← Κύπρος

Χ' ΠΑΥΛΗ ως Διαχειριστής της περιουσίας της Αποβιώσασας Χ'Παυλή ν. ΣΜΥΡΛΗ, Αρ. Αγωγής: 2258/13, 30/9/2020

Χ' ΠΑΥΛΗ ως Διαχειριστής της περιουσίας της Αποβιώσασας Χ'Παυλή ν. ΣΜΥΡΛΗ, Αρ. Αγωγής: 2258/13, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A411 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2258/13 Μεταξύ: XXXXX Χ' ΠΑΥΛΗ ως Διαχειριστής της περιουσίας της Αποβιώσασας XXXXX Χ'Παυλή, δυνάμει Διατάγματος Διαχείρισης ημερ. 12/12/2008 Ενάγοντα και XXXXX ΣΜΥΡΛΗ Εναγόμενου ---------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Γ. Αγγελίδης με κα Παπαδοπούλου για Π. Αγγελίδη Για εναγόμενο: κ. Π. Μιχαήλ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 08/04/13 και τροποποιήθηκε κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης στις 19/12/19, ο ενάγοντας αξιώνει υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της αποβιώσασας συζύγου του ποσό €27.036,92 το οποίο ισχυρίζεται ότι αφορά σε ενοίκια που ο εναγόμενος όφειλε να καταβάλει στη σύζυγο του κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 2007 - Μαΐου 2009 όταν και κατείχε το «υποστατικό και/ή κατάστημα» της ως ενοικιαστής δυνάμει συμφωνίας ημερ. 01/12/

  1. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα, με την εν λόγω συμφωνία «ο εναγόμενος μαζί με την κ. XXXXX Ιωάννου ενοικίασε το εν λόγω υποστατικό από την αποβιώσασα για περίοδο δύο χρόνων», ότι το υποστατικό «χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο ως κατάστημα πωλήσεως ειδών ένδυσης και αποτελούσε την επαγγελματική του στέγη» και ότι ο τελευταίος το εγκατέλειψε στις 12/05/09 και μετά που έλαβε σχετική επιστολή από τους δικηγόρους του ενάγοντα στις 28/04/09 η οποία επιδόθηκε στην υπάλληλο του, XXXXX Ιωάννου. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος παραδέχεται τον δικογραφημένο ισχυρισμό του ενάγοντα ότι αυτός, ο εναγόμενος δηλαδή, «μαζί με την κ. XXXXX Ιωάννου ενοικίασε το εν λόγω υποστατικό από την αποβιώσασα για περίοδο δύο χρόνων.» δυνάμει γραπτής συμφωνίας για το μηνιαίο ενοίκιο των €1.555, ισχυρίζεται όμως ότι η συμφωνία αυτή έγινε στις 30/11/05 και όχι την 01/12/05 που ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Παραδέχεται επίσης ο εναγόμενος ότι «το υποστατικό χρησιμοποιείτο από τον εναγόμενο ως κατάστημα πωλήσεως ειδών ένδυσης και αποτελούσε την επαγγελματική του στέγη» καθώς και ότι όντως αυτός προσωπικά οφείλει να καταβάλει προς τον ενάγοντα ενοίκια σε σχέση με την επίδικη περίοδο, όχι όμως ολόκληρο το ποσό που ο τελευταίος αξιώνει. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος «παραδέχεται ότι οφείλει ναι μεν κάποια ενοίκια αλλά αυτά δεν ξεπερνούν τις €15.000 καθότι το ένα δεύτερο (½) των ενοικίων οφείλετο από την XXXXX Ιωάννου το κατάστημα της οποίας ήταν ξεχωριστό και συστεγαζόταν με το δικό του. Γι' αυτό ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα οφειλόμενα από αυτόν ενοίκια είναι το ½ των €27.036,92 ήτοι €13.518,46 και δηλώνει πρόθυμος να δεχτεί απόφαση εναντίον του για το ποσό αυτό». Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια την δικογραφημένη εκδοχή του εναγόμενου, η οποία εκδοχή, να σημειωθεί, περιλαμβάνει και ανταπαίτηση ύψους €14.000 λόγω κατ' ισχυρισμό παράνομης εκδίωξης του από το επίμαχο υποστατικό. «Ο εναγόμενος απορρίπτει ανεπιφύλακτα το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης και δηλώνει ότι μετά την λήξη και/ή τερματισμό της πρώτης συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ τους συνήφθει νέα προφορική συμφωνία ενοικίασης μεταξύ τους και η οποία δεν τερματίστηκε με την επιστολή ημερομηνίας 9/4/2009 και ούτε επιδόθηκε στην XXXXX Ιωάννου και/ή στην XXXXX Ιωάννου ως υπάλληλο του εναγόμενου στις 28/4/2009 διότι η τελευταία κατά το χρόνο της ισχυριζόμενης επίδοσης είχε το δικό της ξεχωριστό κατάστημα το οποίο συστεγαζόταν με το κατάστημα του εναγόμενου και/ή εν πάση περιπτώσει δεν εργαζόταν ως υπάλληλος του αλλά ως συνεργάτης και/ή άλλως πως. Ο εναγόμενος απορρίπτει ανεπιφύλακτα ως ασύστολο ψέμα τον ισχυρισμό του ενάγοντα στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης ότι δήθεν εγκατέλειψε το επίδικο υποστατικό στις 12/5/2009 και δηλώνει με πάσα ειλικρίνεια ότι αυτό που έγινε ήτο ότι ο ενάγοντας εισήλθε εντελώς αυθαίρετα, απροειδοποίητα και παράνομα στο ενοικιασθέν υποστατικό και άλλαξε τις κλειδαριές με σκοπό να εμποδίσει την είσοδο σ'αυτό του εναγόμενου πράγμα που πέτυχε. Από την παράνομη ενέργεια του ενάγοντα ο εναγόμενος υπέστει ζημιές πέραν των €14.000 οι οποίες αφορούν έξοδα διαμόρφωσης, έπιπλα, ράφια και διάφορα άλλα αντικείμενα στο χώρο του υποστατικού καθώς και εμπορεύματα τα οποία εβρίσκοντο εντός αυτού και τα οποία ο ενάγοντας κατακράτησε και/ή αρνήθηκε να παραδώσει γι' αυτό και ο εναγόμενος αξιώνει το ποσό αυτό ανταπαιτητικώς. Τα μόνα εμπορεύματα που κατάφερε να πάρει ο εναγόμενος μετά την πιο πάνω αναφερθείσα παράνομη ενέργεια του ενάγοντα ήταν αυτά που βρίσκονταν στην αποθήκη και τα παρέδωσε στον Ερυθρό Σταυρό για βοήθεια ανθρώπων που τα είχαν ανάγκη αφού πλέον η επιχείρηση του είχε κλείσει Ο εναγόμενος αρνείται ανεπιφύλακτα το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της Έκθεσης Απαίτησης περί οφειλής ενοικίου € 27.036,92 για την περίοδο Δεκεμβρίου του 2007 μέχρι τον Μάιο του 2009 και επαναλαμβάνει ως απάντηση τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 7 ανωτέρω. Επιπρόσθετα ο ενάγοντας σκοπίμως παραλείπει στους υπολογισμούς του για τα δήθεν οφειλόμενα ενοίκια το ποσό των Λ. Κ. 800 ήτοι €1368 που κατέβαλε ο εναγόμενος και η XXXXX Ιωάννου ως ντεπόζιτο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 30/11/2005 και το οποίο θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί αφού το οφειλόμενο ενοικιασθέν υποστατικό δεν έχει υποστεί ζημίες και ούτε αξιώνει τέτοιες ο ενάγοντας.» Με την απάντηση του ο ενάγοντας απορρίπτει τους ανωτέρω ισχυρισμούς του εναγόμενου περί χωριστής ευθύνης του ιδίου και της Ιωάννου σε σχέση με την πληρωμή του ενοικίου λόγω συστέγασης τους στο υποστατικό και περί σύναψης «νέας προφορικής συμφωνίας» μετά η λήξη της πρώτης συμφωνίας ενοικίασης και ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος κωλύεται από του να αμφισβητεί την υποχρέωση του να καταβάλει προσωπικά ολόκληρο το αξιούμενο ποσό «.αφού ο ίδιος προσωπικά και/ή μέσω της εταιρεία του S.M.Baby Shape Ltd (ΗΕ 164305) κατέβαλε όλα τα καταβληθέντα μέχρι σήμερα ενοίκια, ήτοι μέχρι το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007.». Ισχυρίζεται επίσης ο ενάγοντας ότι η XXXXX Ιωάννου είχε εργοδοτηθεί από τον εναγόμενο και/ή την εταιρεία του ως υπάλληλος από το Δεκέμβρη 2007 και ότι κατείχε αυτή την ιδιότητα μέχρι και τα μέσα Μαΐου 2009 που ο εναγόμενος εγκατέλειψε το υποστατικό. Όσον αφορά δε τους ισχυρισμούς του εναγόμενου περί πρόκλησης σε αυτόν ζημιών συνεπεία κατ' ισχυρισμό παράνομης έξωσης του από το υποστατικό, ο ενάγοντας απορρίπτει τους εν λόγω ισχυρισμούς ως αναληθείς και αβάσιμους και καλεί τον πρώτο σε αυστηρή απόδειξη τους. Κατά την ακρόαση μαρτυρία έδωσαν εκ μέρους του ενάγοντα ο ίδιος ως ΜΕ1 και η XXXXX Γιαννάκη, επιθεωρήτρια Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως ΜΕ2 ενώ από πλευράς εναγόμενου μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος. Στο σύνολο τους δε, κατατέθηκαν οκτώ τεκμήρια και πέραν των όσων προκύπτουν από τα δικόγραφα να συνιστούν παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των μερών, δηλώθηκε επίσης ως μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος ήταν διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας S.M.Baby Shape Ltd και ότι ο αδελφός του ήταν επίσης μέτοχος στην εν λόγω εταιρεία. Κατά τη μαρτυρία του ο ενάγοντας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) και κατέθεσε μεταξύ άλλων συμφωνία ενοικίασης που υπεγράφη στις 30/11/05 μεταξύ της συζύγου του ως «ιδιοκτήτη» και του εναγόμενου και της Μ. Ιωάννου ως «ενοικιαστή» (Τεκ.1) καθώς και αντίγραφα αποδείξεων πληρωμής ενοικίων που εκδόθηκαν μεταξύ 08/03/08 - 28/06/08 στο όνομα της εταιρείας S.M.Baby Shape Ltd (Τεκ.2). Η εκδοχή του μάρτυρα αναφορικά με τις συνθήκες που περιέβαλλαν την επίδικη ενοικίαση μέχρι και τον τερματισμό της και την ανάκτηση του υποστατικού το Μαίο 2009 ήταν η ακόλουθη: «Στις 30/11 /2005 υπεγράφη συμφωνία ενοικιάσεως του επίδικου υποστατικού μεταξύ της XXXXX X' Παυλή ως ιδιοκτήτρια και των XXXXX Σμυρλή - Εναγόμενου και XXXXX Ιωάννου ως ενοικιαστές. Ο Εναγόμενος και η XXXXX Ιωάννου διατηρούσαν ξεχωριστά καταστήματα τα οποία πωλούσαν είδη ένδυσης και το επίδικο υποστατικό ήταν ιδανικό για σκοπούς εκμετάλλευσης επαγγελματικής στέγης δύο καταστημάτων συστεγαζόμενων. Για αυτό τον λόγο ως ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού υπόγραψαν και τα δύο αυτά πρόσωπα. Ακολούθως και κατά ή περί την λήξη της επίδικης συμφωνίας ενοικιάσεως ήτοι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του έτους 2007, η XXXXX Ιωάννου κατέστη υπάλληλος του Εναγόμενου πωλώντας τα εμπορεύματα της μέσω του καταστήματος αυτού, αφού αυτός διατήρησε την κυριότητα και διαχείριση του εν λόγω καταστήματος. Ενόψει του εν λόγω γεγονότος επήλθε προφορική συνεννόηση με την XXXXX X' Παυλή - ιδιοκτήτρια και του Εναγόμενου για συνέχιση της επίδικης συμφωνίας ενοικιάσεως ημερομηνίας 30/11/2005 μεταξύ τους και με τους ίδιους όρους, δηλαδή με την μόνη διαφοροποίηση ότι ο Εναγόμενος είχε λάβει εξολοκλήρου την ευθύνη αποπληρωμής των ενοικίων και γενικότερα είχε λάβει εξολοκλήρου όλες τις ευθύνες και δικαιώματα του ενοικιαστή του επίδικου υποστατικού. Ούτως ή άλλως την ευθύνη αποπληρωμής του ενοικίου είχε και προηγουμένως ο Εναγόμενος ο οποίος κατέβαλλε ο ίδιος αποκλειστικά τα ενοίκια στην ιδιοκτήτρια, χωρίς να γνωρίζω ή να μπορώ να γνωρίζω τί είδους συμφωνία και εάν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία με την XXXXX Ιωάννου για να πληρώνει στον Εναγόμενο μέρος του ενοικίου ή όχι. Το τελευταίο ενοίκιο που πληρώθηκε αναφορικά με το επίδικο υποστατικό ήταν για τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2007, ως εμφαίνεται και από το βιβλιάριο αποδείξεων. Σημειωτέο ότι οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα της Εταιρείας S.M. BABY SHAPE LIMITED (HE 164305) κατόπιν εντολής του Εναγόμενου, της οποίας Εταιρείας Διευθυντής και μέτοχος είναι ο Εναγόμενος. Ως εκ τούτου είναι εμφανές ότι όλα τα καταβλητέα ενοίκια πληρώθηκαν από τον Εναγόμενο και δεν γνωρίζω ούτε μπορώ να γνωρίζω τί είδους συμφωνία και εάν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία με την XXXXX Ιωάννου για να πληρώνει στον Εναγόμενο μέρος του ενοικίου. Ακολούθως ως προανέφερα κατά ή περί την λήξη της επίδικης συμφωνίας ενοικιάσεως, ήτοι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του έτους 2007, η XXXXX Ιωάννου κατέστη υπάλληλος του Εναγόμενου και ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει μέχρι σήμερα τα οφειλόμενα ενοίκια των μηνών Δεκέμβριο του έτους 2007 μέχρι Μάιο του έτους 2009 (συμπεριλαμβανομένων) και συγκεκριμένα μέχρι 12/05/2009 οπόταν και εγκατέλειψε το επίδικο υποστατικό. Τα οφειλόμενα ενοίκια ανέρχονται στο ποσό των €27.036,92 Ευρώ (€1555 μηνιαίο ενοίκιο X 17 μήνες = €26,435 Ευρώ και επιπλέον ενοίκιο για 12 μέρες του μήνα Μαΐου του έτους 2009 -> €1555 μηνιαίο ενοίκιο ¸ 31 μέρες = €50,16 ενοίκιο ημερησίως X 12 μέρες= €601,92 Ευρώ δηλαδή σύνολο €27.036,92 Ευρώ).» Αντεξεταζόμενος ως προς τον τρόπο με τον οποίο καταβαλλόταν το συμφωνηθέν ενοίκιο από τους εναγόμενο και Ιωάννου, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το επίμαχο υποστατικό ενοικιάστηκε ως ένας ενιαίος χώρος σε αμφότερους τους τελευταίους ώστε να συστεγάσουν τις ξεχωριστές τους επιχειρήσεις και να πωλούν ο καθένας τα δικά του εμπορεύματα χωρίς ποτέ όμως αυτοί, εναγόμενος και Ιωάννου δηλαδή, να θέσουν επί τόπου οποιαδήποτε όρια της κάθε επιχείρησης. Το ενοίκιο δε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, κατά τ' αρχικά στάδια της ενοικίασης μοιραζόταν, ενόψει της συστέγασης, εξ' ημισείας μεταξύ του εναγόμενου και της Ιωάννου, στους οποίους και εκδίδονταν ξεχωριστές αποδείξεις για το μερίδιο του ενοικίου που τους αναλογούσε - «Στη XXXXX Ιωάννου το μισό ενοίκιο και το άλλο μισό στον XXXXX Σμιρλή». Στη συνέχεια όμως, ανέφερε ο μάρτυρας, οι εναγόμενος και Ιωάννου ζήτησαν όπως οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα της εταιρείας του εναγόμενου και έτσι ήταν η πρακτική που ακολουθήθηκε μέχρι που η ενοικίαση έληξε περί το Δεκέμβρη 2007 (Τεκ.2). Τότε, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, έγινε μία συνάντηση μεταξύ της συζύγου του και της Ιωάννου όπου η τελευταία ανέφερε στην πρώτη ότι είχε πλέον εργοδοτηθεί από την εταιρεία του εναγόμενου - «Ήταν η κουβέντα από τη γυναίκα μου και τη XXXXX Ιωάννου, η οποία έγινε υπάλληλος του Σμιρλή». Αν και στην «κουβέντα» αυτή ο μάρτυρας δεν ήταν παρών, υποθέτει ότι σε αυτή συμμετείχε και ο εναγόμενος και επικαλούμενος τα όσα του μετέφερε αργότερα η σύζυγος του και η Ιωάννου, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια αυτής της συνάντησης επήλθε συνεννόηση με τη σύζυγο του όπως συνεχίσει μεν η ενοικίαση αλλά με τον εναγόμενο πλέον ως τον αποκλειστικό ενοικιαστή του. Σημειώνω εδώ ότι κατά την μαρτυρία του ο ενάγοντας ανέφερε ότι από τις 16/05/09, ήτοι μετά που ο εναγόμενος εγκατέλειψε το υποστατικό, αυτό ενοικιάστηκε δυνάμει γραπτής συμφωνίας σε εταιρεία συμφερόντων μεταξύ άλλων και της Μ. Ιωάννου (Τεκ.4), την οποία ο μάρτυρας επικαλέστηκε αρκετές φορές κατά τη μαρτυρία του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιβάλλουν την ανταπαίτηση του εναγόμενου, ο μάρτυρας απέρριψε τα όσα του αποδίδονται περί παράνομης εισόδου στο υποστατικό και αλλαγής των κλειδαριών καθώς επίσης και τα περί κατακράτησης και καταστροφής περιουσίας που ανήκε στον εναγόμενο, ισχυριζόμενος ότι: «Λίγες μέρες μετά την παραλαβή επίσης επιστολής ημερομηνίας 09/04/2 ο Εναγόμενος εγκατέλειψε το επίδικο υποστατικό κατά ή περί επίσης 12/05/2009 και μετέφερε τα εμπορεύματα του που υπήρχαν εντός αυτού σε άλλο χώρο στην Κοκκινοτριμιθιά. Συγκεκριμένα για την εγκατάλειψη και αποχώρηση του Εναγόμενου ενημερώθηκα από την υπάλληλο αυτού XXXXX Ιωάννου η οποία με ενημέρωσε ότι ο Εναγόμενος φόρτωσε και μετέφερε τρία φορτηγά εμπορεύματα και εγκατέλειψε το επίδικο υποστατικό. Ακολούθως εγώ μετέβηκα στο επίδικο υποστατικό διαπιστώνοντας ο επίσης ότι δεν υπήρχαν τα εμπορεύματα και αντικείμενα του Εναγόμενου παρά μόνο κάτι έπιπλα τα οποία ήταν εμφανές ότι δεν είχαν καμία αξία οπόταν και για αυτόν τον λόγο δεν τα μετέφερε επίσης τα υπόλοιπα. Ακολούθως τηλεφώνησα στον Εναγόμενο και του είπα να έρθει να παραλάβει και τα εν λόγω αντικείμενα που άφησε πίσω και επίσης μου καταβάλει άμεσα τα οφειλόμενα ενοίκια και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι αναφορικά με τα εν λόγω αντικείμενα μου απάντησε 'δώστα στα μαυρούθκια'. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ψευδώς στην Υπεράσπιση του ότι έχει υποστεί ζημιές ύψους €14.000 Ευρώ που αφορούν έξοδα διαμόρφωσης του επίδικου υποστατικού καθώς και εμπορεύματα τα οποία ισχυρίζεται ότι κατακράτησα αφού υποτίθεται άλλαξα επίσης κλειδαριές του επίδικου υποστατικού. Εγώ ουδέποτε άλλαξα επίσης κλειδαριές του υποστατικού επίσης αναφέρει ο Εναγόμενος ψευδώς στην Υπεράσπιση του και ουδέποτε απαγόρευσα στον Εναγόμενο από το να παραλάβει οποιοδήποτε αντικείμενο που του ανήκε από το επίδικο υποστατικό. Επίσης αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι υπέστη έξοδα διαμόρφωσης του επίδικου υποστατικού αναφέρω ότι στην επίδικη συμφωνία ενοικίασης και συγκεκριμένα στον όρο 9 επίσης αναγράφεται ρητά ότι ο ενοικιαστής δεν δικαιούται να προβαίνει σε οποιαδήποτε μετατροπή ή προσθήκη στο κατάστημα χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και ότι κάθε προσθήκη, εγκατάσταση ή μετατροπή θα ανήκει στον ιδιοκτήτη. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Εναγόμενου αποτελούν ξεκάθαρα εκ των υστέρων σκέψεις για να μην καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια τα οποία οφείλει για περίοδο πέραν των δέκα ετών!! Επίσης καθίσταται εύλογο απορίας αφού ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι του κατακράτησα εμπορεύματα αξίας τόσων χιλιάδων Ευρώ τότε γιατί δεν κινήθηκε νομικά εναντίον μου τόσα χρόνια για να του τα επιστρέψω, γιατί δεν απέστειλε έστω μία επιστολή διεκδικώντας αυτά που υποτίθεται του ανήκουν και απλά καταχώρησε Ανταπαίτηση στην παρούσα Αγωγή.» Διερωτήθηκε δε ο μάρτυρας πώς γίνεται ο εναγόμενος να ισχυρίζεται ότι τα αντικείμενα και τα έπιπλα που παρέμειναν στο κατάστημα ήταν αξίας και δη της σημαντικής αξίας που ο τελευταίος ισχυρίζεται αλλά παρά ταύτα να μην επιχείρησε ποτέ μετά που εγκατέλειψε το υποστατικό να τα ανακτήσει. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι ο λόγος που ο εναγόμενος δεν ζήτησε ποτέ να του επιστραφούν τα κατ' ισχυρισμό αντικείμενα του που παρέμειναν στο υποστατικό ήταν διότι ένιωθε ότι η ένταση που είχε δημιουργηθεί δεν επέτρεπε να γίνει κάτι τέτοιο, υποβολή την οποία ο μάρτυρας απέρριψε επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι πρόκειται για εκ των υστέρων αβάσιμους ισχυρισμούς του εναγόμενου - «10 χρόνια ήταν η επίπλωση μέσα στο κατάστημα, στα αζήτητα, ούτε με επιστολή, ούτε με τηλέφωνο. Ούτε με καμία προσωπική επαφή φίλε μου, θέλω τα. Πάρτα και εγώ λέω αν δεν έρτει να μου πει, θα τα πετάξω, ούτε για καυσόξυλα δεν κάμνουν. Εφόσον είχε αξία να έρτει να τα πάρετε, να τα πιάσετε, ό, τι ώρα θέλετε, δεν έχω πρόβλημα. Είπα όσα δεν ήταν καλά, τα κατέβασα. Όσα δεν ξυλώνουνταν όπως ήταν και κόπηκαν κομμάτια, πετάχτηκαν...Αν εσείς πιστεύετε ότι εκείνα τα οποία παρέμειναν είχαν αξία ή υπεραξία όπως πιστεύετε, θα έβγαινε να χτυπήσει, που λες ότι ισχυρίζεσαι ότι άλλαξα κλειδαριές και να μου πει άνθρωπε μου τα θέλω, ρωτήστε τον ήρτε, τηλεφώνησε, έστειλε επιστολή μέσω δικηγόρου να πει θέλε να έρτω να τα πιάσω; Άρα ήταν σκουπίδια για εμένα». Τέλος, αντεξεταζόμενος ως προς το ποσό του «ντεποζίτου» που είναι αποδεκτό ότι είχε καταβληθεί κατά την αρχή της ενοικίασης ήτοι το ποσό των 800 Λ.Κ. (€1.368), ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν του ζητήθηκε ποτέ από τον οποιονδήποτε να επιστρέψει το εν λόγω ποσό και ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα όπως το ποσό αυτό αφαιρεθεί από το αξιούμενο ποσό. Ως δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα κλήθηκε να καταθέσει η επιθεωρήτρια των Κοινωνικών Ασφαλίσεων Γ. Γιαννάκη η οποία κατά την μαρτυρία της, μαρτυρία η οποία να σημειωθεί δεν αμφισβητήθηκε, ανέφερε ότι τα αρχεία του τμήματος της φέρουν την Μ. Ιωάννου να ήταν δηλωμένη ως μισθωτή εργοδοτούμενη της εταιρείας του εναγόμενου για την περίοδο 01/03/07 - 31/12/
  2. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού, η μάρτυς κατέθεσε σχετικά εσωτερικά έγγραφα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκαν (Τεκ.5). Στην αντιπέρα όχθη ο εναγόμενος, ο οποίος υιοθέτησε και αυτός ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β), επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του περί ενοικίασης του υποστατικού μαζί με την Ιωάννου το Δεκέμβρη 2005 και την σύναψη νέας προφορικής συμφωνίας το 2007 με τους ίδιους ενοικιαστές και όρους. Ισχυρίστηκε δε ότι ενεπλάκηκε στην επίδικη ενοικίαση μετά που του το ζήτησε ο αδελφός του και η Ιωάννου οι οποίοι ήταν ουσιαστικά και τα πρόσωπα που θα διαχειρίζονταν την επιχείρηση. Επανέλαβε επίσης ο εναγόμενος και την παραδοχή του ότι όντως ότι οφείλει να καταβάλει στην πλευρά του ενάγοντα ενοίκια που αφορούν στην επίδική περίοδο, ισχυρίστηκε όμως ότι η ευθύνη του αυτή αφορά μόνο στο ½ του αξιούμενου ποσού ως αναφέρεται και στην υπεράσπιση του. Αντεξεταζόμενος επί των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο εναγόμενος ανέφερε τα εξής: «(Λέεις ότι έκανες μετά από την παρέλευση δύο χρόνων μίαν προφορική συμφωνία) . Προφορική συμφωνία έκανε η XXXXX, ο αδελφός μου και μιλήσαμε μαζί. Έκαναν τη συμφωνία τα δύο άτομα των οποίων είπα εντάξει.Το μαγαζί ήταν για δύο χρόνια ενοικίαση και μετά αποφάσισαν να ανανεώσουν συμβόλαιο προφορικό και εμένα μου τη μετέφεραν και είπα ok.(για ποιον λόγο έγινε υπάλληλός σου η κυρία XXXXX Ιωάννου, για ποιον λόγο πλήρωνες εσύ το ενοίκιο αφού ήταν μαζί πάλι όπως μας λέεις εσύ;).Μάλιστα. Για να μην φύγει η XXXXX από το κατάστημα που είχε πρόβλημα οικονομικό, ήταν στο ΚΑΠ. Εγώ σαν βλάκας, να πω την κουβέντα αυτήν, είπα να βοηθήσω να μείνει στο κατάστημα, να συνεχίσει εκεί μαζί με τον αδελφό μου και βλέπουμε στην πορεία. Στο τέλος του χρόνου να δούμε τι θα γίνονταν οι εταιρείες που οι εταιρείες μεταφέρθηκαν στην εταιρεία της SMS. Για να κάνω μίαν καλή πράξη να πω; Δεν θα το θέσουμε έτσι. Να βοηθήσουμε.Δεν πήγαινα στο μαγαζί. Έκανα ό,τι έκανα στο μαγαζί. Μιλήσαμε μαζί με τον κύριο Χ" Παυλή πάνω στα σκαλιά, πάνω στο αστείο είπα εγώ «όχι να με εκθέσετε» και από εκεί και πέρα έστησα το μαγαζί, έκανα ορισμένες εκκρεμότητες μέσα. Εντάξει, τι να πω;.Πήγα να βοηθήσω δύο ανθρώπους και για τα παιδιά μου δεν έβαλα τα λεφτά μου μόνο τζιαί μόνο για να βοηθήσω. Εν λογικό. Τώρα, η εμπιστοσύνη που έδειξα στους δύο ανθρώπους, του αδελφού μου και της XXXXX, ήρτα εγώ δαμέ και έπρεπε να ήταν έξω συμπαράσταση.Ο κύριος XXXXX γιατί δεν με πήρε ένα τηλέφωνο στους δύο μήνες να μου πει XXXXX, χρωστάτε μου ενοίκια και θα κλειδώσω το πατάρι; Όφειλα εγώ να πάω. Όταν έμαθα ότι ήταν τούτο το ποσό η κόρη του κύριου XXXXX ήταν κοντά όταν πήγα στο μαγαζί, που λέει ο λόγος έρχεται η φάση να κάνεις. Ήταν ο αδελφός μου, η XXXXX και η κόρη του κύριου Χ" Παυλή η XXXXX. Τσακώθηκα με τον αδελφό μου, είπαμε κουβέντες. Το λοιπόν, έφυγα. Η XXXXX είπε τα σίγουρα του κύριου XXXXX, άφηκε τον άνθρωπο. Εν εμένα που εν XXXXX εβούραν. Συζητήσαμε.Ενοικιάστηκε άλλο 6 μήνες και δεν πήρα τα έπιπλα. Γιατί να μην τα πάρω και να έρτω δαμέ και να μου πει ο κύριος Χ" Παυλής χρωστάς μου τόσα; Για ποιον λόγο, εμένα εν τούτη η απορία μου. Γιατί δεν συνέχισε η γυναίκα που είχε ένα μερίδιο στα ενοίκια, άσχετο που εν φαίνεται το όνομά της και είμαι εγώ δαμέ;» Αναφορικά με την ανταπαίτηση που εγείρει εναντίον του ενάγοντα, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι περί τον Μάιο 2009 ο πρώτος εισήλθε εντελώς αυθαίρετα, απροειδοποίητα και παράνομα στο υποστατικό και άλλαξε τις κλειδαριές ώστε να τον εμποδίσει από του να εισέλθει στο κατάστημα. Εντός του υποστατικού, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, είχαν τότε παραμείνει εμπορεύματα του αξίας €50.000, επιπλώσεις και εξοπλισμός του αξίας €20.000 ενώ είχε ήδη προβεί σε διακοσμήσεις και επιδιορθώσεις στο υποστατικό αξίας €9.
  3. Αν και στο τέλος κατάφερε, ως ισχυρίστηκε, να ανακτήσει κάποια από τα εμπορεύματα και αντικείμενα που βρίσκονταν στο κατάστημα, εντούτοις σημαντικό μέρος των εμπορευμάτων, της επίπλωσης και του εξοπλισμού που παρέμειναν εκεί, τα οποία αντικείμενα του ανήκαν και η αξία των οποίων ξεπερνά τις €14.000, έχουν κατακρατηθεί από τον ενάγοντα και μέχρι σήμερα δεν του έχουν επιστραφεί. Παρά τις προσπάθειες του, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, δεν έχει εντοπίσει στα αρχεία του οποιαδήποτε απόδειξη που να καταδεικνύει την αξία των αντικειμένων που έχουν κατακρατηθεί από τον ενάγοντα, έχει όμως εντοπίσει αντίγραφα των ασφαλιστηρίων εγγράφων που είχαν εκδοθεί προς ασφάλιση του περιεχομένου του υποστατικού από πυρκαγιά για την περίοδο Φεβρουαρίου 2007 - Φεβρουάριο 2008 (Τεκ.6), από τα οποία φαίνεται ότι στο υποστατικό υπήρχε εμπόρευμα αξίας €70.000, επιπλώσεις και εξοπλισμός αξίας €4000, «βελτιώσεις κτιρίου» αξίας €4000 και γυαλιά αξίας €
  4. Κατέθεσε επίσης ο εναγόμενος προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι στο υποστατικό δεν είχαν παραμείνει «παλιοπράματα» ως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, ευχαριστήρια επιστολή από τον Ερυθρό Σταυρό ημερ. 07/12/09 σε σχέση με τη δωρεά που τους έκαμε των ενδυμάτων που είχε καταφέρει να ανακτήσει από το υποστατικό (Τεκ.7) καθώς και φωτογραφίες του εσωτερικού του υποστατικού που λήφθηκαν από τα γυρίσματα συγκεκριμένης τηλεοπτικής σειράς που έλαβε χώρα εκεί κατά την επίδικη ενοικίαση. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιες τις θέσεις που πρόβαλε ο εναγόμενος αντεξεταζόμενος επί των πιο πάνω ισχυρισμών του. «Όχι, δεν κατάφερα να πιάσω τα πράγματά μου που μέσα, να φύω σκαστός, να το βάλουμε έτσι, το οποίο με πέταξαν έξω και συνεχίστηκε το μαγαζί με δικά μου ρούχα πάνω το οποίο πήγα, έπιασα τα από την αποθήκη γιατί τα μάζεψαν οι ίδιοι με ένα ημιφορτηγό και έφυγα. Οι κλειδαριές ήταν ήδη αλλαγμένες γιατί το μαγαζί δούλευε κανονικά, γιατί η κυρία XXXXX έφερε εμπόρευμα δικό της, έβαλε τα στα ράφια που δεν μπορώ να πω αν είχα εμπόρευμα δικό μου γιατί δεν το ξεχώριζα.Εγώ πήγα απόγευμα μαζί με τη γυναίκα μου, έτσι να μπω στο μαγαζί, να δω το μαγαζί, για να δω πώς μπορώ να μαζέψω τα πράγματα. Έβαλα το κλειδί πάνω και η κλειδαριά ήταν αλλαγμένη. Πήρα τηλέφωνο, δεν μου απάντησαν και μετά έμαθα από τον αδελφό μου ότι άλλαξε την κλειδαριά η XXXXX. Μετά μαθαίνω ότι ήταν με την εντολή της XXXXX και του κύριου Χ" Παυλή και έστειλε ο Χ" Παυλής άτομο και άλλαξε την κλειδαριά. Κάπως έτσι τα άκουσα και εγώ μετά.Ήταν σημαντικό για τον λόγο ότι δεν κάναμε ας πούμε να δουλέψουμε σωστά, να μπω εγώ σαν κύριος. Εντάξει, είχα ένα οφειλόμενο ποσό του κύριου XXXXX, να μπω μέσα να πάρω τα πράγματά μου. Αν δεν ήμουν κύριος μετά, γιατί εγώ όταν πήρα τα ρούχα τα πήρα σπίτι και έκανα μια καταγραφή. Το μόνο που δεν κατάφερα να αποδείξω ότι είχα κάποιας αξίας. Το μπλοκ που μου υπόγραψε η κοπέλα στον Ερυθρό Σταυρό δεν κατάφερα να το βρω εκείνο το συγκεκριμένο, μόνο και μόνο να δω τι ρούχα πήρα στον Ερυθρό Σταυρό. Τα πήραμε με έναν φίλο μου σε ένα πιο μεγάλο αυτοκίνητο, τα κατεβάσαμε, με ευχαρίστησαν οι άνθρωποι για τη βοήθεια και μου έστειλαν ένα ευχαριστήριο και πήγαμε στο καλό. Εμένα οι κινήσεις μου αν κατάφερνα να πάρω και τα έπιπλα κάτι μπορούσα να κάνω. Δηλαδή πιο μετά ή να πάρω τα ρούχα να τα βάλω κάτω, να κάνω ένα μαγαζί, να κινηθώ, να μεν πάνε χαμένοι οι κόποι μου.Η ζημιά, τα έπιπλα να κάνεις ένα μεγάλο μαγαζί, να επιπλώσεις ένα μεγάλο μαγαζί. Δεν έχω τις αποδείξεις. Εγώ ασχολήθηκα με μεροκάματα. Στοιχίζει γύρω στις 20, 25,
  5. Δεν ήταν μικρό μαγαζί. Ακριβώς πόσα. Γιατί ασχολήθηκα σιγά - σιγά. Μετά πάνω έκανα το σέντε, πατάρι, τα έκανα σιγά σιγά, έκανα τις αλλαγές μου μέσα, τα πογιατίσματα. ..Είχα ιδέα για τα αντικείμενα που ασχολούμουν εγώ, τα έπιπλα που ήταν η ιδέα μου. Τα πογιατίσματα, η κουζίνα που έκανα πάνω στο πατάρι, τα ραμποτέ για τα οποία δεν είχα κάποιαν απόδειξη και έβαλλα ένα ποσό γιατί δεν ήξερα. Όταν βρήκα τις φωτογραφίες στις οποίες φωτογραφίες φαίνεται πώς είναι το μαγαζί, τι υπήρχε μέσα και σου λέω, δεν σου λέω ένα ποσό, το σίγουρο σου λέω 20 χιλιάδες ας πούμε, μπορεί να είναι και 30 και
  6. Δεν είναι ένα μαγαζί τεραστίων διαστάσεων.Αν έπιανα εγώ τα πράγματά μου που μέσα τζιαί έφευγα.Να τα ξηλώσω, να επαναφέρω το κατάστημα όπως ήταν, όχι να μου πει, έπιασε έβγαλε με τρυπούλες. Κατέστρεψαν τους τοίχους χωρίς λόγο. Εμένα ήταν η δουλειά μου να το ξηλώσω, να φύγω και να επαναφέρω το κατάστημα αν μπορούσα να το επαναφέρω γιατί υπήρχε ψυχρότητα. Γι' αυτό έγιναν τούτα τα πράγματα και πήραν τούτες τις διαστάσεις.Εγώ έκανα τα έπιπλα, στη σκάλα μπήκαν τα ξύλα και ήταν απογιάτιστη. Έκανα την κουζίνα πάνω που δεν υπήρχε κουζινούα, που αποκλείεται να ξήλωσαν την κουζινούα.Τι να σου πω, η κουζίνα εν τζιαμέ. Τα υπόλοιπα τα διέλυσε και τα διέλυσε μετά που 3 4 μήνες πριν ξεκινήσουμε αυτήν τη διαδικασία γιατί περνούσα από την Τσερίου για παράδοση στην εταιρεία μου και ήταν ήδη στημένα. Τελευταίως εξαφανίστηκαν μέσα στο μαγαζί. Μακάρι να είχα στοιχεία, δεν θα συζητούσαμε άσκοπα.Υπήρχαν ορισμένα κιβώτια με ρούχα, το εμπόρευμα το έπιασα από την αποθήκη.και είχε 3 4 κάσιες στο πατάρι όπως το γράψαμε.Εγώ ούτε καν πήγα στο μαγαζί γιατί ήδη ξεκίνησε η κοπέλα να πουλά πράγματα δικά της στο μαγαζί και τα έπιπλα τα δικά μου που έπρεπε να μπω να τα πάρω, τα παλιοέπιπλα όπως αποκαλούνται και έφυγα νοουμένου να επιστρέψω να πάρω και τα έπιπλα, αλλά δεν μπορούσα γιατί ήταν ήδη κατοικημένο το μαγαζί. Δεν μπορούσα να ξεκινήσω να ξηλώνω, ήταν το μαγαζί ενοικιασμένο. Τι έπρεπε να κάνω; Να πάω να ξεκινήσω, να μπω παράνομα να τσακωθώ; Άφησ' τα τζιαμέ. Μακάρι ο κύριος Χ" Παυλή να ενοικιάσει και πιο μετά. Έγιναν τούτα, τελείωσε.» Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος περιορίζομαι να αναφέρω ότι αμφότεροι συνήγοροι υποστήριξαν το αξιόπιστο και βάσιμο της εκδοχής της πλευράς τους έναντι της εκδοχής της άλλης πλευράς, εκδοχή την οποία κάλεσαν το Δικαστήριο όπως την απορρίψει. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επισημαίνω κατ' αρχή ότι αν και κατά την ακρόαση τις δύο πλευρές τις απασχόλησαν διάφορα θέματα, εντούτοις, από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία προκύπτει ότι αρκετά ζητήματα είναι στην ουσία παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα και ως είναι νομολογημένο, η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται άμεσα ή έμμεσα παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση (βλ. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A300, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874). Περαιτέρω δε, από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν κατά την ακρόαση διαφάνηκε ότι και διάφορα άλλα γεγονότα, τα οποία φαίνονταν από τα δικόγραφα να τελούσαν υπό αμφισβήτηση, στην πραγματικότητα συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Παραθέτω συνεπώς τα γεγονότα που προκύπτουν, είτε από τη δικογραφία είτε από τη μαρτυρία να συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Στις 30/11/05 υπεγράφη μεταξύ της αποβιώσασας ως ιδιοκτήτριας του επίμαχου υποστατικού από τη μια και του εναγόμενου και της Μ. Ιωάννου ως ενοικιαστές από την άλλη, γραπτή συμφωνία ενοικίασης του επίμαχου υποστατικού για περίοδο δύο χρόνων, ήτοι μέχρι τον Δεκέμβριο 2007 (Τεκ.1). Αν και η εν λόγω συμφωνία δεν περιείχε οποιαδήποτε πρόνοια για διαχωρισμό της ευθύνης των ενοικιαστών απέναντι στην ιδιοκτήτρια, είτε σε σχέση με την πληρωμή του μηνιαίου ενοικίου των 800 Λ.Κ. είτε σε σχέση με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ως ενοικιαστές, εντούτοις, σύμφωνα με την μαρτυρία που ο ίδιος ο ενάγοντας έδωσε στο Δικαστήριο, η οποία μαρτυρία συνάδει με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, η κοινή αντίληψη όλων των συμβαλλομένων, περιλαμβανομένης και της ιδιοκτήτριας του υποστατικού, ήταν ότι ο εναγόμενος και η Ιωάννου θα μοιράζονταν ουσιαστικά το υποστατικό συστεγάζοντας εκεί τις ξεχωριστές επιχειρήσεις τους και ότι το συμφωνηθέν ενοίκιο θα μοιραζόταν «Στη XXXXX Ιωάννου το μισό ενοίκιο και το άλλο μισό στον XXXXX Σμιρλή» (βλ. μαρτυρία ενάγοντα 31/01/20). Μάλιστα δε, αν και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι από κάποιο σημείο και μετά οι αποδείξεις πληρωμής ενοικίου που εκδίδονταν από πλευράς ιδιοκτήτριας ήταν, κατόπιν παράκλησης της Ιωάννου και του εναγόμενου, στο όνομα της εταιρείας του τελευταίου, κατά τα αρχικά τουλάχιστο στάδια της ενοικίασης, σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα, εκδίδονταν χωριστές αποδείξεις προς τους εναγόμενο και Ιωάννου και συγκεκριμένα αποδείξεις για το 50% του ενοικίου που αναλογούσε στο καθένα τους. Ενάγοντας και εναγόμενος συμφώνησαν κατά την ακρόαση και ως προς το ότι στη λήξη της περιόδου ενοικίασης που συμφωνήθηκε το 2005, ήτοι το Δεκέμβριο 2007, η αποβιώσασα συναντήθηκε με τους εναγόμενο και Ιωάννου και ότι στα πλαίσια αυτής της συνάντησης επήλθε νέα προφορική συμφωνία - συνεννόηση για συνέχιση της ενοικίασης τουλάχιστο από τον εναγόμενο και η οποία ενοικίαση διήρκησε μέχρι και το Μάιο 2009 όταν το υποστατικό ανακτήθηκε από τον ενάγοντα εκ μέρους της ιδιοκτήτριας του. Από τις δικογραφημένες παραδοχές του εναγόμενου και τις παραδοχές στις οποίες προέβη ο ενάγοντας κατά την ακρόαση, προκύπτει ότι, το συνολικό ποσό των ενοικίων που έπρεπε να καταβληθεί για την επίδικη περίοδο, ήτοι την περίοδο Δεκεμβρίου 2007 - Μαΐου 2009 και το οποίο ποσό δεν καταβλήθηκε, ανερχόταν στις €27.036,92, ότι από το 2005, η πλευρά της ιδιοκτήτριας κρατεί ποσό €1.368 (800 Λ.Κ) ως «ντεπόζιτο», το οποίο και δέχεται όπως αφαιρεθεί από τα οφειλόμενα ενοίκια και ότι ο εναγόμενος ευθύνεται να καταβάλει τουλάχιστον το ½ του συνολικού ποσού που δικαιούται η πλευρά του ενάγοντα ως ενοίκια. Επισημαίνω τέλος ότι όσον αφορά το θέμα της εργοδότησης της Ιωάννου στην εταιρεία του εναγόμενου, ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε την επί του προκειμένου μαρτυρία της ΜΕ2 αναφορικά με το ότι η Ιωάννου πρόσωπο εργοδοτήθηκε στην εταιρεία του κατά την περίοδο 01/03/07 - 31/12/
  1. Την εν λόγω μαρτυρία συνεπώς, η οποία υποστηρίχθηκε και με τα σχετικά έγγραφα των Κ.Α., την αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη. Για όλα τα πιο πάνω κάμω ανάλογα ευρήματα. Με παραδεκτό λοιπόν το γεγονός ότι κατά την επίδικη περίοδο ο εναγόμενος κατείχε το επίμαχο υποστατικό ως ενοικιαστής και ότι συνεπεία τούτου υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τουλάχιστο το ½ των παραδεκτά οφειλόμενων ενοικίων, το ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντα είναι το γιατί ο εναγόμενος δεν υποχρεούται να καταβάλει και το υπόλοιπο ½ των ενοικίων. Οι δικογραφημένες θέσεις που προώθησε κατά την ακρόαση ο εναγόμενος ήταν ότι η κοινή αντίληψη όλων των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία που έκαμε με την αποβιώσασα και την Ιωάννου το 2005, ήταν ότι το υποστατικό θα το μοιραζόταν με την Ιωάννου στα πλαίσια συστέγασης των ξεχωριστών τους επιχειρήσεων, ότι ο καθένας τους θα ήταν υπόλογος μόνο για το 50% του ενοικίου και ότι είναι στη βάση αυτής της κοινής συνεννόησης που ενεργούσαν όλα τα συμβαλλόμενα μέρη μέχρι και τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου το Δεκέμβριο του
  2. Όταν η εν λόγω περίοδος έληξε, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του ιδίου, της Ιωάννου και της αποβιώσασας όπου και επετεύχθη νέα προφορική συμφωνία για συνέχιση της ενοικίασης, με τους ίδιους όρους και με τον ίδιο τρόπο που όλοι τότε αντιλαμβάνονταν, ήτοι ότι το υποστατικό θα συνέχισε να ενοικιάζεται από την Ιωάννου και τον εναγόμενο και με τους δύο τους να έχουν χωριστή ευθύνη σε σχέση με την πληρωμή του ενοικίου, περιορισμένη για τον καθένα τους στην καταβολή του μισού ενοικίου. Κατά τον εναγόμενο, αυτό ήταν που συμφωνήθηκε στη συνάντηση που έλαβε χώρα μεταξύ του ιδίου, της Ιωάννου και της αποβιώσασας το Δεκέμβριο 2007 και γι' αυτό είναι που θεωρεί ότι η πλευρά της τελευταίας δεν δικαιολογείται να αξιώνει όπως αυτός της καταβάλει οτιδήποτε πέραν του 50% των οφειλομένων ενοικίων. Στην αντιπέρα όχθη, η ουσία της δικογραφημένης εκδοχής του ενάγοντα ήταν απλή και περιοριζόταν αρχικά στον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος υπέγραψε συμφωνία ενοικίασης του επίμαχου υποστατικού το 2005 μαζί με την Ιωάννου, ότι συνέχισε να κατέχει το υποστατικό ως τέτοιος συμβατικός ενοικιαστής μέχρι το Μάη 2009 και ότι συνεπεία τούτου οφείλει να πληρώσει όλα τα ενοίκια ανεξαρτήτως της ύπαρξης και δεύτερου ενοικιαστή. Με την Απάντηση του (παρ.5), ο ενάγοντας απέρριψε τον δικογραφημένο ισχυρισμό του εναγόμενου ότι η ενοικίαση του υποστατικού κατά τον επίδικο χρόνο Δεκ.07 - Μάη 2009 έγινε στη βάση νέας προφορικής συμφωνίας που συνήφθει με την αποβιώσασα το Δεκέμβρη 2007 λόγω του ότι η περίοδος που προνοούσε η συμφωνία του 2005 είχε λήξει όπως απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι ήταν από το 2005 κοινώς αντιληπτό μεταξύ των αντισυμβαλλομένων ότι εναγόμενος και Ιωάννου θα μοιράζονταν την ευθύνη για την πληρωμή του ενοικίου λόγω του ότι στο υποστατικό συστέγαζαν χωριστές επιχειρήσεις. Ισχυρίστηκε μάλιστα ο ενάγοντας με το δικόγραφο του ότι ο λόγος που ο εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλλει τώρα ως υπεράσπιση τους εν λόγω ισχυρισμούς του είναι διότι «.ο ίδιος προσωπικά και/ή μέσω της εταιρείας του S.M.Baby Shape Ltd (ΗΕ 164305) κατέβαλε όλα τα καταβληθέντα μέχρι σήμερα ενοίκια, ήτοι μέχρι το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007.». Κατά την ακρόαση της υπόθεσης όμως, οι πιο θέσεις του ενάγοντα άλλαξαν εντελώς. Εξηγώ. Κατά πρώτο, αποκλίνοντας από τις δικογραφημένες θέσεις του, ο ενάγοντας έκαμε αποδεχτό με τη μαρτυρία του τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι η περίοδος ενοικίασης που είχε συμφωνηθεί το 2005 είχε λήξει το Δεκέμβριο 2007 και ότι η συνέχιση της ενοικίασης κατά την επίδικη περίοδο ήταν στη βάση μιας νέας προφορικής συμφωνίας που επετεύχθη με την αποβιώσασα στα πλαίσια συνάντησης που η τελευταία είχε τότε με τον εναγόμενο και την Ιωάννου. Μάλιστα δε, από τη μαρτυρία του ενάγοντα επιβεβαιώθηκε σε κάποιο βαθμό και η θέση του εναγόμενου ότι η Ιωάννου είχε όντως ενεργό εμπλοκή στην εν λόγω συμφωνία. Κατά δεύτερο, με τη προφορική του μαρτυρία ο ενάγοντας, όχι μόνο αναίρεσε ρητά τη δικογραφημένη θέση του ότι «.ο ίδιος προσωπικά (ο εναγόμενος) και/ή μέσω της εταιρείας του S.M.Baby Shape Ltd (ΗΕ 164305) κατέβαλε όλα τα καταβληθέντα μέχρι σήμερα ενοίκια.», αλλά επιβεβαίωσε και ως αληθή τη θέση του εναγόμενου ότι πριν τη συμφωνία του Δεκεμβρίου 2007, ήτοι κατά την αμέσως προηγούμενη συμβατική περίοδο ενοικίασης Νοε.2005 - Νοε. 2007, η κοινή αντίληψη και πρακτική όλων των τότε αντισυμβαλλομένων, περιλαμβανομένης και της ιδιοκτήτριας συζύγου του, ήταν ότι οι εναγόμενος και Ιωάννου συστέγαζαν στο υποστατικό δύο ξεχωριστές επιχειρήσεις και ότι ο καθένας τους ευθύνετο για πληρωμή μόνο του μισού ενοικίου. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα, αυτή η κοινή αντίληψη και συνεννόηση όλων των συμβαλλόμενων μερών αποτυπώνετο και αναγνωρίζετο και εγγράφως από πλευράς ιδιοκτήτριας, αφού εκδίδονταν χωριστές αποδείξεις πληρωμής και συγκεκριμένα «Στη XXXXX Ιωάννου (για) το μισό ενοίκιο και (για) το άλλο μισό στον XXXXX Σμιρλή». Επικαλέστηκε βέβαια στην κυρίως εξέταση του ο ενάγοντας το κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο εκδίδετο μόνο μία απόδειξη πληρωμής και αυτή στο όνομα της εταιρείας του εναγόμενου, ώστε να ισχυριστεί ότι «.Ούτως ή άλλως την ευθύνη αποπληρωμής του ενοικίου είχε και προηγουμένως ο Εναγόμενος ο οποίος κατέβαλλε ο ίδιος αποκλειστικά τα ενοίκια στην ιδιοκτήτρια.». Πέραν όμως του ότι τη θέση του αυτή, όπως ανέφερα ανωτέρω, ο ενάγοντας την αναίρεσε κατά την αντεξέταση του, παρατηρώ και το εξής. Σύμφωνα με τις αποδείξεις που ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκ.2 αλλά και τα όσα άλλα σχετικά ανέφερε αντεξεταζόμενος, η αλλαγή που έγινε στο όνομα στο οποίο εκδίδονταν οι αποδείξεις δεν οφείλετο σε κάποια διαφοροποίηση ή αλλαγή στο γεγονός ότι στο υποστατικό διατηρούνταν χωριστές επιχειρήσεις ή σε κάποια αλλαγή στην μέχρι τότε κοινή αντίληψη όλων των εμπλεκόμενων μερών ή ακόμη και στην εργοδότηση της Ιωάννου από την εταιρεία του εναγόμενου που ήταν και το γεγονός που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας ότι αποτέλεσε και τον αποκλειστικό λόγο για τον οποίο στη συνέχεια άλλαξε το καθεστώς της ενοικίασης από το Δεκέμβρη 2007 («.κατά ή περί τον Δεκέμβριο του έτους 2007, η XXXXX Ιωάννου κατέστη υπάλληλος του Εναγόμενου.Ενόψει του εν λόγω γεγονότος επήλθε προφορική συνεννόηση με την.ιδιοκτήτρια και του Εναγόμενου για συνέχιση της επίδικης συμφωνίας ενοικιάσεως.με την μόνη διαφοροποίηση ότι ο Εναγόμενος είχε λάβει εξολοκλήρου την ευθύνη αποπληρωμής των ενοικίων και γενικότερα είχε λάβει εξολοκλήρου όλες τις ευθύνες και δικαιώματα του ενοικιαστή του επίδικου υποστατικού.»). Αντιθέτως, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας, η αλλαγή στις αποδείξεις όχι μόνο δεν έγινε κατ' αποκλειστική εντολή του εναγόμενου, ως ήταν και ο ισχυρισμός που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του ο ενάγοντας, αλλά κατόπιν παράκλησης και της Ιωάννου, αλλά και έγινε κατά την περίοδο που ίσχυε η συμφωνία του 2005, ήτοι προτού η Ιωάννου εργοδοτηθεί στην εταιρεία του εναγόμενου, όταν και σύμφωνα με τον ενάγοντα ήταν ακόμη υπόλογη για το 50% του ενοικίου. Δεν μπορεί συνεπώς υπό αυτές τις συνθήκες να θεωρηθεί ότι η αλλαγή αυτή στις αποδείξεις ενείχε τη σημασία που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας ότι ενείχε και δη ότι καταδείκνυε ότι «.την ευθύνη αποπληρωμής του ενοικίου είχε και προηγουμένως ο Εναγόμενος ο οποίος κατέβαλλε ο ίδιος αποκλειστικά τα ενοίκια στην ιδιοκτήτρια.». Σε κάθε περίπτωση όμως, για να ισχυριστεί ρητά ο ενάγοντας κατά την κυρίως εξέταση του ότι η συμφωνία του Δεκέμβρη του 2007 επέφερε ως «.μόνη διαφοροποίηση» του προηγούμενου καθεστώτος ενοικίασης το ότι πλέον «.ο Εναγόμενος είχε λάβει εξολοκλήρου την ευθύνη αποπληρωμής των ενοικίων και γενικότερα είχε λάβει εξολοκλήρου όλες τις ευθύνες και δικαιώματα του ενοικιαστή του επίδικου υποστατικού.» συνεπάγεται ότι και αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, θεωρούσε ότι το «καθεστώς» της ενοικίασης που ίσχυε ως το Δεκέμβριο 2007 δεν συνίστατο σε αποκλειστικότητα της ενοικίασης από τον εναγόμενο, ούτε και σε «εξολοκλήρου ευθύνη» του τελευταίου να αποπληρώνει τα ενοίκια, ό,τι δηλαδή είναι που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι ίσχυε. Κοντολογίς, με τη μαρτυρία του ο ενάγοντας αποφάσισε ουσιαστικά όπως υιοθετήσει τη γραμμή που καθόρισε με το δικόγραφο του ο εναγόμενος ως προς το γενικότερο πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίοι συνεχίστηκε η ενοικίαση κατά την επίδικη περίοδο, έστω και αν η δική του δικογραφημένη εκδοχή ήταν αντίθετη και όπως στη συνέχεια προωθήσει την απαίτηση του στη βάση της δικής του εκδοχής ως προς τι ακριβώς είναι που συμφωνήθηκε στην συνάντηση που έλαβε χώρα το Δεκέμβρη 2007 μεταξύ της αποβιώσασας, του εναγόμενου και της Ιωάννου, ισχυριζόμενος μάλιστα και ότι η ευθύνη του εναγόμενου προκύπτει από διαφοροποίηση που επέφερε η εν λόγω συμφωνία στο μέχρι τότε καθεστώς της ενοικίασης. Όμως, για τους λόγους που θα προχωρήσω να εξηγήσω, αυτή η αλλαγή πλεύσης στις θέσεις του ενάγοντα έχει θεωρώ επηρεάσει καταλυτικά το αξιόπιστο της επί του προκειμένου εκδοχής του αλλά και του βάσιμου της απαίτησης του γενικότερα. Ήταν σίγουρα δικαίωμα του ενάγοντα όπως καταστήσει κατά την ακρόαση παραδεχτούς διάφορους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς τους οποίους με τα δικόγραφα του αρχικά αμφισβητούσε, όμως αυτός δεν περιορίστηκε απλά στο να καταστήσει παραδεκτούς κάποιους από τους ισχυρισμούς του εναγόμενου αλλά αντιθέτως προχώρησε και επιχείρησε να οικοδομήσει στη βάση αυτών των παραδοχών μια εκδοχή η οποία ούτε σύνηδε με τα δικόγραφα του αλλά ούτε και καλυπτόταν από αυτά. Αυτό γιατί πουθενά στα δικόγραφα του ο ενάγοντας δεν προέβαλλε ο ίδιος οποιοδήποτε ισχυρισμό περί σύναψης συμφωνίας το Δεκέμβρη του 2007 λόγω εργοδότησης της Ιωάννου στην εταιρεία του εναγόμενου και δη συμφωνίας με την οποία επήλθε σημαντική «διαφοροποίηση» στις σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των μερών στη βάση της συμφωνίας του
  3. Μάλιστα δε, απέρριπτε κατηγορηματικά κάθε ισχυρισμό του εναγόμενου περί συνάψης οποιασδήποτε νέας συμφωνίας για συνέχιση της ενοικίασης. Ο κεντρικός όμως άξονας της εκδοχής που προώθησε κατά την ακρόαση περιστρεφόταν γύρω από αυτό ακριβώς το γεγονός, ήτοι ότι «.κατά ή περί την λήξη της επίδικης συμφωνίας ενοικιάσεως ήτοι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του έτους 2007, η XXXXX Ιωάννου κατέστη υπάλληλος του Εναγόμενου.(και).Ενόψει του εν λόγω γεγονότος επήλθε προφορική συνεννόηση με την . ιδιοκτήτρια και του Εναγόμενου για συνέχιση της επίδικης συμφωνίας ενοικιάσεως ημερομηνίας 30/11/2005 μεταξύ τους και με τους ίδιους όρους, δηλαδή με την μόνη διαφοροποίηση ότι ο Εναγόμενος είχε λάβει εξολοκλήρου την ευθύνη αποπληρωμής των ενοικίων και γενικότερα είχε λάβει εξολοκλήρου όλες τις ευθύνες και δικαιώματα του ενοικιαστή του επίδικου υποστατικού». Τέτοια παρέκκλιση από τα δικόγραφα δεν μπορεί θεωρώ να επιτραπεί, αν μη τι άλλο διότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές, τόσο από πραγματικής (factual) όσο και από νομικής (legal) σκοπιάς, αφού εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση όπου η ύπαρξη νέας συμφωνίας προβάλλεται ως υπεράσπιση από τον εναγόμενο και αμφισβητείται από τον ενάγοντα οπόταν και ο πρώτος έχει το βάρος να αποδείξει την υπεράσπιση του, από την περίπτωση όπου η νέα συμφωνία αποτελεί τη βάση της αγωγής του ενάγοντα και την πηγή προέλευσης των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ο τελευταίος επιχειρεί να επιβάλει στον εναγόμενο και συνεπώς θα πρέπει να αποδείξει. Δεν μπορεί συνεπώς ο ενάγοντας να δικογραφεί ότι καμία νέα συμφωνία δεν έγινε για ενοικίαση του επίμαχου του υποστατικού και κατά την ακρόαση να επιχειρεί να «στήσει» την όλη απαίτηση του στη βάση του τι αυτός είναι που ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε στα πλαίσια αυτής της νέας συμφωνίας. Πέραν και ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, επισημαίνω και το ότι η επιλογή του ενάγοντα να επικεντρώσει την εκδοχή του στη βάση του τι είναι που λέχθηκε και συμφωνήθηκε στα πλαίσια μιας συνάντησης που ο ίδιος δεν ήταν παρών αλλά για την οποία ενημερώθηκε εκ των υστέρων από τρίτους, είχε ως αποτέλεσμα όπως η επί του προκειμένου μαρτυρία του καταστεί πλέον ως καθαρά εξ' ακοής μαρτυρία, με όλες τις συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε σχέση με τη βαρύτητα της. Το τελευταίο αυτό θέμα δε, ήτοι της βαρύτητας της μαρτυρίας, είναι θέμα άρρηκτα συνδεδεμένο και με τους λόγους για τους οποίους επιλέγηκε να προσφερθεί εξ' ακοής μαρτυρία. Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, επισημαίνω ότι για να πείσει για την αλήθεια της επί του προκειμένου εκδοχής του η οποία βασίστηκε σε εξ' ακοής μαρτυρία, ο ενάγοντας επικαλέστηκε τα όσα ισχυρίστηκε ότι του είπαν τότε η σύζυγος του και η Ιωάννου, καμία κε των οποίων δεν προσήλθε να καταθέσει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Σίγουρα δεν τίθετο θέμα να παρουσιαστεί η πρώτη εφόσον έχει αποβιώσει. Παρόμοιο κώλυμα όμως δεν υπήρχε σε σχέση και με την δεύτερη, την Ιωάννου δηλαδή, για την οποία μάλιστα η υπεράσπιση, όχι μόνο έθεσε ρητά στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι αμφισβητεί ότι του είπε τα όσα αυτός ισχυρίστηκε ότι του είπε αλλά και τον προκάλεσε να την καλέσει ως μάρτυρα του εφόσον βάσιζε την εκδοχή του στα όσα υποτίθεται ότι αυτή του είπε. Παρά ταύτα ο ενάγοντας, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε κανένα κώλυμα στο να προσέλθει η Ιωάννου στο Δικαστήριο για να καταθέσει και μάλιστα από μέρους του εκφράστηκε και η πρόθεση όπως κληθεί ως μάρτυρας η Ιωάννου, εντούτοις στην πορεία αποφάσισε όπως μην προβεί σε τέτοιο διάβημα. Αποτέλεσμα όμως αυτού ήταν να μην τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία ως προς το τι είναι αυτό που πραγματικά συμφωνήθηκε στη συνάντηση του Δεκέμβρη 2007, εκτός από την μαρτυρία του εναγόμενου, ο οποίος ήταν και ο μόνος εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν που ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση και του οποίου ο ισχυρισμός ως προς το γενικότερο πραγματικό πλαίσιο που υφίστατο τότε, κατέστη αποδεχτός από τον ενάγοντα κατά την ακρόαση. Το ότι η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΕ2 επιβεβαίωσε την αλήθεια του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι η Ιωάννου είχε τότε, ως η τελευταία τον ενημέρωσε, καταστεί υπάλληλος της εταιρείας του εναγόμενου, καμία σημασία δεν έχει, εφόσον κατ' επιλογή του ενάγοντα, το ουσιαστικό ζήτημα κατέληξε να είναι το τι είναι που συμφωνήθηκε το Δεκέμβριο 2007 μεταξύ της Ιάννου, της αποβιώσασας και του εναγόμενου και όχι την ιδιότητα που είχαν οι αντισυμβαλλόμενοι. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι αν και σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ2, η Ιωάννου είχε καταστεί υπάλληλος της εταιρείας του εναγόμενου από την 01/03/07 εντούτοις για εννέα μήνες στη συνέχεια, ήτοι μέχρι το Δεκέμβριο 2007, η εργοδότηση αυτή καμία αλλαγή δεν επέφερε στις συμβατικές σχέσεις, υποχρεώσεις και δικαιώματα που και ο ενάγοντας δέχτηκε ότι ίσχυαν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Κοντολογίς, όπως και να ήθελε ιδωθεί η επί του προκειμένου εκδοχή του ενάγοντα, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και απορρίπτεται. Αντιθέτως η επί του προκειμένου πτυχή της εκδοχής του εναγόμενου, η οποία όχι μόνο επιβεβαιώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον ενάγοντα, αλλά και παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, κρίνεται ως αξιόπιστη. Τα πιο πάνω όμως δεν ισχύουν και σε σχέση με την εκδοχή που πρόβαλε ο εναγόμενος για να υποστηρίξει την ανταπαίτηση του. Εξηγώ. Κατά πρώτο, το ζήτημα κατά πόσο ο εναγόμενος εκδιώχθηκε παράνομα από το υποστατικό από τον ενάγοντα το Μαίο 2009 έπαυσε θεωρώ να υφίσταται μετά και τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος, όταν και ο ίδιος δέχτηκε ότι εφόσον όφειλε ενοίκια δεν μπορούσε να συνεχίσει να κατέχει το υποστατικό και να παραμένει σε αυτό αλλά αντιθέτως, ο ενάγοντας είχε κάθε δικαίωμα να το ανακτήσει - «Εντάξει, είχα ένα οφειλόμενο ποσό του κύριου XXXXX, να μπω μέσα να πάρω τα πράγματά μου..». Κατά δεύτερο, πέραν του ασφαλιστηρίου εγγράφου που ίσχυε κατά την περίοδο που αυτός κατείχε το υποστατικό (Τεκ.6α) και του ασφαλιστήριο που έκαμε η Ιωάννου όταν η εταιρεία της πλέον έλαβε το υποστατικό ως ενοικιαστής μετά το Μάιο 09, καμία άλλη απόδειξη δεν παρουσιάστηκε από πλευράς εναγόμενου ως προς το τι είναι που κατ' ισχυρισμό παρέμεινε στο υποστατικό και τι αξία είχε. Η απουσία αυτής της μαρτυρίας, όπως και η ίδια η πλευρά του εναγόμενου αναγνώρισε, λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία υπό το φως του ότι η ανταπαίτηση του εναγόμενου αφορά σε ειδικές ζημιές οι οποίες πρέπει και να δικογραφούνται αλλά και να αποδεικνύονται αυστηρά και το πρόσωπο που διεκδικεί αποζημιώσεις αναμένεται να αποδείξει με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία το ύψος τους και δεν είναι αρκετό να παραμείνει σ΄ ό,τι προβάλλει με τα δικόγραφα του (βλ. ΣΟΦΙΑ ΣΠΥΡΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A144, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 29/12, 2/4/2018). Το μόνο σχετικό στοιχείο λοιπόν που παρουσίασε ο εναγόμενος προς απόδειξη της ανταπαίτησης του ήταν τα δύο ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία όμως συμβόλαια δεν αρκούν θεωρώ για αποδείξουν τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του τελευταίου. Εξηγώ. Το πρώτο ασφαλιστήριο, το οποίο καλύπτει την περίοδο Φεβρουαρίου 2007 - Φεβρουάριο 2008 (Τεκ.6α), ήτοι την περίοδο που ο εναγόμενος κατείχε το υποστατικό, αφορά σε ασφάλιση εμπορεύματος αξίας €70.000, επιπλώσεων και εξοπλισμού αξίας €4000, «βελτιώσεων κτιρίου» αξίας €4000 και γυαλιών αξίας €
  4. Η αξία των εν λόγω ασφαλισμένων αντικειμένων όμως, όπως και ο εναγόμενος ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, είναι η αξία που δόθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία κατά το χρόνο έκδοσης του ασφαλιστηρίου, ήτοι την 29/03/07, δυόμιση δηλαδή χρόνια πριν την ανάκτηση του υποστατικού το Μάιο
  5. Λαμβανομένης όμως υπόψη της αναλώσιμης φύσης του ασφαλισμένου εμπορεύματος, καθώς και ότι κατά τα δυόμιση αυτά χρόνια το εν λόγω εμπόρευμα διατίθετο προς πώληση, τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω ασφαλιστήριο δεν συνιστούν θεωρώ ασφαλή βάση επί της οποίας να μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει συμπέρασμα ότι το Μάιο 2009 υπήρχαν εντός του υποστατικού τα εμπορεύματα που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι υπήρχαν ή έστω εμπόρευμα της συγκεκριμένης αξίας που ο τελευταίος ισχυρίζεται, ήτοι πέραν των €14.
  6. Το μόνο ίσως που θα μπορούσε να εξαχθεί τόσο από το πρώτο όσο και από το δεύτερο ασφαλιστήριο που αφορά στην περίοδο που ο εναγόμενος δεν κατείχε το υποστατικό, είναι ότι σε αυτό υπήρχαν επιπλώσεις, εξοπλισμός και «βελτιώσεις κτηρίου» αξίας €14000 και αυτό ένεκα του ότι τα αντίστοιχα ποσά του πρώτου ασφαλιστηρίου φαίνεται να περιέχονται και στο δεύτερο. Ούτε όμως και αυτό το στοιχείο είναι αρκετό για σκοπούς της ανταπαίτησης του εναγόμενου, αφ' ενός διότι ενώ η εκδοχή του τελευταίου ήταν ότι στο υποστατικό συστέγαζαν χωριστές επιχειρήσεις με την Ιωάννου, εντούτοις αυτός δεν προέβη σε κανένα διαχωρισμό μεταξύ του ασφαλισμένου εξοπλισμού και επιπλώσεων που ανήκε στον ίδιο και του ασφαλισμένου εξοπλισμού και επιπλώσεων που ανήκε στην Ιώαννου και αφ' ετέρου διότι αναφορικά με τις όποιες βελτιώσεις και επιδιορθώσεις τυχόν έγιναν στο κτήριο, οι όροι της συμφωνίας που ο ίδιος ο εναγόμενος επικαλείται αναφέρουν ξεκάθαρα ότι «κάθε προσθήκη, εγκατάσταση ή μετατροπή θα ανήκει στον ιδιοκτήτη.» Σε κάθε περίπτωση όμως, επισημαίνω και το ότι κατά την αντεξέταση του, ο εναγόμενος φάνηκε στο τέλος να μην ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να ανακτήσει τα όσα ισχυρίστηκε ότι έμειναν στο υποστατικό ή την αξία αυτών, στοιχείο που σίγουρα δεν μπορεί να παραγνωριστεί κατά την εξέταση του βάσιμου της επί του προκειμένου εκδοχής και ανταπαίτησης του - «.έφυγα νοουμένου να επιστρέψω να πάρω και τα έπιπλα, αλλά δεν μπορούσα γιατί ήταν ήδη κατοικημένο το μαγαζί. Δεν μπορούσα να ξεκινήσω να ξηλώνω, ήταν το μαγαζί ενοικιασμένο. Τι έπρεπε να κάνω; Να πάω να ξεκινήσω, να μπω παράνομα να τσακωθώ; Άφησ' τα τζιαμέ. Μακάρι ο κύριος Χ" Παυλή να ενοικιάσει και πιο μετά.». Υπό το φως των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι κανένα έρεισμα δεν υπάρχει στα όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος για να προωθήσει την ανταπαίτηση του και την επί του προκειμένου εκδοχή του δεν αποδέχομαι και την απορρίπτω. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας προβαίνω σε περαιτέρω εύρημα ότι όταν η περίοδος ενοικίασης που είχε συμφωνηθεί το 2005 έληξε περί το Δεκέμβριο 2007, υπήρξε συνάντηση μεταξύ του εναγόμενου, της Ιωάννου και της αποβιώσασας και στα πλαίσια αυτής της συνάντησης συμφωνήθηκε προφορικά από όλους όπως η ενοικίαση του επίμαχου υποστατικού συνεχιστεί με τους ίδιους όρους όπως και πριν και με τον ίδιο τρόπο που όλοι τους τότε αντιλαμβάνονταν, ήτοι ενοικίαση του υποστατικού από τον εναγόμενο και την Ιωάννου με χωριστή όμως ευθύνη του καθενός για πληρωμή του μισού ενοικίου κάθε μήνα. Βρίσκω επίσης ότι η ενοικίαση συνεχίστηκε στη βάση αυτής της συμφωνίας από το Δεκέμβριο 2007 μέχρι και το Μάιο 2009 όταν το υποστατικό νόμιμα και συμβατικά ανακτήθηκε από πλευράς ενάγοντα και χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στον εναγόμενο και ότι καθ' όλη αυτή την περίοδο ενοικίασης έπρεπε να καταβληθούν προς την πλευρά του ενάγοντα ενοίκια συνολικού ύψους €27.036,
  7. Ενόψει του ότι ο ενάγοντας δέχεται όπως από το πιο πάνω ποσό αφαιρεθεί το ποσό του «ντεποζίτου» που εξακολουθεί να κατακρατεί, ήτοι το ποσό των €1.368, το οποίο αντιστοιχεί σε ένα μηνιαίο ενοίκιο, και ότι ο εναγόμενος παραδέχεται ότι οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ½ του ποσού που ο τελευταίος δικαιούται ως ενοίκια μετά και την αφαίρεση του «ντεποζίτου», κρίνω ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των €12.834.
  8. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγόμενου για το ποσό των €12.834.46 ενώ για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η ανταπαίτηση του εναγόμενου απορρίπτεται. Για τα έξοδα τώρα της διαδικασίας θα πρέπει να αναφέρω ότι με έχει προβληματίσει το γεγονός ότι παρά την έκδοση απόφασης υπέρ του ενάγοντα, η πραγματική απαίτηση του, η οποία μετά τη δικογραφημένη παραδοχή του εναγόμενου παρέμεινε να αφορά μόνο στο μισό ποσό της αξίωσης, έχει για τους λόγους που ανέφερα απορριφθεί. Σίγουρα, το ότι ο εναγόμενος δεν έχει πληρώσει ακόμη το ποσό που παραδέχτηκε ότι όφειλε δεν μπορεί να επιμετρήσει σε βάρος του ενάγοντα όμως σίγουρα δεν μπορεί να αγνοηθεί και το ότι η επιμονή του τελευταίου για το υπόλοιπο της αξίωσης του, η οποία κρίθηκε αβάσιμη, έχει συμβάλει στη δημιουργία εξόδων στην υπόθεση. Αν δεν ήταν δε για την καταχώρηση και προώθηση ανταπαίτησης από πλευράς εναγόμενου, ίσως να παρείχετο πεδίο να εξεταστεί και το κατά πόσο ο ενάγοντας θα δικαιούτο σε οποιαδήποτε έξοδα μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και της εκεί παραδοχής του εναγόμενου. Η προώθηση όμως ανταπαίτησης από πλευράς εναγόμενου, στην οποία ανταπαίτηση ο ενάγοντας κρίθηκε να είναι ο επιτυχών διάδικος, είχε ως αποτέλεσμα όπως από την ημερομηνία καταχώρησης του σχετικού δικογράφου τα έξοδα στην υπόθεση καταστούν κοινά μεταξύ απαίτησης και ανταπαίτησης και η όποια προσπάθεια διαχωρισμού τους για σκοπούς της παρούσας απόφασης για τα έξοδα θα απέληγε θεωρώ σε άδικα αποτελέσματα. Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν μεν προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου τα έξοδα τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, ένα σετ βεβαίως εκεί όπου είναι κοινά για τις δύο διαδικασίες, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, με μειωμένο όμως το τελικό ποσό κατά το ήμισυ και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.