ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή Αρ.: 6040/2015, 9/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A389 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 6040/2015 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγοντες Και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 21/12/2017 για Ειδική και/ή Περαιτέρω Αποκάλυψη Ημερομηνία: 9 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση: Π. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση των ακολούθων Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως προβούν σε περαιτέρω και/ή ειδική αποκάλυψη ενόρκως και εντός 15 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του σχετικού διατάγματος ή/και εντός τέτοιου χρονικού διαστήματος το οποίο το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις, στους Ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους, των «εγγράφων» που αναφέρονται στο σημείο 6 του Παραρτήματος 1 («Κατάλογος Αποκάλυψης Εγγράφων») της ένορκης δήλωσης του XXXXX Κουντούρη ημερ. 2/11/2017 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως προβούν σε περαιτέρω και/ή ειδική αποκάλυψη ενόρκως και εντός 15 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του σχετικού διατάγματος ή/και εντός τέτοιου χρονικού διαστήματος το οποίο το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις, στους Ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους, των «αναλογιστικών υπολογισμών» που αναφέρονται στο σημείο 6 του Παραρτήματος 1 («Κατάλογος Αποκάλυψης Εγγράφων») της ένορκης δήλωσης του XXXXX Κουντούρη ημερ. 2/11/2017 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως προβούν σε περαιτέρω και/ή ειδική αποκάλυψη ενόρκως και εντός 15 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του σχετικού διατάγματος ή/και εντός τέτοιου χρονικού διαστήματος το οποίο το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις, στους Ενάγοντες ή τους δικηγόρους τους, των «αριθμητικών καταστάσεων» που αναφέρονται στο σημείο 6 του Παραρτήματος 1 («Κατάλογος Αποκάλυψης Εγγράφων») της ένορκης δήλωσης του XXXXX Κουντούρη ημερ. 2/11/2017 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως προβούν σε περαιτέρω και/ή ειδική αποκάλυψη ενόρκως και εντός 15 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του σχετικού διατάγματος ή/και εντός τέτοιου χρονικού διαστήματος το οποίο το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις, στους Ενάγοντες ή τους δικηγόρους αυτής, όλων των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο ή τη φύλαξη τους ή/και τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή τους ή τον έλεγχο τους και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Αγωγής, και ειδικότερα, αλλά όχι περιοριστικά, τα έγγραφα που αναφέρονται στα σημεία 1 έως και 6 (αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων) κατωτέρω:
- Τα έγγραφα, στοιχεία, δεδομένα, παραμέτρους και αναλογιστικούς υπολογισμούς που οι Εναγόμενοι αναφέρουν και επικαλούνται στις παραγράφους 5, 6 και 7 της Υπεράσπισής τους.
- Σχετικά πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου και οποιωνδήποτε επιτροπών των Εναγομένων από το 2010 μέχρι σήμερα.
- Σχετική εσωτερική αλληλογραφία, εκθέσεις, μελέτες, δεδομένα και υπολογισμοί των Εναγομένων από το 2010 μέχρι σήμερα.
- Επιστολές, εκθέσεις, μελέτες, υπολογισμούς, εισηγήσεις, δεδομένα αναλογιστών από το 2010 έως και το 2012 αναφορικά με τα επίδικα θέματα και το πρόγραμμα καθορισμένων παροχών των Εναγομένων.
- Τα ποσά της υπολογισθείσας παρούσας αξίας της υποχρέωσης για κάθε υπάλληλο των Εναγομένων στις 31/12/2010 και 31/12/
- Τις αναπροσαρμογές που εισηγήθηκαν αναλογιστές προς τους Εναγόμενους, και τις λογιστικές πράξεις που ακολούθως έγιναν στα βιβλία των Εναγομένων, στα αποτελέσματα και τη θέση των Εναγομένων κατά τα έτη 2011 και 2012 ως αποτέλεσμα της αλλαγής της λογιστικής πολιτικής αναφορικά με την αναγνώριση των αναλογιστικών κερδών ή ζημιών που προκύπτουν από το πρόγραμμα καθορισμένων παροχών από τη μέθοδο περιθωρίου στην μέθοδο καθαρής θέσης. Νομική Βάση Αίτησης Η παρούσα Αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.28, θθ. 1, 2, 3, 4, 5 και 11, Δ.48, θθ. 1- 9 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Α. Παναγιώτου Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Α. Παναγιώτου, Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής των Εναγόντων, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
- Μετά από Αίτηση των Εναγόντων για αποκάλυψη εγγράφων ημερ. 11/4/2017 το Δικαστήριο εξέδωσε στις 19/10/2017 Διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων (το «Διάταγμα Αποκάλυψης») που διέτασσε τους Εναγόμενους να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος. Περαιτέρω, στο Διάταγμα Αποκάλυψης διατυπώνεται το δικαίωμα των Εναγόντων να επανέλθουν για ειδική αποκάλυψη σε περίπτωση που η γενική αποκάλυψη η οποία ήθελε λάβει χώρα, δεν τους ικανοποιήσει.
