CJSC Leasingbusiness-services ν. Vanisha Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3945/2012, 8/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A385 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3945/2012 Μεταξύ: CJSC Leasingbusiness-services Ενάγουσας και
- Vanisha Investments Ltd
- Mildner Holdings Ltd
- Lapaume Ltd
- Aloco International Ltd Εναγομένων Αιτήσεις ημερομηνίας 21.02.2020 και 16.07.2020 για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 08.09.
- Αίτηση ημερ. 21.02.2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Ι. Οικονόμου για Άντη Τριανταφυλλίδη και Υιοί ΔΕΠΕ. Αίτηση ημερ. 16.07.2020 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2 - 4 - Αιτητές: κ. Γ. Μίτλεττον για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ. Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Ι. Οικονόμου για Άντη Τριανταφυλλίδη και Υιοί ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.06.2012, η ενάγουσα, μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρισε, δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Διεκδικεί σε βάρος των εναγομένων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, αποζημιώσεις, αποδίδοντες σε αυτούς συνομωσία με σκοπό να απογυμνώσουν την εναγομένη αρ.1 εταιρεία από τα περιουσιακά της στοιχεία, μεταβιβάζοντας τα εκτός του ελέγχου της ενάγουσας, με σκοπό να μην μπορέσει η τελευταία να εισπράξει από την εναγομένη αρ.1 εταιρεία οφειλόμενο σε αυτήν ποσό, δυνάμει Συμφωνιών Πώλησης Μετοχών στην εναγομένη αρ.1 εταιρεία άλλα και δύο Συμφωνιών Ανταλλαγής Χρεών (Debt Swap Agreement) που ακολούθησαν μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, ενόψει της παράληψης της τελευταίας να καταβάλει το τίμημα αγοράς των σχετικών μετοχών εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Στις 21.02.2020, και ενώ η ακροαματική διαδικασία της παλαιάς αυτής υπόθεσης βρίσκεται σε εξέλιξη - έχοντας προηγηθεί διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες - η εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία, καταχωρώντας τη μια εκ των δύο αιτήσεων που απασχολούν στην παρούσα, αιτείται μέσω της: «(Α) Διατάγματος του Δικαστηρίου διατάττον την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση όπως δώσει μέσα σε είκοσι
(20)ημέρες από την έκδοση του παρόντος διατάγματος ή μέσα σε οιονδήποτε άλλο χρόνο ήθελε κρίνει ορθό το Δικαστήριο, ασφάλεια εξόδων προς όφελος των Εναγομένων 1 - Αιτητών, υπό μορφή ανέκκλητης Τραπεζικής Εγγύησης στο όνομα των Αιτητών, ποσού €57,886.36 του Φ.ΠΑ. περιλαμβανομένου και/ή για οιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κρίνει εύλογο υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο, για τα έξοδα των Εναγομένων 1/Αιτητών από την εκδίκαση και/ή ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. (Β) Διατάγματος του Δικαστηρίου διατάττον όπως η περαιτέρω διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή κάθε διαδικασία στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί η υπό παράγραφο (Α) διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων. (Γ) Διατάγματος του Δικαστηρίου διατάττον την απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση που δεν δοθεί η υπό παράγραφο (Α) διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων εντός του χρόνου που θα εγκρίνει και/ή θα καθορίσει το Δικαστήριο. (Δ) Οιανδήποτε θεραπεία και/ή διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο. (Ε) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η ενάγουσα προχώρησε στην καταχώριση σχετικής Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. Ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών, πέραν από τη νομική βάση στην οποία αυτή εδράζεται, στο σώμα της προβάλλονται και οι λόγοι της Ένστασης. Ειδικότερα, προκρίνεται από την πλευρά της ότι: «
- Υπό τις περιστάσεις, τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επιφέρει αθέμιτο περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο το οποίο υπερισχύει των συμφερόντων της Αιτήτριας και το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη καθ' υπόδειξη της αυστηρής νομολογιακής γραμμής πως όταν ο αιτητής είναι υπαίτιος για την οικονομική κατάσταση του Ενάγοντα δεν μπορεί να διαταχθεί ασφάλεια εξόδων. Οι περιστάσεις της παρούσας αίτησης συνιστούν υποδειγματική περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, εφόσον είναι αδιαμφισβήτητο πως η Αιτήτρια οφείλει στην Ενάγουσα τουλάχιστον το ποσό των Ρωσικών Ρουβλιών 2.160.000.000 (53.878.772,76 Ευρώ) και είναι υπαίτια για την οικονομική αδυναμία της Ενάγουσας.
- Η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη εφόσον επηρεάζει δυσμενώςκαι/ή καταλυτικά τα συμφέροντα των πιστωτών της υπό εκκαθάριση Ενάγουσας τα οποία σαφώς και υπερτερούν των συμφερόντων της Αιτήτριας.
- Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια καλεί το Δικαστήριο όπως διατάξει την Ενάγουσα να μετατρέψει την Αιτήτρια σε εξασφαλισμένο της πιστωτή εις βάρος των δικαιωμάτων και των συμφερόντων όλων των υπολοίπων καλόπιστων πιστωτών της τελευταίας, τη στιγμή που είναι αδιαμφισβήτητο πως η Αιτήτρια οφείλει στην Ενάγουσα τουλάχιστον 53.878.772,76 Ευρώ.
- Η απόρριψη του αιτήματος είναι συνυφασμένη με την έννοια του δικαίου. Ειδικότερα και δίχως περιορισμό: 5.1 Η Αιτήτρια οφείλει στην Ενάγουσα και στους πιστωτές αυτής τουλάχιστον 53.878.772,76 Ευρώ. 5.2 Η Αιτήτρια είναι υπαίτια για την παρούσα οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας. 5.3 Με την παρούσα αγωγή καταλογίζονται στην Αιτήτρια μεταγενέστερες της οφειλής συνωμοτικές πράξεις μέσω των οποίων η Αιτήτρια αποξένωσε την περιουσία της ώστε να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την Ενάγουσα. 5.4 Η διεξαγωγή της παρούσας αγωγής είναι απαραίτητη ώστε η Αιτήτρια να τεθεί ενώπιον των συνεπειών των πράξεων της.
- Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιφέρει τέλμα στη διαδικασία εκκαθάρισης στη Ρωσία και/ή θα αντίκειται στις σκοπούς της απόφασης του Εμπορικού Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2020 στα πλαίσια της απόφασης υπ' αριθμόν Α40-77056/15-78-439 με την οποία αναστάληκε η διαδικασία εκκαθάρισης της Ενάγουσας ωσότου τελεσφορήσει η παρούσα αγωγή.
- Η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη εφόσον καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η Αιτήτρια γνώριζε εξαρχής πως η Ενάγουσα είναι αλλοδαπός οργανισμός και/ή γνώριζε από τον Δεκέμβριο του 2017 (τουλάχιστον) την οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας.
- Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης επηρεάζει καταλυτικά τα συμφέροντα της Ενάγουσας και των πιστωτών αυτής. Ειδικότερα και δίχως περιορισμό: 8.1 Εάν η αίτηση καταχωρείτο χωρίς καθυστέρηση η Ενάγουσα θα ήτο εκ των πραγμάτων φερέγγυα και εις θέση να ανταποκριθεί σε διάταγμα ασφάλειας εξόδων. 8.2 Η Ενάγουσα και οι υπάλληλοι αυτής (και ο Εκκαθαριστής και οι εκπρόσωποι αυτού από τις 15 Φεβρουαρίου 2016) κατέβαλλαν κατά τα τελευταία 8 έτη υπέρογκο κόστος σε έξοδα και σε εργατοώρες προς προώθηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. 8.3 Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης στο παρών στάδιο κατά πάσα πιθανότητα θα σημαίνει πως τα έξοδα και οι εργατοώρες αναλώθηκαν εις μάτην. 8.4 Εν τοιαύτη περιπτώσει, τη ζημιά θα την υποστούν εξ ολοκλήρου οι καλόπιστοι πιστωτές της Ενάγουσας.
- Η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κακόπιστη και/ή καταχρηστική. Ειδικότερα και δίχως περιορισμό: 9.1 Αποσκοπεί στο να προσδώσει στην Αιτήτρια αθέμιτο πλεονέκτημα και/ή ν' οδηγήσει στη συνοπτική απόρριψη της αγωγής και/ή να καταστήσει αδύνατη την προάσπιση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας και των πιστωτών αυτής. 9.2 Η πολύχρονη καθυστέρηση απέμεινε εντελώς αδικαιολόγητη και/ή η καθυστέρηση επηρεάζει καταλυτικά τα δικαιώματα της Ενάγουσας και των πιστωτών αυτής. 9.3 Η Αιτήτρια επιχειρεί μέσω της υπό κρίση αίτησης να καταστεί εξασφαλισμένος πιστωτής της υπό εκκαθάριση Ενάγουσας εις βάρος όλων των καλόπιστων πιστωτών τη στιγμή που εξακολουθεί να οφείλει στην Ενάγουσα και κατ' επέκταση στους πιστωτές αυτής το συνολικό ποσό των 65.806.689,72 Ευρώ. 9.4 Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε προς αναβολή και/ή καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και/ή αποτελεί μέρος των καταχρηστικών διαδικασιών που έλαβε η Αιτήτρια κατά τους τελευταίους μήνες.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας επιβεβαίωσε μέσω της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 29.04.2013 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής πως η Ενάγουσα έχει ισχυρή και/ή καλή υπόθεση.
- Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται σε ανύπαρκτο πραγματικό υπόβαθρο εφόσον οι ισχυρισμοί της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης του Κωνσταντίνου Κληρίδη αποτελούν προσωπικές εντυπώσεις του ομνύοντα και/ή έχουν εκ των πραγμάτων παραμεριστεί από τη μεταγενέστερη απόφαση του Εμπορικού Δικαστηρίου της Μόσχας υπ' αριθμόν. Α40-77056/15-78-439 όπου και απεφασίσθη η αναστολή της εκκαθάρισης της Ενάγουσας.
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντίκειται στις σαφείς υποδείξεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ο ομνύοντας δεν επεξηγεί γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος και όχι ο διευθυντής ή αρμόδιο πρόσωπο της Αιτήτριας.
- Υπό τις περιστάσεις τυχόν έκδοση του επιζητούμενου διατάγματος οδηγεί σε ανεπίτρεπτο κατακερματισμό της διαδικασίας εφόσον η αγωγή βασίζεται στο αστικό αδίκημα της συνομωσίας και δη στις δόλιες πράξεις όλων των Εναγόμενων που επισυνέβησαν με κοινό απώτερο σκοπό η γιγαντιαία οφειλή προς την Ενάγουσα να παραμείνει ανικανοποίητη.
- Με επιφύλαξη όλων των ανωτέρω λόγων ένστασης, το ποσό των 57.866,36 Ευρώ που επιζητείται ως ασφάλεια εξόδων είναι αυθαίρετο και/ή αβάσιμο. Το ποσό που δύναται να επιδικασθεί ως ασφάλεια εξόδων κυμαίνεται μεταξύ των ποσών 8.995.21 - 18.115,37 Ευρώ. Πέραν τούτου, τυχόν επιδικασθείσα ασφάλεια εξόδων πρέπει να περιοριστεί αυστηρώς σε μελλοντικά έξοδα ως η πάγια πρακτική του Κοινοδίκαιου. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το ποσό που δύναται να επιδικασθεί ως ασφάλεια εξόδων κυμαίνεται μεταξύ των ποσών 2.856 - 5.754,84 Ευρώ.» Την ως άνω ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του XXXXX Παναγή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση. Μέσω της, ο ως άνω ομνύων παραπέμποντας σε στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους Ένστασης, θέτοντας παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια. Έχοντας προηγηθεί η καταχώρηση Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης στην ως άνω αίτηση της εναγομένης αρ.1 εταιρείας από την πλευρά της ενάγουσας, οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4, στις 16.07.2020, προχώρησαν επίσης στην καταχώρηση αίτησης με ομοειδή αντικείμενο. Ειδικότερα, αξιώνουν μέσω της: «
- Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση («Καθ' ης η Αίτηση») όπως εντός είκοσι
(20)ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος ή μέσα σε οιονδήποτε άλλο χρόνο ήθελε κρίνει ορθό το Δικαστήριο, δώσει ασφάλεια εξόδων προς όφελος των Αιτητών και/ή οιοδήποτε εξ αυτών, υπό μορφή ανέκκλητης Τραπεζικής Εγγύησης στο όνομα των Αιτητών και κάθε ενός ξεχωριστά, ύψους €67.105,37 και/ή για οιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κρίνει εύλογο υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο, για τα έξοδα των Αιτητών και/ή οιουδήποτε εξ αυτών από την εκδίκαση και/ή ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. 2. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως η περαιτέρω διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή κάθε διαδικασία στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί η υπό παράγραφο
(1)διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων. 3. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής με έξοδα σε βάρος της Καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση που δεν δοθεί η υπό παράγραφο
(1)διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων εντός του χρόνου που θα εγκρίνει και/ή θα καθορίσει το Δικαστήριο.
- Οιανδήποτε θεραπεία και/ή διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Ομοίως, η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση, στις 03.08.2020, προχώρησε στην καταχώριση σχετικής Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. Την ως άνω ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του XXXXX Χριστοφίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα-καθ΄ ης η αίτηση. Ο ως άνω ομνύων, παραπέμποντας σε στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας αλλά και σε διάφορα τεκμήρια που συνοδεύουν τη δήλωσή του, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης - εν πολλοίς πανομοιότυπους με αυτούς που προκρίθηκαν ήδη στην ένσταση της ενάγουσας στην ως άνω αίτηση ημερ. 21.02.2020 - οι οποίοι, για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται επισης αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα προτάσσεται πως: «
- Υπό τις περιστάσεις, τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επιφέρει αθέμιτο περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο το οποίο υπερισχύει των συμφερόντων της Αιτήτριας και το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη καθ' υπόδειξη της αυστηρής νομολογιακής γραμμής πως όταν ο αιτητής είναι υπαίτιος για την οικονομική κατάσταση του Ενάγοντα δεν μπορεί να διαταχθεί ασφάλεια εξόδων.
- Η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη εφόσον επηρεάζει δυσμενώς και/ή καταλυτικά τα συμφέροντα των πιστωτών της υπό εκκαθάριση Ενάγουσας τα οποία σαφώς και υπερτερούν των συμφερόντων των Αιτητριών.
- Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτήτριες καλούν το Δικαστήριο όπως διατάξει την Ενάγουσα να μετατρέψει τις Αιτήτριες σε εξασφαλισμένους πιστωτές και πληρωτέους κατά προτεραιότητα εις βάρος όλων των υπολοίπων καλόπιστων πιστωτών.
- Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιφέρει τέλμα στη διαδικασία εκκαθάρισης στη Ρωσία και/ή θα αντίκειται στις σκοπούς της απόφασης του Εμπορικού Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2020 στα πλαίσια της απόφασης υπ' αριθμόν Α40-77056/15-78-439 με την οποία αναστάληκε η διαδικασία εκκαθάρισης της Ενάγουσας ωσότου τελεσφορήσει η παρούσα αγωγή.
- Η υπό κρίση αίτηση υπόκειται σε απόρριψη εφόσον καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι Αιτήτριες γνώριζαν εξαρχής πως η Ενάγουσα είναι αλλοδαπός οργανισμός και/ή γνώριζαν από τον Δεκέμβριο του 2017 (τουλάχιστον) την οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας.
- Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης επηρεάζει καταλυτικά τα συμφέροντα της Ενάγουσας και των πιστωτών αυτής. Ειδικότερα και δίχως περιορισμό: 7.1 Εάν η αίτηση καταχωρείτο χωρίς καθυστέρηση η Ενάγουσα θα ήτο εκ των πραγμάτων φερέγγυα και εις θέση να ανταποκριθεί σε διάταγμα ασφάλειας εξόδων. 7.2 Η Ενάγουσα και οι υπάλληλοι αυτής (και ο Εκκαθαριστής και οι εκπρόσωποι αυτού από τις 15 Φεβρουαρίου 2016) κατέβαλλαν κατά τα τελευταία 8 έτη υπέρογκο κόστος σε έξοδα και σε εργατοώρες προς προώθηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. 7.3 Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης στο παρόν στάδιο κατά πάσα πιθανότητα θα σημαίνει πως τα έξοδα και οι εργατοώρες αναλώθηκαν εις μάτην. 7.4 Εν τοιαύτη περιπτώσει, τη ζημιά θα την υποστούν εξ ολοκλήρου οι καλόπιστοι πιστωτές της Ενάγουσας.
- Η απόρριψη του αιτήματος είναι συνυφασμένη με την έννοια του δικαίου. Ειδικότερα και δίχως περιορισμό: 8.1 Οι Εναγόμενες είναι υπαίτιες για την οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας ενώ με την παρούσα αγωγή καταλογίζονται στις Αιτήτριες συνωμοτικές πράξεις μέσω των οποίων η Εναγόμενη 1 αποξένωσε την περιουσία της ώστε να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την Ενάγουσα. 8.2 Η διεξαγωγή της παρούσας αγωγής είναι απαραίτητη ώστε Αιτήτριες να τεθούν ενώπιον των συνεπειών των πράξεων της.
- Η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κακόπιστη και/ή καταχρηστική. Ειδικότερα και δίχως περιορισμό: 9.1 Αποσκοπεί στο να προσδώσει στους Αιτητές αθέμιτο πλεονέκτημα και/ή ν' οδηγήσει στη συνοπτική απόρριψη της αγωγής και/ή να καταστήσει αδύνατη την προάσπιση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας και των πιστωτών αυτής. 9.2 Η πολύχρονη καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη και/ή επηρεάζει καταλυτικά τα δικαιώματα της Ενάγουσας και των πιστωτών αυτής. 9.3 Η Αιτήτρια επιχειρεί μέσω της υπό κρίση αίτησης να καταστεί εξασφαλισμένος πιστωτής της υπό εκκαθάριση Ενάγουσας εις βάρος όλων των καλόπιστων πιστωτών.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας επιβεβαίωσε μέσω της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 29.04.2013 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής πως η Ενάγουσα έχει ισχυρή και/ή καλή υπόθεση.
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντίκειται στις σαφείς υποδείξεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφόσον δίχως καλό λόγο προβαίνει στην ένορκη δήλωση δικηγόρος των Αιτητριών.
- Με επιφύλαξη όλων των ανωτέρω λόγων ένστασης, το ποσό των 67.105,37 Ευρώ που επιζητείται ως ασφάλεια εξόδων είναι αυθαίρετο και/ή αβάσιμο. Το ποσό που δύναται να επιδικασθεί ως ασφάλεια εξόδων κυμαίνεται μεταξύ των ποσών 11.635,9 και 22.617,2 Ευρώ. Πέραν τούτου, τυχόν επιδικασθείσα ασφάλεια εξόδων πρέπει να περιοριστεί αυστηρώς σε μελλοντικά έξοδα ως η πάγια πρακτική του Κοινοδίκαιου. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το ποσό που δύναται να επιδικασθεί ως ασφάλεια εξόδων κυμαίνεται μεταξύ των ποσών 3.522,40 και 6.683,04 Ευρώ.» Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστύλωση των ως άνω αιτήσεων, τίθεται, για μεν την αίτηση της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, με την ένορκη δήλωση ημερ. 21.02.2020, του XXXXX Κληρίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη 1, για δε την αίτηση των εναγομένων αρ. 2, 3 και 4, ημερ. 16.07.2020, μέσω της ένορκης δήλωσης του XXXXX Καλλένου, ίδιας ημερομηνίας, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ως άνω εναγομένους-αιτητές. Ο XXXXX Κληρίδης με την δήλωσή του, παραπέμποντας ουσιαστικά σε δηλώσεις του συναδέλφου του, δικηγόρου που εκπροσωπεί την ενάγουσα, υπογράμμισε το ορατό ενδεχόμενο να διαλυθεί άμεσα η υπό εκκαθάριση ενάγουσα Ρωσική εταιρεία, η οποία δεν διατηρεί οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Μια τέτοια εξέλιξη, υποδεικνύει, καθιστά ορατό το ενδεχόμενο να μην εισπραχθούν τα έξοδα της αγωγής σε περίπτωση που αυτή απορριφτεί. Με δεδομένο άλλωστε, ως υποστηρίζει, ότι δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, η αγωγή θα πρέπει ούτος ή άλλως να απορριφτεί. Θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου «ενδεικτικό» κατάλογο εξόδων που ετοιμάστηκε από το γραφείο του, προκρίνει καταληκτικά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο XXXXX Καλλένος, αφού εξηγεί τους λόγους για τους οποίους προβαίνει στη σχετική ένορκη δήλωση και τον τρόπο άντλησης από τον ίδιο της αναγκαίας πληροφόρησης προς τούτο, παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση του Αλ. Παναγή, ημερ. 13.07.2020, που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση της ενάγουσας στην ως άνω αίτηση της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, ημερομηνίας 21.02.2020, υποδεικνύει ότι σε αυτήν ουσιαστικά εμπεριέχονται παραδοχές ότι η ενάγουσα, της οποίας η εκκαθάριση στη Ρωσία έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί πλην όμως έχει ανασταλεί εκκρεμούσης της αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής, δεν διατηρεί επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την αποπληρωμή εξόδων που τυχόν θα επιδικαστούν σε βάρος της στην παρούσα διαδικασία. Ενώ η ενάγουσα κατέβαλε και συνεχίζει να καταβάλλει ένα σημαντικό ποσό εξόδων για την προώθηση της παρούσας αγωγής, σημειώνει, την ίδια στιγμή και στην περίπτωση που αυτή απορριφτεί - ενδεχόμενο με μεγάλη πιθανότητα ως υποστηρίζει και εξηγεί ο ομνύων - δεν πρόκειται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των εξόδων των εναγομένων, είτε προχωρώντας στην τελική διάλυσή της είτε αποφεύγοντας τούτο κατ' επίκληση Ρωσικών νόμων και αρχών σε σχέση με προτεραιότητες πιστωτών. Με δεδομένο το ταυτόσημο ουσιαστικά αντικείμενο των δύο Αιτήσεων αλλά και εν πολλοίς των προβαλλόμενων λόγων Ένστασης από την πλευρά της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας ομονόησαν όπως οι ως άνω Αιτήσεις παρουσιαστούν ταυτόχρονα, επιζητώντας την ενιαία τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί τούτων. Κατά την ακρόαση των Αιτήσεων, οι συνήγοροι των τριών πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που εδώ απασχολούν. Στην έκταση που θεώρησαν χρήσιμο τούτο έπραξαν και δια ζώσης, κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολύ προσοχή το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες, σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Στην υπόθεση Standard Ltd κ.α. v. Gold Seal Ship. Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 121, υποδείχτηκε ότι: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. Η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τον κανονισμό αυτό δεν είναι δέσμια, αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης». Στην ως άνω απόφαση, αφού γίνεται παραπομπή σε σχετική με το ζήτημα Αγγλική νομολογία, υποδεικνύεται πως όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, το Δικαστήριο αποκλίνει στην έκδοση του διατάγματος. Ωστόσο, η έκδοση του σχετικού διατάγματος δεν είναι προϊόν άκαμπτου κανόνα, του οποίου οι πρόνοιες επιβάλλουν υποχρεωτικά την έκδοσή του όταν ο ενάγοντας είναι αλλοδαπός. Αποτελεί τούτο προϊόν διακριτικής ευχερείς με βάση τα γεγονότα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης Η έκδοσή τέτοιου διατάγματος γίνεται, νοουμένου ότι υπό τις ειδικότερες περιστάσεις της υπόθεσης, δεν καθίσταται άδικη. Το θέμα ανάγεται σε τελευταία ανάλυση στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια ασφαλώς που ασκείται δικαστικά. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1A.A.Δ. 434, όπου απασχόλησε το ζήτημα των εξόδων στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού: «..Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ.1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική όπως συνοψίζεται στους Huslbury's Laws of England (4th ed. Vol. 37, pp.384 - 385). » Το ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ευρύτατη, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι θεσμοί δεν καθορίζουν κριτήρια για την άσκησή της. Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, από τη σχετική για το ζήτημα νομολογία προκύπτει ότι τέτοιοι είναι, μεταξύ άλλων, η οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας εταιρείας, η ισχύς της υπόθεσής της, ο χρόνος υποβολής της αίτησης αλλά και το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων που ζητείται, αφού το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων δεν θα πρέπει να είναι τέτοιο που στην ουσία να απολήγει σε απαγόρευση προσφυγής στη δικαιοσύνη (Επίσημος παραλήπτης v. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1446 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Η προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο είχε εξ' άλλου, διαχρονικά, το δικό της ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε ζητήματα όπως το υπό συζήτηση. Η «ευαισθησία» των Δικαστηρίων μας στην προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο όταν συζητά ζητήματα όπως το υπό εξέταση, αναδεικνύεται, μεταξύ άλλων και στο λόγο της απόφασης Δημητρίου ν Δημητρίου, άλλως Στυλιανού
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.768, όπου υπεδείχθη ότι: «Το θέμα έκδοσης διατάγματος για ασφάλεια εξόδων ενάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά υπό το φως όλων των περιστάσεων και υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Γενική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι πως, αν η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διαδίκου εναντίον του οποίου η αγωγή στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Σε τέτοια περίπτωση, η ανάγκη προστασίας του διαδίκου που ζητά την παραχώρηση ασφάλειας εξόδων, υποτάσσεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο του αντιδίκου του». Στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του, το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη κατά πόσο οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν τη διαδικασία ασφάλειας εξόδων καταπιεστικά, ούτως ώστε να καταπνίξουν μια γνήσια απαίτηση, ως επίσης τυχόν καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, αφού ο χρόνος υποβολής αίτησης του είδους, αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να αποκλείεται η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό πάντα με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος ( Genemp Trading Ltd ν. Λαϊκή Κυπρ. Τρ. Δημοσ. Εταιρ. Λτδ,
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314 και Studland Holdings Ltd κ.α ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v Fashion Wines Ltd
(2000)1(B) A.A.Δ. 1377, όπου η αίτηση για ασφάλεια εξόδων βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η αφερεγγυότητα μιας εταιρείας απαιτείται να καταδεικνύεται ως θετικό γεγονός. (βλ. περαιτέρω Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) 1958, στις σελ. 1884 - 1887 όπου συζητείται η αντίστοιχη Αγγλική Δικονομική Διάταξη Ο.65, r.6 (a) και τη νομική σειρά συγγραμμάτων, Hulsbury's Laws of England, (4η έκδοση), Τόμος 37 σελ. 226 - 233, ως επίσης Union de Cooperatives Agricole v Apak Agro (Αρ.2)
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1170 και Almana Engineering v. Glyfos Commercial
(1981)1 A.A.Δ. 273). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επίκληση από τους αιτητές, και στις δύο αιτήσεις, του άρθρου 382 του Κεφ. 113, ως δικαιοδοτικής βάσης για την προώθηση του διαβήματος τους, δεν φαίνεται να δικαιολογείται. Το εν λόγω άρθρο του Κεφ.113, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενο με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του σχετικού νόμου, όπου ρητά καταγράφεται πως εταιρεία σημαίνει «εταιρεία που συστάθηκε και γράφτηκε στη βάση του παρόντος νόμου», είναι φανερό πως δεν συμπεριλαμβάνει ούτε καλύπτει την περίπτωση της ενάγουσας, με δεδομένο ότι δεν αμφισβητείται πως η τελευταία αποτελεί Ρωσική εταιρεία. Γεγονός παραμένει ωστόσο ότι οι αιτήσεις εδράζονται και στη Δ.60 θθ1, 5 και 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, διάταξη που πράγματι παρέχει την δυνατότητα διεκδίκησης ασφάλειας εξόδων χωρίς τον ως άνω περιορισμό, ήτοι σε βάρος αλλοδαπού ενάγοντα (φυσικού ή νομικού προσώπου). Ζήτημα που κατά προτεραιότητα απασχολεί στην παρούσα, ως ζήτημα δημόσιας τάξης και παρά το γεγονός ότι δεν προβλήθηκε ως αυτοτελής λόγος ένστασης από την πλευρά της ενάγουσας - αφού ουσιαστικά άπτεται όχι μόνο της δυνατότητας κατ' ενάσκηση διακριτικής εξουσίας αλλά κατ' ουσία αυτής καθ' αυτής της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει στη συγκεκριμένη περίπτωση διατάγματα της φύσης που επιζητούνται από τους αιτητές σε βάρος της συγκεκριμένης ενάγουσας - αποτελεί το γεγονός ότι η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, είναι Ρωσική εταιρεία. Στις 19.01.1984, μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, συνομολογήθηκε, μέσω των υπουργών δικαιοσύνης των δύο συμβαλλόμενων, η Συνθήκη για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με τον Κυρωτικό νόμο 172/86. Νομοθέτημα με αυξημένη ιεραρχική ισχύ στο εσωτερικό δίκαιο έναντι των εσωτερικών Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Η ως άνω Συνθήκη, μέσω της κύρωσης του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας με το Νόμο 34(ΙΙΙ)/2001, ως κατ' επανάληψη έχει αναγνωριστεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, συνεχίζει να ισχύει (βλ. In Re Borisovich
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1889 και Romir Monit. v. MB Rromir Hold. Ltd
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 106). Δεν τέθηκε άλλωστε υπόψη του Δικαστηρίου, οτιδήποτε που να οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα. Σε σχέση με το ειδικότερο ζήτημα που εδώ απασχολεί, το άρθρο 17 της ως άνω Συνθήκης, κάτω από τον τίτλο «Απαλλαγή από Εγγυοδοσία έναντι των ∆ικαστικών Εξόδων» προβλέπει ότι: «Οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, οι οποίοι εμφανίζονται ενώπιον των δικαστηρίων του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν μπορούν να διαταχθούν να παράσχουν εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα αποκλειστικά για το λόγο ότι είναι αλλοδαποί ή ότι δεν έχουν τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή τους στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου εμφανίζονται». Σύμφωνα δε με το άρθρο 1.3 της ως άνω Συνθήκης, οι πρόνοιες της τελευταίας θα εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στο έδαφος εκάτερου των συμβαλλομένων μερών, τα οποία έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο του. Στην υπόθεση Romir Monit. (ανωτέρω), όπου απασχόλησε όμοιο ζήτημα, το Δικαστήριο ξεκάθαρα υπέδειξε πως: «Από τη στιγμή που η Συνθήκη θεωρείται ότι εξακολουθεί να ισχύει, το Άρθρο 17 δεν επιτρέπει την έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για τα δικαστικά έξοδα, εναντίον πολιτών των συμβαλλομένων μερών.» Με δεδομένη την ως άνω νομική διασαφήνιση του συγκεκριμένου ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο, η προώθηση των υπό συζήτηση αιτήσεων στη βάση των προνοιών της Δ.60 Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση δηλαδή του γεγονότος ότι η ενάγουσα αποτελεί αλλοδαπή εταιρεία, όντας η τελευταία Ρωσική εταιρεία, είναι φανερό ότι δεν μπορεί βάσιμα να επιδιωχθεί. Η πιο πάνω θεώρηση πραγμάτων, σε συνδυασμό με την αδυναμία προώθησης των αιτήσεων σε βάρος της συγκεκριμένης ενάγουσας στη βάση του άρθρου 382 του Κεφ. 113, ως πιο πάνω έχει εξηγηθεί, είναι φανερό ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, από μόνη της, είναι ικανή να επιδράσει καταλυτικά σφραγίζοντας αρνητικά την πορεία και την τύχη των επίδικων αιτήσεων. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, διατρέχοντας πάντα τον κίνδυνο αχρείαστης θεωρητικής ενασχόλησης με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που προβλήθηκαν από τα μέρη σε σχέση με το αντικείμενο των υπό συζήτηση αιτήσεων, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ακόμα και στην περίπτωση που δικονομικά κρινόταν ότι αυτές θα μπορούσαν να προωθηθούν, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό θεωρούμενες με καλά καθιερωμένες αρχές για το ζήτημα, η κατάληξη του Δικαστηρίου όσον αφορά την τύχη τους, δεν θα ήταν διαφορετική. Εξηγούμαι. Είναι γεγονός ότι ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του προσεγγίζοντας αιτήματα όπως το υπό συζήτηση, αποτελεί και η ισχύς της υπόθεσης της ενάγουσας. Επί του ειδικότερου τούτου ζητήματος, το οποίο τέθηκε από την πλευρά των αιτητών, αισθάνομαι ότι δεν είναι αναγκαίο να λεχθούν πολλά. Είναι γεγονός ότι στην υπόδεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. ν. Εμπ. Μελετών Σχεδ. & Επίχ. Κεφ. Α.Ε. κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 459, σημειώθηκε πως η υπόδειξη και μόνο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση της ενάγουσας πως έχει καλή υπόθεση με ορατές πιθανότητες επιτυχίας, αποτελώντας προφανώς τούτο εκτίμηση της τελευταίας, δεν θεωρήθηκε ότι ήταν αρκετή για να αποτρέψει το Δικαστήριο από την έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας για τα έξοδα ενόψει των άλλων περιστάσεων που περιέβαλλαν την συγκεκριμένη υπόθεση. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι σε σχέση με την ισχύ της υπόθεσης της ενάγουσας - όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσω της Έκθεσης Απαίτησης της ενάγουσας, ημερ. 10.10.2012, στο πλαίσιο της οποίας παρατίθεται από την οπτική γωνία της τελευταίας η εξέλιξη των γεγονότων και οι λεπτομέρειες των απαιτήσεων της, ζητήματα που θα εξεταστούν καθηκόντως στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας - δεν μπορεί εκ των προτέρων να αποκλειστεί οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα εξετάστηκε από το Δικαστήριο και κατά το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, όπου στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου και της επίδοσής του, με ενδιάμεση απόφαση του, ημερ. 29.04.2013, απορρίπτοντας το εν λόγω αίτημα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, έχει «καλή υπόθεση». Δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως έχει υποδειχθεί στην Genemp Trading Ltd (ανωτέρω): «Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανόν βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια.» Επί του ζητήματος, στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1(B) A.A.Δ. 1446, σε συνάρτηση με το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.60 και υπό το πρίσμα των Συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, σημειώθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε κατ' αρχάς την Continental Ins. Co. of Hampshire v. O'Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, όπου αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Λέχθηκαν εκεί τα εξής: «Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 p. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October
- Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: "... ... ... ... . it cannot be assumed that a request for security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψή μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ' όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd [1892] 66 L.T.R.
- Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο.» Την ίδια γραμμή ακολούθησε το Εφετείο και στις υποθέσεις Conway v. Ηλία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1653, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698 και Stadland Holdings Ltd κ.ά., ν. Ευσταθίου κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809.» Στην ίδια πιο πάνω απόφαση, ο σεβαστός Δικαστής Νικολάου, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, τόσο Αγγλική όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπέδειξε πως ακόμα και στις περιπτώσεις που η οικονομική αδυναμία του καθ' ου αίτηση αποτελεί το έρεισμα για την προώθηση αιτήματος ως το υπό συζήτηση, ως ειδικότερα προβλέπεται το ζήτημα στο άρθρο 382 του Κεφ. 113, η έκδοση ή μη σχετικού διατάγματος εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας, η οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη: «. όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία: Βλ. Golder v. U.K. Series A Vol. 18
(1975)σελ. 1, Ashingdane v. U.K., Series A Vol. 93
(1985)σελ. 1, Tolstoy Miloslavsky v. U.K. Series A Vol. 316
(1996)σελ. 51, Ait-Mouhoud v. France, ECHR Reports of Judgments and Decisions 1998 - VIII No. 96 σελ. 3214, Kreuz v. Poland, ECHR Reports of Judgments and Decisions 2001 - VI σελ. 127, Jedamski and Jedamska v. Poland 73547/01 ECHR Reports of Judgments and Decisions 2005 σελ. 538.» Η θεμελιακή σκέψη είναι πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αίτησης ως η υπό συζήτηση, έχει ως βάση τη δυνατότητα του καθ' ου η αίτηση να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Αν δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα, το αίτημα απορρίπτεται. Η λογική πίσω από τη πιο πάνω σκέψη, έγκειται στην αρχή πως αν η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, τότε δεν εκδίδεται η διαταγή. Υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, που διασφαλίζουν συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις και Διεθνείς Συνθήκες. Βλ. Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A47, Π.Ε. 66/13 ημερ. 30.1.2015 και Garcia Manibardo v. Spain Application No. 38695/97, ημερ. 29.6.2000, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου επιβεβαιώθηκε ότι η επιβολή σε διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό, σε συνάρτηση τούτο και με την οικονομική του κατάσταση, μπορεί να συνιστά στην ουσία αποστέρηση του δικαιώματος του προσφυγής στη δικαιοσύνη. Ως δε υποδεικνύεται - σε πλήρη εναρμόνιση και σύμπνοια με τα πιο πάνω - στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles and Practice, 3η εκδ. Κεφ. 10 παράγραφος 10.271: «Orders of security for costs are essentially discretionary. Even where a defendant has established the conditions necessary for obtaining security for costs the court will order security only if it considers it to be just in the circumstances of the case. One of the circumstances that may render it unjust to order security is the claimant's impecuniosity. It would be unjust to order security for costs against a company or an individual who is unable to provide security, because such an order would effectively deny them the opportunity to sustain their action and may amount to a denial of the right of access to court guaranteed by EHCR, Art.6» Στην υπό συζήτηση περίπτωση ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, η τελούσα υπό εκκαθάριση ενάγουσα εταιρεία, κατ' εφαρμογή σχετικής Ρωσικής Νομοθεσίας, προχώρησε ήδη σε ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων προς το σκοπό της χρηματοδότησης της διαδικασίας εκκαθάρισης. Αποτέλεσμα τούτου είναι η τελευταία να αδυνατεί πλέον να συμμορφωθεί με τις επιζητούμενες εγγυοδοσίες προς εξασφάλιση των εξόδων των εναγομένων. Με δεδομένο το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία εκκαθάρισης της ενάγουσας ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων και της αδυναμίας διάθεσης οποιουδήποτε ποσού για την εξασφάλιση των εξόδων των εναγομένων, τυχόν έγκριση των σχετικών αιτημάτων θα απέληγε τελικά σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο για την ενάγουσα (βλ. Goldtrail Travel Ltd v. Aydin
(2017)UKSC 57 και Επίσημος Παραλήπτης v. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2) (ανωτέρω)). Παρεμβάλλεται πως δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ως προκρίνεται δικογραφικά από την πλευρά της ενάγουσας, η οικονομική αδυναμία της τελευταίας να πηγάζει ουσιαστικά από τις πράξεις των ίδιων των εναγόμενων, αφού ως προβάλλεται από την πλευρά της ενάγουσας, η αδυναμία της να προσφέρει οποιαδήποτε εγγύηση σε αυτό το στάδιο ως ασφάλεια για τα έξοδα των εναγομένων, είναι αποτέλεσμα των ενεργειών και παραλείψεων της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας να της καταβάλει το ποσό που διεκδικεί με την προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής, το οποίο δεν αμφισβητεί, αλλά και του ρόλου που διατείνεται ότι έπαιξαν προς τούτο οι εναγόμενες αρ. 2 έως και 4 συνεπικουρώντας στο εγχείρημα της οικονομικής απογύμνωσης της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας με τον τρόπο που τους αποδίδεται προς τούτο. Τούτο, από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για να μην διαταχθεί η ενάγουσα εταιρεία να καταβάλει ασφάλεια εξόδων. (Βλ. AMG Global Nominees (Private) Ltd v. SMM Holdings Ltd
(2006)EWHC 826 (Ch), Sir Lindsay Parkinson Ltd ν. Triplan Ltd
(1973)2 All E.R. 273 και την απόφαση του High Court of Justice της Βόρειας Ιρλανδίας McAteer & Beechfinch Limited v. Lismore [2000] NICh 53). Ακόμα και ο χρόνος που οι αιτητές επιχείρησαν να προβάλουν τα υπό συζήτηση αιτήματα τους, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί παράγοντα που όχι μόνον δεν τα ενισχύει αλλά αντίθετα γέρνει την πλάστιγγα προς την απόρριψή τους. Δεν διαλανθάνει της προσοχής η ρητή αναφορά στη Δ.60, Θ.1 ότι η διαταγή για ασφάλεια εξόδων μπορεί να διαταχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής. Ούτε το γεγονός ότι το άρθρο 382 του Κεφ. 113 δεν καθορίζει χρόνο. Ωστόσο, ως έχει ήδη σημειωθεί, η καθυστέρηση ενός διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό τούτο με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, είναι δυνατό να προσανατολίσει το Δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Everwarm Ltd v. BN Rendering Ltd
(2019)EWHC 1985 (TCC): «.... delay in making the application is a circumstance to which the court will have regard when exercising its discretion in order security, and that it may refuse to order security where delay has deprived the claimant of the time to collect security, or led the claimant to act to his detriment or may cause hardship in the future costs of the action. Equally so where the material relied upon in support of an application has been available for a long time, it is a relevant matter weighing against security or limiting security to future costs.» Ομοίως, στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1314, επιβεβαιώθηκε ότι: «Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος». Στην προκείμενη περίπτωση, εμφανείς ήταν η προσπάθεια των αιτητών να δικαιολογήσουν την προώθηση των αιτήσεών τους σε αυτό το προχωρημένο στάδιο στη διαδικασία, οκτώ χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Ωστόσο το βασικό υπόβαθρο γεγονότων που οι αιτητές επικαλούνται ότι καταδεικνύουν τελικά την αφερεγγυότητα της ενάγουσας, δυνάμενα να δικαιολογήσουν την ανησυχία τους ότι σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής και επιδικασμού των εξόδων υπέρ τους αυτά θα παραμείνουν ανικανοποίητα, όπως το γεγονός ότι η αλλοδαπή ενάγουσα εταιρεία τελούσε σε καθεστώς εκκαθάρισης, ήταν γνωστά στους ίδιους σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Είναι καλά νομολογημένο ότι το καθεστώς εκκαθάρισης στο οποίο η ενάγουσα περιήλθε, από μόνο του, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι αδυνατούσε να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί περί του αντιθέτου σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1314 και Halsbury' s Laws of England, 3rd edition, Vol. 6, παρά. 875). Παρέλειψαν ωστόσο να ενεργήσουν με οποιονδήποτε τρόπο, με αποτέλεσμα να επιτραπεί στην τελούσα υπό εκκαθάριση ενάγουσα, κατ' εφαρμογή της Ρωσικής Νομοθεσίας, ουσιαστικά να αποστερηθεί οποιασδήποτε περιουσίας της, δυνάμενης να αξιοποιηθεί για τον αιτούμενο σκοπό. Έχει ασφαλώς τη δική του σημασία, επί του συζητούμενου, το γεγονός ότι η ως άνω κατάσταση στην οποία περιήλθε η ενάγουσα, οδήγησε την εναγομένη αρ. 1 εταιρεία, ήδη από τον Μάρτιο του 2018, εν γνώσει και των εναγομένων αρ. 2, 3 και 4, να επιζητήσει μέσω σχετικής αίτησης την απόρριψη της παρούσας αγωγής, χωρίς τότε να απασχολήσει τους εναγομένους το ζήτημα της εξασφάλισης των τυχόν εξόδων τους στη διαδικασία. Ως τέθηκε δε υπόψη του Δικαστηρίου, στο μεσοδιάστημα, η ενάγουσα ούσα σε καθεστώς εκκαθάρισης, στη βάση σχετικών προνοιών του Ρωσικού Δικαίου προχώρησε καθηκόντως στη ρευστοποίηση και τη διανομή των περιουσιακών της στοιχείων, με την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης της να αναστέλλεται από τα Ρωσικά Δικαστήρια, εν αναμονή της ολοκλήρωσης της παρούσας αγωγής. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που στη συγκεκριμένη περίπτωση η καθυστέρηση στην προώθηση των σχετικών αιτημάτων, θα μπορούσε από μόνη της να δικαιολογήσει την απόρριψη τους. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, οι αιτήσεις δεν θα μπορούσαν να έχουν επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου οδηγούνται σε απόρριψη. Σε σχέση με τα έξοδα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλέπε Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30 σελ. 421, παρ. 791-796), θα τα επιβαρυνθεί η πλευρά των εναγομένων - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο