← Κύπρος

ΑΡΓΥΡΗΣ ΤΕΜΒΡΙΩΤΗΣ & ΣΙΑ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΛΟΓΙΣΤΕΣ - ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΒΑΡΕΛΛΑΣ, Αρ. Αγωγής: 3231/2012, 15/9/2020

ΑΡΓΥΡΗΣ ΤΕΜΒΡΙΩΤΗΣ & ΣΙΑ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΛΟΓΙΣΤΕΣ - ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΒΑΡΕΛΛΑΣ, Αρ. Αγωγής: 3231/2012, 15/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧIΑΚO ΔIΚΑΣΤΗΡIO ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3231/2012 Μεταξύ: ΑΡΓΥΡΗΣ ΤΕΜΒΡΙΩΤΗΣ & ΣΙΑ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΛΟΓΙΣΤΕΣ - ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Λευκωσία Ενάγοντες - και - XXXXX ΒΑΡΕΛΛΑΣ Εναγομένου Ημερομηνία։ 15.9.20 Εμφανίσεις։ Για τους Ενάγοντες։ κα Γεωργία Α. Κουτρουζά, για Γεώργιος Χρ. Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο։ κ. Μιχάλης Παρασκευάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15.10.2019 Με την υπό κρίση αίτηση ημερ. 15.10.2019 οι Ενάγοντες - Αιτητές εξαιτούνται την άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους στην υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Πρόκειται για την τρίτη κατά σειρά αίτηση τροποποίησης που καταχώρησαν οι Ενάγοντες από τότε που ήγειραν αρχικά την αγωγή τους. Συγκεκριμένα, η αγωγή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 16.05.

  1. Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο προδιαγράφεται ως αξίωση των Εναγόντων η έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου για ποσό €24150, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, δυνάμει τιμολογίου και/ή ως χρεωστικό υπόλοιπο και/ή υπόλοιπο συμφωνηθέντος τιμήματος και/ή δυνάμει προσφερθεισών υπηρεσιών, πλέον τόκο 8,75% ετησίως από 2/12/2011 επί ποσού €24150 και/ή νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Η δικογραφηθείσα εκδοχή γεγονότων των Εναγόντων αφορά στον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο νόμιμος αντιπρόσωπος και/ή μέτοχος και/ή διευθυντής ή πληρεξούσιος αντιπρόσωπος διαφόρων εταιρειών για τις οποίες ανέθεσε στους Ενάγοντες την ετοιμασία των λογαριασμών τους και τον έλεγχο αυτών για σειρά ετών (2005 - 2010). Οι Ενάγοντες, οι οποίοι αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείται με τις φορολογικές, λογιστικές, ελεγκτικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες τις οποίες προσφέρουν σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, ετοίμασαν τους λογαριασμούς και ο Εναγόμενος συμφώνησε μ'αυτούς, οι οποίοι υπογράφησαν και από τους αξιωματούχους των ελεγχόμενων εταιρειών. Στις 2.12.2011 εκδόθηκε τιμολόγιο από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο για το ποσό των €24150, το οποίο καλούσαν επανειλημμένως τον Εναγόμενο να το πληρώσει και αρνήθηκε και/ή αμέλησε και/ή αδικαιολόγητα καθυστέρησε να το πληρώσει. Το πιο πάνω κλητήριο επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 21.05.
  2. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 28.05.
  3. Στις 7.9.2012 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης, όπου μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων στην Έκθεση Απαίτησης ήταν γενικοί, αόριστοι και ασαφείς, αφού οι Ενάγοντες δεν αναφέρονταν ούτε καν στα ονόματα των εταιρειών για τις οποίες ισχυρίζονταν ότι προσέφεραν υπηρεσίες. Δεν έδιδαν ούτε λεπτομέρειες χρεώσεων για τις υπηρεσίες αυτές για μίαν έκαστη πελάτιδα εταιρεία και εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος αρνείτο ότι προσφέρθηκαν υπηρεσίες στον ίδιο προσωπικά, έτσι ώστε να είχαν δικαίωμα να χρεώσουν τον ίδιο, όπως επίσης αρνήτο ότι σύναψε οποιαδήποτε συμφωνία με τους Ενάγοντες ως νόμιμος αντιπρόσωπος των διαφόρων εταιρειών ως ο ισχυρισμός των Εναγόντων. Δεν καταχωρήθηκε δικόγραφο Απάντησης από τους Ενάγοντες. Η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες, κατόπιν κλήσης για οδηγίες δυνάμει της ισχύουσας τότε Δ.30, στις 27.5.
  4. Κατ' εκείνην την δικάσιμο, οι Ενάγοντες αναφέρθηκαν σε πρόθεσή τους να εξετάσουν το ενδεχόμενο καταχώρησης Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Στις 25.6.2015 και στις 12.10.2015 ζήτησαν παράταση χρόνου για άσκηση του διαβήματος καταχώρησης αίτησης τροποποίησης. Εν τέλει, στις 11.11.2015 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης εκ μέρους των Εναγόντων (που στο εξής θ' αναφέρεται ως «η 1η αίτηση τροποποίησης») με σκοπό να περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης τα ονόματα των εταιρειών για τα οποία παρασχέθηκαν υπηρεσίες και να παρατεθούν λεπτομέρειες αναφορικά με τις χρεώσεις δεδομένου του περιεχομένου της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου που μιλούσε για αοριστία της αγωγής. Στις 14.12.2015, στις 20.1.2016 και στις 4.2.2016, οι τρεις δικάσιμοι αναλώθηκαν σε σχέση με το αίτημα των μέχρι τότε συνηγόρων του Εναγομένου ν' αποσυρθούν από δικηγόροι του. Καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου (Υπεράσπισης) στις 11.2.2016 και ορίστηκε η αγωγή για οδηγίες στις 4.3.2016 και δόθηκε χρόνος για ένσταση στην 1η αίτηση τροποποίησης μέχρι τις 4.4.
  5. Τελικά την 06/04/2016 εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η 1η αίτηση των Εναγόντων. Στις 20.04.2016 καταχωρήθηκε η Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, στις 5.5.2016 καταχωρήθηκε Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και στις 16.5.2016 καταχωρήθηκε «Τροποποιημένη» Απάντηση στην Υπεράσπιση. Στις 21.6.2016 καταχωρήθηκε Ε/Δ Αποκάλυψης των Εναγόντων και στις 23.6.2016 καταχωρήθηκε η αντίστοιχη Ε/Δ Αποκάλυψης του Εναγομένου. Ορίστηκε για ακρόαση η αγωγή για πρώτη φορά στις 9.1.2017 και ακολούθησαν διάφορες αναβολές στις 24.2.2017, 19.9.17, 2.10.17, 20.3.18, για λόγους που αφορούσαν στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου. Στις 16.11.18, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, αναφέρθηκε πρόθεση των Εναγόντων να καταχωρήσουν 2η αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησής τους. Η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε στις 6.2.
  6. Με βάση την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση, ο λόγος για τον οποίο κρινόταν αναγκαία η τροποποίηση ήταν διότι διαπιστώθηκε ότι εκ λάθους ή λόγω αβλεψίας, στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης αναγράφηκε ότι οι παρασχεθείσες υπηρεσίες αφορούσαν σε ετοιμασία λογαριασμών των εταιρειών και σε έλεγχο των λογαριασμών, ενώ οι υπηρεσίες αφορούσαν στην ετοιμασία και υποβολή φορολογικών δηλώσεων, δηλώσεων εισοδήματος και επιστολών. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση του Ενάγοντος, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.4.19 και ορίστηκε για ακρόαση στις 16.5.
  7. Όπως αναφέρεται στο πρακτικό του αδελφού Δικαστή Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. που επιλαμβανόταν της αίτησης κατ' εκείνον τον χρόνο, ουδείς διάδικος / συνήγορος εμφανίστηκε στις 16.5.19, διατήρησε το φάκελο στο γραφείο του μέχρι τις 17.5.19 και εφόσον ουδείς αναζήτησε την υπόθεση, απέρριψε στις 17.5.19 την αίτηση λόγω παράλειψης προώθησής της. Στις 5.7.19 καταχωρήθηκε η υπό κρίση 3η κατά σειρά αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης από τους Ενάγοντες. Ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση επεξηγείται από την ενόρκως δηλούσα XXXXX Καλογήρου στην ένορκη δήλωση ημερ. 5.7.19 κατά τρόπο πανομοιότυπο με ό,τι αναφερόταν στην ένορκη δήλωση της ίδιας ομνύουσας που συνόδευε την 2η αίτηση τροποποίησης. Ότι δηλαδή έχρηζαν τροποποίησης οι παράγραφοι 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης για ν'αντανακλούν στο γεγονός ότι οι παρασχεθείσες προς τον Εναγόμενο υπηρεσίες αφορούσαν στην ετοιμασία και υποβολή φορολογικών δηλώσεων, δηλώσεων εισοδήματος και επιστολών για τις εταιρείες του, και όχι η ετοιμασία και έλεγχος λογαριασμών των εν λόγω εταιρειών. Δεδομένου ότι η 2η αίτηση τροποποίησης, όπως προανέφερα, είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο στις 17.5.19 λόγω μη προώθησης, η κα Καλογήρου ισχυρίζεται στην παρα. 5 της 3ης αίτησης ότι κατά τη δικάσιμο 16.5.19 εμφανίσθηκε μαζί με τη συνάδελφο Σουζάνα Παυλίδου ενώπιον του προαναφερθέντος αδελφού Δικαστή Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ., ο οποίος τους ανέφερε ότι δεν εντόπιζε το φάκελο και ότι θα ειδοποιούνταν από το Πρωτοκολλητείο άπαξ και εντοπιζόταν, ενώ τελικά είχε απορριφθεί από τον ίδιο στην απουσία τους την επαύριο (17.5.19). Το Δικαστήριο (υπό την παρούσα αίτηση) επιλήφθηκε της 3ης αίτησης τροποποίησης για πρώτη φορά στις 15.10.2019, ημερομηνία κατά την οποία εμφανίσθηκαν τόσο η κα XXXXX Καλογήρου όσο και η κα XXXXX Παυλίδου, με την τελευταία να ζητά χρόνο για καταχώρηση ένστασης στην 3η αίτηση. Στις 18.11.2019 που ορίστηκε για οδηγίες με σκοπό να καταχωριζόταν η ένσταση μέχρι τότε, εμφανίσθηκε η κα Παυλίδου μαζί με τον πελάτη της (ήτοι τον Εναγόμενο) και επικαλέστηκε διαφωνία χειρισμού και αιτήθηκε άδεια απόσυρσής της από δικηγόρος του Εναγομένου. Ο ίδιος συμφώνησε με την απόσυρση των δικηγόρων του, πλην όμως ζήτησε παράταση χρόνου για ένσταση με πρόθεση να διορίσει νέους δικηγόρους και συγχρόνως παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά για την κατάσταση της υγείας του, προκειμένου να δικαιολογήσει το αίτημά του όπως η υπόθεση οριστεί προς τα τέλη Ιανουαρίου 2020 που θα επέστρεφε στην Κύπρο. Ανέλαβε πράγματι νέος δικηγόρος την εκπροσώπησή του, καταχωρώντας σχετική Ειδοποίηση στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 31.1.
  8. Ενώ το Δικαστήριο όρισε στις 6.2.20 την αίτηση για ένσταση μέχρι 28.2.20 και για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 9.4.20, εντούτοις μεσολάβησε το lockdown ελέω κορωνοϊού και η περιορισμένη λειτουργία των Δικαστηρίων και των Πρωτοκολλητείων για επείγουσας φύσεως αστικές υποθέσεις, με αποτέλεσμα η πλευρά του Εναγομένου να καταχωρεί την ένσταση στις 16.6.20 και το παρόν Δικαστήριο να παραλαμβάνει τις γραπτές αγορεύσεις στις 15.7.20, δικάσιμο κατά την οποία επιφυλάχθηκε για την έκδοση της παρούσας απόφασης. Σημειωτέον ότι η υπό κρίση 3η Αίτηση Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων στηριζόταν ουσιαστικά στη Διαταγή 25 θ.θ. 1 - 6, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 4, 5, 8 και 9, στις αρχές της Δικαιοσύνης, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και, αντίστοιχα, η ένσταση του Εναγομένου βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής δικονομίας Δ.19, Δ.21, Δ.25 θ.θ. 1 - 5, Δ.27 θ.θ. 1 - 3, Δ.28, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 4 και 9, Δ.57 θ.θ.1 - 2, Δ.63 θ.θ.1 και 2, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, επί των γενικών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και επί της νομολογίας περί τροποποίησης δικογράφων. Οι λόγοι ένστασης από πλευράς Εναγομένου είναι οι ακόλουθοι:
  9. «Η Αίτηση αφορά δεδικασμένο (res judicata) και/ή δικαστικώς αποφασισθέντα ζητήματα (issue estoppel) και/ή ο Αιτητής εμποδίζεται από το να προωθεί την παρούσα Αίτηση καθότι έχει ήδη αποφασίσει το Δικαστήριο επί των ίδιων γεγονότων και για τα ίδιο θέμα με τα Διατάγματα ημερομηνίας 6/4/2016 και 17/5/
  10. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για τον λόγο ότι αποτελεί την τρίτη αίτηση δια της οποίας επιδιώκεται η τροποποίηση των εν λόγω παραγράφων.
  11. Ο Αιτητής επιδιώκει επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων για τρίτη φορά και η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και οδηγεί σε κατασπάλιση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.
  12. Ο Αιτητής με τη συμπεριφορά και/ή την αδιαφορία και καθυστέρηση που έχει επιδείξει έχει παραιτηθεί και/ή έχει απωλέσει το οποιοδήποτε τυχόν δικαίωμα του στις δια της Αίτησης επιζητούμενες θεραπείες δεδομένου ότι καθυστέρησε υπέρμετρα να λάβει μέτρα για τροποποίηση των δικογράφων του.
  13. Ο Αιτητής δεν έχει δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική και/ή τεκμηριωμένη εξήγηση για την καθυστέρηση που έχει επιδείξει και/ή για την παράλειψή τους να λάβουν εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα.
  14. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.
  15. Η νομική βάση είναι ελλιπής.». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, κ. XXXXX Βαρέλλα εκ Λευκωσίας, ημερ. 15/6/20, όπου ορκίζεται και λέγει τα ακόλουθα։ «Είμαι ο Εναγόμενος στην παρούσα Αγωγή και γνωρίζω προσωπικά και καλά όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα αγωγή. Όπου δεν έχω προσωπική γνώση αναφέρω την πηγή της γνώσης μου. Επίσης έχω λάβει νομική συμβουλή από τους Δικηγόρους μου. Το 2015 ο Δικηγόρος μου με ενημέρωσε ότι οι αντίδικοί μου έχουν άιτημα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης και λόγω του ότι ήδη είχαν σχεδον περάσει 4 χρόνια από την καταχώρηση της Αγωγής, δεν είχαμε ένσταση και έτσι εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα για τροποποίηση της παραγράφου 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης. Ακολούθως στις 6/2/2019 καταχωρίστηκε και άλλη Αίτηση τροποποίησης ακριβώς για τον ίδιο σκοπό και για τις ίδιες παραγράφους και ζητούσαν εκ νέου Διάταγμα του Δικαστηρίου για μια απλή διαφοροποίηση του λεκτικού και η οποία απορρίφθηκε κατά την Ακρόασή της από τον Έντιμο Δικαστή κ. Χριστοδούλου. Εξ'οσων με ενημερώνουν οι Δικηγόροι μου το Σεβαστό Δικαστήριο με την απόφασή του ημερομηνίας6/4/2016 και 17/5/2019 έχει αποφασίσει ήδη επί ακριβώς των ίδιων θεμάτων και πανομοιότυπων γεγονότων. Αντιλαμβάνομαι ότι ο Αιτητής δεν έχει παραθέσει καμία εύλογη δικαιολογία για την καθυστέρηση που έχει επιδείξει και την αμελειά του να λάβει εγκαίρως τα αναγκαία διαβήματα. Εντίμως πιστεύω ότι η συμπεριφορά του Αιτητή είναι καταχρηστική των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Έχει δείξει μεγάλη αδιαφορία για τη διαδικασία, τα όσα αναφέρει για να δικαιολογήσει την συμπεριφορά του είναι εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγουν τις επιπτώσεις της αδιαφορίας τους αυτής και προωθούν για τρίτη φορά τροποποίηση των παραγράφων 2 και 3 επί ζητημάτων που έχουν ήδη αποφασιστεί. Η συμπεριφορά του Αιτητή έχει προκαλέσει καθυστέρηση και έχει εμποδίσει την εκδίκαση της Αγωγής εντός εύλογου χρόνου. Έχουν περάσει 8 χρόνια από την καταχώρηση της Αγωγής και μοναδικός σκοπός της καθυστέρησης αυτής εκ μέρους του Ενάγοντα/Αιτητή είναι η μη ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης με κατ'επέκταση την ταλαιπωρία μου, τόσο οικονομική όσο και ψυχική. Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω καθώς και για τους υπόλοιπους λόγους ένστασης που εγείρονται με την ένσταση που αυτή η ένορκη δήλωση υποστηρίζει ζητώ την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή. Εξ'όσον καλυτερά γνωρίζω και πιστεύω όλα όσα αναφέρω πιο πάνω είναι αληθή και ορθά.». Στη γραπτή της αγόρευση η συνήγορος των Εναγόντων / Αιτητών επιχειρηματολογεί ως εξής։ «Είναι η θέση μας, Έντιμη κ. Πρόεδρε, ότι εάν ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση είχε σκοπό να προωθήσει την ένσταση του, και εάν δεν επρόκειτο για λάθος του Πρωτοκολλητείου, μπορούσε να εμφανιστεί ενώπιον του έντιμου δικαστού και να ζητήσει απόρριψη της αίτησης του Ενάγοντα - Αιτητή χωρίς την παρουσία των δικηγόρων του Αιτητή. Συνεπώς, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά του δικαστηρίου πρόκειται για καλόπιστο λάθος και κανένα σκοπό δεν είχε ο Ενάγοντας - Αιτητής να μην προωθήσει την αίτηση του. Για το λόγο αυτό υπήρξε περαιτέρω καθυστέρηση στην παρούσα αγωγή και για τον λόγο αυτό καταχωρήθηκε η καινούργια αίτηση ημερομηνίας 15/10/
  16. Είναι η θέση του αιτητή ότι καμία πρόθεση για εγκατάλειψη της αίτησης υπήρχε ούτε τότε αλλά ούτε και τώρα και ειλικρινά πιστεύει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα ούτως ώστε να εκτεθούν τα πραγματικά γεγονότα της αγωγής. Ο αιτητής δικαιούται να ζητήσει καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον Περί Ερμηνείας Νόμο, όλοι οι νόμοι και κανονισμοί πρέπει να ερμηνεύονται άνευ προσηλώσεως στις λέξεις. Η Πολιτική Δικονομία και οι Κανονισμοί υπάρχουν για να μας εξυπηρετούν και όχι για να τα εξυπηρετούμε εμείς. Ευσεβάστως υποβάλλω, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δικαστεί η αγωγή με βάση τα πραγματικά γεγονότα και όχι με λάθος ή ελλιπή γεγονότα. [.] Σημαντικό είναι να τονισθεί ότι στην παρούσα υπόθεση μόλις διαπιστώσαμε τις εν λόγω ελλείψεις, δηλώσαμε αμέσως την ανάγκη για τροποποίηση και καταχωρήσαμε την Αίτηση για τροποποίηση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και μέσα στον προβλεπόμενο από το Σεβαστό Δικαστήριο χρόνο. Εκ παραδρομής και/ή καλόπιστου λάθους είτε της προηγούμενης συναδέλφου είτε του Πρωτοκολλητείου, η αίτηση δεν έτυχε του χειρισμού που έπρεπε με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση σήμερα να αγορεύουμε για να επιτραπεί ξανά η τροποποίηση της απαίτησης ούτως ώστε να τεθούν τα σωστά γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού σας Δικαστηρίου, και να τεθεί σε σωστές βάσεις η υπόθεση του Αιτητή. [.] Είναι η θέση μας, Έντιμη Κυρία Πρόεδρε, ότι καμία κατάχρηση της διαδικασίας δεν έγινε από μέρους του Ενάγοντα - Αιτητή καθώς πρόκειται περί καλόπιστου λάθους, και καμία βλάβη ή και αδικία δεν θα προκληθεί στην άλλη πλευρά. Περαιτέρω, η ακρόαση δεν έχει ξεκινήσει ακόμα και δεν θα ταλαιπωρηθεί ούτε το Σεβαστό σας Δικαστήριο αλλά ούτε και θα χρειαστεί να επανακληθούν μάρτυρες ως η ανωτέρω υπόθεση. Ο Εναγόμενος θίγει μεταξύ άλλων το ζήτημα του χρόνου υποβολής της αίτησης για τροποποίηση και ισχυρίζεται ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι ο Αιτητής έχει παραιτηθεί του δικαιώματος του λόγο αδιαφορίας ή καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. [.] Στην προκειμένη περίπτωση ο Καθ' ου η αίτηση έχει αλλάξει μέχρι στιγμής 3 δικηγόρους οι οποίοι πάντα χρειάζονται χρόνο για να μελετήσουν την υπόθεση και να προβούν στα αναγκαία μέτρα. Συνεπώς και η στάση του καθ' ου η αίτηση κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντίδικου του για τροποποίηση. Ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση, άλλαξε δικηγόρο ο οποίος είχε προθεσμία μέχρι τις 28/02/2020 να υποβάλει γραπτώς την ένσταση του στην αίτηση. Αντ΄ αυτού η ένσταση καταχωρήθηκε στις 15/6/2020 με τη δικαιολογία ότι δυσκολεύτηκε ο ευπαίδευτος συνάδελφος να ανακτήσει τους φακέλους του πελάτη του από τον προηγούμενο συνάδελφο. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε ότι δικαιολογείται απόλυτα η αίτηση τροποποίησης σε σχέση με τους λόγους που προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, λαμβάνοντας υπόψιν το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν είχε ξεκινήσει κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης και επίσης ότι η αίτηση τροποποίησης αιτείται διότι δεν έχει αναφερθεί ή έχει διατυπωθεί λανθασμένα το είδος των προσφερθείσων υπηρεσιών από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο. Περαιτέρω τα θέματα που επιχειρούμε να εισάξουμε με την αιτούμενη τροποποίηση, στην ουσία αφορούν σε γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα τα οποία έχουν ήδη προσδιοριστεί με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης και δεν εισάγουν νέα βάση αγωγής, ούτε και επιδιώκουν επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων όπως είναι η θέση του Εναγόμενου. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν αλλοιώνουν με οποιοδήποτε τρόπο τις αιτίες ούτε και τις βάσεις της αγωγής οι οποίες παραμένουν οι ίδιες. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν είναι ξένες ούτε άσχετες με τα επίδικα θέματα και επομένως δεν πρόκειται για ουσιαστική αίτηση τροποποίησης. Έστω όμως και αν εκείνο που επιδιωκόταν με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν η εισαγωγή νέων θεμάτων, αυτό δεν θα συνεπαγόταν κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης. Το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής διατυπώνεται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1959, σελ. 625: "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbick v. Helms 56 L.J. Ch. P. 539) But it will do so where the amendment would change the action one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Releigh v. Goshen [1898] 1 Ch. 81)." [.] Είναι δε η θέση μας ότι η αίτηση αυτή ουδόλως καταχρηστική είναι αλλά ούτε και αφορά δεδικασμένο. Ο αιτητής δεν εμποδίζεται από του να προωθήσει αυτή την αίτηση καθώς το Δικαστήριο δεν αποφάσισε επί της ουσίας παρά μόνο απέρριψε την αίτηση λόγω μη προώθησης.». Από την άλλη στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Εναγόμενου, επισημαίνει προς το Δικαστήριο ότι։ «
  17. Στην περίπτωση μας δεν δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση των 4 ετών από την προηγούμενη εκ συμφώνου τροποποίηση.
  18. Η αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14, Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd

(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501).
  1. Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Περαιτέρω, ο συνήγορος Υπεράσπισης, αναλύει στην αγόρευσή του την άποψή του ότι υφίσταται ως εκ της καταχώρησης τριών αιτήσεων τροποποίησης εκ των οποίων η δεύτερη πανομοιότυπη με την υπό κρίση τρίτη αίτηση έχει ήδη απορριφθεί δικαστικά, ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας, δεδικασμένου και κωλύματος λόγω δεδικασμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Η Διαταγή 25, όπως ισχύει αναφορικά με αγωγές που καταχωρήθηκαν πριν την 1.1.2015, προβλέπει ότι: «
  2. Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιον τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.». Στην Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, ΠολιτικήΈφεση αρ.58/2012, ημερομηνίας 4/3/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, συνόψισε τις εν λόγω αρχές με αναφορά στα πιο κάτω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Clive Preece) "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος, μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου.) Σχετικά με τον παράγοντα της καθυστέρησης, στην απόφαση ημερ. 20.3.2014 στις Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13, IKOS CIF LTD v Martin Coward, λέχθηκαν τα εξής꞉ «(σ)ταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).». Στην Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε ότι στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιµάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγµατος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων v. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 ειπώθηκαν τα εξής αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Όμως, ο λόγος της καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά πάντοτε αιτία για απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση, ούτε και το γεγονός της καθυστέρησης εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Στην MEPAUNDΕRWRITINGMANAGEMENTLTD κ.α. v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, κατέληξε ως εξής: "Στην προκειμένη υπόθεση πράγματι υπήρξε αρκετή καθυστέρηση στην καταχώριση της εξεταζόμενης αίτησης, η οποία όμως, καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Παρόλη όμως την καθυστέρηση και ανεξάρτητα αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας εκ μέρους της Αιτήτριας δεν εντοπίζεται να επέφερε αδικία στην άλλη πλευρά και έχοντας υπόψη αυτό το στοιχείο ως επίσης και τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές και ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με την επιδίκαση των εξόδων κρίνω ότι η καθυστέρηση αφ' αυτής δεν μπορεί να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση υιοθέτησης της αυστηρής θέσης με απόρριψη της αίτησης. Έχοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εξεταζόμενης περίπτωσης και αφού έχει εξετασθεί κάθε στοιχείο που συνθέτει την υπόθεση με την παράθεση των νομικών αρχών που εφαρμόζονται με ιδιαίτερη αναφορά στο ότι οι σκοπούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και ότι αυτές δεν θα επηρεάσουν δυσμενώς τη θέση της καθ' ης η αίτηση, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί, και ασκείται προς την κατεύθυνση αποδοχής της αίτησης. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση εκδίδεται διάταγμα ως η παρ. 1 και 2 αυτής." Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο (Βλ. Καυκαρήςv. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515/22.3.2000). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι։ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' αρχάς, είναι λυπηρό μια απαίτηση τόσο απλή όσο εμφαίνεται στο αρχικό κλητήριο να μην έχει ακόμη οδηγηθεί σε πλήρη ακρόαση. Θυμίζω ότι το αρχικό κλητήριο εδραζόταν στον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι στις 2.12.2011 εκδόθηκε ένα και μόνο τιμολόγιο από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο για το ποσό των €24150, το οποίο έμεινε έκτοτε απλήρωτο. Μετά πάροδο 4 ετών δόθηκαν λεπτομέρειες χρεώσεων και λεπτομέρειες εταιρειών για τις οποίες ετοιμάστηκαν εξελεγμένοι λογαριασμοί έναντι του εν λόγω τιμολογίου, και τούτο κατόπιν διαπίστωσης ότι ο Εναγόμενος ορθά παραπονείτο για αοριστία της αρχικής έκθεσης απαίτησης. Και ενώ έγινε από τους Ενάγοντες όλη εκείνη η μελέτη που έκριναν αναγκαία για να διαπιστώσουν τις λεπτομέρειες εταιρειών και αναλυτικών ποσών χρεώσεων που καλύπτονταν από το επίδικο τιμολόγιο, θυμήθηκαν για πρώτη φορά μετά πάροδο 7 ετών ότι δεν επρόκειτο για ετοιμασία λογαριασμών ή/και για έλεγχο (audit) αυτών, αλλά μόνο για την ετοιμασία φορολογικών δηλώσεων ή/και επιστολών. Για τούτο ζητείται η τροποποίηση του κλητηρίου. Είτε λέγεται 2η είτε λέγεται 3η αίτηση τροποποίησης αυτό δεν επιδρά ιδιαίτερα στη σκέψη μου, υπό τις περιστάσεις που απορρίφθηκε η 2η αίτηση, όπου δεν ασκήθηκε δικαστική κρίση επί της ουσίας της αίτησης. Κρίνω ότι στον πιο πάνω περιγραφόμενο χειρισμό της υπόθεσης από πλευράς των Εναγόντων ενυπάρχουν έντονα τα στοιχεία της αμέλειας ή τουλάχιστον της προχειρότητας στην προετοιμασία της υπόθεσης, χωρίς ασφαλώς να αποδίδω ευθύνη στους δικηγόρους, μη γνωρίζοντας σε ποιο βαθμό είχαν την κατάλληλη συνεργασία ή και πληροφόρηση από τους πελάτες τους. Ωστόσο, το ότι οι κατά σειρά τροποποιήσεις αφορούν σε πολύ απλά γεγονότα, τα οποία θα ήταν εύκολο να περιγραφούν και παρουσιασθούν αν κάποιος είχε ενώπιον του ένα απλό τιμολόγιο, ως η βάση της αγωγής τους, δεν μπορεί να παραβλεφθεί από το Δικαστήριο. Όταν η καθυστέρηση στην πορεία της δίκης συνδέεται με απλή δικογραφία και όχι με ιδιαίτερα περίπλοκη δικογραφία για την οποία να χρειαζόταν για παράδειγμα να μελετηθεί αριθμός εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, τότε η καθυστέρηση 7 ετών στη διαμόρφωση της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλει ως υπερβολική ή/και δυσανάλογη προς το δικαίωμα του Εναγομένου να εκδικασθεί η υπόθεση που τον αφορά εντός ευλόγου χρόνου. Από πλευράς Εναγομένου, τα προβλήματα στην Έκθεση Απάιτησης είχαν εντοπισθεί ήδη από την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε στις 7.9.
  1. Το ότι σε δύο περιπτώσεις, στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τότε μέχρι σήμερα, αυτός επέλεξε να αλλάξει δικηγόρο, βλέπω από τα πρακτικά και το χρονικό της υπόθεσης όπως το κατέγραψα στην αρχή της παρούσας απόφασής μου, ότι συνέβαλε σε καθυστέρηση μετά την καταχώρηση της 1ης αίτησης τροποποίησης, ήτοι από 14.12.2015 μέχρι 11.2.2016 (δηλ. για διάστημα 2 μηνών μόνο) και μετά την καταχώρηση της 3ης αίτησης τροποποίησης των Εναγόντων από 18.11.19 μέχρι 31.1.20 (δηλ. για χρονικό διάστημα 2 μηνών). Το συνολικό χρονικό διάστημα 4 μηνών καθυστέρησης που αποδίδεται στην πλευρά του Εναγομένου, κρίνω ότι δεν είναι καθοριστικό για την έκβαση της υπό κρίση αίτησης. Στη μεγάλη πλειονότητα του χρόνου που διέρρευσε από τη συμπλήρωση της αρχικής δικογραφίας μέχρι την υποβολή της υπό κρίση 3ης αίτησης τροποποίησης βαρύνει την πλευρά των Εναγόντων. Υπό το φως όλων των ανωτέρω σκέψεων, κρίνω ότι ο κίνδυνος που δημιουργείται για παραβίαση του δικαιώματος του Εναγόμενου σε εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου ως το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος προβλέπει, είναι ορατός και δεν θεωρώ ότι θα μπορούσα να τον αποσοβήσω με το να επιτρέψω την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης σε αυτό το αργοπορημένο στάδιο επιδικάζοντας απλώς τα σπαταληθέντα έξοδα ή/και τα έξοδα της αίτησης υπέρ του Εναγομένου. Για όλους τους πιο πάνω, απορρίπτω την αίτηση ημερ. 5.7.
  2. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα ως ο γενικός κανόνας περί επιδίκασης των εξόδων, επιδικάζω τα έξοδα της αίτησης υπέρ του Εναγομένου / Καθ'ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων / Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Η αγωγή ορίζεται για προγραμματισμό ακρόασης ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2.10.20, 9 π.μ. (υπ.) .......... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.