- Το Διάταγμα Αποκάλυψης επιδόθηκε στις 31/10/2017, στους Εναγόμενους τόσο δια των δικηγόρων της αλλά και στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων.
- Στις 2/11/2017 καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των Εναγομένων XXXXX Κουντούρη για σκοπούς αποκάλυψης εγγράφων, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 (η «Αποκάλυψη των Εναγομένων»)
- Στο σημείο 6 του «Καταλόγου Αποκάλυψης Εγγράφων» που επισυνάπτεται ως «Παράρτημα 1» στην Αποκάλυψη των Εναγομένων, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται γενικά και αόριστα σε «έγγραφα», «αναλογιστικούς υπολογισμούς» και «καταστάσεις αριθμητικές» τα οποία είναι, όπως αναφέρει, σχετικά με «τη διαμόρφωση των ποσών που σχετίζονται με τα έτη που αφορά η επίδικη αγωγή».
- Εντούτοις ο ενόρκως δηλών στην Αποκάλυψη των Εναγομένων δεν προσδιορίζει τα «έγγραφα», τους «αναλογιστικούς υπολογισμούς» και τις «καταστάσεις αριθμητικές» με οποιονδήποτε τρόπο, είτε αριθμητικά, είτε ημερολογιακά, είτε με αύξων αριθμό, είτε με αριθμό σελίδων, είτε με αναφορά στον συγγραφέα ή συντάξαντα, είτε άλλως πως.
- Με βάση το περιεχόμενο της Αποκάλυψης των Εναγομένων, και όπως ο ομνύοντας πιστεύει, και εξ' όσων τον συμβουλεύουν οι Δικηγόροι των Εναγόντων: 6.1 Η Αποκάλυψη των Εναγομένων δεν είναι ικανοποιητική, αλλά είναι ελλιπής, ανεπαρκής και παράτυπη. 6.2 Οι Εναγόμενοι όφειλαν να αποκαλύψουν πλήρως τα έγγραφα που έχουν στην διάθεσή τους με βάση το Διάταγμα Αποκάλυψης, και με την δέουσα και πρέπουσα περιγραφή και λεπτομέρεια ούτως ώστε αυτά να μπορούν να προσδιοριστούν ανά πάσα στιγμή, και στην διαδικασία της επιθεώρησης και στην διαδικασία της ακρόασης της υπόθεσης. 6.3 Η βάση της υπεράσπισης των Εναγόμενων όπως προκύπτει από τις παραγράφους 5, 6 και 7 της Υπεράσπισης, είναι ότι τα ποσά που οι Εναγόμενοι έχουν καταβάλει ήδη προς τους Ενάγοντες διαμορφώθηκαν με βάση όλα τα σχετικά στοιχεία, δεδομένα, παραμέτρους και αναλογιστικούς υπολογισμούς. 6.4 Οι Εναγόμενοι θα πρέπει να αποκαλύψουν, με απόδοση όλων των απαραίτητων λεπτομερειών, όλα τα σχετικά στοιχεία, δεδομένα, παραμέτρους και αναλογιστικούς υπολογισμούς τα οποία οι ίδιοι επικαλούνται στην Υπεράσπισή τους. 6.5 Η πλήρης και λεπτομερής αποκάλυψη είναι χρήσιμη και απαραίτητη για να επιβεβαιωθεί και επαληθευθεί ο τρόπος υπολογισμού από τους Εναγόμενους του ποσού που οι Εναγόμενοι κατέβαλαν προς τους Ενάγοντες στα πλαίσια της επίδικης Συμφωνίας (την οποίαν οι Εναγόμενοι παραδέχονται με βάση την Υπεράσπισή τους). 6.6 Η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, και ο ομνύοντας αληθώς πιστεύει ότι οι Εναγόμενοι έχουν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχό της τα συγκεκριμένα έγγραφα που καθορίζονται στα αιτούμενα Διατάγματα, είναι απόλυτα σχετικά με τα επίδικα θέματα της Αγωγής και τα αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.28, θ.11, Δ.48 θθ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως Λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: (α) Τα αιτήματα των Εναγόντων/Αιτητών δεν δικαιολογούνται υπό στις περιστάσεις ούτε είναι πρέποντα για σκοπούς δίκαιας περατώσεως της υπόθεσης. (β) Οι Ενάγοντες δεν προσδιορίζουν καθόλου λόγους και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους το αιτούμενο στα σημεία Δ.1-6 της αίτησης διάταγμα για ειδική αποκάλυψη των συγκεκριμένων εγγράφων που απαριθμούνται πρέπει να εκδοθεί και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν περιέχει τα επαρκή και/ή οποιαδήποτε στοιχεία για να μπορέσει να εκδοθεί διάταγμα ειδικής αποκάλυψης συγκεκριμένων εγγράφων. (ε) Το αιτούμενο Διάταγμα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Οι ενάγοντες έχουν ήδη αποκαλύψει δυνάμει της Δ.28, θ.1 με ένορκη δήλωσή τους ημερ. 2.11.17 το σύνολο των εγγράφων που σχετίζονται με την εν λόγω υπόθεση και που οι Εναγόμενοι έχουν στην κατοχή τους (στ) Η παρούσα Αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και εκτροχιάσει την όλη διαδικασία. (ζ) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα προκαλέσει αδικία στους Ενάγοντες και είναι καταπιεστική προς αυτούς. (η) Το αιτούμενο Διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» ("fishing expedition") από τους Ενάγοντες/Αιτητές. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους, ο οποίος είναι στην υπηρεσία των Εναγομένων, στην οποία αναφέρονται τα εξής: · Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας ο ομνύων λαμβάνει από τους Δικηγόρους των Εναγομένων, η Αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου στην υπό τα σημεία Δ.1-6 της Αίτησης Διατάγματος για ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων, καθότι δεν προσδιορίζονται στην Αίτηση λόγοι και/ή επαρκείς λόγοι για τους οποίους το αιτούμενο Διάταγμα για ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων πρέπει να εκδοθεί. · Η παρούσα Αίτηση για ειδική αποκάλυψη εγγράφων έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και εκτροχιάσει την όλη διαδικασία. Οι Ενάγοντες έχουν ήδη αποκαλύψει δυνάμει της Δ.28, θ.1 με ένορκη δήλωσή τους ημερ. 2/11/17 το σύνολο των εγγράφων που σχετίζονται με την εν λόγω υπόθεση και που οι Εναγόμενοι έχουν στην κατοχή τους. · Τα έγγραφα τα οποία οι Ενάγοντες αιτούνται όπως τους αποκαλυφθούν, είναι ασαφή, αόριστα και άσχετα με την υπό κρίση υπόθεση. Καλύπτουν ένα χρονικό φάσμα πέραν των 9 χρόνων και δεν προσδιορίζεται πως αυτά σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με την παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, το αιτούμενο Διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» ("fishing expedition") από τους Ενάγοντες/Αιτητές και ότι το τελευταίο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και τυχόν έκδοση αυτού θα προκαλέσει αδικία στους Ενάγοντες και είναι καταπιεστική προς αυτούς. Νομική Πτυχή Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αποκάλυψης εγγράφων έχουν αποκρυσταλλωθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία[2]. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13, παράγραφο 1 σελίδα 2, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The function of the discovery of documents is to provide the parties with the relevant documentary material before the trial so as to assist them in appraising the strength or weakness of their respective cases, and thus to provide the basis for the fair disposal of the proceedings before or at the trial. Each party is thereby enabled to use before the trial or to adduce in evidence at the trial relevant documentary material to support or rebut the case made by or against him, to eliminate surprise at or before the trial relating to documentary evidence and to reduce the costs of the litigation." Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί, κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας[3], ή για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση[4]. Το Δικαστήριο έχει πραγματική διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να αποδεκτεί ή να περιορίσει ένα διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων αν τίποτε το θετικό δεν αναμένεται να προκύψει από την έκδοση του. Διάταγμα αποκάλυψης δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια για να αποφασίσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας να κάνει αναφορά στα δικόγραφα, στις ένορκες δηλώσεις και σε οποιαδήποτε διαδικασία μέσα στην ίδια την αγωγή[5]. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη[6]. Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων, θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Αναφορικά με τη «σχετικότητα» όπως και την «κατοχή» των εγγράφων από την άλλη πλευρά είναι αρκετό για τον αιτητή να αποδείξει την υπόθεση του εκ πρώτης όψεως. Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από το συγκεκριμένο διάδικο γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της ίδιας της υπόθεσής του. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα[7]. Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28, θ.1 που αντιστοιχεί με την Αγγλική διάταξη O.31, r.12 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, είτε ειδική βάσει της Δ.28, θ.11 που αντιστοιχεί με την O.31, r.19A
(3). Στην προκειμένη περίπτωση όπως εξάλλου αναφέρεται και από την πλευρά του Αιτητή, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, κυρίως, στην Δ.28, θ.11.[8] Αντίθετα με την γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28,θ.1, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) δυνάμει της Δ.28, θ.11. Αυτό μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Μπορεί, όμως, να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεση του. Το στοιχείο αυτό, προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της Δ.28,θ.11 όπου αναφέρεται ότι η σχετική αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί, ανεξάρτητα του αν έχει προηγηθεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 153 η οποία και αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η Δ.28, θ.11 χρησιμοποιείται εφόσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων που με έρεισμα πλέον την θ.11 μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Παρατέθηκε δε το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Astra - Nat Productions v. Neo-Art Productions [1928] W.N.218 ως αποκαλυπτικό του σκοπού της πανομοιότυπης διάταξης O.31, r.19 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών αλλά και της κοινής αντιμετώπισης με τη δική μας Διάταξη: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient. ........................................................................................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents" Στην σελίδα. 713 της Ετήσιας Πρακτικής (Annual Practice) του 1958 αναφέρεται υπό τον τίτλο «Upon application for further affidavit» ότι: "The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require at any time if it is not unreasonable to suppose, from certain sources, or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession....". Συνεπώς θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από τις εν λόγω πηγές, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έχει και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή του. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δεν διατάσσεται περαιτέρω Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης (Further Affidavit). Ως πηγές εννοούνται μόνον η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 685 του Annual Practice
(1958): "For the purpose of considering whether a further affidavit of documents should be ordered, the affidavit of documents, the documents therein referred to (any documents produced) . . . . and the pleadings were, according to Jones v. Montevideo Co., 5 Q. B. D. p. 558; . . . . . the only sources". Όπως δε προκύπτει περαιτέρω από τη σελ. 713: "Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered;" Στο Annual Practice 1958 (σελ. 725)[9], αναφέρεται, επίσης, ότι μια εκ πρώτης όψεως περίπτωση σχετικότητας και κατοχής των εγγράφων είναι αρκετή για να επιτραπεί στον Αιτητή το διάταγμα. Εξέταση Αίτησης Με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση εκείνο το οποίο επιζητείται είναι η αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, όχι μόνο ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα αλλά και ότι αυτά βρίσκονται στην κατοχή του αντιδίκου. Εν πρώτοις να πω ότι καθόσον αφορά τα αιτητικά Α, Β, Γ και Δ.1, τα έγγραφα για τα οποία επιζητείται ειδική αποκάλυψη προσδιορίζονται συγκεκριμένα και όχι σε γενικό πλαίσιο έτσι ώστε να είναι σαφές για ποια έγγραφα ή για ποια κατηγορία εγγράφων επιζητείται η αποκάλυψη όπως αυτά εξειδικεύονται στα αιτητικά Α - Δ. Συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά τα αιτητικά Α, Β, Γ και Δ.1 επιζητείται η ειδική αποκάλυψη: ▬ των «εγγράφων», ▬ των «αναλογιστικών υπολογισμών» και ▬ των «αριθμητικών καταστάσεων» που αναφέρονται στο σημείο 6 του Παραρτήματος 1 της Ε/Δ Κουντούρη, σε σχέση με τη διαμόρφωση των ποσών που σχετίζονται με τα έτη που αφορά η παρούσα Αγωγή καθώς και των εγγράφων, στοιχείων, δεδομένων, παραμέτρων και αναλογιστικών υπολογισμών που οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν και επικαλούνται στις παραγράφους 5, 6 και 7 της Υπεράσπισής τους. Κατά συνέπεια δεν θεωρώ ότι προκύπτει στην παρούσα υπόθεση οποιοδήποτε ζήτημα μη συγκεκριμενοποίησης, στον απαιτούμενο βαθμό, των εγγράφων για τα οποία επιζητείται ειδική αποκάλυψη. Όπως ορθά επισημαίνεται από πλευράς Αιτητών, στην παρούσα υπόθεση η απαίτηση των Αιτητών βασίζεται επί Συμφωνίας που επικαλούνται οι Αιτητές στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης. Οι Καθ' ων η Αίτηση στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισής τους παραδέχονται την ύπαρξη της ισχυριζόμενης Συμφωνίας. Με βάση τις παραγράφους 5.1- 5.3 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι η Συμφωνία αφορούσε το πρόγραμμα καθορισμένων παροχών και το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων των Καθ' ων η Αίτηση. Όπως διαπιστώνεται με βάση την παράγραφο 4 της Υπεράσπισης, οι παράγραφοι 5.1 - 5.3 της Έκθεσης Απαίτησης είναι παραδεκτές από τους Καθ' ων η Αίτηση. Η θέση των Αιτητών, όπως προκύπτει από την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, είναι ότι, παρά τις πρόνοιες της Συμφωνίας, το ποσό που καταβλήθηκε δεν είναι το σύνολο του Ταμείου Πρόβλεψης και/ή του ποσού που οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να καταβάλουν. Ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης τους ότι τα ποσά τα οποία οι ίδιοι πρόσφεραν και/ή κατέβαλαν στους Αιτητές ήταν όντως τα ποσά τα οποία έπρεπε να δοθούν σε αυτούς και τα οποία υπολογίστηκαν με βάση τη σχετική Νομοθεσία, την υπογραφείσα μεταξύ των μερών Συμφωνία και όλα τα σχετικά στοιχεία και δεδομένα που αφορούν το επίδικο θέμα. Ακολούθως στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι, στην βάση κάποιων όρων της Συμφωνίας, οι Καθ' ων η Αίτηση κατέβαλαν προς τους Αιτητές το συνολικό ποσό των €417,613,755.97 (το καταβληθέν ποσό) το οποίο, με βάση την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης, είναι παραδεκτό από πλευράς Καθ΄ων η Αίτηση ότι έχει καταβληθεί επισημαίνοντας παράλληλα ότι το εν λόγω ποσό έχει διαμορφωθεί με βάση την επίδικη Συμφωνία και όλα τα σχετικά στοιχεία και δεδομένα. Περαιτέρω στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης οι Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι τα ποσά τα οποία οι ίδιοι πρόσφεραν και/ή κατέβαλαν στους Αιτητές, ήτοι το ποσό των €417,613,755.97, ήταν όντως τα ποσά τα οποία έπρεπε να δοθούν σε αυτούς και τα οποία υπολογίστηκαν με βάση τη σχετική νομοθεσία, την υπογραφείσα μεταξύ των μερών Συμφωνία και όλα τα σχετικά στοιχεία και δεδομένα που αφορούν το επίδικο θέμα. Επίσης στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης τους οι Καθ΄ων η Αίτηση αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα, στοιχεία και παραμέτρους αναφορικά με το επίδικο θέμα αλλά και τους αναλογιστικούς υπολογισμούς τους οποίους, ως ισχυρίζονται, χρησιμοποίησαν για να καταλήξουν στα ποσά τα οποία έχουν καταβάλει στους Αιτητές. Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Κουντούρη η οποία έγινε για σκοπούς αποκάλυψης εγγράφων στο σημείο 6 του Παραρτήματος 1, που αποτελεί τον Κατάλογο Αποκάλυψης Εγγράφων στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Έγγραφα και/ή αναλογιστικοί υπολογισμοί και/ή καταστάσεις αριθμητικές σε σχέση με τη διαμόρφωση των ποσών που σχετίζονται με τα έτη που αφορά η επίδικη αγωγή.» Εν πρώτοις και σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο κος Χριστοδούλου εκ μέρους των Αιτητών τα αναφερόμενα από τους Καθ΄ων η Αίτηση έγγραφα, αναλογιστικοί υπολογισμοί και αριθμητικές καταστάσεις οι οποίες περιλαμβάνονται τόσο στο δικόγραφο τους όσο και στο Παράρτημα 1 της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης Κουντούρη διαφαίνεται ότι αφορούν σε σχετικά με τον υπολογισμό του ποσού που κατέβαλαν στους Αιτητές, ήτοι το ποσό των €417,613,755.97 και όχι οποιοδήποτε άλλο ποσό. Προκύπτει, δηλαδή, ότι είναι σχετικά για να καταδειχθεί ο λόγος που οι Καθ΄ων η Αίτηση κατέβαλαν στους Αιτητές το συγκεκριμένο ποσό των €417,613,755.97 και δεν κατέβαλαν επιπροσθέτως το ποσό των €70,596,000 που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι δεν κατέβαλαν επιπλέον και το οποίο, με βάση τη θέση των Αιτητών, όφειλαν οι Καθ΄ων η Αίτηση να καταβάλουν επιπλέον του ποσού που είχε καταβληθεί. Εν ολίγοις εκείνο το οποίο, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, διαπιστώνεται είναι ότι είναι στη βάση των πιο πάνω εγγράφων που οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν υπολογίσει τα ποσά που τελικώς κατέβαλαν στους Αιτητές. Ως εκ τούτου προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι πρόκειται για έγγραφα τα οποία υπήρξαν στην κατοχή των Καθ΄ων η Αίτηση. Των πιο πάνω δοθέντων καταλήγω ότι η αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων είναι αναγκαία ούτως ώστε να υπάρχει η πρέπουσα αποκάλυψη και να είναι οι διάδικοι έτοιμοι να προχωρήσουν στην δίκη. Είναι ορθή δε η επισήμανση των Αιτητών ότι οι ίδιοι οι Καθ΄ων η Αίτηση με τα όσα αναφέρουν παραδέχονται τη σχετικότητα των πιο πάνω εγγράφων τα οποία, ως τέτοια, λογικά αναμένεται να ρίξουν φώς στην όλη υπόθεση. Με δεδομένο ότι οι ίδιοι οι Καθ΄ων η Αίτηση επιφυλάσσουν στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης τους το δικαίωμα τους όπως κατά την δικάσιμο αναφερθούν μεταξύ άλλων και στα «σχετικά έγγραφα, στοιχεία και παραμέτρους αναφορικά με το επίδικο θέμα» αλλά και να προσκομίσουν «λεπτομερή στοιχεία στο Δικαστήριο σε σχέση με τους αναλογιστικούς υπολογισμούς τους οποίους χρησιμοποίησαν για να καταλήξουν στα ποσά τα οποία έχουν καταβάλει στους Ενάγοντες», δεν είναι αντιληπτή η θέση των Καθ΄ων η Αίτηση ότι εκείνο που εν προκειμένω επιδιώκεται από τους Αιτητές είναι αλίευση μαρτυρίας για να αποδείξουν οι Καθ΄ων η Αίτηση την υπόθεση τους εναντίον της Τράπεζας. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ΄ων η Αίτηση περί κατάχρησης της διαδικασίας και/ή έλλειψης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα υπό την έννοια ότι η έκδοση τους ισοδυναμεί ή καλύτερα απολήγει σε απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης, με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στην υπό εξέταση περίπτωση εκείνο το οποίο επιζητείται είναι η ένορκη αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων και όχι, ασφαλώς, η έκδοση οποιασδήποτε από τις αιτούμενες στην παρούσα Αγωγή θεραπείες, όπως π.χ. απόδοση λογαριασμών. Όσον αφορά τα αιτητικά υπό στοιχείο Δ.2-6 της Αίτησης δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στοιχειοθετείται με μαρτυρία, εκ πρώτης όψεως, είτε η σχετικότητα, είτε η κατοχή τους, ενώ παράλληλα η αναφορά που γίνεται σε αυτά είναι εντελώς γενική και χωρίς την απαιτούμενη συγκεκριμενοποίηση. Όπως ήδη έχει επισημανθεί ανωτέρω στο πλαίσιο σκιαγράφησης της νομικής πτυχής της Αίτησης, εναπόκειται στον Αιτητή να καταδείξει εκ πρώτης όψεως ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα υπήρχαν και είναι ή ήταν σε κάποιο στάδιο, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, στην κατοχή ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη και ότι είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα στην αγωγή. Σχετικά είναι τα έγγραφα που εμπεριέχουν πληροφόρηση που άμεσα ή έμμεσα παρέχει τη δυνατότητα στο διάδικο που ζητά την αποκάλυψη να προωθήσει την υπόθεση του ή να προκαλέσει βλάβη στην υπόθεση του αντιδίκου του ή που μπορεί να οδηγήσει σε σειρά ερευνών που θα είχαν αυτές τις συνέπειες. Σε ό,τι αφορά το θέμα της συγκεκριμενοποίησης σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το στο Σύγγραμμα Disclosure, των Paul Mathews & Hodge M. Malek, 5η Έκδοση, (στη σελίδα 219) στο οποίο με έχει παραπέμψει η πλευρά των Αιτητών: «The application should specify the documents or classes of documents sought, and this may be done by way of schedule to the application notice. It is important that the application notice should not define the class of documents too broadly or otherwise the Court in its discretion may refuse disclosure of the whole class of documents altogether, or in appropriate cases may re-draw the wording into proper limits.» Θεωρώ ότι στην περίπτωση των αιτούμενων προς αποκάλυψη στοιχείων στα αιτητικά Δ.2-6 δεν υπήρξε η αναγκαίος προσδιορισμός τους και/ή η επαρκής συγκεκριμενοποίηση τους. Επιπλέον στα αιτητικά υπό στοιχείο Δ.5 και Δ.6 δεν φαίνεται να γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο και/ή υπαρκτό έγγραφο ή τάξη εγγράφων. Κατάληξη Κατά ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση εγκρίνεται μερικώς και εκδίδονται Διατάγματα ως το Α, Β, Γ και Δ.1 της Αίτησης με μόνη διαφοροποίηση το χρόνο συμμόρφωσης ο οποίος καθορίζεται σε περίοδο 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης τους. Καθόσον αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά, ήτοι αιτητικά υπό στοιχεία Δ.2 - 6 η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και, συνεπώς, απορρίπτεται Ενόψει της μερικής επιτυχίας των Αιτητών στην παρούσα Αίτηση - εφόσον η Αίτηση της έγινε δεκτή στην έκταση που έχω ήδη προσδιορίσει ανωτέρω - τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται κατά το 1/2 αυτών υπέρ τους και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητή /Λ.Δ. [1]ΔέστεG.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624, 1629, Ανδρέας Χρ. Τηλλυρήςν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271, 2274, VECTOR ONEGA A.G. v. Το Πλοίο M/V GIRVAS κ.α. (αρ.4)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 823, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)1 C.L.R. 40, Lagos Yachting Center Ltd v. ΤοΠλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600 [2] Δέστε The Peruvian Guano Company
(1883)11 Q.B. 55 και ειδικότερα το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brett L.J. στη σελίδα 63: «. It seems to me that every document relates to the matters in question in the action, which not only would be evidence upon any issue, but also which, it is reasonable to suppose, contains in formation which may - not which must - either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary. I have put in the words "either directly or indirectly" because, as it seems to me, a document can properly be said to contain information which may enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary, if it is a document which may fairly lead him to a train of inquiry, which may have either of these two consequences. .» [3] ΔέστεCompagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431. [4] Δέστε Edmiston v. British Transport Commission
(1955)3 All E.R.
- [5] Δέστε το Annual Practice του 1959 στη σελίδα
- [6] ΔέστεO'Rourke v. Darbishre
(1920)A.C. 581, H.L. 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431, Lagos Yachting Center Ltd v. ΤοΠλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 660, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40. [7]Δέστε Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 12, παράγραφος 26: "Whilst the court has jurisdiction to order discovery at any stage of the proceedings such an order is not usually made until after close of pleadings since it is not until then that it is known what are the matters in dispute." Όπως αναφέρεται στη σελίδα 683 του Annual Practice (πιο πάνω): "Time or stage of discovery. The Court will not, save in very exceptional circumstances, order a defendant to produce documents in his possession before the plaintiff has delivered his statement of claim. (Gale v. Denman Picture Houses Ltd
(1930)1 K.B. 588, C.A.; Speyside Estate and Trust Co Ltd v. Wreymond Freeman (Blenders) Ltd
(1949)65 T.L.R. 681), and nor is it the practice to allow a plaintiff discovery before defence: see Union Bank v. Manby 13 Ch.D. 239, explaining Hancock v. Guerin 4 Ex.D. 3; Harbord v. Monk 9 Ch. D. 616, and Augustinus v. Nerinckx, 13 Ch. D. 13. The issues must be defined (British Thomson - Houston Co Ltd v. Duran
(1915)1 Ch.823, C.A.)". [8] "11. The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them". [9] "A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο