είχαν ως τότε απαιτηθεί αλλά και τα ενοίκια που προέκυψαν μετά τις 03/12/14 αλλά παρά ταύτα, όχι μόνο να δέχτηκε όπως ο ενάγοντας εξακολουθήσει να μην του δίνει οποιαδήποτε σχετική απόδειξη αλλά και να μην μερίμνησε ο ίδιος όπως υπάρχουν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία για αυτές τις κατ' ισχυρισμό πληρωμές. Ως πραγματικό γεγονός συνεπώς, έχει ουσιαστικά παραμείνει αναντίλεκτη η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος συνέχισε να κατέχει και να χρησιμοποιεί το ακίνητο από τον Νοέμβριο 2014 και μέχρι σήμερα χωρίς όμως να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως η συμφωνία τους, και τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίστηκε ο εναγόμενος κρίνονται αβάσιμα και απορρίπτονται. Το ερώτημα που παραμένει να εξεταστεί είναι το αν υπάρχει οποιοδήποτε νομικό κώλυμα στο να δοθούν στον ενάγοντα οι θεραπείες που ζητά, ήτοι συμφωνηθέντα ενοίκια για την κατοχή και χρήση του ακινήτου από το Νοέμβριο 2014 καθώς επίσης και διάταγμα ανάκτησης του ακινήτου. Επί τούτου σημειώνω τα εξής Όπως ανέφερα πιο πάνω, είναι κοινώς αποδεκτό ότι λόγω της ιδιόμορφης φύσης της συγκεκριμένης επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, ήτοι ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε τουρκοκύπριο, τα δικαιώματα στην κατοχή και χρήση της περιουσίας αυτής διέπονται από συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο και συγκεκριμένα, από τις 26/04/91 διέπονται από το Ν.139/91. Πριν τη θέσπιση του εν λόγω Νόμου, ήτοι όταν ο ενάγοντας έλαβε άδεια για κατοχή και χρήση του επίδικου τουρκοκυπριακού ακινήτου, υπήρχε σε ισχύ παρόμοιο θεσμικό πλαίσιο το οποίο επίσης αφορούσε σε «όλη (τ)η κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία, οπουδήποτε και αν αυτή βρίσκεται, που ανήκει σε τουρκοκυπρίους και δεν χρησιμοποιείται απ' αυτούς» και το οποίο πλαίσιο αποτελείτο από τα διατάγματα που εκδίδονταν με βάση τον περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμο του 1962 (Ν. 21/62) για επίταξη των τουρκοκυπριακών περιουσιών για τους σκοπούς δημόσιας ωφελείας που εξειδικεύονταν στα εν λόγω Διατάγματα. Στην απόφαση Μελέτης ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1989)3 ΑΑΔ 347 (πρωτόδικη), στην οποία γίνεται αναφορά και στο διάταγμα επίταξης υπ.αρ. 820 της 13/11/75 δυνάμει του οποίου είχε δοθεί στον εδώ ενάγοντα το 1985 άδεια κατοχής και χρήσης του επίδικου τουρκοκυπριακού ακινήτου, γίνεται μία λεπτομερής σύνοψη του τότε θεσμικού πλαισίου την οποία σύνοψη κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Μετά την Τουρκική εισβολή και την κατάληψη μεγάλου μέρους του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα Τουρκικά στρατεύματα, οι Τουρκοκύπριοι, κατά τρόπο γενικά γνωστό, συγκεντρώθηκαν στην βόρεια Κύπρο και εγκατέλειψαν την ακίνητη ιδιοκτησία τους. Από την προέλαση των Τουρκικών στρατευμάτων και σαν αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι Ελληνοκύπριοι κατέφυγαν στην περιοχή που συνεχίζει να ελέγχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Με το Διάταγμα 671/75, ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου, 1975, που εκδόθηκε με βάση τον περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμο του 1962 (Αρ.21/62), (όπως τροποποιήθηκε), επιτάχτηκε για το δημόσιο συμφέρον: "άπασα η κινητή και ακίνητος ιδιοκτησία, οπουδήποτε ευρισκομένη, η ανήκουσα εις Τουρκοκυπρίους και καταληφθείσα υπ' αυτών κατά την μεταφοράν των εις τας υπό των Τουρκικών στρατευμάτων κατεχομένας περιοχάς". Με Διάταγμα ημερομηνίας 13 Νοεμβρίου, 1975 Δ.Κ.Π. 820, που εκδόθηκε με βάση τον ίδιο Νόμο: "άπασα η κινητή και ακίνητος ιδιοκτησία, οπουδήποτε ευρισκομένη, ή ανήκουσα εις Τουρκοκυπρίους και μη προσωπικώς χρησιμοποιουμένη υπ αυτών" επιτάχτηκε για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας ήτοι:- "(α) διά οικιστικούς σκοπούς. (β) διά την προμήθειαν ή διατήρησιν ή ανάπτυξιν προμηθειών και υπηρεσιών αίτινες είναι αναγκαίαι εις την ζωήν ή προάγουσι την ευημερίαν ή αναψυχήν του κοινού. (γ) διά την καλυτέραν διά την δημοσίαν ωφέλειαν χρησιμοποίησιν της ιδιοκτησίας ταύτης, η οιονδήποτε των ρηθέντων σκοπών, η δε επίταξις ταύτης επιβάλλεται διά την επίτευξιν των άνω σκοπών προς ικανοποίησιν των αναγκών του προσφυγικού πληθυσμού". Οι εξουσίες του Υπουργικού Συμβούλιου με βάση το άρθρο 4 των περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμων μεταβιβάστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο στον Υπουργό Εσωτερικών. Το ίδιο Διάταγμα εξουσιοδοτεί:" την επί τούτω συσταθείσαν Κεντρικήν Επιτροπήν διά την προστασίαν των καταληφθεισών περιουσιών Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας όπως εις εκτέλεσιν του παρόντος διατάγματος διενεργή πάσαν πράξιν δι' επίτευξιν των ως άνω σκοπών και διαχείρισιν της ιδιοκτησίας". (Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, 1975, Παράρτημα Τρίτον Μέρος II σελ. 779). Το Υπουργικό Συμβούλιο με απόφασή του Αρ. 14.202, που δημοσιεύτηκε στο Παράρτημα Τέταρτον της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 29 Αυγούστου, 1975, σελ. 47, αποφάσισε τη σύσταση Κεντρικής Επιτροπής για την προστασία των Τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν. Περαιτέρω, αποφάσισε τη σύσταση Επαρχιακών Επιτροπών. Το Διάταγμα Επίταξης επαναλαμβανόταν και/ή παρόμοιο διάταγμα εκδιδόταν κάθε χρόνο - (δες Γνωστοποιήσεις Αρ.899 -15 Οκτωβρίου, 1976,1103 - - 21 Οκτωβρίου, 1977, 1253 - 2 Νοεμβρίου, 1978, 1223 - 23 Οκτωβρίου, 1979, 1510 -10 Δεκεμβρίου, 1981,25 - 7 Ιανουαρίου, 1983, 56-9 Ιανουαρίου, 1984). Το ουσιαστικό για την κρινόμενη υπόθεση Διάταγμα εκδόθηκε στις 8 Ιανουαρίου, 1987 και δημοσιεύτηκε με Αρ. 50 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας - Αρ. 2198, 9 Ιανουαρίου, 1987, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος ΙΙ. Το Διάταγμα αυτό είναι διατυπωμένο με το ίδιο ακριβώς λεκτικό όπως το Διάταγμα 820 του 1975. Το τελευταίο μέρος του εξουσιοδοτεί "την Κεντρική Επιτροπή που συστάθηκε ειδικά για την προστασία των περιουσιών Τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας, που έχουν εγκαταλειφθεί να εκτελέσει το διάταγμα αυτό διενεργώντας κάθε πράξη για επίτευξη των πιο πάνω σκοπών και για την διαχείριση της ιδιοκτησίας". Η Κεντρική Επιτροπή με απόφαση της ημερομηνίας 16 Απριλίου, 1986 καθιέρωσε γραπτά κριτήρια για παραχώρηση Τουρκοκυπριακής γής. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι εκτοπισμένοι και να είχαν ως κύριο επάγγελμα πριν τη Τουρκική εισβολή τη γεωργία. Νοείται ότι οι πρόσφυγες που δεν είχαν τη γεωργία σαν κύριο επάγγελμα, αλλά εξασφάλισαν Τουρκοκυπριακό κλήρο μετά την εγκατάστασή τους σε Τουρκοκυπριακά ή μικρά χωριά και ασχολούνται με τη γεωργία, δεν πρέπει να αποκλείονται ως δικαιούχοι, αλλά οι περιπτώσεις τους πρέπει να επανεξεταστούν με βάση τα περιστατικά της κάθε οικογένειας, τη διαθέσιμη Τουρκοκυπριακή γη και το βαθμό εξωγεωργικής απασχόλησής τους. Στην απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής 16 Απριλίου, 1986, με την οποία καθορίστηκαν τα κριτήρια για παραχώρηση Τουρκοκυπριακής γής αναφέρονται τα ακόλουθα:- "Οι Επαρχιακές Επιτροπές κατά την εφαρμογή των κριτηρίων να έχουν υπόψη τους τα πιό κάτω:- (ι) όπου η έκταση της διαθέσιμης γής επιτρέπει την παραχώρηση βιωσίμων κλήρων, αυτό πρέπει να γίνεται. (ιι) όπου τούτο είναι εφικτό η αξιοποίηση της γής θα μπορεί να γίνεται και επί συνεταιρικής βάσης. (ιιι) Η υπενοικίαση ή άλλως πως αποξένωση Τ/Κ κλήρων δεν επιτρέπεται. (ιν) Οι Επαρχιακές Επιτροπές μπορούν κατ' εξαίρεση να διαθέτουν σε μη εκτοπισθέντες μικρά τεμάχια ξηρικής γης ή άλλης καλλιέργειας τα οποία είναι περίκλειστα μέσα σε Ε/Κ κτήματα. Σε ειδικές περιπτώσεις θα δύναται να παραχωρηθεί Τ/Κ γή σε μη εκτοπισθέντες κατοίκους ακριτικών χωριών, των οποίων σημαντικό μέρος της γεωργικής γης κατελήφθη ή είναι απροσπέλαστο λόγω της Τούρκικης Εισβολής. (ν) Νεαρά ζευγάρια που προέρχονται από προσφυγικές γεωργικές οικογένειες και που έχουν σαν κύριο επάγγελμα την γεωργία δύνανται να θεωρούνται δικαιούχοι για μέρος του κλήρου της οικογένειάς τους."» (βλ. επίσης και την απόφαση στη σχετική αναθεωρητική έφεση Δημοκρατία ν. Μελέτη
(1991)3 ΑΑΔ 433) Τα προαναφερόμενα διατάγματα επίταξης αντικαταστάθηκαν στις 26/04/91 με τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου Ν. 139/91, σκοπός του οποίου, όπως αναφέρεται από τον ίδιο τον νομοθέτη στο προοίμιο του, είναι η προστασία των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από τους Τουρκοκύπριους, που αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στην υπό των Τούρκικων στρατευμάτων κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου, και η νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος της διαχειρίσεως των περιουσιών αυτών (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Επιτροπής δυνάμει του Άρθρου 10 του Ν. 139/91
(1996)4 ΑΑΔ 50). Βάση του Νόμου αυτού, Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών καθορίστηκε να είναι ο Υπουργός Εσωτερικών, στον οποίο περιήλθε άμεσα η κατοχή όλων των Τ/Κ περιουσιών και στον οποίο δια Νόμου δόθηκαν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας (βλ. αρ. 5 του Νόμου). Μεταξύ δε των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων και συνάμα υποχρεώσεων του Κηδεμόνα είναι όπως αυτός «ασκεί όλα τα δικαιώματα και εκτελεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε νόμιμη σύμβαση στην οποία Τουρκοκύπριος ή η Κεντρική Επιτροπή η οποία διαχειριζόταν τις τουρκοκυπριακές περιουσίες πριν από τη ψήφιση του παρόντος Νόμου, είναι συμβαλλόμενο μέρος αντί αυτού» και όπως «.κάνει διευθετήσεις, συνάπτει, τερματίζει ή ακυρώνει συμβάσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή επιβαρύνσεις σε σχέση προς κάθε τέτοια περιουσία και ειδικότερα εκμισθώνει αυτή με τους πιο συμφέροντες για τον ιδιοκτήτη όρους.» (βλ.αρ.6 του Νόμου). Για να μπορέσουν όμως να εφαρμοστούν ορθά και συνταγματικά οι εξουσίες του Κηδεμόνα, καθώς επίσης και για να εκπληρωθεί ο σκοπός του Νόμου, ήτοι η προστασία των τουρκοκυπριακών περιουσιών και των συνταγματικά κατοχυρωμένων συμφερόντων των ιδιοκτητών τους, ο νομοθέτης έκρινε επιβεβλημένο όπως στο Νόμο περιληφθούν, πέραν των προνοιών που χορηγούν στον Κηδεμόνα κάθε δικαίωμα που κατά τ' άλλα θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της επίμαχης περιουσίας, και πρόνοιες οι οποίες καθιστούν ποινικό αδίκημα πράξεις και/ή παραλείψεις που αντίκεινται στο Νόμο και καταστρατηγούν τα δικαιώματα και τις εξουσίες του Κηδεμόνα. Ειδικότερα, στο αρ.15 ο Νόμος προνοεί μεταξύ άλλων ότι διαπράττει ποινικό αδίκημα τιμωρητέο με φυλάκιση και/ή χρηματική ποινή «.Κάθε πρόσωπο το οποίο. (β) πληρώνει οποιοδήποτε χρέος οφειλόμενο προς Τουρκοκύπριο σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αντί στον Κηδεμόνα.(ή). (γ) αποκτά κατοχή ή με οποιοδήποτε τρόπο χρήση Τουρκοκυπριακής περιουσίας κατά τρόπο διαφορετικό από ότι προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.». Μάλιστα δε μια άκρως σημαντική πρόνοια του Νόμου είναι το τεκμήριο παρανομίας που δημιουργεί ο Νόμος με την τέταρτη επιφύλαξη του αρ.15
(3), όπου εκεί αναφέρεται ρητά ότι «.οποιοδήποτε πρόσωπο δεν κατέχει έγγραφο παραχώρησης επ' ονόματί του τουρκοκυπριακής περιουσίας, τεκμαίρεται ότι κατέχει αυτήν παράνομα. Τέλος, είναι σε τέτοιο βαθμό θεσμικά κατοχυρωμένα τα αποκλειστικά δικαιώματα διαχείρισης που έχει ο Κηδεμόνας επί όλων των τουρκοκυπριακών περιουσιών, που στο ίδιο άρθρο του Νόμου αναφέρεται ότι ο Κηδεμόνας μπορεί, «ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλα μέτρα τα οποία θα ληφθούν εναντίον προσώπου που αποκτά κατοχή ή χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι προβλέπεται στον παρόντα Νόμο. να προβεί, με τη βοήθεια της Αστυνομίας, αν χρειασθεί, στην ανάκτηση της κατοχής της τουρκοκυπριακής περιουσίας.(νοουμένου ότι).επιδίδει γραπτή ειδοποίηση προς τον παραβάτη.όπως, μέσα σε τριάντα ημέρες από τη λήψη της, παραδώσει την κατοχή της τουρκοκυπριακής περιουσίας.». Με γνώμονα τα πιο πάνω, επισημαίνω ότι στην παρούσα περίπτωση είναι κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός το οποίο καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου, ότι το διοικητικό όργανο που είναι διά νόμου αποκλειστικά υπεύθυνο να διαχειρίζεται το επίδικο τουρκοκυπριακό ακίνητο, ήτοι αρχικά η Κεντρική Επιτροπή δυνάμει του διατάγματος επίταξης υπ. αρ. 820/13/11/75 και στη συνέχεια ο Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών δυνάμει του Ν.139/1991, δεν παραχώρησε ποτέ στον εναγόμενο ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα, οποιαδήποτε άδεια ή συγκατάθεση να κατέχει και να χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε άδεια ή συγκατάθεση στον ενάγοντα να «.εκχωρήσει ή παραχωρήσει άδεια χρησιμοποιήσεως υπό τρίτου του όλου ή μέρους του (ακινήτου).» ως ήταν και ο σχετικός όρος που επιβλήθηκε στην άδεια που χορηγήθηκε το 1985 στον τελευταίο. Περαιτέρω δε, είναι κοινώς αποδεκτό και επίσης καθίσταται εύρημα μου ότι από τον Απρίλιο 2018, με σχετική απόφαση του το αρμόδιο διοικητικό όργανο έχει ακυρώσει την άδεια που είχε λάβει το 1985 ο ενάγοντας για να κατέχει και να χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο και έχει απαιτήσει από τον τελευταίο, ο οποίος έχει καταχωρήσει προσφυγή εναντίον της εν λόγω απόφασης, την επιστροφή του ακινήτου. Σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα, η απόφαση αυτή του διοικητικού οργάνου βασίστηκε μεταξύ άλλων και στο ότι «.ενοικίασα (το ακίνητο), παρά τη συμφωνία την οποία είχαμε πριν 30 χρόνια.». Πρόσθετα των πιο πάνω όμως, από το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας ενάγοντα - Τσίγκη (Τεκ.2 Ε/Δ ενάγοντα), το οποίο περιεχόμενο είναι κοινώς αποδεκτό και κατέστη εύρημα μου ότι αποτελούσε το πλαίσιο της συμφωνίας ενάγοντα - εναγόμενου, καθίσταται ξεκάθαρο ότι όλοι οι αντισυμβαλλόμενοι γνώριζαν από πριν τη σύναψη της συμφωνίας τους ότι τα δικαιώματα του ενάγοντα στην κατοχή και χρήση του επίδικου ακινήτου, τα οποία δικαιώματα ο ενάγοντας συμφωνούσε να παραχωρήσει στον εναγόμενο έναντι αμοιβής που θα λάμβανε ο ίδιος προσωπικά, υπόκειντο στους νομοθετικούς περιορισμούς που περιέβαλλαν την άδεια που του είχε δοθεί από το 1985 (βλ. προοίμιο και όρο 8 του Τεκ.2 Ε/Δ ενάγοντα). Όπως άλλωστε δέχτηκε και ο ίδιος ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του, «.Συμφωνώ και δέχομαι την ευθύνη ότι δεν ζήτησα άδεια από τον Έπαρχο.φέρω ευθύνη προς τον Έπαρχο.(ήμουν παράνομος) προς τον Έπαρχο.Εάν εγώ παρανόμησα που δεν ζήτησα άδεια από τον Έπαρχο να υποστώ τις συνέπειες από τον Έπαρχο.». Με άλλα λόγια, αυτό που ο ενάγοντας και ο εναγόμενος με πλήρη επίγνωση ουσιαστικά συμφώνησαν, είναι όπως ο ενάγοντας παραχωρήσει επ' ονόματί του εναγόμενου και ο τελευταίος αποκτήσει επ' ονόματι του από τον πρώτο, την κατοχή και χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας εν αγνοία και άνευ έγγραφης ή άλλως πως συγκατάθεσης ή παραχώρησης του Κηδεμόνα, έναντι μηνιαίου ποσού το οποίο επίσης συμφώνησαν όπως καταβάλλεται στον ίδιο τον ενάγοντα προσωπικά αντί στον Κηδεμόνα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή είναι που καθίσταται ρητά παράνομο από το Ν.139/91. Είναι όμως στη βάση αυτής της συμφωνίας και υπό αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες που με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας σήμερα αφ' ενός ζητά να του αποδοθούν τα ποσά που χωρίς την άδεια του Κηδεμόνα συμφώνησε να του καταβάλλονται προσωπικά από τον εναγόμενο για όσο καιρό ο τελευταίος κατείχε και χρησιμοποιούσε το ακίνητο με τη συγκατάθεση του αλλά χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση ή παραχώρηση του Κηδεμόνα και αφ' ετέρου επιχειρεί να ασκήσει δικαιώματα επί του επίμαχου ακινήτου, ζητώντας όπως παρά την ακύρωση της δικής του άδειας λόγω παρανομίας, διαταχθεί ο εναγόμενος να το επιστρέψει στον ίδιο αντί στον Κηδεμόνα. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να λεχθούν πολλά ως προς το γιατί υπό τις πιο πάνω συνθήκες, τόσο η επίδικη συμφωνία των διαδίκων όσο και οι εκατέρωθεν ενέργειες και αξιώσεις τους οι οποίες εδράζονται στη συμφωνία τους αυτή, κρίνονται να είναι σε τέτοιο βαθμό μολυσμένες από παρανομία που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να επιτραπεί σε οποιοδήποτε εξ' αυτών να επωφεληθεί από αυτές και δη μέσω δικαστικής απόφασης. Και σίγουρα εδώ δεν είναι η ίδια περίπτωση με την περίπτωση στην ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΕΚΜΑ FURNISHINGS LTD, Πολιτική Εφεση Αρ. 273/2012, 19/12/2017 όπου «.η επίδικη ενοικίαση αφορούσε κρατική περιουσία και η εφεσίβλητη εταιρεία δεν ήταν ιδιοκτήτρια. Όμως, ήταν δικαιούχος και στα πλαίσια που καθορίζονταν συμβατικά, είχε δικαίωμα υπενοικίασης..(και) .είχε ενεργοποιήσει τη σχετική διαδικασία προς το σκοπό λήψης της έγκρισης. Η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε από υπαιτιότητα του εφεσείοντα. Όπως ορθά τίθεται πρωτοδίκως δεν πρόκειται για παρανομία της επίδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. παράνομη είναι η σύμβαση που η αντιπαροχή ή ο σκοπός της δεν είναι νόμιμος γιατί είτε είναι απαγορευμένος από οποιονδήποτε νόμο είτε συνιστά απάτη, είτε επιφέρει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου, ή αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημοσία τάξη. «Το γεγονός ότι δεν δόθηκε η άδεια του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας για την υπενοικίαση θα μπορούσε να φέρει ακυρότητα στη σύμβαση αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε η σύμβαση αυτή να κηρυχτεί ως παράνομη.»». Αντιθέτως, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων και διαπιστώσεων μου, προκύπτει ότι η παρούσα συνιστά περίπτωση όπου και η αντιπαροχή αλλά και ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας δεν ήταν νόμιμος γιατί και απαγορευμένος από το νόμο ήταν, με νομοθετικό μάλιστα τεκμήριο περί τούτου, και συνιστά απάτη εναντίον τουλάχιστον του δημοσίου, και επιφέρει βλάβη στην περιουσία άλλου, ήτοι του Κηδεμόνα και του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη του ακινήτου, ενώ λόγω της ιδιόμορφης φύσης του ακινήτου, ήτοι τουρκοκυπριακής περιουσίας που χορηγείται αποκλειστικά και περιοριστικά για σκοπούς δημόσιας ωφελείας, αντίκειται και στα χρηστά ήθη και τη δημοσία τάξη. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ή για επιστροφή του ακινήτου στον ενάγοντα προσωπικά αντί στον Κηδεμόνα, θα συνιστούσε κατάφορη καταστρατήγηση των εξουσιών και δικαιωμάτων που ο Κηδεμόνας έχει και προστατεύει καθώς και των προνοιών του αρ. 15 του Ν. 139/91, οι οποίες πρόνοιες υπενθυμίζω αφορούν σε διάπραξη ποινικού αδικήματος. Το ότι ο ενάγοντας έχει καταχωρήσει προσφυγή εναντίον της δοικητικής απόφασης ανάκλησης της άδειας του καμία σημασία δεν έχει και αυτό γιατί όποιο ανασταλτικό χαρακτήρα και όποια κατάληξη δυνατό να έχει η εν λόγω προσφυγή, αυτή, ως διάβημα εδραζόμενο στις αρχές του διοικητικού δικαίου, δεν αφορά και ούτε μπορεί να επηρεάσει τα όσα περί παρανομίας διαπιστώνονται στα πλαίσια της παρούσας αστικής δικαστικής διαδικασίας, η οποία διαδικασία, στην απουσία του Κηδεμόνα ως διαδίκου περιορίζεται αποκλειστικά στην εξέταση της εγκυρότητας της ιδιωτικής συμφωνίας που έγινε μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου και στα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που ο καθένας τους τυχόν έχει αποκτήσει από την εν λόγω συμφωνία. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου συνεπώς, όχι μόνο σφραγίζουν την τύχη της αγωγής του ενάγοντα αλλά συνιστούν και επιπρόσθετους λόγους για απόρριψη της ανταπαίτησης του εναγόμενου, εφόσον ακόμη και αν οι ισχυρισμοί του τελευταίου ευσταθούσαν ως θέμα πραγματικό, είναι στη βάση των ίδιων παράνομων ενεργειών και συμφωνιών που και ο εναγόμενος ανταξιώνει θεραπείες εναντίον του ενάγοντα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται και ενόψει ακριβώς των συγκεκριμένων λόγων που έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα αυτό, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης πλευράς και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Επισημαίνω τέλος ότι δεν παραγνωρίζω ότι η σημερινή κατάσταση πραγμάτων φέρει τον εναγόμενο να εξακολουθεί να κατέχει και να χρησιμοποιεί το ακίνητο υπό τις συνθήκες που έχουν διαπιστωθεί πιο πάνω και ότι συνεπεία της απόφασης μου να απορρίψω αμφότερες αγωγή και ανταπαίτηση, ενδεχομένως αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, να συνεχίσει να κατέχει και να χρησιμοποιεί το ακίνητο με τον ίδιο τρόπο. Το θέμα αυτό όμως άπτεται πλέον των εξουσιών και υποχρεώσεων του Κηδεμόνα, ο οποίος υπενθυμίζω δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή και ο οποίος προφανώς έχει ήδη ενεργοποιήσει τη προβλεπόμενη διαδικασία για ανάκτηση του ακινήτου. Ενόψει τούτου λοιπόν καθώς επίσης και ενόψει των όσων αναφέρω ανωτέρω σε σχέση με την καταστρατήγηση των προνοιών του Ν.139/91, δίδω οδηγίες όπως αντίγραφο της παρούσας απόφασης μου σταλεί στο Γενικό Εισαγγελέα ώστε αφ' ενός να ενημερωθεί ο Κηδεμόνας για τα όσα διαπιστώθηκαν δικαστικώς στην παρούσα υπόθεση και αφ' ετέρου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο ύπαρξης ποινικής ευθύνης οποιουδήποτε προσώπου. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.