ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΗΛΙΑΔΗΣ ΖΗΝΩΝΑ, Αρ. Αγωγής 1320/19, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A410 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1320/19 ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγόντων και ΗΛΙΑΔΗΣ ΖΗΝΩΝΑ XXXXX Εναγομένου Ημερομηνία: 30.9.2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες꞉ κ. Α. Παπαμιχαήλ, για Α & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο꞉ κ. Γ. Τρίγγας, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 23.1.2020 ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 23.1.2020, οι Ενάγοντες / Αιτητές στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνουν την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης υπέρ τους και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €13.407,73σ. πλέον νόμιμο τόκο, πλέον τα έξοδα και τέλη της παρούσας αγωγής, πλέον ΦΠΑ (Αρ. ΦΠΑ XXXXX990G), πλέον έξοδα επιδόσεως, και/ή οποιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία ήθελε κρίνει εύλογη το Δικαστήριο. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.θ.1-9, Δ.48 θ.θ. 1-9 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Νησιώτη από τη Λευκωσία, ημερ. 23/1/2020, ο οποίος ορκίζεται και λέγει τα εξής꞉ Είμαι εις την υπηρεσία των ως άνω Εναγόντων - Αιτητών και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους άνω Ενάγοντες - Αιτητές να προβώ εις την παρούσα ένορκο δήλωση. Έχω θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν εις την ως άνω υπόθεση έχοντας μελετήσει προσωπικώς όλα τα σχετικά αρχεία και δεδομένα τα οποία τηρούν οι Ενάγοντες - Αιτητές αναφορικά με τα στοιχεία του ως άνω Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση για την ακίνητη ιδιοκτησία επί της Λεωφόρου XXXXX 22, ήτοι εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας, η οποία είναι εγγεγραμμένη εις το όνομα του τελευταίου, υπό την ιδιότητά του ως συνιδιοκτήτης της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας. Για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήμουν εις την υπηρεσία των Εναγόντων - Αιτητών στο Τμήμα Φόρων και ήμουν και είμαι ένας από τους υπευθύνους των ως άνω Εναγόντων - Αιτητών αναφορικά με την εποπτεία και τον έλεγχο της πληρωμής δημοτικών τελών από ιδιοκτήτες ακινήτου ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένου του ως άνω Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση. Οι Ενάγοντες - Αιτητές είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και σύμφωνα με το άρθρο 74 του Περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85ως έχει τροποποιηθεί, επιβάλλει, με έγγραφο σφραγισμένο με τη σφραγίδα του δήμου σε σχέση με όλη τη ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων της περιοχής εντός της οποίας τούτο ασκεί τις αρμοδιότητες του, επί των ιδιοκτητών της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας, ετήσιο φόρο που δεν υπερβαίνει το μηδέν κόμμα είκοσι τέσσερα τοις χιλίοις (0,24%) πάνω στην αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία προέκυψε από τη γενική εκτίμηση που έγινε με βάση το άρθρο 69 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου. Ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση είναι συνιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ
- Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα δεδομένα που τηρούνται στο Κτηματολόγιο, ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση κατέχει από το 1989 μέχρι και το 2003 μερίδιο ίσο με τα 2/8 του επίδικου ακινήτου ενώ από το 2003 και έπειτα το μερίδιο του έχει ανέλθει στα 3/
- Αντίγραφο του πιστοποιητικού το οποίο εκτυπώθηκε από το ηλεκτρονικό σύστημα τωμν Καθ' ων η Αίτηση και από το οποίο αντλείται και ανταλάσσεται πληροφόρηση μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και του Κτηματολογίου επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Επομένως ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση ως συνιδιοκτήτης στο υπό κρίση ακίνητο είναι υποκείμενος σε καταβολή του ανάλογου και νενομισμένου τέλους ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι Ενάγοντες - Αιτητές ασκώντας τις εξουσίες και τα καθήκοντα τους που απορρέουν από το Νόμο και τους σχετικούς περί Δήμων Κανονισμούς επέβαλαν στον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση δημοτικά τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας για τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018 εκδίδοντας προς τούτο ξεχωριστές διοικητικές αποφάσεις για κάθε έτος. Οι εν λόγω αποφάσεις επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 2 στο οποίο περιλαμβάνονται με την σειρά που έχουν εκδοθεί οι 8 σχετικές αποφάσεις. Το τεκμήριο 2 έχει εκτυπωθεί την 21.1.2020 για σκοπούς καταχώρησης της παρούσης. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι μεταβολή στο ύψος του οφειλόμενου ποσού για τα έτη 2003 και έπειτα έχει προκύψει ένεκα της αλλαγής στο μερίδιο της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο κατέχει ο Εναγόμενος , εξ' ου και ο επανακαθορισμός του ύψους των τελών για τα επίδικα έτη. Οι αποφάσεις Τεκμήριο 2 αποστάλησαν στον Εναγόμενο με συστημένο ταχυδρομείο ως η πάγια πρακτική του Τμήματος Φόρων.
- Εξ όσον κάλλιον γνωρίζω ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση, παρά την νόμιμή του υποχρέωση να συμμορφωθεί καταβάλλοντας τα οφειλόμενα τέλη παρέλειψε να καταβάλει τα ως άνω αναφερόμενα δημοτικά τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας για τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και
- Ως εκ της παραλείψεως και αρνήσεως του Εναγομένου να καταβάλει τα οφειλόμενα, οι Ενάγοντες προχώρησαν δυνάμει του άρθρου 134 του Νόμου σε επιβολή προσεπιβάρυνσης για έκαστο επίδικο έτος εφόσον δεν πληρώθηκαν εντός του τασσούμενου χρόνου, ήτοι μέχρι την 31 Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Βεβαιώνω ως εκ των ανωτέρω την βάση της αγωγής και την οφειλή του εναγομένου ως αυτή εκτίθεται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και την Έκθεση Απαιτήσεως της υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγής.
