← Κύπρος

ΔΗΜΑΡΗΣ ΛΤΔ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 137/19, 30/9/2020

ΔΗΜΑΡΗΣ ΛΤΔ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 137/19, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A409 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 137/19 Μεταξύ: ΔΗΜΑΡΗΣ ΛΤΔ Ενάγοντες και ΙΩΑΝΝΟΥ XXXXX Εναγόμενος -------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 29/05/19 για παραμερισμό απόφασης) Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο - αιτητή: κ. Σ. Παπαθεοδώρου Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Παυλίδης για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 22/01/19, ισχυριζόμενοι ότι ο εναγόμενος τους οφείλει €4.000 δυνάμει δύο επιταγών που εξέδωσε προς όφελος τους για το ποσό των €2.000 η κάθε μια και συγκεκριμένα την επιταγή ημερομηνίας 30/11/18 με αριθμό XXXXX7465 και την επιταγή ημερομηνίας 30/12/18 με αριθμό XXXXX

  1. Οι εν λόγω επιταγές, σύμφωνα με τους ενάγοντες, αφού κατατέθηκαν σε τραπεζικό ίδρυμα κατά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη Stop Payment και μέχρι και τις 22/01/19, κανένα ποσό έναντι αυτών δεν κατέβαλε ο εναγόμενος. Με την αγωγή συνεπώς, οι ενάγοντες αξίωναν και το ποσό των επιταγών, και νόμιμο τόκο από την έκδοση τους αλλά και τα ανάλογα δικηγορικά έξοδα. Σύμφωνα με Ε/Δ ιδιώτη επιδότη ημερ. 18/03/19, η οποία κατατέθηκε στο φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο έναντι της υπογραφής του στις 13/03/
  2. Επειδή όμως ο τελευταίος δεν καταχώρησε οποιαδήποτε εμφάνιση στην αγωγή μέχρι και τις 26/03/19, οι ενάγοντες προχώρησαν και αιτήθηκαν εκείνη την ημερομηνία στη βάση της Δ.17, όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ τους και εναντίον του τελευταίου. Την αίτηση αυτή την υποστήριξε με Ε/Δ ημερ. 24/04/19 αρμόδιος υπάλληλος των εναγόντων, ο οποίος επανέλαβε το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και κατέθεσε τις δύο πρωτότυπες επίδικες επιταγές, οι οποίες έφεραν, η μεν επιταγή της 30/11/18 τραπεζική σφραγίδα κατάθεσης 30/11/18 και τραπεζική σφραγίδα επιστροφής λόγω ανάκλησης 03/12/18, η δε επιταγή της 30/12/18, τραπεζική σφραγίδα κατάθεσης 31/12/18 και τραπεζική σφραγίδα επιστροφής λόγω ανάκλησης 02/01/
  3. Ισχυριζόμενος ο ομνύοντας ότι ο εναγόμενος «δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό μέχρι σήμερα», ήτοι μέχρι τις 24/04/19, ζήτησε απόφαση για το ποσό των €4.000 πλέον νόμιμο τόκο καθώς και δικηγορικά έξοδα €790, πλέον έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Της αίτησης των εναγόντων της επιλήφθηκε αδελφός Δικαστής στις 24/04/19, ο οποίος έκρινε ότι τα όσα τέθηκαν ενώπιον του δικαιολογούσαν την έκδοση απόφασης ως ζητούσαν οι ενάγοντες και εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμφάνιση από πλευράς εναγόμενου, εξέδωσε απόφαση εναντίον του τελευταίου και υπέρ των εναγόντων ως αξιώνετο στην Ε/Δ που υποστήριζε την αίτηση. Εφτά μήνες αργότερα, ήτοι στις 07/11/19, οι ενάγοντες επιχείρησαν να εκτελέσουν την απόφαση που εξασφάλισαν στις 24/04/19, καταχωρώντας αίτηση για εξέταση της οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου με σκοπό να διαταχθεί ο τελευταίος όπως εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος του δια μηνιαίων δόσεων. Στην Ε/Δ που υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση, η οποία ακόμη εκκρεμεί, ο ομνύοντας, ο οποίος είναι ο υπάλληλος που είχε ορκιστεί και την Ε/Δ που υποστήριζε την αίτηση για απόφαση, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «ο εναγόμενος έναντι του οφειλόμενου χρέους του πλήρωσε το ποσό των €790». Ως φαίνεται από τα πρακτικά της συγκεκριμένης διαδικασίας, επειδή μέχρι και τις 19/02/20 δεν κατέστη δυνατό η αίτηση των εναγόντων να επιδοθεί στον εναγόμενο και επειδή οι πρώτοι φαίνεται να είχαν εξεύρει νέα στοιχεία για εντοπισμό του τελευταίου, ζήτησαν και έλαβαν χρόνο οι ενάγοντες για επίδοση της αίτησης μέχρι και τις 27/03/
  4. Από τα όσα ακολούθησαν και τα οποία αναφέρω πιο κάτω, προκύπτει ότι η αίτηση τελικά επιδόθηκε στον εναγόμενο σε κάποιο στάδιο εντός του Μαρτίου
  5. Την 29/05/20, ήτοι ένα και πλέον χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση ζητώντας όπως η εν λόγω απόφαση της 24/04/19 παραμεριστεί για τους λόγους που αυτός αναφέρει στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση του. Ο εναγόμενος συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί μαζί με άλλες έξι επιταγές στις 18/07/18 ως μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες ανά μήνα από τις 28/08/18 μέχρι και τις 30/03/19, για το συνολικό ποσό των €20.
  6. Όλες δε αφορούσαν στην πληρωμή της αμοιβής του εργολάβου που είχε τότε αναλάβει την ανακαίνιση της κατοικίας του, οι εργασίες του οποίου εργολάβου είχαν αρχίσει από τις 17/05/18 και δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Αφού εκδόθηκαν οι επιταγές, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αυτές παραδόθηκαν χωρίς όνομα δικαιούχου στους αντιπροσώπους του εργολάβου, ήτοι στους Σ. Παφίτη και Χ. Ιωσήφ. Περί τις 4 Οκτωβρίου 2018 όμως, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, προτού δηλαδή καταστούν πληρωτέες τουλάχιστον οι δύο επίδικες επιταγές, προέκυψαν διάφορα προβλήματα με τις εργασίες που εκτελούσε ο εργολάβος. Συνεπεία αυτού, ο ίδιος παρέδωσε επιστολή στον εργολάβο διά χειρός, με την οποία ενημέρωνε τον τελευταίο ότι επειδή είχε παραλείψει να διεκπεραιώσει κάποιες από τις συμφωνηθείσες εργασίες, θα προχωρούσε σε ανάκληση των δύο επίδικων επιταγών των οποίων πλησίαζε η ημερομηνία πληρωμής (Τεκ.2). Όταν δε ο εργολάβος συνέχισε να καθυστερεί παρά την προειδοποίηση που του έγινε, αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, προχώρησε και ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές συμπληρώνοντας και παραδίδοντας στην τράπεζα σχετικό έντυπο ανάκλησης. Στη συνέχεια, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, επήλθε συνεννόηση του με τον εργολάβο όπως προχωρήσουν μεν οι εργασίες αλλά με τη συμπλήρωση κάθε σταδίου των εργασιών στο οποίο αφορούσε το ποσό της κάθε επιταγής, ο τελευταίος θα λάμβανε την αμοιβή του σε μετρητά οπόταν και θα επέστρεφε στον εναγόμενο την επιταγή που κρατούσε αναφορικά με το αντίστοιχο ποσό. Αυτή η συνεννόηση, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, εκτελέστηκε πλήρως μέχρι και τις 11/01/19 όταν και κατέβαλε στον εργολάβο το τελευταίο ποσό που αυτός δικαιούτο οπόταν και έλαβε από αυτόν γραπτή απόδειξη πλήρους εξόφλησης (Τεκ.3) καθώς και όλες τις εκδοθείσες επιταγές πλην των επίδικων δύο και αυτό διότι τις εν λόγω δύο επιταγές, οι οποίες ήταν και οι μόνες που ανακλήθηκαν, ο εργολάβος του ισχυρίστηκε ότι τις είχε ήδη καταστρέψει. Προφανώς όμως, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αυτή η δικαιολογία του εργολάβου ήταν ψέμα, εφόσον φαίνεται πλέον ότι ο τελευταίος σε κάποιο στάδιο είχε παραδώσει τις εν λόγω επιταγές στους ενάγοντες. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι περί τον Μάρτιο 2019, ήτοι ένα μήνα πριν την έκδοση της υπό κρίση απόφασης, επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του ο δικηγόρος των εναγόντων, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι οι πελάτες του είχαν παράπονο και ήθελαν να λάβουν τα χρήματα στα οποία αφορούσαν οι δύο επίδικες επιταγές, προφανώς γιατί αυτές τους είχαν παραδοθεί από τον εργολάβο. Αυτός τότε, ο εναγόμενος δηλαδή, επικοινώνησε με τον εργολάβο και διαμαρτυρήθηκε έντονα για την εξέλιξη με αυτή, και «μετά από έντονες οχλήσεις μου ο XXXXX Παφίτης εκ μέρους του Εργολάβου μου έδωσε €1.880 σε μετρητά τα οποία εγώ τα παρέδωσα στον κ. Παυλίδη στο γραφείο του. Εγώ ενήργησα ως μεσάζων μεταξύ των Εναγόντων και του Εργολάβου λόγω του ότι ήταν δικές μου οι επιταγές που κρατούσαν οι Ενάγοντες». Λαμβάνοντας την πληρωμή του εν λόγω ποσού, ο δικηγόρος των εναγόντων, σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο, εξέδωσε και του παρέδωσε δύο αποδείξεις ημερ.14/03/19, η μία για πληρωμή ποσού €940,10 (€790 πλέον 19% ΦΠΑ) σε σχέση με «πληρωμή δικηγορικών εξόδων στην ποινική υπόθεση 821/19 του Ε/Δ Λ/σιας» και η άλλη για πληρωμή ποσού €940,10 (€790 πλέον 19% ΦΠΑ) σε σχέση με «πληρωμή δικηγορικών εξόδων στην Αγωγή 137/19 του Ε/Δ Λ/σιας» (Τεκ.4). Επειδή, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ο δικηγόρος των εναγόντων δεν τον ενημέρωσε για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής αλλά ούτε και για το ότι οι υποθέσεις που αναφέρονταν στις αποδείξεις αφορούσαν τον ίδιο προσωπικά, υπέθεσε ότι επρόκειτο για υποθέσεις που στρέφονταν εναντίον του εργολάβου, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που χρωστούσε χρήματα στους ενάγοντες και για το λόγο αυτό θεώρησε ότι δεν υφίστατο οποιοδήποτε θέμα για να θορυβηθεί ο ίδιος. Είναι τέλος η θέση του εναγόμενου ότι πριν να του επιδοθεί η αίτηση έρευνας των εναγόντων τον Μάρτιο 2020, αυτός όχι μόνο δεν γνώριζε για την έκδοση απόφασης εναντίον του αλλά ούτε καν γνώριζε ότι υπήρχε η παρούσα αγωγή και ούτε έχει υπόψη του να παρέλαβε ποτέ τέτοια αγωγή ή να του επιδόθηκε η αγωγή μέσω ιδιώτη επιδότη ως φαίνεται στη σχετική Ε/Δ επίδοσης που βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο της υπόθεσης. Μάλιστα δε, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, η διεύθυνση που αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής ότι συνιστά την διεύθυνση του, αφορά σε κατοικία την οποία αυτός έχει πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο και την έχει εγκαταλείψει από τον Μάιο 2018 και η επίδοση της αίτησης έρευνας που του έγινε, ήταν κατά τη διάρκεια μιας τυχαίας συνάντησης που είχε περί το Μάρτιο 2019 με ένα εκ των δικηγόρων του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, όταν και βρέθηκε στο Δικαστήριο για κάποια ποινική υπόθεση. Ισχυρίζεται βεβαίως ο εναγόμενος και ότι «.και αν ακόμα κάνω λάθος και μου δόθηκε με κάποιο τρόπο η αγωγή, αυτό δεν έγινε από επιδότη ούτε αντιλήφθηκα ότι ήταν κλητήριο ένταλμα σε αγωγή ούτε και το διάβασα ποτέ.πιθανόν να με ξεγέλασε ο κ. Παυλίδης να το υπογράψω κατά την παρουσία μου στο γραφείο του χωρίς να μπορώ να είμαι σίγουρος.». Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, μόλις αντιλήφθηκε το Μάρτιο 2020 τι είχε γίνει μέσω της αίτησης έρευνας, επικοινώνησε με κάποιο δικηγόρο από τη Λευκωσία, ο οποίος του ανέφερε ότι αν και είχε πλέον αφυπηρετήσει θα μπορούσε να τον συμβουλέψει για το τι να πράξει, θα μπορούσε όμως να συναντηθεί μαζί του μετά που θα βελτιώνετο η κατάσταση που επικρατούσε τότε λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και αυτό αφ' ενός διότι ο εν λόγω δικηγόρος ανήκε στις ευπαθείς ομάδες και αφ' ετέρου διότι τα Δικαστήρια είχαν τότε κλείσει. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, συναντήθηκε με το συγκεκριμένο δικηγόρο στις 10/05/20, ο οποίος τον παρέπεμψε στους νυν δικηγόρους του, οι οποίοι αφού διεξήγαγαν άμεσα έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης και τον ενημέρωσαν για το τι είχε γίνει, προχώρησαν κατόπιν οδηγιών του και καταχώρησαν και πάλι άμεσα την παρούσα αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, η απόφαση της 24/04/19 θα πρέπει να παραμεριστεί και για το λόγο ότι δεν έγινε ποτέ καλή επίδοση της αγωγής αλλά και για το λόγο ότι αυτός έχει καλή υπεράσπιση την οποία και θα πρέπει να του δοθεί δικαίωμα να την προβάλει. Στην αντιπέρα όχθη οι ενάγοντες, αντιδρώντας στην αίτηση του εναγόμενου καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας οχτώ συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι που προβάλλουν οι ενάγοντες, οι οποίοι, από τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, δέχονται μόνο ότι τις επίδικες επιταγές τις είχαν λάβει από τρίτο πρόσωπο και ότι στις 14/03/19 έλαβαν από τον εναγόμενο €940 εκδίδοντας στο όνομα του την σχετική απόδειξη που αυτός παρουσίασε, περιστρέφονται γύρω από την κατ' ισχυρισμό αποτυχία του εναγόμενου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και νομοθεσία για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, ιδιαίτερα υπό το φως της αδιαμφισβήτητης ενυπόγραφης προσωπικής παραλαβής από μέρους του της αγωγής μέσω ιδιώτη επιδότη, της ενημέρωσης που του έγινε μέσω της απόδειξης της 14/03/19 και της αδικαιολόγητης παράλειψης του να εμφανιστεί στην αγωγή αλλά και να καταχωρήσει νωρίτερα την παρούσα αίτηση. Μετά και την καταχώρηση ένστασης από πλευράς εναγόντων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες και οι δύο ασχολήθηκαν με τις νομικές αρχές που περιβάλλουν αιτήσεις αυτής της φύσης. Αναφορά στις εν λόγω αγορεύσεις κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω όμως εδώ ότι αν και στη νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρεται η Δ.17 θ.10 που αφορά στην εξουσία παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην αλλά η Δ.27 θ.10, εντούτοις ήταν κοινώς αντιληπτό ότι πρόκειται για καλόπιστο τυπογραφικό λάθος κατά την σύνταξη της αίτησης, αν μη τι άλλο διότι δεν υπάρχει θ.10 στην Δ.27 και διότι στην αίτηση διατυπώνεται με σαφήνεια ότι αυτή αφορά σε παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, ως δηλαδή προνοεί η Δ.17 θ.10 (βλ. επίσης Xριστοδούλου Zήνων ν. Zendia Machinery Ltd

(2008)1 ΑΑΔ 367). Άλλωστε, η επιχειρηματολογία αμφότερων των συνηγόρων περιστράφηκε γύρω από τη Δ.17 Θ.10 χωρίς να έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε θέμα σύγχυσης ή παραπλάνησης από την αναφορά σε Δ.27 θ.10 . Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 είναι γνωστές και δύναται να συνοψισθούν στο ότι για να πετύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο, εκ πρώτης όψεως βέβαια, ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του ενώ θα πρέπει επίσης να μην έχει επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση αναγόμενη σε περιφρόνηση του δικαστηρίου στην υποβολή της αίτησης του για παραμερισμό (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε66/2014, 12/4/2019, Mερκή Zήνωνας ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736 και Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64). Βεβαίως, το νομότυπο της διαδικασίας επίδοσης μιας αγωγής, θέμα άμεσα συνδεδεμένο με τη μη εμφάνιση, είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας, εφόσον μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε ex debito justitae παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστούν θέματα μη εμφάνισης και καλής υπεράσπισης (βλ. μεταξύ άλλων Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη)
(1997)1 ΑΑΔ 247) και Τσεσμελόγλου ανωτέρω). Όπως πρόσφατα λέχθηκε στην JURGEN κ.α. v. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2014, 1/6/2020: «.Η νομολογία που λαμβάνεται στο ζήτημα που παραμερισμού νομοτύπων αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην είναι πολύ γνωστή και επαρκώς θεμελιωμένη. Το Δικαστήριο, όπως λέχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και επαναλήφθηκε σε πλείστες όσες αποφάσεις όπως τη Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, κατευθύνει την προσοχή του σε δύο παράγοντες, ο πρώτος εκ των οποίων αφορά στο κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό και ο άλλος σχετίζεται με το κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με αναγκαία επί τούτου υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση επί της ουσίας, (Annual Practice 1970 σελ.. 117, παρ. 13/9/4). Οι δύο αυτοί παράγοντες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί, (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204)..Πέραν των ανωτέρω αρχών δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας αίτησης της φύσεως αυτής, δεδομένου ότι ανακύπτουν διαφορετικά δεδομένα και γεγονότα στην κάθε υπόθεση..Όπως ήδη λέχθηκε, κάθε υπόθεση αντιμετωπίζεται αναλόγως των γεγονότων της. Για παράδειγμα στην πρόσφατη υπόθεση Κοστανιάν ν. Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2020:A73, ECLI:CY:AD:2020:A73, Πολ. Έφ. αρ. 168/2013, ημερ. 25.2.2020, λέχθηκε ότι «... τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγομένου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δεν θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής•». Εκεί η εφεσείουσα όταν παρέλαβε κλητήριο ένταλμα που αφορούσε διαφορά επί διαμερισμάτων σε πολυκατοικία και χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω για τη συγκεκριμένη συναλλαγή παρέδωσε το κλητήριο στο συνεναγόμενο της, ο οποίος την προέτρεψε να του δώσει το κλητήριο ένταλμα για να ενεργήσει, όπως και ο ίδιος, παραδίδοντας το στο δικηγόρο του για διευθέτηση. Όμως ο συνεναγόμενος δεν ενήργησε όπως αντιλήφθηκε η εφεσείουσα και εκδόθηκε απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, η οποία όμως παραμερίστηκε από το Εφετείο. Η παρούσα περίπτωση όμως είναι διαφορετική, δεδομένου ότι οι εφεσείοντες γνώριζαν περί των διαδικασιών και η ιδιότητα τους ενέχει τη δική της σημασία. Στη Sokollow S.A. Oddzial Zaklady Miesne W Kole v. Lope Enterprises Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 2555, θεωρήθηκε αδικαιολόγητη η ενέργεια των αλλοδαπών δικηγόρων των εφεσειόντων να επιλέξουν να αποστείλουν κάποια έγγραφα που θεώρησαν σχετικά για την υπεράσπιση τους στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο χωρίς να λάβουν συμβουλή από συναδέλφους τους στην Κύπρο ως προς τον τρόπο χειρισμού του κλητηρίου εντάλματος που είχε επιδοθεί στους εφεσείοντες. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως, για παράδειγμα, ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις, (Iason Travel & Tours Ltd n. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402). Επίσης, όμως, ότι η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό. Στην Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86, η εφεσείουσα όχι μόνο καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση εμφάνισης επικαλούμενη άγνοια της δυνατότητας αυτής, θέση που δεν έγινε αποδεκτή, αλλά καθυστέρησε να λάβει και μέτρα για παραμερισμό μετά την επίδοση σ΄ αυτή αίτησης παρακοής. Εδώ οι εφεσείοντες παρέλειψαν να εμφανιστούν σε πέραν της μιας των ευκαιριών που είχαν, όπως ήδη εξηγήθηκε πιο πάνω.Η νομολογία θέλει τους δύο παράγοντες προς παραμερισμό απόφασης να είναι σωρευτικοί, (Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080).Ως εκ τούτου δεν παρίσταται ανάγκη να συζητηθεί η συζητήσιμη υπεράσπιση σε έκταση.». Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές σημειώνω τα εξής αναφορικά με τα όσα περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 22/01/19 και σύμφωνα με Ε/Δ ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και στην οποία αμφότερες οι πλευρές παραπέμπουν, αυτή, η αγωγή δηλαδή, φέρεται να επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο στις 13/03/19, ο οποίος μάλιστα, από το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που ο επιδότης επεσύναψε στην Ε/Δ του, φέρεται να έχει θέσει και την υπογραφή του δίπλα από τη φράση «προσωπικά» και την ημερομηνία 13/03/19. Τα όσα συνεπώς ισχυρίζεται ενόρκως ο επιδότης καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο ότι ο εναγόμενος είχε από τις 13/03/19 λάβει πλήρως γνώση για την εναντίον του αγωγή και μάλιστα κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ήτοι με προσωπική επίδοση της αγωγής έναντι της υπογραφής του. Ο εναγόμενος βεβαίως αμφισβητεί την ουσία των όσων αναφέρει και παρουσιάζει ενόρκως στην Ε/Δ του ο επιδότης, στην οποία Ε/Δ υπενθυμίζω ότι και ο ίδιος ο εναγόμενος παραπέμπει. Την επί του επί του προκειμένου αμφισβήτηση του δε, ο εναγόμενος περιορίστηκε να την προβάλει μέσω της Ε/Δ του, ισχυριζόμενος αφ' ενός ότι η επίδοση δεν ήταν νόμιμη και νομότυπη διότι δεν αναφέρεται στην Ε/Δ του επιδότη το πού είναι που έγινε η επίδοση και αφ' ετέρου ότι ο ίδιος δεν έχει υπόψη του να παρέλαβε οποιαδήποτε αγωγή και δη στη διεύθυνση που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα, αλλά ακόμη και αν παρέλαβε ενυπογράφως την αγωγή, αυτό, ισχυρίζεται, δεν έγινε μέσω επιδότη αλλά «πιθανόν» να έγινε μετά που τον ξεγέλασε ο δικηγόρος των εναγόντων όταν οι δύο τους συναντήθηκαν στο γραφείο του τελευταίου. Είναι γεγονός ότι στην Ε/Δ του ο επιδότης δεν αναφέρει πού είναι που κατά τον ένορκο ισχυρισμό του εντόπισε τον εναγόμενο και του επέδωσε την αγωγή. Αυτό όμως δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη ή παράτυπη την επίδοση ως υποστηρίζει η πλευρά του εναγόμενου, ούτε και η ανάλογη ερμηνεία που δίνει η τελευταία στην Δ.5 Θ.2
(1)είναι θεωρώ ορθή. Η πρωταρχική υποχρέωση ενός επιδότη με βάση την εν λόγω διάταξη είναι όπως επιδώσει την αγωγή προσωπικά στον επηρεαζόμενο διάδικο - «.The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; .» και ο τόπος της επίδοσης καμία σημασία δεν έχει εξ' ου και το λεκτικό της διάταξης σταματά στο σημείο αυτό - «.to be served ; .». Ό,τι ακολουθεί στη Διάταξη αναφορικά με τον τόπο της επίδοσης αφορά στην περίπτωση όπου δεν μπορεί να καταστεί δυνατή η προσωπική επίδοση οπόταν και δύναται πλέον να γίνει επίδοση σε άλλο πρόσωπο που δύναται να ανευρεθεί στον τόπο που η Διάταξη ορίζει (συγχωριανό, υπεύθυνο εργασίας κλπ) και έτσι είναι που αποκτά πλέον κάποια σημασία η αναγραφή του τόπου της επίδοσης, ήτοι όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί η προσωπική επίδοση - «.but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left.». Διαφορετική ερμηνεία της Διάταξης και δη ως η πλευρά του εναγόμενου υποστηρίζει, θα συνεπάγετο το παράλογο συμπέρασμα ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί προσωπική επίδοση αν τη στιγμή που ο επιδότης εντοπίζει τον ίδιο το διάδικο προσωπικά, αυτός για κάποιο προσωρινό ή μόνιμο λόγο δεν βρίσκεται στην οικία ή στην εργασία του, και μάλιστα, σύμφωνα με τη θέση της εδώ υπεράσπισης, στη διεύθυνση της οικίας ή της εργασίας που είχε υπόψη του ο ενάγοντας όταν καταχωρούσε την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, η επίδοση φέρεται να έγινε προσωπικά στον εναγόμενο έναντι υπογραφής και σε κανένα σημείο της Ε/Δ του ο τελευταίος δεν αμφισβητεί ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται στο αντίγραφο της αγωγής που επισυνάπτεται στην Ε/Δ επίδοσης είναι όντως η υπογραφή του. Αντιθέτως, για το συγκεκριμένο θέμα ακόμη και ο ίδιος ο εναγόμενος δέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να έχει όντως ενυπογράφως παραλάβει αντίγραφο της αγωγής κατά ή περί το χρόνο που παρουσιάζει η Ε/Δ του επιδότη, ισχυριζόμενος ότι «.και αν ακόμα κάνω λάθος και μου δόθηκε με κάποιο τρόπο η αγωγή, αυτό δεν έγινε από επιδότη ούτε αντιλήφθηκα ότι ήταν κλητήριο ένταλμα σε αγωγή ούτε και το διάβασα ποτέ.πιθανόν να με ξεγέλασε ο κ. Παυλίδης να το υπογράψω κατά την παρουσία μου στο γραφείο του χωρίς να μπορώ να είμαι σίγουρος». Ο λόγος που αναφέρω «κατά ή περί το χρόνο» που αναφέρεται στην Ε/Δ επίδοσης, ήτοι στις 13/03/19, είναι διότι σύμφωνα με τον εναγόμενο, την αγωγή αυτός «πιθανόν» να την παρέλαβε στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόντων μετά που ο τελευταίος τον ξεγέλασε να την παραλάβει. Η εν λόγω συνάντηση όμως, σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο και τις αποδείξεις πληρωμής που αυτός παρουσίασε, έλαβε χώρα στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόντων στις 14/03/19, ήτοι την επόμενη ημέρα της φερόμενης επίδοσης από τον επιδότη και δύο σχεδόν εβδομάδες πριν την καταχώρηση αίτησης για έκδοση απόφασης εναντίον του. Ακόμη δηλαδή και αν ευσταθεί η επί του προκειμένου θέση του εναγόμενου, τότε και πάλι αυτός φέρεται να έλαβε πλήρη γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής σε χρόνο μάλιστα πέραν των 10 ημερών που επιβάλλει η Δ.17 ως προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί το δικαίωμα σε έκδοση απόφασης ερήμην. Την ίδια στιγμή όμως δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί και το εξής. Αν ευσταθεί η θέση του εναγόμενου ότι την αγωγή πιθανόν να την παρέλαβε κατά τη συνάντηση του με το δικηγόρο των εναγόντων, τότε δεν μπορεί να ευσταθεί η άλλη θέση που επίσης προώθησε με την αίτηση του, ήτοι ότι κατά την εν λόγω συνάντηση δεν του έγινε καμία ενημέρωση από τον δικηγόρο για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής ή για το ότι η αγωγή που αναφέρετο στην απόδειξη πληρωμής που του δόθηκε, ήταν αγωγή που στρεφόταν εναντίον του ιδίου προσωπικά. Αυτό γιατί αν ο εναγόμενος παρέλαβε την αγωγή από τον δικηγόρο των εναγόντων στα πλαίσια της συνάντησης τους, τότε η παράδοση μίας απόδειξης που αναφέρετο σε πληρωμή δικηγορικών εξόδων σε σχέση με την αγωγή 137/19 και ταυτόχρονα μιας αγωγής με τον ίδιο αριθμό, η οποία ανέφερε ξεκάθαρα το όνομα του εναγόμενου στην όψη της (τίτλος), θα ήταν υπεραρκετά στοιχεία για να καταστήσουν στον οποιοδήποτε και δη στον εναγόμενο, πλήρως αντιληπτά τα όσα ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι δεν αντιλήφθηκε ποτέ. Η εν λόγω συνάντηση άλλωστε, ως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται, έγινε διότι οι ενάγοντες απαίτησαν μέσω του δικηγόρου τους όπως τους πληρώσει αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, τα χρήματα των επίδικων επιταγών. Τίποτα περισσότερο επομένως δεν χρειαζόταν να τεθεί ενώπιον του εναγόμενου ώστε αυτός να θορυβηθεί και να ενεργήσει έγκαιρα και άμεσα προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων του, ως θα ήταν και η εύλογα αναμενόμενη αντίδραση κάποιου που θεωρούσε ότι δεν φέρει καμία ευθύνη απέναντι στους ενάγοντες ως είναι και η θέση του εναγόμενου. Όπως λοιπόν και αν ήθελαν ιδωθούν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του εναγόμενου, αυτοί κρίνονται να στερούνται κάθε ερείσματος και οι γενικές, αόριστες και υποθετικές θέσεις που προβάλλονται από πλευράς του τελευταίου για να πλήξουν τα όσα ορκίστηκε ο επιδότης και τα οποία επιβεβαιώνονται και από γραπτή μαρτυρία, δεν συνιστούν θεωρώ επαρκή και τεκμηριωμένη αμφισβήτηση του εν λόγω επιδότη, ιδιαίτερα και όταν δεν έχει αποδοθεί κανένα αλλότριο κίνητρο στον τελευταίο. Κανένας συνεπώς λόγος δεν συντρέχει γιατί να μην θεωρηθεί ότι η επίδοση της αγωγής που έγινε προσωπικά στον εναγόμενο στις 13/03/19 είναι όντως νόμιμη και νομότυπη και εφόσον πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, καμία άλλη δικαιολογία δεν δόθηκε από μέρος του εναγόμενου ως προς το γιατί δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα από πλευράς του σημείωμα εμφάνισης ή γιατί παρήλθε ένας και πλέον χρόνος για να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση παραμερισμού, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί και ότι ο τελευταίος ενημερώθηκε δεόντως για την εναντίον του αγωγή και παρά ταύτα παρέλειψε αδικαιολόγητα να εμφανιστεί και να ανακόψει έτσι την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αν και σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω, η πιο πάνω διαπίστωση μου είναι καθοριστική για την τύχη της αίτησης εφόσον «.η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό.» διότι «.Η νομολογία θέλει τους δύο παράγοντες προς παραμερισμό απόφασης να είναι σωρευτικοί.», θα προχωρήσω παρά ταύτα να εξετάσω και τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης, αν μη τι άλλο διότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι σε κάποιο βαθμό συνδεδεμένος και με τη γενικότερη στάση που αυτός επέδειξε. Η ουσία λοιπόν της κατ' ισχυρισμό υπεράσπισης του εναγόμενου έγκειται στο ερώτημα κατά πόσο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης οι ενάγοντες δικαιούνταν να αξιώνουν τα ποσά των επίδικων επιταγών από τον ίδιο ως εκδότη τους και ειδικότερα το κατά πόσο οι ενάγοντες κατέστησαν κάτοχοι στην πορεία ή κάτοχοι κατά προσήκοντα τρόπο, ως ορίζει το Άρθρο 29 του Κεφ. 262 έτσι ώστε ο εναγόμενος, ως εκδότης των επιταγών, να μην απαλλάσσεται της ευθύνης για πληρωμή τους (βλ. Τσιακλίδης v. Σιάνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 296). Όπως δε επισημαίνει η νομολογία, συμφώνως του εδαφίου
(1)(α) του αρ. 29, τέτοιος κάτοχος λογίζεται εκείνος που έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει («in good faith») και για αξία («value») και κατά το χρόνο που η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε («negotiated»), δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα και ούτε η παράδοση της επίδικης επιταγής σε αυτόν έγινε κάτω από συνθήκες που «καταστρέφουν» τον τίτλο (βλ. Damalona Limited ν. Aχιλλέας Φεραίου Eισαγωγές-Eξαγωγές Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1082). Βεβαίως, δυνάμει του αρ. 30
(1)Κεφ. 262, κάθε κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο και το βάρος απόδειξης ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία είναι στους ώμους του προσώπου από το οποίο αξιώνεται η πληρωμή να το αποσείσει και αν το καταφέρει αυτό, τότε το βάρος μετατίθεται στον κάτοχο να αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (άρθρο 30
(2)) (βλ. VASOS CHARALAMBIDES LIMITED ν. Πάμπος Ψαρά
(2000)1 ΑΑΔ 849 και τις αναφορές που εκεί γίνονται στις Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134. Βλέπε επίσης Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338). Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, η εκδοχή του εναγόμενου είναι ότι οι επίδικες επιταγές είχαν αρχικά δοθεί έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος σε τρίτο πρόσωπο χωρίς όνομα δικαιούχου, ότι στη συνέχεια ανακλήθηκαν διότι το εν λόγω τρίτο πρόσωπο παρέβηκε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και εν τέλει ότι αντικαταστάθηκαν πλήρως με μετρητά που έλαβε το τρίτο αυτό πρόσωπο. Είναι δε κοινώς αποδεκτό μεταξύ των εδώ διαδίκων ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν αρχικά από τον εναγόμενο χωρίς όνομα δικαιούχου και παραδόθηκαν έναντι νόμιμου ανταλλάγματος σε τρίτο πρόσωπο, ότι σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο αυτές παραδόθηκαν στους ενάγοντες το όνομα των οποίων δεν είναι ο εναγόμενος που το συμπλήρωσε στις επιταγές, ότι ενάγοντες και εναγόμενος δεν είχαν μεταξύ τους οποιαδήποτε συναλλαγή που αφορούσε αμέσως ή εμμέσως την επίδικη επιταγή και ότι ο λόγος που δεν τιμήθηκαν οι επιταγές ήταν διότι σε κάποιο στάδιο ο εναγόμενος τις ανακάλεσε για λόγους που αφορούν τις σχέσεις που είχε με το τρίτο πρόσωπο προς όφελος του οποίου είχε αρχικά εκδώσει τις επιταγές. Δεν έχει τέλος αμφισβητηθεί ότι το τρίτο πρόσωπο που είχε αρχικά παραλάβει τις επιταγές έδωσε πλήρη εξοφλητική απόδειξη στον εναγόμενο την 11/01/19, ήτοι μετά που αμφότερες οι επιταγές επιστράφηκαν ως απλήρωτες καθώς και ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής, ο εναγόμενος απαίτησε και έλαβε από τον αρχικό δικαιούχο των επιταγών ποσό €1880, το οποίο ποσό κατά τον ίδιο τον εναγόμενο αφορούσε στα ποσά των επίδικων επιταγών και το οποίο παρέδωσε στο δικηγόρο των εναγόντων ο οποίος εκ του ποσού αυτού πίστωσε €940 για την «πληρωμή δικηγορικών εξόδων στην Αγωγή 137/19 του Ε/Δ Λ/σιας» και €940 σε σχέση με τα έξοδα μιας άλλης ποινικής υπόθεσης. Των πιο πάνω λεχθέντων, όλοι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περιστρέφονται γύρω από το πώς τον ξεγέλασε ο εργολάβος του, ήτοι το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκαν αρχικά οι επιταγές, και κανένας ισχυρισμός του δεν εμπλέκει στο κατ' ισχυρισμό δόλο αυτό του εργολάβου τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν αμφισβητείται ότι αναφέρονται στις επίδικες επιταγές ως οι δικαιούχοι τους και ότι τις κατείχαν κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα στις 30/11/18 και 31/12/18 αντίστοιχα. Μάλιστα δε, ο μόνος ισχυρισμός του εναγόμενου αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν οι επιταγές στην κατοχή των εναγόντων απαλλάσσει τους τελευταίους από οποιαδήποτε υποψία δόλου ή παρανομίας - «.Φαίνεται όμως ότι ο εργολάβος μου είπε ψέματα ότι κατέστρεψε τις επιταγές και τις παρέδωσε στους Ενάγοντες είτε με τη συμπλήρωση του ονόματος τους στο πεδίο του δικαιούχου είτε δια οπισθογράφησης». Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο, όταν αυτός πληροφορήθηκε για την απαίτηση των εναγόντων να πληρωθούν τα ποσά των επίδικων επιταγών, αυτός όχι μόνο δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα των τελευταίων να πληρωθούν ως δικαιούχοι των επιταγών αλλά έστρεψε τα πυρά του προς τον εργολάβο που θεωρούσε ότι τον ξεγέλασε, ώστε να ανακτήσει τα επίδικα ποσά από αυτόν για να τα καταβάλει στους ενάγοντες, θεωρώντας ότι αυτοί όντως τα δικαιούνταν. Μάλιστα δε, κατόπιν απαίτησης του προς τον εργολάβο κατάφερε να ανακτήσει σημαντικό μέρος του επίδικου ποσού το οποίο και προχώρησε και κατέβαλε στους ενάγοντες. Δηλαδή, όλα τα παράπονα του εναγόμενου στρέφονται εναντίον του εργολάβου του και όχι εναντίον των εναγόντων και τίποτα από τα όσα ο εναγόμενος προβάλλει μέσω της παρούσας αίτησης δεν πλήττουν τον κατά τ' άλλα τεκμαρτό καλό τίτλο των εναγόντων και του δικαιώματος τους να πληρωθούν είτε από το πρόσωπο που τους έδωσε τις επιταγές είτε από τον εκδότη τους, δηλαδή τον εναγόμενο. Το αν τώρα ο τελευταίος δικαιούται να ανακτήσει από τον εργολάβο οποιοδήποτε ποσό ήθελε πληρώσει στους ενάγοντες, όπως άλλωστε φαίνεται να έχει ήδη κάμει, αυτό δεν συνιστά υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή αλλά ίσως βάση για άλλη νομική διαδικασία εναντίον του εργολάβου. Βεβαίως οι ισχυρισμοί του εναγόμενου αγγίζουν και μια άλλη πτυχή της υπόθεσης, ήτοι το ενδεχόμενο ο τίτλος των εναγόντων στις επίδικες επιταγές να έχει επηρεαστεί από το γεγονός της ανάκλησης τους ή την εξόφληση που έδωσε ο αρχικός δικαιούχος τους οπόταν και σε τέτοια περίπτωση θα ήταν στους δικούς τους ώμους να αποδείξουν ότι έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία για τις επιταγές. Με βάση όμως τα στοιχεία που έχει θέσει ενώπιον μου ο εναγόμενος, φαίνεται ότι ούτε αυτό το ενδεχόμενο υφίσταται. Αυτό αφ' ενός διότι η εξόφληση του εργολάβου έλαβε χώρα μεταγενέστερα της κατάθεσης και επιστροφής των επίδικων επιταγών, ήτοι μετά που αυτές παραδόθηκαν στους ενάγοντες και αφ' ετέρου διότι πέραν της «προειδοποίησης» που έδωσε ο εναγόμενος στις 04/10/18 ότι προτίθετο να ανακαλέσει τις επιταγές, καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί από πλευράς εναγόμενου ως προς το πότε ακριβώς είναι που αυτές ανακλήθηκαν έτσι ώστε να μπορούσε να εξεταστεί έστω το κατά πόσο αυτές είχαν ήδη ανακληθεί όταν παραδόθηκαν στους ενάγοντες. Ούτε υπό αυτή τη σκοπιά επομένως διαπιστώνεται να προβάλλεται από πλευράς εναγόμενου οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση. Όσον αφορά τέλος το παράπονο του εναγόμενου ότι η πλευρά των εναγόντων προχώρησε και εξασφάλισε απόφαση εναντίον του για όλο το αξιούμενο ποσό πλέον τα δικηγορικά έξοδα παραλείποντας όμως να αναφέρει ότι είχε ήδη καταβληθεί ποσό €940 σε σχέση με τα έξοδα αυτά, σημειώνω τα εξής. Από μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση όντως φαίνεται να υπάρχει κάποιο έρεισμα στο επί του προκειμένου παράπονο του εναγόμενου, υπό την έννοια ότι ενώ είναι αποδεκτό ότι ο τελευταίος κατέβαλε το ποσό των €940 για την «πληρωμή δικηγορικών εξόδων στην Αγωγή 137/19 του Ε/Δ Λ/σιας» στις 14/03/19, ήτοι πριν την έκδοση απόφασης, εντούτοις με την Ε/Δ που υποστήριζε την αίτηση για απόφαση ενάμιση μήνα μετά, είχε αξιωθεί και το εν λόγω ποσό εξόδων με την αιτιολογία ότι «.ο εναγόμενος «δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό μέχρι σήμερα», ήτοι μέχρι τις 24/04/19. Παρά ταύτα, δεν εντοπίζεται στις ενέργειες των εναγόντων ή του δικηγόρου τους το στοιχείο του δόλου που παραπονείται η πλευρά του εναγόμενου ώστε να δικαιολογείται κάποιος παραμερισμός υπό τη μορφή «χρέους προς τη δικαιοσύνη» (βλ. σχετική αναφορά στην ΤΟΥΛΛΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΥΡ. ΜΑΡΚΙΔΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A132, ECLI:CY:AD:2018:A132, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2011, 27/3/2018). Αυτό πολύ απλά διότι αφ' ης στιγμής η αγωγή είχε καταχωρηθεί, οι ενάγοντες δικαιούνταν στα εν λόγω έξοδα τους αν ήθελαν επιτύχουν στην αγωγή και σίγουρα αυτό που δεν δικαιούνταν να πράξουν ήταν να μην πιστώσουν προς όφελος του εναγόμενου οποιοδήποτε ποσό τους είχε καταβληθεί και να επιχειρήσουν όπως μέσω της δικαστικής απόφασης εξασφαλίσουν δύο φορές το ίδιο ποσό. Οι ενάγοντες όμως όχι μόνο δεν έκαναν κάτι τέτοιο αλλά αντιθέτως, δήλωσαν από μόνοι τους στο Δικαστήριο και μάλιστα ενόρκως κατά την επόμενη διαδικασία που καταχώρησαν, ήτοι στην αίτηση για οικονομική εξέταση του εναγόμενου, ότι ο τελευταίος είχε ήδη καταβάλει τα επιδικασθέντα έξοδα, εξαιρώντας τα έτσι ρητά από τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης και πιστώνοντας προς όφλεος του εναγόμενου. Τονίζω εδώ το γεγονός ότι αυτή η δήλωση των εναγόντων, η οποία αποκατέστησε την αληθινή κατάσταση πραγμάτων, έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας των τελευταίων και χωρίς καμία παρότρυνση ή εμπλοκή του εναγόμενου και αυτό θεωρώ συνιστά δυνατή ένδειξη του ότι καμία πρόθεση δεν υπήρχε από πλευράς των πρώτων να καταδολιευτεί ο τελευταίος, ο οποίος άλλωστε υπενθυμίζω ότι κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση έρευνας ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε καν για την απόφαση που εκδόθηκε. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, απ' όποια σκοπιά και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και επομένως απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.