← Κύπρος

ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ICUWAY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6402/2012, 14/9/2020

ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ICUWAY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6402/2012, 14/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A392 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6402/2012 Μεταξύ: ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και

  1. ICUWAY LTD
  2. XXXXX ΜΑΤΖΙΑΛΟΣ Εναγομένων ___________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Π. Πασχαλίδης και Μ. Βιολάρης για Κλεόπας & Κλεόπας ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2: κα Δ. Χριστοδούλου για Αναστάσιος Μυλωνά & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Με βάση το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που κατεχωρήθη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως Πρωτοφειλέτιδα δυνάμει αριθμού Συμφωνιών Δανείων που συνήψε με τους Ενάγοντες. Προς εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων ο Εναγόμενος 2 δυνάμει Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ. 6/12/10 που υπεγράφη στις 8/12/10, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 Εταιρείας προς τους Ενάγοντες. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω διευκολύνσεών της η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε δυνάμει υποθηκών προς όφελος των Εναγόντων τα ακίνητα που περιγράφονται στην παράγραφο 24 του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων η Εναγόμενη 1 εξέδωσε προς όφελος των Εναγόντων δύο Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για ασφάλεια ποσού μέχρι €250.000 έκαστη, ήτοι συνολικού ποσού €500.
  3. Προς περαιτέρω εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες παρούσες ή μελλοντικές ο Εναγόμενος 2 εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων στις 28/5/2008 και 9/1/2009 τις ασφάλειες ζωής οι οποίες περιγράφονται στην παράγραφο 25 του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Σύμφωνα με την αξίωση η Εναγόμενη 1 εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους και υποχρεώσεις των επίδικων Συμφωνιών, οπότε οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 19/3/2012 τερμάτισαν τη λειτουργία των λογαριασμών τους. Σύμφωνα πάντοτε με την αξίωση, τα οφειλόμενα ποσά των επίδικων Συμφωνιών ανέρχονται ως ακολούθως: ● Δυνάμει του Λογαριασμού Δανείου υπ' αρ. XXXXX0001 ποσό €1.239.540,72 πλέον τόκο προς 13,75% ετησίως από 28/4/12 με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές τον χρόνο, στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι τελικής εξόφλησης. ● Δυνάμει του Λογαριασμού Δανείου υπ' αρ. XXXXX0001 ποσό €32.443,91 πλέον τόκο προς 13,75% ετησίως από 28/4/12 με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές τον χρόνο, στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι τελικής εξόφλησης. ● Δυνάμει Τρεχουμένου Λογαριασμού υπ' αρ. XXXXX2017 ποσό €14.443,50 πλέον τόκο προς 13,75% ετησίως από 1/4/.12 με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές τον χρόνο, στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι τελικής εξόφλησης. Στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι εγείρουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς: · Η επίδικη Εγγύηση του Εναγομένου 2 είναι άκυρη καθώς παραβιάζει τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Περί Προστασίας Εγγυητών Νόμου. · Ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν οι Όροι των επίδικων Συμφωνιών Δανείων στους Εναγόμενους. · Ο ισχυριζόμενος υπολογισμός του επιτοκίου είναι χωρίς νομική ισχύ καθώς παραβιάζει την κείμενη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. · Οι επίδικες Υποθήκες ενεγράφησαν κατόπιν πίεσης και/ή εξαπάτησης των Εναγομένων από τους Ενάγοντες και/ή εξαναγκασμού τους κατόπιν άσκησης αθέμιτης πίεσης από τους Ενάγοντες και/ή είναι άκυρες καθώς δεν ενεγράφησαν και/ή δεν καταχωρήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών κατά παράβαση του Περί Συβάσεων Νόμου, Κεφ.
  4. · Ουδέποτε οι Εναγόμενοι έλαβαν οιανδήποτε προειδοποιητική επιστολή και/ή οιανδήποτε επιστολή τερματισμού. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγομένων οι Ενάγοντες κάλεσαν συνολικά μάρτυρες: ▬ XXXXX Σταύρου (Μ.Ε.1) ▬ XXXXX Μιχαηλίδου (Μ.Ε.2) Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ενόψει της μη προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Υπεράσπισης δεν υφίστανται αντικρουόμενες θέσεις γεγονότων και η παρούσα υπόθεση περιορίζεται στο κατά πόσον η Τράπεζα έχει προσκομίσει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία για να τεκμηριώσει την αξίωσή της. Κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων Αποτέλεσε θέση της κας Χριστοδούλου εκ μέρους των Εναγομένων ότι με δεδομένο ότι τα οποιαδήποτε τυχόν συμβατικά δικαιώματα των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων δυνάμει των επίδικων Συμβάσεων Δανείου και Σύμβασης Εγγύησης εκχωρήθηκαν και/ή μεταβιβάστηκαν από τους Ενάγοντες σε ένα τρίτο νομικό πρόσωπο, δηλ. την Astrobank Ltd, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση διενεργήθηκε με νόμιμο και αποτελεσματικό τρόπο αλλαγή διαδίκου, δηλ. υποκατάσταση των Εναγόντων από τον νέο δικαιούχο των επίδικων Συμβάσεων, δηλ. την Astrobank Ltd. Όπως είναι αντιληπτό η εξέταση του πιο πάνω ζητήματος που αφορά στην νομιμοποίηση των Εναγόντων στην παρούσα Αγωγή θα πρέπει να γίνει κατά προτεραιότητα και πριν το Δικαστήριο επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης εφόσον τυχόν αποδοχή της θέσης της Υπεράσπισης ενδέχεται να είναι καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης, και τούτο, προφανώς, ανεξαρτήτως της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί. Πραγματικό Υπόβαθρο Προτού γίνει αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία είναι αναντίλεκτα και/ή προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης:
  5. Οι επίδικες Συμφωνίες Δανείου και/ή Εγγύησης υπογράφηκαν μεταξύ USB BANK PLC/Ενάγοντες και Εναγομένων.
  6. Η Τράπεζα USB BANK PLC/Ενάγοντες καταχώρησε στις 20/9/2012 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και
  7. Στις 25/1/2019 ο Έφορος Εταιρειών γνωστοποίησε με σχετική Γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας - σύμφωνα με το Άρθρο 3

(1)του περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου[1] - ότι με τη συγκατάθεση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στις 18/1/2019 και ώρα 17.00 είχε ολοκληρωθεί δυνάμει της «Συμφωνίας Πώλησης Αγοράς Τραπεζικών Εργασιών της USB Bank Plc» ημερ. 31/7/2018, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 3/8/2018 και 14/12/2018, μεταξύ της Astro Bank Limited και της USB Bank Plc η εξαγορά από την Astro Bank Limited των τραπεζικών εργασιών της USB Bank Plc καθώς επίσης και των εξασφαλίσεων, των αντίστοιχων δικαιωμάτων υποχρεώσεων, των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού περιλαμβανομένου του προσωπικού και εξαιρουμένων συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στην πιο πάνω αναφερόμενη Συμφωνία. 4. Οι Ενάγοντες την 24/10/2019 καταχώρησαν στο Φάκελο της διαδικασίας Ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία είχε ως νομική βάση της τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015 Άρθρο 18
(4)και το Άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου καθώς και τη Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δυνάμει της εν λόγω «ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ» οι Ενάγοντες, USB BANK PLC, ενημέρωναν ότι οι τραπεζικές εργασίες της USB Bank Plc είχαν εξαγορασθεί από την Astro Bank Limited σύμφωνα με τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του
  1. Ταυτόχρονα επισυνάπτετο με την εν λόγω Ειδοποίηση και σχετικό απόσπασμα της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας που αφορούσε στη Γνωστοποίηση του Εφόρου Εταιρειών η οποία αναφέρεται ανωτέρω. Όσον αφορά τη μαρτυρία που η πλευρά των Εναγόντων πρόσφερε για το υπό εξέταση θέμα σχετική είναι η παράγραφος 3 της Γραπτής Δήλωσης του Μ.Ε. 1 (Έγγραφο 1) η οποία έχει ως ακολούθως:
  2. Στις 18 Ιανουαρίου 2019 δυνάμει Συμφωνίας Πώλησης και Αγοράς Τραπεζικών εργασιών ημερομηνίας 31 Ιουλίου 2018 και όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 3 Αυγούστου 2018 και 14 Δεκεμβρίου 2018 μεταξύ της Astro Bank Limited και της Usb Bank Plc, όλες οι τραπεζικές εργασίες, εξασφαλίσεις, δικαιώματα, υποχρεώσεις των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού περιλαμβανόμενου του προσωπικού και εξαιρούμενων συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων έχουν μεταβιβαστεί στην Astro Bank Limited. Σχετική ειδοποίηση έχει καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου ημερ. 24 Οκτωβρίου
  3. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί το ζήτημα που εγείρεται είναι αν στην υπό εξέταση περίπτωση η ως άνω Ειδοποίηση η οποία καταχωρήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων είναι αρκετή και ικανή από μόνη της να επιφέρει την υποκατάσταση των Εναγόντων από την Astrobank Ltd και, συνεπακόλουθα, να νομιμοποιήσει την συμμετοχή της Astrobank Ltd στη δικαστική αυτή διαδικασία και την προώθηση, συνακόλουθα, από την πλευρά της, της παρούσας Αγωγής. Το ζήτημα της υποκατάστασης ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ρυθμίζεται από την Δ.12, θ.4[2] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει, σε ελεύθερη μετάφραση τα ακόλουθα: "
  4. Όταν λόγω θανάτου, πτωχεύσεως ή οιουδήποτε άλλου γεγονότος που ήθελε συμβεί μετά την έναρξη αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος το οποίον επιφέρει αλλαγή ή μεταβίβασιν συμφέροντος ή ευθύνης ή λόγω οιουδήποτε προσώπου που το συμφέρον του άρχεται μετά την έναρξη του αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος γίνεται αναγκαίο ή επιθυμητό ότι οιονδήποτε πρόσωπο που δεν είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος ή οιονδήποτε πρόσωπο που είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος υπό άλλη ιδιότητα, μπορεί να ζητηθεί διάταγμα άνευ ειδοποιήσεως (EX PARTE) από το Δικαστήριο ή Δικαστή για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υπαρχόντων διαδίκων και του τοιούτου νέου διαδίκου αφού γίνει ο ισχυρισμός της τοιαύτης αλλαγής ή μεταβιβάσεως συμφέροντος ή ευθύνης ή της υπάρξεως νέου προσώπου που έχει συμφέρον. Ως ο πιο πάνω Διαδικαστικός Κανονισμός προνοεί, σε περίπτωση αλλαγής ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, είναι αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος και η τροποποίηση. Εκτενής ανάλυση του ως άνω Κανονισμού, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το Ο.17, r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, εντοπίζεται ανάμεσα σε άλλα, στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική "Annual Practice" του 1956, σελ. 313 και επόμενες. Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedence of Pleadings 12η έκδοση σελ. 167 και επόμενες, κατά τρόπο που συμπλέει με την ως άνω ανάλυση του Ο.17, r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης συμφέροντος ή υποχρέωσης σε αγωγή από υφιστάμενο διάδικο σε άλλο πρόσωπο, το άλλο αυτό πρόσωπο οφείλει να εξασφαλίσει διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας και άδεια για τις αναγκαίες τροποποιήσεις στον τίτλο και στο σώμα της αγωγής. Στην υπόθεση Τράπεζας Κύπρου Δημ. Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 388/2011, ημερ. 7/7/17 το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιστολή/ειδοποίηση που είχε δοθεί από την Τράπεζα Κύπρου προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας περί αλλαγής του ονόματος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ σε «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» δεν ήταν αρκετή και ικανή από μόνη της να νομιμοποιήσει τη συμμετοχή της Τράπεζας Κύπρου στη δικαστική διαδικασία και την προώθηση της αίτησης για άδεια για εκτέλεση της απόφασης και ότι ετύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.12, θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι οποίες, στην περίπτωση αλλαγής διαδίκων λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, καθιστούν αναγκαία την εξασφάλιση σχετικού διατάγματος και την τροποποίηση. Γι' αυτό κρίθηκε ότι η παράλειψη των Εφεσειόντων να εξασφαλίσουν, προηγουμένως, διάταγμα και άδεια να υποκαταστήσουν τον Οργανισμό και να συμμετάσχουν στη δικαστική διαδικασία, προτού επιζητήσουν την άδεια εκτέλεσης της απόφασης, σφράγιζε, κατά το Δικαστήριο, την τύχη της Αίτησης την οποία και απέρριψε. Το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη Απόφαση ήταν ορθή και την επικύρωσε. Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Λτδ v. Χρίστου Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 αφού, τόσο η Απόφαση της πλειοψηφίας όσο και αυτή της μειοψηφίας συμπίπτουν ως προς το ζήτημα που εξετάζουμε, ήτοι, την αναγκαιότητα υποκατάστασης του υφιστάμενου ενάγοντα με τον νέο, μέσω διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην πιο πάνω υπόθεση, αρχικός ενάγοντας ήταν ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. Δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερ. 13/12/2005, εκδοθέντος στη βάση του περί Εταιρειών Νόμου, μεταβιβάστηκε ολόκληρη η επιχείρηση, ιδιοκτησία, δικαιώματα και υποχρεώσεις των Εναγόντων/Εφεσειόντων στην εταιρεία «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» και έγινε ταυτόχρονα η διάλυση των Εφεσειόντων χωρίς εκκαθάριση.. Για να μπορέσει να προωθηθεί η αγωγή σε βάρος ενός εκ των Εναγομένων εναντίον του οποίου η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση, οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση τροποποίησης του τίτλου η οποία αποσκοπούσε στο να καλύψει το θέμα που ηγέρθηκε στο μεταξύ, ως προς την ύπαρξη, δηλαδή, του ορθού διαδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αποδεχθεί την απαίτηση που είχε εγερθεί από τους Εφεσείοντες για οφειλόμενα ενοίκια δυνάμει συμφωνιών ενοικιαγοράς και εκδόθηκε εναντίον τους απόφαση εκ συμφώνου κατά το 2005. Η εκδίκαση της Αγωγής η οποία είχε αρχίσει κατά την 17/9/2009, περιοριζόταν στην προώθηση της απαίτησης εναντίον του εναπομείναντος Εναγόμενου 3 Εφεσίβλητου, εγγυητή. Τότε εγέρθηκε θέμα ως προς την ύπαρξη του ορθού διαδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου οπόταν και καταχωρήθηκε Αίτηση εκ μέρους της Αιτήτριας Τράπεζας με την οποία αξιωνόταν τροποποίηση, τόσο του τίτλου της Αγωγής όσο και κάποιων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης. Η Αίτηση είχε ως νομική βάση κατά κύριο λόγο τη Δ.12, Δ.25, θθ.1, 2, 3, 5 και 6, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Απόφαση της πλειοψηφίας, έκρινε, ανατρέποντας την πρωτόδικη Απόφαση, ότι δικαιολογείτο η υποκατάσταση του υφιστάμενου Ενάγοντα από τον νέο - ο οποίος δικαιωματικά μπορούσε να συνεχίσει την αρξάμενη διαδικασία - και, συνακόλουθα, η έκδοση σχετικού διατάγματος, αφού στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβανόταν και η Δ.12 άσχετα αν με την Αίτηση επιζητείτο τροποποίηση, υποδεικνύοντας ότι δεν είχε σημασία αν η θεραπεία που επιζητείτο χαρακτηριζόταν ως "υποκατάσταση" ή "τροποποίηση" ή και τα δύο. Θεώρησε, πάντως, ότι ήταν αναγκαία να υποβληθεί σχετική Αίτηση για σκοπούς δικονομικής τάξης. Αντίθετα, η μειοψηφία έκρινε, για τους λόγους που εξήγησε και οι οποίοι δεν διαφοροποιούν τη θέση ότι ήταν αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο, ότι δεν δικαιολογείτο η έγκριση του αιτήματος και η έκδοση του σχετικού Διατάγματος. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Απόφαση της πλειοψηφίας: «Τόσο οι πρόνοιες της Δ.12 όσο και οι πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τις οποίες επικαλούνταν οι αιτητές στην αίτηση τους, μαζί με το συνοδευτικό υλικό που περέσχαν μέσω της ένορκης δήλωσης τους και των τεκμηρίων, υποστήριζαν και δικαιολογούσαν πλήρως την αιτούμενη θεραπεία που εζητείτο. Οι αιτητές είχαν ήδη εξασφαλίσει την έγκριση του Δικαστηρίου για τη νομιμοποίηση της δυνατότητας τους όπως συνεχίσουν τη δικαστική διαδικασία στην αγωγή μέσω του Διατάγματος της 13.12.2005 και εκείνο που εζητείτο με την αίτηση τους, ήταν η τυπική εφαρμογή της νέας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής, με την υποκατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα από το νέο ο οποίος δικαιωματικά μπορούσε να συνεχίσει την αρξάμενη διαδικασία. Είτε αυτή η θεραπεία χαρακτηριζόταν ως «υποκατάσταση» ή «τροποποίηση» ή και τα δύο, ή άλλως πως, δεν ενέχει καμιά σημασία. Το Δικαστήριο εκαλείτο όπως εγκρίνει την επελθούσα αλλαγή με υποκατάσταση του ονόματος του ενός διαδίκου από άλλο και αυτό μπορούσε να γίνει δικονομικά στη βάση τόσο της Διαταγής 12 όσο και της Διαταγής 25 στις οποίες βασιζόταν η αίτηση και θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόμιμη συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο. Παραχωρουμένης δηλαδή της θεραπείας τροποποίησης του ονόματος του διαδίκου, εγκρινόταν η υποκατάσταση του και παρείχετο συνακόλουθα και η άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, την οποία και εδικαιούτο. Όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12, κ.3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.8
(1)(p) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διάδικου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte)». Στην Απόφαση της η μειοψηφία διατύπωσε τις σχετικές της θέσεις και προβληματισμό ως ακολούθως: «Στην παρούσα υπόθεση σημειώνεται ότι η αιτήτρια εταιρεία κατέθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου αίτηση για τροποποίηση χωρίς να υποβάλει προηγουμένως οποιαδήποτε αίτηση να καταστεί διάδικος στη διαδικασία. Ούτε εξασφαλίστηκε άδεια από το πρωτόδικο δικαστήριο για συμμετοχή της στη διαδικασία. Θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είχε διερευνηθεί πρώτα το κατά πόσο, χωρίς προηγούμενη άδεια συμμετοχής στη διαδικασία, η αιτήτρια είχε καν δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση (βλέπε Κουή v. Χριστοδούλου
(2010)1 A.A.Δ. 401).» Στην παρούσα υπόθεση με βάση τα αναντίλεκτα γεγονότα, όπως αυτά έχουν πιο πάνω παρατεθεί, διαπιστώνεται ότι ευρισκόμεθα ενώπιον περίπτωσης εξαγοράς Τραπεζικών εργασιών της USB Bank Plc από την Astro Bank Limited δυνάμει της «Συμφωνίας Πώλησης Αγοράς Τραπεζικών Εργασιών της USB Bank Plc» ημερ. 31/7/2018, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 3/8/2018 και 14/12/
  1. Των πιο πάνω λεχθέντων είναι ορθή, κατά την κρίση μου, η εισήγηση της κας Χριστοδούλου ότι ο Νόμος ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής είναι ο περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμος του 1997 [64(Ι)/1997] ως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί. Η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εναγόντων ότι η φύση και η ιδιότητα της Συμφωνίας της USB Bank Plc με την Astro Bank Limited ήταν τέτοια που παρείχε το πεδίο για να εφαρμοστούν και τα δύο νομοθετήματα, ήτοι τόσο ο Νόμος 64(Ι)/1997 όσο και ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015 δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο ή μαρτυρία. Αντίθετα η μαρτυρία που η ίδια η πλευρά των Εναγόντων προσκόμισε, όπως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, αφορούσε ξεκάθαρα σε εξαγορά των Τραπεζικών εργασιών της USB Bank Plc από την Astro Bank Limited και όχι σε αγοραπωλησία πιστωτικών διευκολύνσεων για να μπορεί να γίνει επίκληση των προνοιών του τελευταίου Νόμου του
  2. Η πιο πάνω επισήμανση και διαπίστωση είναι σημαντική εφόσον στην περίπτωση που εφαρμόζεται ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη η οποία υποδείχθηκε στη σχετική Νομολογία για συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 18
(4)του εν λόγω Νόμου, «..ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος:..[..]». Είναι προφανές ότι ανάλογη πρόνοια δεν υφίσταται στην περίπτωση όπου εφαρμόζεται ο περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμος του 1997 [64(Ι)/1997]. Το ότι στον εν λόγω Νόμο [Ν.64(Ι)/1997] διαλαμβάνεται - στο Άρθρο 6 - ότι οποιαδήποτε αγωγή που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί υπό ή προς όφελος της εξαγορασθείσας Τράπεζας[3] «δε θα τερματίζεται, ούτε θα διακόπτεται, ούτε θα επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς» αλλά «θα μπορεί να συνεχίζεται υπό ή προς όφελος της αποκτώσας Τράπεζας[4], όπως ίσχυε πριν από το χρόνο μεταβίβασης για την εξαγορασθείσα Τράπεζα» δεν αναιρεί, ούτε ακυρώνει την αναγκαιότητα όπως προηγηθεί η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η παράλειψη, επομένως, της Astro Bank Limited να εξασφαλίσει προηγουμένως διάταγμα και άδεια να υποκαταστήσει την USB Bank Plc και να συμμετάσχει στη δικαστική διαδικασία σφραγίζει εν προκειμένω την τύχη της παρούσας Αγωγής, η δε καταχώρηση από την Astro Bank Limited στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λευκωσίας Ειδοποίησης περί εξαγοράς των τραπεζικών εργασιών της Astro Bank Limited από την Astro Bank Limited δεν είναι αρκετή, από μόνη της, να νομιμοποιήσει τη συμμετοχή της στην παρούσα διαδικασία και, συνεπακόλουθα, την προώθηση της παρούσας Αγωγής εναντίον των Εναγομένων. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, κρίνω σκόπιμο σε περίπτωση που αυτή ανατραπεί κατ΄έφεση να προχωρήσω να επιληφθώ της ουσίας της υπόθεσης ούτως ώστε να υπάρχει η Απόφαση του Δικαστηρίου και σε σχέση με αυτή. Σύνοψη μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 κατά τον επίδικο χρόνο εργάζετο στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της USB Bank Plc. Ενώ τώρα εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Astrobank Public Company Limited. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 17). Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2 είναι στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων. Κατά τη μαρτυρία της κατέθεσε απλώς ένα έγγραφο, το Τεκμήριο 18, ήτοι μια επιστολή των Εναγόντων απευθυνόμενη στον Εναγόμενο 2, ημερ. 6/12/2010. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[5] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[6] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους δύο μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Βάρος Απόδειξης Όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία απο­δεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος απόδειξης εί­ναι πιο πιθανή (ή αντίθετη) από εκείνη του αντιδίκου του αλλά το κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρ­κή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή εκείνης του αντιδίκου του[7]. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι το εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[8]. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων Ο Μ.Ε.1 κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 17). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε, η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατά διάφορα χρονικά στάδια μέχρι και το 2010 συνήψε με τους Ενάγοντες αριθμό Συμφωνιών Δανείων. Μερικά από τα εν λόγω Δάνεια στα οποία ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε έχουν εξοφληθεί. Πρόκειται συγκεκριμένα για τα ακόλουθα: ■ Δάνειο για ποσό Λ.Κ.400.000 (€683.440,51) [XXXXX0006] με τους όρους που περιλαμβάνονται στην επιστολή προσφοράς των Εναγόντων ημερ. 9/10/2006 την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε δια της υπογραφής της στις 10/10/2006 (Τεκμήριο 1). Όπως έχει συναφώς ο Μ.Ε.1 καταθέσει το εν λόγω Δάνειο έχει εξοφληθεί τον Νοέμβριο του
  1. ■ Δάνειο για ποσό €880.000 [Αρ. LD XXXXX0005] με τους όρους που περιλαμβάνονται στην επιστολή προσφοράς των Εναγόντων ημερ. 13/5/2008 την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε δια της υπογραφής της στις 20/5/2008 (Τεκμήριο 2). Όπως έχει συναφώς ο Μ.Ε.1 καταθέσει το εν λόγω Δάνειο έχει εξοφληθεί με άλλο Δάνειο και συγκεκριμένα με το Δάνειο για ποσό €960.000 [LD 0928200002]. ■ Δάνειο για ποσό €285.000 [XXXXX0002] με τους όρους που περιλαμβάνονται στην επιστολή προσφοράς των Εναγόντων ημερ. 17/12/2008 την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε δια της υπογραφής της στις 23/12/2008 (Τεκμήριο 3). Όπως έχει συναφώς ο Μ.Ε.1 καταθέσει το εν λόγω Δάνειο έχει εξοφληθεί τον Μάιο του
  2. ■ Δάνειο για ποσό €960.000 [LD XXXXX0002] με τους όρους που περιλαμβάνονται στην επιστολή προσφοράς των Εναγόντων ημερ. 6/10/2009 την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε δια της υπογραφής της στις 8/10/2009 (Τεκμήριο 4). Όπως έχει συναφώς ο Μ.Ε.1 καταθέσει το εν λόγω Δάνειο είχε ως κύριο σκοπό του την εξόφληση του Δανείου για ποσό €880.000 [Αρ. XXXXX0005] και έχει εξοφληθεί με άλλο Δάνειο το οποίο είναι ένα από τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση. Επίδικα στην παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα δύο δάνεια: ▬ Δάνειο για ποσό €1.050.226,66 [XXXXX0001] με τους όρους που περιλαμβάνονται στην επιστολή προσφοράς των Εναγόντων ημερ. 27/10/2010 την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε δια της υπογραφής της την ίδια ημέρα, ήτοι 27/10/2010 (Τεκμήριο 5). Στις 27/10/2010 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €1.050.226,66 υπό τους όρους οι οποίοι καταγράφονται στην συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία (Τεκμήριο 6). ▬ Δάνειο για ποσό €40.000 [XXXXX0001] με τους όρους που περιλαμβάνονται στην επιστολή προσφοράς των Εναγόντων ημερ. 6/12/2010 την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε δια της υπογραφής της στις 8/12/2010 (Τεκμήριο 7). Στις 8/12/2010 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €40.000 υπό τους όρους οι οποίοι καταγράφονται στην συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία (Τεκμήριο 8). Όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από το Τεκμήρια 16Β και 17Β αντίστοιχα, η εκταμίευση του ποσού του Δανείου ύψους €1.050.226,66 έγινε στις 29/10/2010 ενώ η εκταμίευση του ποσού του Δανείου ύψους €40.000 έγινε στις 10/12/
  3. Εγγυητήρια Έγγραφα και Υποθήκες Προς εξασφάλιση της πληρωμής όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα παρούσων ή μελλοντικών ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε γραπτώς μέσω της Συμφωνίας Εγγύησης ημερ. 6/12/2010 την υποχρέωση καταβολής στους Ενάγοντες οποιωνδήποτε ποσών θα καθίσταντο πληρωτέα σε σχέση με τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς αυτούς μέχρι και το ποσό των €2.600.000 πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 9). Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων της η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα αποδέχθηκε τις ακόλουθες Υποθήκες οι οποίες δεόντως δηλώθηκαν και εγγράφηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας με τα σχετικά έγγραφα υποθηκών ως ακολούθως: → Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης XXXXX/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ημερομηνίας 28/5/2008 για ποσό €461.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 στην Χρυσοπολίτισσα, Λάρνακα με αριθμό εγγραφής και ημερομηνία 4/16112, 11/1/07, Φ/ΣΧ. 41/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: διαμέρισμα αρ.5, 4ος όροφος, μερίδιο όλο. → Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης XXXXX/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ημερομηνίας 28/5/2008 για ποσό €158.000 επί των ακινήτων ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1: (α) Μαζωτός Λάρνακα με αριθμό εγγραφής και ημερομηνία 0/XXXXX, 12/1/07, Φ/ΣΧ. 50/4120V01, τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: τόπος, έκταση 84 τ.μ. μερίδιο όλο. (β) Μαζωτός Λάρνακα με αριθμό εγγραφής και ημερομηνία 0/XXXXX, 12/1/07, Φ/ΣΧ. 50/4120V01, τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: διώροφη οικία, έκταση 107 τ.μ. μερίδιο όλο. → Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης XXXXX/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 28/5/2008 για ποσό €432.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 στους Δίτρυγους Παραλίμνι, με αριθμό εγγραφής και ημερομηνία 21/XXXXX, 12/2/07, Φ/ΣΧ. 2-297-374, τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: χωράφι, έκταση 1 δεκάριο και 305 τ.μ., μερίδιο όλο. → Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης XXXXX/08 [2η Υποθήκη] Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ημερομηνίας 29/12/08 για ποσό €342.000 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 στους Δίτρυγους Παραλίμνι, με αριθμό εγγραφής και ημερομηνία 21/XXXXX, 12/2/07, Φ/ΣΧ. 2-297-374, τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: χωράφι, έκταση 1 δεκάριο και 305 τ.μ., μερίδιο 73/
  4. H μαρτυρία που αφορά την παραχώρηση και εγγραφή των επίδικων υποθηκών προέκυψε από τα όσα κατέθεσε ο Μ.Ε.1 ο οποίος κατέθεσε σε κάθε περίπτωση τα πρωτότυπα των Συμβάσεων και Δηλώσεων Υποθηκεύσεως ακινήτου μαζί με το Έγγραφο Υποθήκης, ήτοι τα Τεκμήρια 10(Α), (Β), (Γ) και (Δ). Προς περαιτέρω εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες παρούσες ή μελλοντικές ο Εναγόμενος 2 εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων στις 28/5/2008 και 9/1/2009 τις πιο κάτω Ασφάλειες Ζωής: i. Ασφάλεια Ζωής με την Alico AIG Life με αριθμό Συμβολαίου XXXXX4012 στο όνομα του Εναγόμενου 2 ii. Ασφάλεια Ζωής με την Aspis Liberty Life με αριθμό Συμβολαίου XXXXX2-366 στο όνομα του Εναγόμενου 2 H μαρτυρία που αφορά στην εκχώρηση των επίδικων ασφαλειών ζωής προέκυψε επίσης από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα εκχώρησης των ασφαλειών καθώς και των επιστολών ημερ. 18/3/12 ως Τεκμήρια 11(Α), (Β), (Γ) και (Δ). Όπως περαιτέρω προέκυψε τόσο από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα υπό αυτού σχετικά έγγραφα Τεκμήρια 12 (Α)
(1),
(2)και
(3), η Εναγόμενη 1 εταιρεία υπέγραψε προς όφελος των Εναγόντων δύο Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης επί ολόκληρης της επιχείρησης και περιουσίας της για ασφάλεια συνολικού ποσού εκ €500.
  1. Όπως προέκυψε, η υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων αλλά και η αυθεντικότητα τους δεν αμφισβητείται. Ως εκ τούτου από την εν λόγω μαρτυρία και τα παρουσιασθέντα από αυτήν έγγραφα, προέκυψε και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες Συμφωνίες Δανείων έχουν δεόντως υπογραφεί από την Εναγόμενη 1 και δημιουργούν για αυτή έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη Συμφωνία Εγγύησης έχει δεόντως υπογραφεί από τον Εναγόμενο 2 και δημιουργεί για αυτόν έννομα αποτελέσματα. Καθόσον αφορά τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και Αμμοχώστου που αναφέρθηκαν και αυτές προέκυψε και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχουν δεόντως υπογραφεί από μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας και δημιουργεί για αυτήν έννομα αποτελέσματα. Τέλος προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης έχουν δεόντως υπογραφεί από μέρους της Εναγόμενης 1 και δημιουργούν για αυτήν έννομα αποτελέσματα. B. Δικαίωμα Τερματισμού Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία έχω αποδεχτεί, σε συνάρτηση με τις Καταστάσεις Λογαριασμού που κατέθεσε, σταδιακά το επίδικο Δάνειο και ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός κατέστησαν μη εξυπηρετούμενα ενόψει της μη πληρωμής των οφειλομένων όπως προνοείτο στις επίδικες Συμφωνίες ενώ καθόσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό αυτός παρουσίαζε υπέρβαση πέραν του εγκεκριμένου ορίου. Αναφορικά τόσο με το Δάνειο για το ποσό των €1.050.226,66 [XXXXX0001] η Συμφωνία ημερ. 27/10/2010 όσο και με το Δάνειο για το ποσό €40.000 [XXXXX0001] ο Όρος 2 και στις δύο επίδικες Συμφωνίες διελάμβανε την υποχρέωση της Εναγόμενης 1 προς εξόφληση του δια μίας δόσεως πλέον τόκους μέχρι την 15/10/
  2. Επιπλέον στον Όρο 2, ο οποίος είναι πανομοιότυπος και στις δύο Συμφωνίες, διαλαμβάνονταν και τα εξής σχετικά: «Παράλειψη ή άρνηση του Χρεώστη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, με τους αναλογούντες τόκους, ή προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, ολικά ή μερικά, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του πληρωτέο και απαιτητό, παρέχει δε στην Τράπεζα χωρίς επηρεασμό οποιοσδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το υπόλοιπο του παραπάνω δανείου, τον τόκο, την προμήθεια ή δικαιώματα, ή άλλα έξοδα αμέσως. ................................... Ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο διαλαμβάνει η συμφωνία αυτή, εννοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει οποιαδήποτε στιγμή, άμεση αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του, οπότε το παραπάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό, αμέσως». Όπως προκύπτει από όλα τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τις Συμφωνίες Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής τους. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι τα όσα σχετικά με το πιο πάνω θέμα αναφέρθηκαν από τον Μ.Ε.1 ιδιαίτερα στις παραγράφους 26, 27 και 28 του Εγγράφου 1 αναφορικά με την παράλειψη της Εναγόμενης 1 να συμμορφωθεί με τις συμβατικές τις υποχρεώσεις σε συνάρτηση και με τις Καταστάσεις Λογαριασμού που κατέθεσε [Τεκμήρια 16 (Α), (Β), (Γ) και (Δ)] δεν έχουν ποσώς αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση η οποία, όπως εξάλλου αναφέρθηκε εξαρχής, δεν αντεξέτασε τον μάρτυρα. Των πιο πάνω λεχθέντων διαπιστώνεται ότι επήλθε διάρρηξη των Συμφωνιών. Στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, η οποία, επαναλαμβάνω, δεν αμφισβητήθηκε, ότι η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες μέσω των επιστολών τερματισμού ημερ. 19/3/2012 [Τεκμήρια 15 (Α) και (Β)]. Επομένως στις 19/3/2012 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες Συμφωνίες είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής οποιωνδήποτε επιστολών και/ή επιστολών τερματισμού. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 9 στις Συμβάσεις Δανείου Τεκμήρια 6 και 8 ο οποίος έχει ως εξής: «
  3. Κάθε ειδοποίηση σχετικά με τη συμφωνία αυτή, μπορεί να σταλεί στο Χρεώστη, ταχυδρομικά ή με προσωπική παράδοση, στη διεύθυνση που δηλώνεται στο έγγραφο αυτό ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση που θα δώσει ο Χρεώστης στην Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της Τράπεζας για χορήγηση ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή». Για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει[9]. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Όσον αφορά το Εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 9, ημερ. 6/12/2010, με το οποίο o Eναγόμενος 2 εγγυήθηκε την υποχρέωση καταβολής στους Ενάγοντες οποιωνδήποτε ποσών θα καθίσταντο πληρωτέα σε σχέση με τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς αυτούς μέχρι και το ποσό των €2.600.000 πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει του όρου 1 του εν λόγω Εγγράφου η υποχρέωση του για πληρωμή θα αρχίζει από τη στιγμή που θα του ζητηθεί από την Τράπεζα. Ο εν λόγω όρος έχει ως ακολούθως: «Εγώ, για μένα, τους διαδόχους, εκδοχείς μου και νόμιμους αντιπροσώπους μου με το έγγραφο αυτό εγγυούμαι τις παρούσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη σε σας και αφορούν οποιοδήποτε χρέος ή οποιαδήποτε ποσά χρημάτων παραχωρηθούν οποτεδήποτε στον Πρωτοφειλέτη, είτε είναι ή θα γίνουν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα από εγγύηση τρίτου προσώπου ή προσώπων και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες, αναλαμβάνω δε να σάς πληρώσω μόλις μου ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές, πλέον τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) που θα κεφαλαιοποιούνται κάθε έξι μήνες, κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρόν μεταξύ του Πρωτοφειλέτη και της Τράπεζας και/ή σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα εγγύηση.» Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι φανερό ότι οι Συμβαλλόμενοι, δηλ. η Τράπεζα από την μια (Ενάγουσα) και ο εγγυητής από την άλλη (Εναγόμενος 2 στη Συμφωνία Τεκμήριο 9), κατέστησαν μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής προς τον εγγυητή ειδοποίησης έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης από αυτόν του οφειλόμενου ποσού. Αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 14 του Εγγυητηρίου, Τεκμήριο 9 ο οποίος έχει ως ακολούθως: «Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από μένα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα προς εμένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στην τελευταία προς εσάς γνωστή διεύθυνσή μου. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα την αποδέχομαι ως ισχυρή αν υπογράφει από μέρους σας/από οποιοδήποτε υπάλληλό σας». Με βάση την αναντίλεκτη και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στους Εναγόμενους 1 και 2 αποστάληκαν προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 11/1/2012 και 3/3/2012 (Τεκμήρια 14Α, Β και Γ) και στη συνέχεια επιστολές τερματισμού ημερ. 19/3/2012 (Τεκμήρια 15Α και 15Β). Ούτε και σε σχέση με αυτό το ζήτημα, υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης. Δ. Οφειλόμενο υπόλοιπο Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[10]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[11]. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας μέσω του Μ.Ε.1 κατέθεσε Καταστάσεις Λογαριασμού ως ακολούθως: ► Για τον Λογαριασμό Δανείου με αρ.XXXXX0001 το Τεκμήριο 16Α ► Για τον Λογαριασμό Δανείου με αρ.LD XXXXX0001 το Τεκμήριο 16Β Όλες οι πιο πάνω καταστάσεις συνοδεύονται από Πιστοποιητικό τιτλοφορούμενο «Πιστοποιητικό/Βεβαίωση δυνάμει του Άρθρου 35
(3)του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 ». Τα παρουσιασθέντα Πιστοποιητικά που αφορούν τα Τεκμήρια 16Α και 16Β είναι υπογραμμένα από τον ίδιο τον Μ.Κ.1 ο οποίος όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω είναι αρμόδιος υπάλληλος στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών στην Τράπεζα. Τα Πιστοποιητικά βεβαιώνουν ότι οι επισυνημμένες Καταστάσεις Λογαριασμού με αρ. XXXXX0001 και XXXXX0001 αποτελούν μέρος του Αρχείου της επιχείρησης των Εναγόντων το οποίο τελεί υπό την φύλαξη και τον έλεγχο των Εναγόντων σε ηλεκτρονική και έντυπη μορφή στα γραφεία τους. Ο Μ.Ε.1, αφού αναφέρει θέση που κατέχει, ήτοι αυτή του υπαλλήλου στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών στην Astro Bank Limited, δηλώνει ότι έχει συγκρίνει και ελέγξει προσωπικά όλες τις Καταστάσεις Λογαριασμών της Εναγόμενης 1 τις οποίες έχει εκτυπώσει και ότι έχει διαπιστώσει ότι είναι ορθές και σύμφωνες με την εικόνα των εν λόγω Λογαριασμών όπως αυτοί παρουσιάζονται στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας μαζί με τα πρωτότυπα που φυλάσσονται στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή της Ενάγουσας Τράπεζας και βεβαιώνει Επομένως με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 35
(2)του Κεφ. 9 οι καταστάσεις συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς των Εναγομένων έχει καταλυτική σημασία αναφορικά με την ανάληψη/εκταμίευση του ποσού του δανείου και τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι. Συγκεκριμένα δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Εναγομένους ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή οι μεταφορές των ποσών από το προϊόν του δανείου που καταγράφονται ή ότι υπήρξε θέμα υπερχρέωσης ή λανθασμένης καταχώρησης στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού. Ούτε, επίσης, τέθηκε οποιοδήποτε θέμα ότι, πέραν των όσων καταγράφονται, υπήρξαν καταθέσεις/πιστώσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον επίδικο λογαριασμό. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι, δεδομένης της μη αντεξέτασης του Μ.Ε.1 από την συνήγορο Υπεράσπισης, δεν έχει αμφισβητηθεί οποιαδήποτε καταχώρηση σε αυτές τις καταστάσεις. Επιπλέον ο Μ.Ε.1 παρουσίασε αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού αναφορικά με τις δύο Δανειακές Συμβάσεις στις οποίες καταγράφονται όλες οι χρεοπιστώσεις από την ημέρα παραχώρησης των δύο δανείων με αναπροσαρμογή (και περιορισμό) της απαίτησης των Εναγόντων με βάση τα ανώτατα περιθώρια τόκου που η Νομοθεσία επιτρέπει. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στους επίδικους λογαριασμούς και γενικότερα την ορθότητα ή μη των Καταστάσεων Λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά τον Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου τους κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω οι Καταστάσεις των επίδικων Λογαριασμών, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας, αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, ήτοι παρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύθηκε από την Τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν και εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν. Έπεται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση και με τους δύο Λογαριασμούς ως καταγράφεται και στην παράγραφο 35 του Εγγράφου
  2. Ε. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης Σύμβασης. Επαφίεται δηλαδή στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου όπως και έπραξαν στην υπό εξέταση περίπτωση.[12] Με βάση τους όρους της Συμφωνίας Δανείου με αρ.XXXXX0001[13] ρητά συμφωνήθηκε ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 3,25% (το περιθώριο), ήτοι, κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας, βασικό επιτόκιο 5,25%, περιθώριο 3,25% και άρα συνολικό επιτόκιο 8,5%. Με βάση τους όρους της Συμφωνίας Δανείου με αρ.XXXXXX0001[14] ρητά συμφωνήθηκε ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 3,25% (το περιθώριο), ήτοι (κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας) βασικό επιτόκιο 5,25%, περιθώριο 3,25% και άρα συνολικό επιτόκιο 8,5%. Με βάση τους όρους των επίδικων Συμφωνιών[15], ρητά συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα είχε το δικαίωμα, οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που θα ίσχυαν κατά καιρούς, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος κτλ, κατά την κρίση της, να μεταβάλλει, μεταξύ άλλων, το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, το περιθώριο, το ποσοστό υπερημερίας κτλ και ότι οι αλλαγές αυτές θα ήταν δεσμευτικές για τον χρεώστη ο οποίος θα λάμβανε γνώση είτε από ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση δια μέσου άλλου προσφερόμενου κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπου η οποία αλλαγή θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθορίζετο στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι Ενάγοντες με Ανακοίνωση στον Τύπο[16] στις 13/4/2011 και μέσω εντύπων στα τραπεζικά τους κέντρα ενημέρωσαν όλους τους πελάτες τους περιλαμβανομένων και των Εναγομένων 1 και 2 για την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 7/4/2011 για αύξηση του ελάχιστου επιτοκίου κατά 0,25% με ισχύ από 13/4/2011 καθώς και για αύξηση του Βασικού Επιτοκίου Χορηγήσεων από 5,25% σε 5,75% με ισχύ από 14/6/
  3. Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να αξιώνει τόκο υπερημερίας αυτό πηγάζει από τα όσα διαλαμβάνονται στον όρο 5 του Τεκμηρίου 6 και του Τεκμηρίου 8 που αποτελούν τις επίδικες Συμφωνίες Δανείου. Σύμφωνα με αυτό τον όρο σε περίπτωση όπου ο Χρεώστης δεν καταβάλει στην Τράπεζα την ημέρα όπου καθίσταται πληρωτέο οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό προς την Τράπεζα δυνάμει των διατάξεων της Συμφωνίας ο Χρεώστης θα καταβάλει τόκο επί του οφειλόμενου ποσού από την ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω ποσό ήταν πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησής του ίσο προς το εκάστοτε Σύνολο Επιτοκίου συν το ποσοστό Υπερημερίας το οποίο θα υπολογίζεται επί των καθυστερημένων δόσεων. Η Ενάγουσα Τράπεζα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που αναφέρεται στην Αγωγή. Διεκδικεί επιτόκιο υπερημερίας 2% για τα χρεωστικά υπόλοιπα δανείων. Με βάση δε τις επίδικες Συμφωνίες Δανείου τα επίδικα δάνεια θα έπρεπε να εξοφλούντο πλήρως δια μίας δόσεως πλέον τόκοι μέχρι την 15/10/2011[17]. Στη βάση των πιο πάνω σε ό,τι αφορά το Δάνειο με αρ. XXXXX0001 το επιτόκιο που έχει χρησιμοποιηθεί είναι ως ακολούθως: ▬ Από 29/10/2010 που είναι η ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου μέχρι 13/6/2011, Βασικό Επιτόκιο 5,25%, Περιθώριο 3,25% και, επομένως, συνολικό επιτόκιο 8,50%. ▬ Από 14/6/2011 που είναι η ημερομηνία αύξησης του Βασικού Επιτοκίου από 5,25% σε 5,75%, μέχρι 15/10/2011 που το δάνειο θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί, Βασικό επιτόκιο 5,75%, Περιθώριο 3,25% και, επομένως, συνολικό επιτόκιο 9,00%. ▬ Από 16/10/2011 που είναι το δάνειο σε καθυστέρηση εφόσον θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί μέχρι τις 12/2/2020, Βασικό επιτόκιο 5,75%, Περιθώριο 3,25% πλέον τόκος υπερημερίας 2% και, επομένως, συνολικό επιτόκιο 11,00%. Καθόσον αφορά το Δάνειο με αρ. XXXXX0001 το επιτόκιο που έχει χρησιμοποιηθεί είναι ως ακολούθως: ▬ Από 10/12/2010 που είναι η ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου μέχρι 13/6/2011, Βασικό Επιτόκιο 5,25%, Περιθώριο 3,25% και, επομένως, συνολικό επιτόκιο 8,50%. ▬ Από 14/6/2011 που είναι η ημερομηνία αύξησης του Βασικού Επιτοκίου από 5,25% σε 5,75%, μέχρι 15/10/2011 που το δάνειο θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί, Βασικό επιτόκιο 5,75%, Περιθώριο 3,25% και, επομένως, συνολικό επιτόκιο 9,00%. ▬ Από 16/10/2011 που είναι το δάνειο σε καθυστέρηση εφόσον θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί μέχρι τις 12/2/2020, Βασικό επιτόκιο 5,75%, Περιθώριο 3,25% πλέον τόκος υπερημερίας 2% και, επομένως, συνολικό επιτόκιο 11,00%. Με δεδομένο ότι στις επίδικες Συμφωνίες Δανείου η επιβολή τέτοιου διαλαμβάνετο σε αυτές (αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας) η Τράπεζα δικαιούται στη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2%. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω και, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν είχε καταλήξει σε απόφαση περί της μη νομιμοποίησης της Astro Bank Limited στην παρούσα διαδικασία ως έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, η απαίτηση στην παρούσα Αγωγή, αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο και στους δύο επίδικους Λογαριασμούς (ως η παράγραφος 33 του Εγγράφου 1) και, συνεπακόλουθα, τις αιτούμενες αξιώσεις και θεραπείες (ως οι παραγράφοι (Δ), (Ε) και (ΣΤ) του Κλητηρίου), θα αποδεικνύετο. Με δεδομένη, ωστόσο, την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου για το ζήτημα της μη νομιμοποίησης της Astro Bank Limited, η κατάληξη δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη της ένεκα αυτού του λόγου. Κατά συνέπεια, η παρούσα Αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, δηλαδή επιδικάζονται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι δικαιούνται και στα έξοδα τους. Ως εκ τούτου τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγουσών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] 3.-
(1)Η αποκτώσα Τράπεζα υποχρεούται να ειδοποιεί έγκαιρα τον έφορο, ο οποίος το συντομότερο δυνατό από το χρόνο μεταβίβασης ή από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου και με τη συγκατάθεση της Κεντρικής Τράπεζας, δημοσιεύει γνωστοποίηση αναφορικά με τη μεταβίβαση και το χρόνο μεταβίβασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(2)Η δημοσίευση της γνωστοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο
(1)πιο πάνω θα αποτελεί τελεσίδικη μαρτυρία της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης και φωτοτυπία ή άλλης μορφής αναπαραγωγή της σελίδας ή μέρους της σελίδας της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας που περιέχει την εν λόγω γνωστοποίηση πιστοποιημένη από το Γραμματέα της αποκτώσας Τράπεζας θα αποτελεί μαρτυρία της δημοσίευσης της γνωστοποίησης. [2] 4. Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party, or that any person already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence. [3] Με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου 64(Ι)/1997 ως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί ο όρος "εξαγορασθείσα Τράπεζα" σημαίνει Τράπεζα που διεξήγαγε καθ' οιονδήποτε χρόνο τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο τις οποίες πώλησε και/ή εκχώρησε, με βάση την αρχή της συνεχιζόμενης λειτουργίας και σε διαδοχή και υποκατάσταση της, σε άλλη Τράπεζα∙ [4] Με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου 64(Ι)/1997 ως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί ο όρος "αποκτώσα Τράπεζα" σημαίνει οποιαδήποτε Τράπεζα που εξαγοράζει και/ή άλλως πως αποκτά τις εργασίες άλλης Τράπεζας∙ [5] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [6] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [7] Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας. Δέστε επίσης το Σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003), σελ.81: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» [8] Δέστε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρείας Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ. 829. [9] Δέστε Savvides ν. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 και Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. [10] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
  2. [11] Δέστε Barry Wynne ν. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [20091 1Α.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
  3. [12] Δέστε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. [13] Δέστε όρο 3.1(α) του Τεκμηρίου
  2. [14] Δέστε όρο 3.1(α) του Τεκμηρίου
  3. [15] Δέστε όρο 3.5 του Τεκμηρίου 6 και Τεκμηρίου
  4. [16] Δέστε Τεκμήριο
  5. [17] Δέστε όρο 2 του Τεκμηρίου 6 και Τεκμηρίου
  6. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.