- Γνωρίζω και βεβαιώνω ότι η άνω οφειλή του εναγομένου εξακολουθεί να παραμένει εκκρεμής και απαιτητή και ότι ο εναγόμενος δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό από της εγέρσεως της αγωγής μέχρι σήμερα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 στην παρούσα ένορκο δήλωση κατάσταση εμφαίνουσα τις αναλύσεις των οφειλών του Εναγομένου - Καθ΄ ου η Αίτηση αναφορικά με τα πιο πάνω δημοτικά τέλη και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις αναφορικά με τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και
- Βεβαιώ ως εκ των ανωτέρω ότι ο ως άνω Εναγομένος - Καθ' ου η Αίτηση οφείλει εις το Δήμο Λευκωσίας Ενάγοντα - Αιτητή το ποσό των €13,407.73- αναφορικά με δημοτικά τέλη και πρόσθετες επιβαρύνσεις επί δημοτικών τελών αναφορικά με τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 2015, 2016, 2017 και
- Δεν καταχωρήθηκε μέχρι σήμερον εντός της προθεσμίας των 75 ημερών οποιαδήποτε Προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση κατά των διοικητικών πράξεων καθορισμού των δημοτικών τελών ως προβλέπεται από το Σύνταγμα και ως εκ τούτου κατέστη απρόσβλητη δικαστικώς. Στην βάση των ως άνω ειλικρινά πιστεύω και έχω νομική συμβουλή προς τούτο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε Υπεράσπιση στην υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και πιστεύω ότι ο λόγος καταχωρήσεως εμφανίσεως και Υπερασπίσεως ήταν και είναι δια να καθυστερήσει η έκδοση τελικής αποφάσεως. Ως προς τις επιμέρους υπερασπιστικές γραμμές τις οποίες προβάλλει ο εναγόμενος λαμβάνω νομική συμβουλή ότι αυτές είναι παντελώς αβάσιμες και ενοχλητικές και αναφέρω προς επίρρωση της θέσης αυτής τα ακόλουθα. Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της πρώτης προδικαστικής ένστασης 1 και εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή η αξίωση των Εναγόντων - Αιτητών δεν έχει παραγραφεί και η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει ο Νόμος με ειδικότερη παραπομπή στα άρθρα 3 και 4 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 2012 (66(I)/2012) το οποίο προβλέπει, ελλείψει ειδικότερης διάταξης, για γενικό χρόνο παραγραφής τα 10 έτη, χρόνος μάλιστα ο οποίος προσμετράται από την 1.1.
- Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της δεύτερης προδικαστικής ένστασης είναι πασίδηλο ότι αυτό, αφενός δεν αποτελεί βάσιμη υπερασπιστική γραμμή και αφετέρου ουδέν έρεισμα βρίσκει στον Νόμο και στις νομικές υποχρεώσεις του Δήμου Λευκωσίας. Ο Δήμος Λευκωσίας υποχρεούται δυνάμει του α. 74 σε επιβολή του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας στους ιδιοκτήτες αυτής και όχι στην πλειοψηφία αυτών ή σε αυτόν που κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο στην ακίνητη αυτή περιουσία. Κατ' επέκτασην, από την στιγμή που ο εναγόμενος κατείχε μερίδιο στην ακίνητη ιδιοκτησία κατά ένα συγκεκριμένο μερίδιο όπως το αναφέρω πιο πάνω, τότε καθηκόντως το Τμήμα προχώρησε στην επιβολή της φορολογίας. Ο εναγόμενος εγείρει και τρίτη προδικαστική ένσταση λέγοντας ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση διαδικασίας εφόσον ήδη εκκρεμεί μια ποινική υπόθεση υπ' αριθμόν 12908/2019 εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση. Ωστόσο, η εν λόγω ποινική υπόθεση αφορά σε δίωξη του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με τη μη συμμόρφωση του σχετικά με την καταβολή τελών επαγγελματικής άδειας και δικαιωμάτων διατήρησης επαγγελματικών υποστατικών, η οποία είναι αδιάφορη και άσχετη διαδικασία με την παρούσα αγωγή η οποία αφορά σε οφειλόμενα από τον εναγόμενο ποσά σε σχέση με τα επιβληθέντα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας. Αντίγραφο του εν λόγω ποινικού κατηγορητηρίου επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Ειλικρινά πιστεύω και έχω νομική συμβουλή προς τούτο ότι ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε βάσιμη Υπεράσπιση στην υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και πιστεύω ότι ο λόγος καταχωρήσεως εμφανίσεως και υπερασπίσεως ήταν και είναι δια να καθυστερήσει η έκδοση τελικής αποφάσεως. Επιπλέον, εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή, η καταχώρηση Υπερασπίσεως δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των Εναγόντων για καταχώρηση και προώθηση της παρούσας Αιτήσεως. Τουναντίον, η καταχώρηση της παρούσης επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις επειδή η παρούσα αποτελεί κατάλληλη περίπτωση για εξασφάλιση συνοπτικής απόφασης και επειδή τυχόν έγκριση της παρούσης θα εξοικονομήσει πολύτιμο χρόνο. Ως προς τον χρόνο καταχώρησης της παρούσης, οφείλω να αναφέρω ότι η μη προώθησή της σε χρόνο προγενέστερο οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην στάση του εναγομένου και άλλων φυσικών προσώπων τα οποία είναι συνιδιοκτήτες στο επίδικο ακίνητο και εναντίον των οποίων κατεχωρήθηκαν παρόμοιες αγωγές, και τα οποία μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής είχαν επιδιώξει συνάντηση με αρμόδια πρόσωπα του Δήμου Λευκωσίας με σκοπό την επιδίωξη εξώδικης διευθέτησης των οφειλών και κατά τις οποίες υπήρξε καταρχήν συμφωνία για συνολική διευθέτηση των οφειλομένων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δώσουμε οδηγίες στους δικηγόρους μας να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω νομικά διαβήματα. Ωστόσο, ο εναγόμενος προχώρησε σε καταχώρηση Υπεράσπισης και ταυτοχρόνως εκκρεμούσε η επίτευξη της συμφωνίας η οποία δεν υλοποιήθηκε μέχρι και σήμερα εξ υπαιτιότητας του εναγομένου και των άλλων συνδεομένων προσώπων εξ ου και δώσαμε οδηγίες στους δικηγόρους μας για προώθηση της παρούσας αγωγής με τα κατάλληλα δικονομικά διαβήματα. Για τους ανωτέρω λόγους εξαιτούμαι την έκδοση αποφάσεως προς όφελος των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση ως η Αίτηση για συνοπτική απόφαση και ως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η πλευρά του Εναγόμενου καταχώρησε Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 2.6.
- Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.θ. 1-9, Δ.39, Δ.48, θ.θ. 1-7 και 9 έως 13, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999, στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, στο Άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές της Επιείκειας, στις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου, καθώς και επί της Γενικής Πρακτικής και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που δικογραφούνται είναι οι εξής։ «(α) Ο Εναγόμενος/ Καθ' ου η αίτηση έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές προέβησαν σε λανθασμένους υπολογισμούς και/ή εσφαλμένες χρεώσεις αναφορικά με τα τέλη ιδιοκτησίας τα οποία ισχυρίζονται υπό πλάνη ότι οφείλει ο συγκεκριμένος Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση που δεν είναι ο μόνος ιδιοκτήτης της υπό αναφορά αιτητής πέριουσία. (β) Ο Εναγόμενος έχει ήδη καταχωρήσει Υπεράσπιση από τις 4.11.2019 και οι Ενάγοντες καταχώρησαν Κλήση για Οδηγίες στις 24.1.2020 και Αίτηση για Συνοπτική απόφαση στις 23.01.2020 οπότε ουσιαστικά το παρόν αίτημα παρέμεινε άνευ αντικειμένου γενικά αλλά και εκ της όλης στάσης του ενάγοντα. (γ) Το αξιούμενο ποσό τελών από τον Ενάγοντα είναι παράνομο και/ή υπέρογκο γιατί ο Ενάγοντας έχει προβεί μονομερώς σε υπολογισμό και καθαρισμό υπερχρεώσεων αβάσιμα και ή αβάσιμα και/ή με λανθασμένους υπολογισμούς διότι έλαβαν υπόψη τους την αξία όλου του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 25/XXXXX, Φ/ΣΧ 21/540202 Τμήμα 25 Τεμάχιο XXXXX, του οποίου ο Εναγόμενος είναι συνιδιοκτήτης μόνο κατά τα 3/8 . (δ) Ο Ενάγων βασίστηκε σε λανθασμένες εκτιμήσεις του έτους 1980, οι οποίες είναι πλασματικές και/ή λανθασμένες για να επιβάλουν τέλη που αφορούν τα έτη 2010 - 2018, ενώ οι αξίες ακινήτων έχουν κατά πολύ διαφοροποιηθεί στην έκταση αυτής της χρονικής περιόδου. (ε) Για τους πιο πάνω λόγους ο Εναγόμενος/Καθ' ου αμφισβητεί την ουσία της αγωγής και/ή δεν αποδέχεται ότι το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες οφείλεται αποκλειστικά από τον ίδιο ως από τα άρθρα 24 και 35 του Συντάγματος και/ή δεν αποδέχεται και αμφισβητεί το ύψος του αξιούμενου ποσού. (στ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η Νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης πράγμα που γνωρίζει ο Ενάγων γι'αυτό και ζήτησε ήδη κατά τους θεσμούς της προώθησης της αγωγής του. (ζ) Η υπό κρίση Αίτηση στερείται νομικού και/ή ουσιαστικού ερείσματος και ως εκ τούτου είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή αναιτιολόγητη και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. (η) Η υπό εξέταση Αίτηση είναι μη εξυπηρετική της ανάγκης απονομής δικαιοσύνης και δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις του Νόμου. Παράλληλα δεν διασφαλίζει το δικαίωμα ισότητας των δικονομικών όπλων (Άρθρο 30 του Συντάγματος) έτσι ώστε να δικαιολογείται και/ή να καθίσταται εύλογη και/ή δίκαιη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (θ) Η υπό κρίση αίτηση δεν αποκαλύπτει και/ή δεν στοιχειοθετεί οιονδήποτε επαρκή και/ή ουσιαστικό και/ή ικανοποιητικό λόγο και/ή εξαιρετική περίσταση και/ή δεν προσφέρει επαρκή και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την επιτυχία της αίτησης. Δεν προστατεύονται τα δικαιώματα του εναγομένου κατά το Άρθρο 35 του Συντάγματος. (ι) Η υπό κρίση αίτηση προωθήθηκε κακόπιστα και/ή κακόβουλα και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή είναι καταπιεστική και/ή ενοχλητική και/ή καταχωρίστηκε για αλλότριους λόγους, καθότι επιδιώκει την εξάλειψη του δικαιώματος υπεράσπισης του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση στην παρούσα υπόθεση και/ή στην καθυστέρηση και/ή μη εκδίκαση της υπόθεσης. (ια) Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (ιβ) Η αίτηση είναι καταχρηστική αφού με αυτήν οι Ενάγοντες επιδιώκουν να στερήσουν το αναφαίρετο δικαίωμα του Εναγόμενου να τύχει μακράς και δίκαιης δίκης και να εκθέσει τις απόψεις του επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων (δικαιώματος ακρόασης). (ιγ) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή αδικαιολόγητη και/ή εκπρόθεσμη και/ή εκδικητική ενέργεια. Ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση και έχει ήδη ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά του, προβάλλοντας την Υπεράσπισή του ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία καταχωρήθηκε στις 04.11.2019 (ιδ) Η Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Νησιώτη, ημερομηνίας 23.01.2020 που συνοδεύει την αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.
- (ιε) Οι Ενάγοντες επέβαλαν τα τέλη ακινήτου ιδιοκτησίας κατά παράβαση των άρθρων 74 και 78 του Περί Δήμων Νόμου αρ.111/85, διότι δεν κοινοποιήθηκαν προηγουμένως ή ποτέ στον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση τα τέλη ώστε να δικαιούται να αμφισβητήσει κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος, ότι υπάρχει νόμιμη διοικητική πράξη όπως απαιτεί και προβλέπει το άρθρο 74 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.11/85)που τροποποιήθηκε. Συνεπώς αποβλέπει πρόσθετα να στερήσει σε απόλυτο βαθμό την δυνατότητα δίκαιης δίκης.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση του Εναγομένου εκτίθενται σε Ένορκη Δήλωση («Ε/Δ»), ημερ. 2.6.2020, του κ. Ηλιάδη Ζήνωνα XXXXX, ο οποίος ενόρκως δηλώνει τα εξής։ «
- Είμαι ο Εναγόμενος / Καθ' ου η Αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και έχω αναγνώσει με προσοχή την ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλώσαντος εκ μέρους του Ενάγοντα Γρηγόρη Νησιώτη, ημερομηνίας 23.01.
- Γνωρίζω δε προσωπικά τα ενάγοντα γεγονότα και όπου αναφέρομαι σε νομικής φύσεως θέματα αυτό το κάνω κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβα από το δικηγόρο μου. 2.Ο Ενάγων διεκδικεί τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας από τα έτη 2010 - 2018 για το ακίνητο που βρίσκεται στην Λεωφόρο XXXXX, στη Λευκωσία. Αναφέρω επίσης ότι εκκρεμεί και η αγωγή με αριθμό 3219/2019 που είναι εναντίον της εταιρείας Ακίνητα Σ. Ζ. Ηλιάδη ΛΤΔ ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αυτή η απαίτηση του παράνομα δεν μας εκδόθηκε. Αυτή ως διοικητική πράξη και έτσι στερήθηκα του δικαιώματος να την αμφισβητήσω κατά το Άρθρο 146 του Συντάγματος.
- Για ότι αφορά όμως και άλλους λόγους που θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί αναφέρω ότι: (α) Κατά ή περί τις 27.08.1998 υπογράφηκε πληρεξούσιο έγγραφο από τους συνιδιοκτήτες των δύο τεμαχίων XXXXX και XXXXX Φ/Σχέδιο ΧΧ1/54.2.1.Γ που βρίσκονται στην ενορία Τρυπιώτη του Δήμου Λευκωσίας, με το οποίο μου δόθηκε εξουσιοδότηση να υπογράψω οποιονδήποτε έγγραφο για σκοπούς οριοθέτησης και ενοποίησης των δύο τεμαχίων με σκοπό την ανάπτυξη τους. Αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- (β) Η ακίνητη ιδιοκτησία επί της Λεωφόρου XXXXX αριθμός 22, όπως αναφέρει στην παράγραφο 2 της Ενόρκου Δηλώσεως του Ενάγοντα/Αιτητή, αφορά πολυόροφο Εμπορικό Κέντρο που ολοκληρώθηκε κατά τη σχετική άδεια το έτος 2002 και το οποίο έχει οικοδομηθεί εντός δύο τεμαχίων. Δεν υπάρχει ακόμη η τελική έγκριση ούτε και οι τίτλοι ιδιοκτησίας, καθότι εκκρεμεί και η ενοποίηση των δύο τεμαχίων XXXXX και XXXXX Φ/Σχέδιο 21/
- Διευκρινίζω ότι σε εμένα ανήκει από την ιδιοκτησία αυτή τα 3/8 ιδιοκτησίας επί του τεμαχίου 949 ως και ο σχετικός τίτλος ιδιοκτησίας αντίγραφο του οποίου καταθέτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- 4.Τόσο εγώ όσο και η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είμαστε οι μόνοι συνιδιοκτήτες των προαναφερθέντων ακινήτων. Υπάρχουν και άλλοι συνιδιοκτήτες και εκκρεμεί από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας εδώ και αρκετά χρόνια ως ανάφερα ήδη, η ενοποίηση των τεμαχίων XXXXX και XXXXX Φ/Σχέδιο 21/540202 στην ενορία Τρυπιώτη του Δήμου Λευκωσίας. Σχετική είναι η απαντητική επιστολή, ημερομηνίας 28/02/2020, από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, την οποία καταθέτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Η καθυστέρηση αυτή επιφέρει το δυσμενέστατο αποτέλεσμα το όλο εμπορικό κέντρο να παραμένει ανεκμετάλλευτο με τεράστιες οικονομικές συνέπειες εις βάρος μας, καθότι δεν μπορεί να ενοικιαστεί λόγω του ότι δεν υπάρχει τελική έγκριση παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες που έκανα ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών.
- Προφανώς η αξία ενός μη χρησιμοποιούμενου ακινήτου δικαίως επιτρέπει αμφισβήτηση σε σχετικούς υπολογισμούς του Δήμου για να είναι δίκαια η φορολόγηση. Γι'αυτό και υποβλήθηκαν ενστάσεις προς το Υπουργείο Οικονομικών Τμήμα Ακίνητης Περιουσίας, με τις οποίες αμφισβήτησα την αξία του ακινήτου για σκοπούς φορολογίας και τις οποίες και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4 και
- Πρέπει να αναφέρω επίσης ότι μετά την ολοκλήρωση του Εμπορικού Κέντρου υποβάλαμε αίτηση, όλοι οι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες των δύο τεμαχίων 949 και XXXXX, για αναγκαστικό εκσυγχρονισμό των ακινήτων μας, η διαδικασία XXXXX βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Καταθέτω σχετική βεβαίωση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερομηνίας 27.02.2013 επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Μάλιστα πρόσφατα έχουμε αποταθεί εκ νέου στον Διευθυντή του Κτηματολογίου με αίτημα για συνένωση και ενοποίηση των δύο τεμαχίων αλλά και για την έκδοση νέων τίτλων ιδιοκτησίας. Οι μόνοι τίτλοι ιδιοκτησίας που υπάρχουν είναι αυτοί των δύο οικοπέδων XXXXX και XXXXX επί των οποίων συμφωνήθηκε η ανέγερση του Εμπορικού Κέντρου.
- Τα πιο πάνω καταδείχνουν ότι περί την ακίνητη αυτή περιουσία υπήρχαν πολύ σοβαρά θέματα και προεκτάσεις που δεν επιτρέπουν σε ένα καλόπιστο τρίτο κριτή, να φθάσει στα συμπεράσματα που κατέληξε ο Δήμος για δίκαιη και νόμιμη φορολόγηση. Προφανέστατα έχω καλή υπόθεση, καλή υπεράσπιση, την οποία δικαιούμαι να θέσω επιτέλους και κύρια να κριθώ κατά πλήρη διαδικασία ακρόασης επί της ουσίας της διαφοράς κατάσταση που διαμορφώνει ανεπιφύλακτα αποδοχή ότι αρκεί η εκδίκηση της ουσίας, ενώ πρόσθετα μετά από την περίοδο τόσου χρόνου και υπό τα ως άνω δεδομένα θα πρέπει να θεωρηθεί αχρείαστη η αίτηση γιατί έχασε τη σημασία της.
- Ο Ενάγων επέβαλε τα τέλη ακινήτου ιδιοκτησίας κατά παράβαση των άρθρων 74 και 78 του Περί Δήμων Νόμου αρ.111/85 διότι δεν μου κοινοποιήθηκαν τα τέλη με έγγραφο κεκυρωμένο με την απαιτούμενη σφραγίδα του Δήμου, όπως απαιτεί το άρθρο 74 του Περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.11/85). Στο Τεκμήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης των Αιτητών κανένα έγγραφο δεν είναι κεκυρωμένο αφού δεν υπάρχει η αναγκαία σφραγίδα εκ του Νόμου του Δήμου Λευκωσίας όπως προβλέπεται.
- Επίσης εξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και/ή πολλαπλότητα των διαδικασιών και/ή παραβίασε το πλαίσιο της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και για το λόγο ότι η εν λόγω αγωγή στην παράγραφο 7 αναφέρει παράλειψη εξόφλησης επαγγελματικής άδειας ενώ τα ποσά στα οποία αναφέρεται ο πίνακας της ίδιας παραγράφου κάνουν αναφορά σε Δημοτικά τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως πράγμα που επαναλαμβάνει και η συνοδευτική ένορκη δήλωση όπου γίνεται αναφορά σε Δημοτικά τέλη και όχι σε τέλη επαγγελματικής άδειας και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι βρίσκεται σε διάσταση και αντίφαση με το αιτητικό της αγωγής. Επίσης οι αξιώσεις των Εναγόντων που σχετίζονται με τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, 2013, 2014 και 2015 έχουν παραγραφεί και ως εκ τούτου κωλύονται να αξιώνουν τα εν λόγω ποσά.
- Όπως φαίνεται και από το φάκελο του Δικαστηρίου έχω ήδη καταχωρήσει Υπεράσπιση από τις 4.11.2019 και οι Ενάγοντες καταχώρησαν Κλήση για Οδηγίες στις 24.1.2020.Έχουν προβεί σε καταχώρηση Αίτησης για Συνοπτική απόφαση στις 23.01.
- 11.Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω απέστειλα εκ νέου επιστολή ημερομηνίας 24.01.2020 προς τον Ενάγοντα απευθυνόμενη προς τον αρμόδιο μηχανικό για πολλοστή φορά τον ενημέρωνα για την πληρεξουσιότητα να υπογράφω οποιοδήποτε έγγραφο είναι απαραίτητο για σκοπούς πολεοδομικής άδειας τον ενημέρωσε δε ότι τα πληρεξούσια έχουν παραδοθεί στο ΤΑΕ από το 2006 αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 24.01.2020 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 και αντίγραφο της απόδειξης παραλαβής του Αρχηγείου Αστυνομίας ΤΑΕ καταθέτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Θεωρώ ότι η όποια φορολογία θα πρέπει να αφορά μόνο το ιδιοκτησιακό μου μερίδιο που αφορά το τεμάχιο XXXXX. Ως εκ τούτου θα πρέπει να μου δοθεί το δικαίωμα να προωθήσω τις θέσεις της Υπεράσπισης μου ως έχει ήδη καταχωρηθεί στις 04.11.2019 προκειμένου να ξεκαθαριστεί πως το ύψος της δίκαιης φορολογίας μου.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες και/ή τις νομολογικές αρχές είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Eγώ έχω πραγματικά και πολυδιάστατη Υπεράσπιση και οι Ενάγοντες καταχώρησαν Κλήση για Οδηγίες στις 24.01.
- 14.Για όλους τους πιο πάνω λόγους, πιστεύω ότι είναι ορθό, δίκαιο και επιβεβλημένο, όπως η αίτηση για συνοπτική απόφαση απορριφθεί με έξοδα εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών.». Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση στη βάση των προεκτεθέντων εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να υπάρξει αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή για αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18 θ.
- Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Σε απόφασή του, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω Δ.18, θ.
- Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co. Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1ΑΑΔ239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και Παναγιώτης Ζερβός ν Environvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθαː
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο,
- Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ'ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136 - 138 και Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO. LTD v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd, ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18, θ.3(α)).». Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, και πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322 / 2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τι αναμένεται από έναν εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. A mere general denial that the defendant is indebted will not suffice (Wallingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas., per Lord Blackburn, at p. 704: Re General Rail, Syndicate, Whitsley´s Case,
(1900)1 Ch., per Lindley, M.R., at p. 369; Anon.,
(1875)W.N. 249, per Quain, J., at p. 250), unless the grounds on which the defendant relies as showing that he is not indebted are stated (ibid.)....................................................................................................... If the defence relied on is fraud the affidavit should state the particulars of the fraud (Wellingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas. 685). A mere vague general allegation of fraud is useless (ibid). Similarly, if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν Άριστου Καναουρίδη, Πολ. Έφ.10015, απόφαση ημερ. 26/4/99). Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστά συζητήσιμη ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302, απόφαση ημερ. 16/4/03, K.C.P. Commission Agents & Importers LTd v Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατ' αρχάς, από το περιεχόμενο του ενώπιον μου φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι, πρώτον, το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και, δεύτερον, ότι και ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης μέσω δικηγόρου. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α), ήτοι κατά πόσον η Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από πρόσωπο που έχει θετική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντος, κ. Γρηγόρη Νησιώτη, να ορκιστεί τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση των Εναγόντων είναι ζήτημα που αποφασίζεται με γνώμονα τη Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Στην Αθηνούλας Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, 790, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι: «[...] το ζήτημα κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά με τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Η φύση της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο». Κρίνω εδώ κατάλληλο να σημειώσω ότι εκείνο που απαιτείται να αποδειχθεί στο πλαίσιο της Δ.18, θ.1 είναι ότι ο ομνύων έχει «θετική» και όχι απαραιτήτως «προσωπική» γνώση των γεγονότων. Για το τί η νομολογία αναγνωρίζει ως «θετική γνώση» παραπέμπω στην Αθηνούλας Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ 782, 792). Υποδεικνύεται ότι, στην περίπτωση νομικών προσώπων, ο όρος «θετική γνώση» τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223). Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ομνύων, κ. Νησιώτης, διαπιστώνω ότι ισχυρίζεται ότι αυτός είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ο κ. Νησιώτης ισχυρίζεται ότι ήταν στο Τμήμα Φόρων των Εναγόντων και ήταν ένας από τους υπευθύνους αναφορικά με την εποπτεία και τον έλεγχο της πληρωμής δημοτικών τελών από ιδιοκτήτες ακινήτου ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένης εκείνης που ανήκει στον Εναγόμενο. Ειδικότερα, αναφέρει ο κ. Νησιώτης ότι η επίδικη ιδιοκτησία του Εναγόμενου είναι εκείνη για την οποία επισυνάπτεται τίτλος ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του κ. Νησιώτη. Ανήκε στον Εναγόμενο από το 1989 μέχρι το 2003 κατά μερίδιο 2/8 και από το 2003 και έπειτα κατά μερίδιο 2/
- Είναι η θέση του κ. Νησιώτη ότι, ως συνιδιοκτήτης στο επίδικο ακίνητο, ο Εναγόμενος ήταν υποκείμενος σε ανάλογο και νενομισμένο τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, τα διοικητικά τέλη που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή αφορούν στα έτη 2010 μέχρι και 2018, για τα οποία εκδόθηκαν από τον Εναγόμενο, ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 74 του περί Δήμων Νόμου (Ν.111/85), ξεχωριστές για έκαστο έτος διοικητικές αποφάσεις δυνάμει του εν λόγω Νόμου και των σχετικών Κανονισμών. Οι επίδικες διοικητικές αποφάσεις επισυνάπτονται στην Ε/Δ του κ. Νησιώτη ως δέσμη με ένδειξη Τεκμήριο
- Τα τεκμήρια 1 και 2 αποτελούν έγγραφα που είναι στην κατοχή του κ. Νησιώτη ως μέρος του φακέλου του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας. Με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου, συσταθέν με Νόμο, είναι λογικό και αποδεκτό η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που είναι στην υπηρεσία τους και ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο αρμόδιο Τμήμα για την έκδοση ή/και επιβολή των επίδικων τελών ακίνητης ιδιοκτησίας, όπου διατηρείται και ο φάκελος της εν λόγω φορολογίας για το επίδικο ακίνητο. Ο κ. Νησιώτης διατυπώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι έχει θετική γνώση και για το ποσό που επιβλήθηκε στον Εναγόμενο δυνάμει του άρθρου 134 του περί Δήμων Νόμου ως πρόσθετη επιβάρυνση λόγω της άρνησης και ή παράλειψής του να πληρώσει εμπρόθεσμα τα αρχικώς επιβληθέντα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας για έκαστο έτος εκ των ετών 2010 έως
- Ο κ. Νησιώτης παρουσιάζει την κατάσταση οφειλών του Εναγομένου ως Τεκμήριο 3 της Ε/Δ του και βεβαιώνει ότι εξακολουθεί να οφείλεται ποσό €13.407,73σ.. Τέλος, ο κ. Νησιώτης δηλώνει, με βάση όσα ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν έχει καταχωρηθεί Προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο για τα τέλη ή/και τις επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν από καιρό εις καιρό ως πιο πάνω αναφέρεται. Κρίνω ότι αποδεικνύεται στην όψη της ένορκης δήλωσής του, εφόσον δεν ζητήθηκε η αντεξέτασή του ούτε προωθείται στην αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης οποιαδήποτε αμφισβήτηση περί τούτου, ότι ο κ. Νησιώτης έχει πράγματι θετική γνώση για όσα δηλώνει ανωτέρω. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, κρίνω ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν συμμορφωθεί πλήρως και με τις τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται στη Δ.18, θ.1, έτσι ώστε το βάρος της απόδειξης να μεταφερθεί στους ώμους του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση, σύμφωνα και με τη νομολογία όπως συνοψίζεται στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος καταχώρησε ήδη Έκθεση Υπεράσπισης την 4.11.2019, με την οποία προβάλλει τις εξής θέσεις:
- Ότι η αξίωση των Εναγόντων για τα έτη 2010 - 2015 έχει παραγραφεί.
- Ότι η αγωγή εναντίον του Εναγομένου είναι αβάσιμη για τον λόγο ότι δεν ανήκει σε εκείνον προσωπικά το ακίνητο, αλλά κατά το μεγαλύτερό του τμήμα ανήκει σε νομικό πρόσωπο Ακίνητα Σ.Ζ. Ηλιάδης Λτδ και σε άλλους μικρότερους ιδιοκτήτες.
- Ότι η αγωγή εναντίον του Εναγομένου είναι επιπόλαιη, καταπιεστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας για τον λόγο ότι υπάρχει ήδη η ιδιωτική υπόθεση υπ αριθμό 12908/
- Ότι αμφισβητεί τα ποσά απαίτησης και ότι οι υπολογισμοί έγιναν βάσει εσφαλμένης αξίας του ακινήτου. Κατά τα λοιπά, στην ήδη καταχωρηθείσα Ε/Υ, ο Εναγόμενος προβαίνει σε γενικές αρνήσεις του περιεχομένου των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Σύμφωνα με την νομολογία «η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη.» (Sigma Radio TV Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408). Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τις αιτιάσεις επί των οποίων στηρίζεται ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι έχει καλή και καλόπιστη υπεράσπιση, έτσι ώστε να πρέπει να του δοθεί η ευχέρεια για πλήρη ακρόαση, αντί της έκδοσης συνοπτικής απόφασης υπέρ των Εναγόντων. Σπεύδω ν' αναφέρω ότι στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης αναπτύσσονται, μεταξύ άλλων, ισχυρισμοί που αφορούν꞉ - πρώτον, στο ότι δεν έχουν ξεκαθαρίσει τα ποσοστά ιδιοκτησίας των συνιδιοκτητών, διότι εκκρεμεί η έκδοση νέων τίτλων που να αντικατοπτρίζουν και την ιδιοκτησία του ανεγερθέντος κτιρίου μέσα στη γη (βλ. τις παρα. 2.3 και 2.4 της αγόρευσης), - δεύτερον, ότι τα τέλη που επιβλήθηκαν υπολογίστηκαν με πλασματικ΄ς και/ή λανθασμένες αξίες του 1980 (βλ. την παρα. 2.4 της αγόρευσης), - τρίτον, ότι οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τον κατάλληλο τύπο που προβλέπεται στον περί Δήμων Νόμο κατά την επιβολή των τελών, εφόσον σε κανένα έγγραφο επιβολής τέλους δεν εμφαίνεται η σφραγίδα του Δήμου (βλ. την παρα. 2.6 της αγόρευσης). Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί άπτονται της νομιμότητας της πράξης της επιβολής των τελών. Ο έλεγχος της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων ενός οργάνου δημοσίου δικαίου, όπως είναι ο Δήμος Λευκωσίας, υπάγεται στη σφαίρα αρμοδιότητας του Διοικητικού Δικαστηρίου ή, για τα έτη που προηγήθηκαν της ίδρυσης του εν λόγω Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ασκούντων αποκλειστική αρμοδιότητα με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Μόνο αν αποδεικνυόταν εκ πρώτης όψεως στην όψη της Ε/Δ του Εναγομένου, ότι αυτός είχε προσφύγει ατομικά ή μαζί με άλλους συνιδιοκτήτες εναντίον των επίδικων διοικητικών πράξεων του Δήμου Λευκωσίας, εμπρόθεσμα, ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου ως πιο πάνω περιγράφω, και νοουμένου ότι αποδεικνυόταν κατά τον ίδιο τρόπο και βαθμό ότι το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο είχε αναστείλει την ισχύ και εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων, θα υφίστατο κώλυμα το παρόν Δικαστήριο στο να προχωρήσει σε έκδοση Συνοπτικής Απόφασης για τους λόγους ένστασης που αναπτύσσονται στην αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης ως ανωτέρω. Στην παρούσα υπόθεση, τέτοιες προσφυγές δεν αναφέρεται πουθενά στην Ε/Δ του Εναγομένου να ασκήθηκαν. Δεν νομιμοποιείται το παρόν Δικαστήριο να ασκήσει αναθεωρητική δικαιοδοσία βάσει του Άρθρου 146 του Συντάματος και συνεπώς δεν μπορεί να δεχθεί ότι υφίσταται καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση στην βάση των πιο πάνω λόγων ένστασης. Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που αναπτύσσεται ότι η αίτηση για Συνοπτική Απόφαση είναι καταχρηστική διότι καταχωρήθηκε με πολλή καθυστέρηση, ως επίσης και το λόγο που αφορά στο ότι κατ' ισχυρισμόν η αγωγή προσκρούει στον κανόνα της παραγραφής. Ως προς το πρώτο σκέλος, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τεκμηριώνεται κατάχρηση, αφού πρώτα καταχωρήθηκε η αίτηση για Συνοπτική απόφαση (23.1.20) και μετά η κλήση για οδηγίες (24.1.20), προφανώς για προστασία των συμφερόντων των Εναγόντων όποιον δρόμο και αν λάμβανε η υπόθεση. Πέραν τούτου, η ισχυριζόμενη κατάχρηση που άπτεται του ισχυρισμού γεγονότος ότι είχαν καταχωρηθεί ή/και εκκρεμούν σε άλλη δικαιοδοσία (ιδιωτική ποινική) υπόθεση ή υποθέσεις για τη μη καταβολή τελών (π.χ. η υπ' αριθμό 12908/2019, Τεκμήριο 6), δεν μπορεί να εξετασθεί δικαστικά ως βάση καλής ή/και καλόπιστης υπεράσπισης, χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκείς λεπτομέρειες που να φανερώνουν ότι η όποια άλλη υπόθεση αφορά (α) στην ίδια ακίνητη ιδιοκτησία (β) στους ίδιους διαδίκους με την παρούσα υπόθεση ή/και (γ) ότι απολήγουν και οι δύο υποθέσεις στον ίδιο επιδιωκόμενο στόχο και σκοπό. Επομένως, το μόνο που θεωρώ ότι χρήζει εξέτασης είναι ο ισχυρισμός περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων σε ό,τι αφορά ειδικά τα έτη 2010-2015. Επί του θέματος αυτού, οι Ενάγοντες / Αιτητές ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει ο Νόμος, με ειδικότερη παραπομπή στα άρθρα 3 και 4 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου (66(Ι)/2012), ο οποίος προβλέπει, ελλείψει ειδικότερης διάταξης, για γενικό χρόνο παραγραφής τα 10 έτη. Από την άλλη, είναι η θέση του Εναγόμενου / Καθ' ου η αίτηση ότι ο ισχυρισμός αυτός των Εναγόντων / Αιτητών δεν ευσταθεί, αφού ο ίδιος ο Νόμος 66(Ι)/2012, προνοεί ειδικά για αξιώσεις που αφορούν σε αποζημιώσεις που προκύπτουν από παράβαση θέσμιου καθήκοντος, δηλαδή καθήκοντος που προκύπτει από νομοθεσία, παραγραφή με την παρέλευση της τριετίας. Το άρθρο 6
(2)του Ν. 66 (Ι)/2012, προνοεί ότι: «
(2)Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.» Συγκεκριμένα, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων απορρέει από την παράβαση του θέσμιου καθήκοντος του Εναγομένου / Καθ' ου η Αίτηση να πληρώσει τα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας με βάση τον περί Δήμων Νόμο (Ν. 111/85)και άρα είναι εφαρμοστέο το άρθρο 6
(2)του Ν. 66(Ι)/2012, κατ' εφαρμογήν του οποίου το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων / Αιτητών παραγράφεται μετά την πάροδο 3 χρόνων από την ημερομηνία που η οφειλή για κάθε έτος κατέστη πληρωτέα. Προς επίρρωση της ανωτέρω εισήγησής του, ο συνήγορος Υπεράσπισης βασίζεται σε πρόσφατη πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στην Αγωγή 1167/2018 Δήμος Λάρνακας ν Δελημάτσης, ημερομηνίας 10.07.2020, η οποία αφορούσε τέλη αποκομιδής σκυβάλων και στην οποία εκδόθηκε διάταγμα αναστολής της διαδικασίας λόγω παραγραφής της αξίωσης των Εναγόντων. Εντούτοις, η πιο πάνω απόφαση αφορά σε άλλο Δήμο και έχει εφεσιβληθεί, εξ' όσων ενημερώνεται το παρόν Δικαστήριο από τους δικηγόρους των Εναγόντων - Αιτητών. Πέραν τούτου, εφόσον είναι πρωτόδικη, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, το οποίο δύναται και οφείλει να διατυπώσει τη δική του αιτιολογημένη δικαστική κρίση. Δεν μου διαφεύγει ο αντίλογος που προβάλλουν οι Αιτητές ότι «Ο Ν.66(Ι)/2012περιέχει ειδική πρόνοια σε σχέση με τέτοιου είδους αγώγιμα δικαιώματα και συγκεκριμένα το άρθρο 25 προνοεί ότι «
- Ο παρών Νόµος δεν εφαρµόζεται και δεν επηρεάζει υποχρεώσεις ή δικαιώµατα δηµοσίου δικαίου.». Είναι συναφώς η θέση των Εναγόντων / Αιτητών ότι։ «Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το χαρακτήρα των αποφάσεων των Εναγόντων, που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα τους στην παρούσα αγωγή, ως επίσης ότι οι αποφάσεις αυτές λήφθηκαν στα πλαίσια άσκησης εξουσιών που παρέχονται και τα καθήκοντα που επιβάλλονται στους Ενάγοντες από σχετικές νομοθετικές διατάξεις, έχω την άποψη ότι οι αποφάσεις των Εναγόντων αποτελούν αποφάσεις εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, και των προνοιών του Ν.66(Ι)/2012 κρίνω πως δεν τίθεται θέμα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος για καμία από τις αξιώσεις των Εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης τους αφού σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις που προαναφέρονται ο Ν.66(Ι)/2012δεν εφαρμόζεται για δικαιώματα δημόσιου δικαίου. Επιπλέον, ακόμη και εάν δεν ίσχυαν όλα τα πιο πάνω και υφίστατο θέμα χρόνου παραγραφής ως προς τις αξιώσεις που αφορούν τους φόρους και τα τέλη που επιβλήθηκαν από τους Ενάγοντες για το έτος 2010, αρκεί να σημειώσω πως ο χρόνος παραγραφής είναι 10 έτη εφόσον ο Ν.66(Ι)/2012δεν περιέχει ειδική πρόνοια σε σχέση με τέτοιου είδους αγώγιμα δικαιώματα και δεν ορίζεται διαφορετικά σε οποιονδήποτε Νόμο. Στη βάση δε του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου ο χρόνος αυτός αρχίζει να προσμετράται από την 1/1/2016, οπότε δεν τίθεται θέμα προς συζήτηση, δεδομένου ότι η αγωγή, ως προαναφέρεται καταχωρίστηκε στις 30/12/
- Συνεπώς η θέση του Εναγόμενου για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων κρίνεται ανεδαφική και ως εκ τούτου απορρίπτεται.».[1] Το ζητούμενο είναι αν είναι το κατάλληλο στάδιο δικαστικής διαδικασίας και δη αν είναι κατάλληλο να αποφανθεί το Δικαστήριο για το θέμα της παραγραφής στο πλαίσιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν Malak (ECLI:CY:AD:2018:A297), σημειώθηκαν υπό του Ναθαναήλ, Δ., τα εξής։ «Η Δ.27 θ.1, δίδει το στίγμα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει και αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία ούτως ώστε κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, η αγωγή να οδηγηθεί σε εκ προοιμίου απόρριψη εάν διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπιση ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα. Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία.». Πράγματι, κατά τον παρόντα χρόνο, το άρθρο 20 του Ν.66(Ι)/12 εξακολουθεί να προβλέπει ότι «
- Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής.». έχοντας τούτο κατά νου και την προμνησθείσα απόφαση του Έντιμου κ. Ναθαναήλ, κρίνω ότι δεν είναι κατάλληλο να αποφανθώ επί του προδικαστικού νομικού σημείου που δικογραφείται στην Ε/Υ, τώρα, δηλαδή ενόσω επιλαμβάνομαι της αίτησης γα συνοπτική απόφαση. Ο Εναγόμενος, ως διάδικος που επιθυμεί να εγείρει την εν λόγω προδικαστική ένσταση, είναι δίκαιο να έχει την ευκαιρία να προωθήσει τη θέση του, η οποία ενδέχεται να είναι καταλυτική για την τύχη της αγωγής, εν μέρει τουλάχιστον, και δέον όπως αυτός λάβει το κατάλληλο δικονομικό διάβημα, που είναι ό,τι προβλέπεται στη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κατάληξη Υπό το φως όλων των προεκτεθέντων, η αίτηση των Εναγόντων για συνοπτική απόφαση επιτυγχάνει εν μέρει και απορρίπτεται εν μέρει ως εξηγώ ακολούθως։ Εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για τα ποσά που δικογραφούνται στην παρα. 7 της Έκθεσης Απαίτησης σε ό,τι αφορά τα φορολογικά έτη 2016, 2017 και 2018, ήτοι για τα ποσά €2.153,81σ. + €563,02σ. + €639,80σ. = €3.356,63σ. Δίδεται άδεια να προχωρήσει η εκδίκαση της αγωγής στη βάση της ήδη καταχωρηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης (Ε/Υ), προκειμένου να κριθεί το βάσιμο της προδικαστικής ένστασης που δικογραφείται στην παρα. 2 της Ε/Υ αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής είχε παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων σε σχέση με τα τέλη που αξιώνουν για τα φορολογικά έτη 2010 έως
- Τα δικηγορικά έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, κατά το 1/3 αυτών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση. (υπ.).............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Εξηγεί ο συνήγορος των Εναγόντων στη γραπτή του αγόρευση για ποιο λόγο θεωρεί ως αφετηρία την ημερομηνία 1.1.
- Αν και ο Ν. 66(Ι)/12τέθηκε αρχικά σε ισχύ την 1.7.2012, εντούτοις η έναρξη της ισχύος του αναστελλόταν κατ' έτος και αν και προβλεπόταν η ύπαρξη μεταβατικής διάταξης με το άρθρο 26 του Νόμου, ως τροποποιήθηκε και περαιτέρω με τους Ν. 41(Ι)/13, 159(Ι)/13, 190(Ι)/14, εντούτοις και αυτή καταργήθηκε τελικά με το Ν. 207(Ι)/15και προβλέφθηκε στο άρθρο 29 του Νόμου ότι η διάταξη αυτή δεν παραγράφει και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα δίδονται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 26 αναστολή. Η αναστολή έπαψε επομένως να ισχύει από την 1.1.2016, όταν και η νομοθεσία τέθηκε ουσιαστικά σε ισχύ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο