Kipford Ventures Ltd ν. Balachico Ltd, Αρ. Αγωγής: 694/20, 28/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A406 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 694/20 Μεταξύ: Kipford Ventures Ltd Ενάγουσας v. Balachico Ltd Εναγομένης Αίτηση ημ. 7.5.20 από τον DC για Παρέμβαση στη Διαδικασία Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Προτιθέμενο Διάδικο - Αιτητή: κ. Μ. Μάρκου για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Λ. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής, DC, ζητά διάταγμα με το οποίο να επιτραπεί η προσθήκη του στην Αγωγή ως Εναγομένου 2 και άδεια να παρέμβει και ή καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση ημ. 17.3.20 για προσωρινά διατάγματα και ή αίτηση για παραμερισμό και ή ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της αίτησης ημ. 17.3.20. Σημειώνεται ότι με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των US$5,472,998.53 ή το ισάξιο σε ευρώ πλέον 2% τόκο ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου από τις 6.7.18 μέχρι εξοφλήσεως σύμφωνα με τους όρους συμφωνίας δανείου ημ. 6.7.18 μεταξύ της Ενάγουσας ως δανειστή και της Εναγομένης ως δανειζόμενης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΓΟ (εφεξής «η ΓΟ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Αιτητή. Η ΓΟ βασικά αναφέρει ότι η Εναγομένη συστάθηκε στα πλαίσια της φιλικής και επαγγελματικής σχέσης μεταξύ του κ. DA (εφεξής «ο DA»), ιδιοκτήτη και τελικού δικαιούχου της Ενάγουσας και του Αιτητή με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή της σε επενδυτικές δραστηριότητες και τη χρήση της ως εταιρικό όχημα στην εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων του DA, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πλέγματος εταιρικών και ή εμπορικών συναλλαγών μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών των δύο ιδιοκτητών. Η Εναγομένη συστάθηκε το 2018 και τυγχάνει διαχείρισης από την Prospectancy, κατόπιν εισήγησης του Αιτητή, δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ των δύο τελευταίων. Ο Αιτητής είναι ο ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος της Εναγομένης δυνάμει συμφωνίας καταπιστεύματος μεταξύ του Αιτητή και του ονομαστικού διευθυντή και εγγεγραμμένου μετόχου της εταιρείας, ΓΓ (εφεξής «ο ΓΓ»). Σύμφωνα πάντα με τη ΓΟ, η Prospectancy διαχειρίζεται και την Ενάγουσα και ή εταιρείες οι οποίες ανήκουν στον DA, συμπεριλαμβανομένης της Calelar Ltd, και ενεργεί προς όφελος του τελευταίου κατά παράβαση της συμφωνίας διαχείρισης της Εναγομένης και της συμφωνίας καταπιστεύματος καθώς επίσης σε συμπαιγνία με την Ενάγουσα την υποβοήθησε στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων και στο να παρεμποδίζει τον Αιτητή να έχει πλήρη έλεγχο της Εναγομένης ως ο τελικός δικαιούχος αυτής. Η ΓΟ ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ημ. 6.7.18 μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη λόγω της σχέσης των ιδιοκτητών και τελικών δικαιούχων των δύο εταιρειών με σκοπό τη χρησιμοποίηση της Εναγομένης ως εταιρικό όχημα και ή την αγορά μετοχών στη Ρωσική εταιρεία Limited Liability Company Razrez Nagorniy (εφεξής «η RN»). Προς τούτο η Εναγομένη συνήψε συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με άλλη εταιρεία τη Zerich Securities Ltd, με απώτερο σκοπό την αγορά των μετοχών στη RN. Η ΓΟ περιγράφει τα όσα έλαβαν χώρα μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου καταδεικνύοντας την υλοποίηση αυτής και τελικώς την απόκτηση από την Εναγομένη του 52,38% του μετοχικού κεφαλαίου της RN. Η ΓΟ ισχυρίζεται περαιτέρω πως τα χρήματα διοχετεύθηκαν εκ μέρους του DA για την αγορά των μετοχών της RN στα πλαίσια της γενικότερης διευθέτησης μεταξύ του Αιτητή και του DA, συμπεριλαμβανομένης της εξόφλησης δανείων και άλλων υποχρεώσεων των εταιρειών του DA, ούτως ώστε με αυτόν τον τρόπο το επίδικο δάνειο να έχει πλήρως εξοφληθεί. Επιπλέον η ΓΟ ισχυρίζεται πως ακολούθως οι μέτοχοι της RN και η Εναγομένη αποχώρησαν από το μετοχικό κεφάλαιο της με αποτέλεσμα η τελευταία (RN) να επανακτήσει τις μετοχές της, κάτι το οποίο ήταν σε γνώση της Ενάγουσας, και τα προσωρινά διατάγματα στην έκταση του αιτητικού που αφορά την απαγόρευση αποξένωσης των μετοχών τις οποίες η Εναγομένη κατέχει στην RN να ήταν άνευ αντικειμένου κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης για έκδοση αυτών και καταδεικνύουν την κακόπιστη και δόλια στάση της Ενάγουσας η οποία δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της ΓΟ πως η υπό κρίση Αγωγή και κυρίως η γραπτή αναγνώριση του χρέους από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα (με επιστολή της Εναγομένης η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 17.3.20), ο όλος χειρισμός της διαδικασίας, η άρνηση της Prospectancy να ενημερώνει τον Αιτητή και να διορίσει τον δικηγόρο τον οποίο ο ίδιος προτείνει, η έγερση άλλης Αγωγής (712/20 ΕΔ Λευκωσίας) για την εξασφάλιση παρόμοιων θεραπειών και τελικώς η κωλυσιεργία και άρνηση της Prospectancy να ακολουθήσει τις οδηγίες του Αιτητή για την αλλαγή του ονομαστικού διευθυντή της Εναγομένης, υποδηλούν τη συμπαιγνία μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα Αγωγή και της Prospectancy, εις βάρος και παραγνωρίζοντας τις επιθυμίες και οδηγίες του Αιτητή. Σε αυτά τα πλαίσια η Prospectancy επικαλείται και την έκδοση εγγράφου μεταβίβασης υπογεγραμμένου από τον Αιτητή για τη μεταβίβαση των μετοχών του στην Εναγομένη προς την Calelar, κάτι το οποίο ο Αιτητής αμφισβητεί. Η ΓΟ ισχυρίζεται πως ο Αιτητής έχει δικαίωμα να παρέμβει στη διαδικασία λόγω του ότι τα νομικά και ιδιοκτησιακά συμφέροντα του ως ιδιοκτήτη και τελικού δικαιούχου της Εναγομένης επηρεάζονται άμεσα από τα προσωρινά διατάγματα και τις αξιώσεις και ότι η παρουσία του είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Αποτελεί ισχυρισμό της ΓΟ πως σε περίπτωση προσθήκης του Αιτητή ως Εναγομένου 2, αυτός θα αιτηθεί τη συνένωση και την προσθήκη ως Εναγομένων 3-7 της Prospectancy, του διευθυντή αυτής και άλλων προσώπων και τις ακόλουθες αξιώσεις: · Εναντίον της Ενάγουσας (
- i)Δήλωση ότι ουδέν ποσό οφείλεται στην Ενάγουσα δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου ή διαζευκτικά (
- ii)Δήλωση ότι η Ενάγουσα έχει πλουτίσει αθέμιτα και άδικα δυνάμει των πληρωμών της Εναγομένης και ή του Αιτητή. · Εναντίον της Prospectancy, της Calelar και άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων και αυτών που τις ελέγχουν και διοικούν (
- i)Δήλωση ότι η Ενάγουσα, η Prospectancy και οι υπόλοιποι συνωμότησαν με παράνομα μέσα να προκαλέσουν ζημιά και ή καταδολιεύσουν τον Αιτητή ως τελικό δικαιούχο της Εναγομένης εγείροντας την παρούσα και την Αγωγή 712/20 και εξασφαλίζοντας προσωρινά διατάγματα με σκοπό την παράνομη και ή δόλια απόπειρα μεταβίβασης και αποξένωσης των μετοχών τις οποίες κατέχει ο Αιτητής στην Εναγομένη (
- ii)Αναγνωριστική Απόφαση ότι το έγγραφο μεταβίβασης το οποίο παραδόθηκε στην Prospectancy με σκοπό την ως άνω δόλια μεταβίβαση των μετοχών τις οποίες κατέχει ο Αιτητής στην Εναγομένη προς την εταιρεία του DA Calelar Ltd είναι άκυρο και χωρίς νομική ισχύ (iii) Δήλωση ότι οι μετοχές της Εναγομένης αποτελούν περιουσιακό του στοιχείο ή ανήκουν δικαιωματικά ή κατ΄ ουσία στον Αιτητή δυνάμει της συμφωνίας καταπιστεύματος (
- iv)Δήλωση με την οποία να ακυρώνεται το έγγραφο μεταβίβασης. (
- v)Δήλωση ότι η Prospectancy και τα υπόλοιπα πρόσωπα παραβαίνουν το καθήκον πίστης σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών προς την Εναγομένη και ενεργούν αμελώς κατά παράβαση του νόμου και των κανόνων της επιείκειας να είναι αμερόληπτοι προς εξαπάτηση του Αιτητή (
- vi)Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και ή εμπιστεύματος και ή υποχρεώσεων θεματοφύλακα (vii) Αποζημιώσεις για συνωμοσία για πρόκληση βλάβης με παράνομα μέσα, πρόκληση παράβασης σύμβασης και δόλια υποβοήθηση για παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης (viii) Διάταγμα εγγραφής του Αιτητή στο μητρώο μελών της Εναγομένης δυνάμει της συμφωνίας καταπιστεύματος (
- ix)Δήλωση ότι η συμφωνία μεταξύ των ιδιοκτητών των διαδίκων για αγορά των μετοχών στην RN έχει ολοκληρωθεί πλήρως. Οι λόγοι ένστασης της Ενάγουσας είναι οι ακόλουθοι: 1. Δεν δικαιολογείται το αίτημα καθότι η Εναγομένη εκπροσωπείται στη διαδικασία και έχει εκφράσει την επιθυμία καταχώρισης ένστασης στην αίτηση ημ. 17.3.20. 2. Με την αίτηση ημ 17.3.20 δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον του Αιτητή η οποία να δικαιολογεί την παρέμβαση του. 3. Η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για την επίλυση τυχόν διαφορών μεταξύ του Αιτητή και της Εναγομένης και ή του διοικητικού συμβουλίου αυτής. 4. Ο Αιτητής δεν έχει locus standi που να δικαιολογεί την παρέμβαση του στην παρούσα διαδικασία. 5. Ουδεμία ζημιά υφίσταται ο Αιτητής λόγω της αίτησης ημ. 17.3.20 και των διαταγμάτων ημ. 19.3.20. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. OΚ (εφεξής «ο ΟΚ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα και στην οποία βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Αναφέρει επίσης ότι η τελική δικαιούχος των μετοχών της Ενάγουσας (LA και όχι ο DA) επιβεβαιώνει την ύπαρξη άλλων δοσοληψιών με τον Αιτητή οι οποίες είναι γραπτές, τεκμηριωμένες και δεν έχουν σχέση με την παρούσα Αγωγή. Επισημαίνει πως με το πρώτο αιτητικό της αίτησης ημ. 17.3.20 ζητείται η απαγόρευση της αποξένωσης ή επιβάρυνσης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών της Εναγομένης στην RN, και πως η Αγωγή 712/20 αφορά διαφορετικούς διάδικους και δεν έχει οποιαδήποτε σύνδεση με την παρούσα. Οι λόγοι ένστασης της Εναγομένης είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ανεπαρκής και ή δεν προβάλλονται ουσιαστικοί λόγοι που να δικαιολογούν την προσθήκη του Αιτητή ως Εναγομένου 2 με απώτερο σκοπό να συνενώσει και άλλους Εναγόμενους. 2) Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να συνενώσει τους προτεινόμενους Εναγόμενους και ή να αξιώσει οποιεσδήποτε θεραπείες εναντίον τους μετατρέποντας την παρούσα διαδικασία σε forum επίλυσης των διαφορών του με τρίτα πρόσωπα. 3) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή εκβιαστική καθότι η προσθήκη του Αιτητή ως Εναγομένου 2 είναι άσχετη και ή δεν τον εμποδίζει κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου να παρέμβει και ή καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση ημ. 17.3.20. 4) Η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη και δεν υποστηρίζει επαρκώς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΒΖ (εφεξής «ο ΒΖ») ο οποίος είναι ο εκτελεστικός διευθυντής της Prospectancy. O BZ σχολιάζει τους ισχυρισμούς της ΓΟ και αγνοεί και συνεπώς αρνείται τον ισχυρισμό περί συναλλαγών και δοσοληψιών του Αιτητή με τον DA. Ισχυρίζεται ότι η Prospectancy δεν διαχειρίζεται πλέον την Εναγομένη και ότι οι διευθυντές και ή οι αξιωματούχοι της Εναγομένης ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε πληροφόρηση για αποπληρωμή του επίδικου δανείου και δεν έχουν υπογράψει έγγραφο εξόφλησης ή διαφοροποίησης των όρων της συμφωνίας δανείου. Πέραν της παραδοχής ότι οι διευθυντές της Εναγομένης και ή της Prospectancy είχαν ενημερώσει την Ενάγουσα για την αποχώρηση της Εναγομένης από το μετοχικό κεφάλαιο της RN, αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς για παράβαση συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και ή καταπιστεύματος και παραπέμπει σε όρους της πρώτης συμφωνίας δυνάμει των οποίων παρέχεται η ευχέρεια στον παροχέα υπηρεσιών να ενεργεί ανεξάρτητα από τις υποδείξεις και ή οδηγίες του πελάτη ώστε να διασφαλιστεί ότι ο παροχέας και ή η υπό διαχείριση εταιρεία δεν θα έχουν οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη. Τέλος, επεξηγεί πως παρά την κατοχή του εγγράφου μεταβίβασης προς την Calelar αυτή κρίθηκε ότι εμπεριείχε κινδύνους για τους αξιωματούχους της Εναγομένης και πως ο διορισμός νομικών συμβούλων για την εκπροσώπηση της Εναγομένης είναι καθαρά θέμα των διευθυντών της και όχι του μετόχου της. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι όλων των πλευρών. Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.16 r.11. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 345, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια, και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 348, υπό τον τίτλο «Adding defendants», αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πως πρόσωπο το οποίο είναι εμμέσως ενδιαφερόμενο («indirectly interested») δεν θα προστεθεί - Moser v. Marsden
(1892)1 Ch. 48, και πως πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία από τον ενάγοντα δεν θα προστεθεί ενάντια στη θέληση του τελευταίου - Hood-Barrs v. Frampton & Co
(1924)W. N. 287. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Στην υπόθεση PT Kiani Kertas v. Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, η οποία αφορούσε αίτηση από συνεναγόμενο για προσθήκη εναγομένου, η γενική αρχή εκφράστηκε ως ακολούθως: «. Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England [1951] Ch. 33, στη σ.38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: «Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue.» . Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd α.ο.
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ' όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή.» Η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, προσφέρει επίσης μια διαφωτιστική και ολοκληρωμένη ανάλυση του όλου θέματος: «In the case of Artemis v. The ship "Sonja"
(1972)1 C.L.R. p.153 I had the opportunity to deal extensively with the aforesaid Orders regarding the addition of a defendant and the principles applicable thereto. I pointed out that rule 30 corresponds in all material respects to Order 9, rule 10 of our Civil Procedure Rules . . it is sufficient for the determination of this application to say that under this rule the Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the party before it; also that the powers given by it are wisely exercised, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff the order may be refused, though generally speaking, the Court will make such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. Leave, however, may be refused where the addition of a defendant will have the effect of adding a new cause of action (See Raleigh v Goschen
(1898)1 Ch.81). Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Amon v Raphael Tuck and Sons Ltd.,
(1956)1 Q.B.; The Result
(1958)P. 174 at p.184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjoinder, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved. (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v The Result
(1958)P. 174.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η πιο πρόσφατη υπόθεση Korkut ή Perihian v. Γεωργίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).» Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Megas Hadjievangelou v. Dorami Marine Ltd και άλλων
(1978)1 C.L.R. 545, Hellenic Bank v. Cosmas
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω) και Klappis & Sons Ltd v. Γεωργίου Τσολιά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 66. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Αιτητής βασικά επιδιώκει την παρέμβαση στη διαδικασία με την προσθήκη του ως διαδίκου δυνάμει της Δ.9 θ.10 καθώς επίσης και για να ενστεί στη συνέχιση ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων και ή να αιτηθεί τον παραμερισμό και ή την ακύρωση τους δυνάμει της Δ.48
(8)
(4). Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως παρά τη μη ύπαρξη ένστασης από την πλευρά της Εναγομένης για την παραχώρηση άδειας στον Αιτητή να καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση ημ. 17.3.20, εντούτοις αυτή δεν οδηγεί δίχως άλλο στην έγκριση του συγκεκριμένου αιτήματος, αφού θα πρέπει να εξεταστεί η ένσταση από την πλευρά της Ενάγουσας. Ούτως ή άλλως όμως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση τέτοιας άδειας. Η Δ.48
(8)
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικαίωμα υποβολής αίτησης για τον παραμερισμό και ή την ακύρωση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος από πρόσωπο το οποίο έχει προηγουμένως εξασφαλίσει άδεια του Δικαστηρίου για να είναι διάδικος. Αυτή η διαπίστωση βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Κουή v. Χριστοδούλου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 401, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «1. Η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίστηκε η εφεσείουσα για την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης της, δεν παρέχει δικαίωμα, σε τρίτα πρόσωπα (μη διαδίκους), γενικά, υποβολής αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε διαδικασία στην οποία τα τρίτα πρόσωπα δεν είναι διάδικοι. Οι λέξεις «any person» (οποιοδήποτε πρόσωπο) στη Δ.48, θ.8
(4)δεν καλύπτουν πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για συνένωση τους ως διάδικους, σε διαδικασία στην οποία τα επίδικα θέματα είναι ανοικτά (Δέστε: Heli-Air (Egypt) J.S.C. v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234). . 4. Στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν υπέβαλε ποτέ οποιαδήποτε αίτηση για να καταστεί διάδικος στην πρωτόδικη διαδικασία . Δεν θεωρούμε, υπό τις περιστάσεις, ότι η αιτήτρια είχε δικαίωμα καταχώρισης αίτησης παραμερισμού του μονομερούς διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο δικαστήριο...» Η εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Brainpedia Holdings Ltd
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1713, από την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα: «Η αιτήτρια, στην οποία έχει επιδοθεί το Προσωρινό Διάταγμα, δε στερείται θεραπείας, εκ του γεγονότος ότι δεν είναι διάδικος. Από τη στιγμή που έλαβε γνώση και θεωρεί ότι από το Προσωρινό Διάταγμα επηρεάζονται τα συμφέροντα της, έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στη διαδικασία, είτε εμφανιζόμενη κατά την ημερομηνία που αυτό ορίστηκε επιστρεπτέο ή κατά άλλο τρόπο και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί το όλο θέμα, όλα όσα θεωρεί ότι έχουν σχέση με την υπόθεσή της και προωθεί με την παρούσα. Θεωρώ ότι όλα όσα ισχυρίζεται σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετοχών που απαγορεύθηκε στον εναγόμενο 4 να αποξενώσει, μπορεί και πρέπει να κριθούν στα πλαίσια της διαδικασίας της αγωγής/προσωρινού διατάγματος. Τα αποφασισθέντα στη Μηλίτσα Γ. Κουή v. Μιχάλη Χριστοδούλου (πιο πάνω), δεν καταργούν τη δυνατότητα παρέμβασης στη διαδικασία. Απλά, για την υποβολή αίτησης παραμερισμού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, τίθεται ως προϋπόθεση η προηγούμενη υποβολή αίτησης συνένωσης του προσώπου που ισχυρίζεται ότι επηρεάζονται τα συμφέροντά του.» Είναι γεγονός ότι η Εναγομένη εταιρεία αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο από τον Αιτητή και αυτή είναι το συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία με την Ενάγουσα, όπως καταδεικνύεται στην ίδια τη συμφωνία, Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση της ΓΟ, και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Prospectancy διαχειρίζετο την Εναγομένη δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών ημ. 13.6.18, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ΓΟ. Η Εναγομένη δεν διευκρινίζει πότε τερματίστηκε η εν λόγω συμφωνία παρά μόνο πως αυτό της κοινοποιήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 27.3.20 και αυτή η θέση δεν αντικρούστηκε από οποιαδήποτε άλλη πλευρά. Είναι κοινό έδαφος και το ότι ο Αιτητής είναι ο ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος των μετοχών της Εναγομένης δυνάμει συμφωνίας καταπιστεύματος ημ. 13.6.18, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της ΓΟ, και ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των μετοχών είναι ο ΓΓ. Θα μπορούσε να λεχθεί πως ο Αιτητής, ως ο τελικός δικαιούχος και ιδιοκτήτης των μετοχών, επηρεάζεται από τις αξιώσεις της Ενάγουσας υπό την έννοια ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης επηρεάζεται και ενδεχομένως μειώνεται η περιουσία της Εναγομένης, ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος της οποίας είναι ο Αιτητής, Χρήσιμη επί τούτου είναι η υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω), στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 όπου λέχθηκε πως « . όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην Αγγλική υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές έπρεπε να προστεθούν ως εναγόμενοι εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. Εντούτοις θα πρέπει ταυτόχρονα να ληψθεί υπόψιν ότι την Εναγομένη διαχειρίζετο άλλο νομικό πρόσωπο, η Prospectancy, δυνάμει σχετική συμφωνίας. Αυτή η συμφωνία διέπει τον τρόπο διαχείρισης της Εναγομένης και περιλαμβάνει όρους ως προς τη δυνατότητα μη τήρησης των οδηγιών του πελάτη (ο οποίος όρος περιλαμβάνει τον Αιτητή ή την Εναγομένη) και γενικά ως προς τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα του παροχέα υπηρεσιών καθώς επίσης και ως προς τον τρόπο τερματισμού αυτής της συμφωνίας. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ΓΟ, προκύπτει πως τελικώς η θέση του Αιτητή ως προς την επίδικη συμφωνία απολήγει στη διαφωνία του με την Prospectancy η οποία διαχειρίζετο και κατ΄ ισχυρισμό του εξακολουθεί να διαχειρίζεται την Εναγομένη τόσο ως προς τον τρόπο διαχείρισης της εταιρείας όσο και ως προς τον τρόπο χειρισμού της υπό κρίση διαδικασίας. Αξίζει να σημειωθεί πως η Εναγομένη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και εκπροσωπείται από δικηγόρο στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Όπως αναφέρεται και στην ένσταση της Εναγομένης, αυτή προτίθεται μάλιστα να καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση ημ. 17.3.20. Επομένως, τυχόν παρέμβαση και προσθήκη του Αιτητή στην υπό κρίση διαδικασία θα σήμαινε ταυτόχρονα και την εισαγωγή νέων θεμάτων τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα Αγωγή και αφορούν καθαρά τη σχέση μεταξύ του Αιτητή, της Prospectancy και άλλων τρίτων προσώπων. Με άλλα λόγια, τυχόν προσθήκη του Αιτητή θα οδηγούσε δίχως άλλο σε μια επέκταση των επίδικων θεμάτων και σε μια πολύπλοκη διαδικασία την οποία η Ενάγουσα ουδέποτε επιθυμούσε να εγείρει και στην οποία ουδέποτε επιθυμούσε να εμπλακεί εφόσον ουδεμία σχέση έχει με αυτή. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι το επίδικο δάνειο έχει πλήρως εξοφληθεί, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο θεωρεί πως αυτό έχει συμβεί, εξ ου και σε περίπτωση ενδεχόμενης προσθήκης του θα επιχειρήσει να εγείρει ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας ζητώντας δήλωση του Δικαστηρίου περί εξόφλησης. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο ισχυρισμός της Εναγομένης, μέσω του ΒΖ, πως οι διευθυντές και ή αξιωματούχοι της, ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε πληροφόρηση περί εξόφλησης και ή διαφοροποίησης των όρων δανείου. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τον Αιτητή και επομένως είναι άξιον απορίας γιατί ο Αιτητής να μην προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενημέρωση προς την Εναγομένη η οποία υπενθυμίζεται είναι το συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή, μέσω της ΓΟ, πως η υπό κρίση διαδικασία αποτελεί συμπαιγνία μεταξύ διαφόρων προσώπων και των διαδίκων δεν είναι ικανοί να δικαιολογήσουν την προσθήκη του ως Εναγομένου καθότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο Αιτητής επιδιώκει να εισαγάγει εντελώς νέα και ανεξάρτητα με τα επίδικα θέματα ζητήματα ως επίσης και πολλούς και άσχετους με το επίδικο της Αγωγής θέμα διαδίκους. Σχετικά παραπέμπω στην προαναφερόμενη υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd (ανωτέρω). Επιπλέον το Δικαστήριο επισημαίνει πως η Ενάγουσα δεν επιζητεί οποιαδήποτε θεραπεία από τον Αιτητή και δεν επιθυμεί την προσθήκη του, κάτι το οποίο ορθώς αποτελεί λόγο ένστασης της Ενάγουσας. Αυτό άλλωστε είναι και το πρωταρχικό κριτήριο σε τέτοιας φύσης αιτήσεις. Σχετική είναι η υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε ότι «αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1668. Για όλους τους λόγους οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της εν λόγω Αίτησης. Αυτή η κατάληξη οδηγεί την Αίτηση σε απόρριψη χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο