← Κύπρος

Ευαγγέλου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2530/18, 30/9/2020

Ευαγγέλου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2530/18, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A414 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2530/18 Μεταξύ:

  1. XXXXX Ευαγγέλου
  2. ΙΑΣΩ Ιδιωτικό Νοσοκομείο Ζώων Εναγόντων και
  3. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  4. Bank of Cyprus Public Co Ltd
  5. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης
  6. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/6/20 Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Κα Ν. Χατζηιωάννου, για Α. Κ. Χατζηιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1/Καθ' ων η Αίτηση: Κος Γ Τριλλίδης, για Πολάκης Σαρρής Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 2/Καθ' ων η Αίτηση: Κος Βερζανλής, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. -------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 11/09/18, οι Ενάγοντες 1 και 2 απαιτούν εναντίον των Εναγόμενων: «Δήλωση ότι οι Ενάγοντες 2 δεν οφείλουν κανένα ποσό στους Εναγόμενους 1 και/ή 2, λήψη λογαριασμών προς διαπίστωση των ορθών και νόμιμων υπολοίπων των πιστωτικών καταθέσεων του Ενάγοντα 1 και των χρεωστικών υπολοίπων των Εναγόντων 2 ως είχαν συμφωνηθεί στις 29/3/13 και απόφαση για συμψηφισμό τους και έκδοση απόφασης υπέρ του Ενάγοντα 1 για οποιοδήποτε ποσό βρεθεί οφειλόμενο σε αυτόν πλέον τόκους, οι Ενάγοντες 2 απόφαση για ποσό €167.520,78 (ποσό δανείων) πλέον τόκους ως αυτοί χρεώνονται στα δάνεια από 29/03/13 για παράβαση συμφωνιών και/ή ως αποζημιώσεις για αμέλεια και παράβαση καθηκόντων, ο Ενάγων 1 απόφαση για €215.296,14 πλέον τόκους από 29/3/13, ο Ενάγων 1 απόφαση για επιπλέον για ποσό €42.435,00 εναντίον των Εναγόμενων 2, 3 και 4, οι Ενάγοντες 2 απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2 το ποσό των €7.600,00, €59.674, 77 πλέον τόκους και γενικές αποζημιώσεις για μείωση του κύκλου εργασιών από παράβαση συμφωνιών και πρόκληση οικονομικής ζημιάς από τη συμπεριφορά των Εναγόμενων.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγοντας 1 είναι κτηνίατρος και οι Ενάγοντες 2 εταιρεία που ασκούν την επιχείρηση του ιδιωτικού νοσοκομείου ζώων. Οι Εναγόμενοι 1 είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας οι μετοχές ήταν εισηγμένες και διαπραγματεύονταν στα Χρηματιστήρια Κύπρου και Αθηνών, διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό, αλλά από 25/03/13, ανέστειλε τις εργασίες της. Οι Εναγόμενοι 2 είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας οι μετοχές ήταν εισηγμένες και διαπραγματεύονται στα Χρηματιστήρια Κύπρου και Αθηνών, διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και το εξωτερικό, κατείχε και κατέχει άδεια για διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών, ενώ η Εναγόμενη 3 είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία ενάγεται υπό την ιδιότητά της ως Αρχή Εξυγίανσης, αφού έχει οριστεί ως τέτοια, δυνάμει των προνοιών του Ν.17

(1)/
  1. Ο Εναγόμενος 4 είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας που ενάγεται ως εκπροσωπών την Κυπριακή Δημοκρατία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.14/
  2. Είναι η θέση του Ενάγοντα 1 ότι διατηρούσε με τη Λαϊκή
(4)τέσσερεις, διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και ήταν επίσης εγγυητής των υποχρεώσεων των Εναγόντων 2 προς τη Λαϊκή, οι οποίοι κατά δική τους εισήγηση και προτροπή είχαν δεσμεύσει προς εξασφάλιση του δανεισμού των Εναγόντων 2, το σύνολο των καταθέσεών του. Οι Ενάγοντες 2 διατηρούσαν επίσης με τη Λαϊκή
(3)τρεις, χρεωστικούς λογαριασμούς, για τους οποίους ισχυρίζονται ότι τα υπόλοιπα τους ήταν τουλάχιστον €30.000 λιγότερα από αυτά που ισχυρίζεται η Λαϊκή, λόγω παράνομων τόκων και αντισυμβατικών χρεώσεων. Οι Ενάγοντες 2 πέραν των χρεωστικών λογαριασμών, διατηρούσαν με την Λαϊκή και τρεχούμενο λογαριασμό με πιστωτικό υπόλοιπο, ενώ ο Ενάγοντας 1 είχε καταθέσεις σε
(4)τέσσερεις διαφορετικούς λογαριασμούς στην εν λόγω Τράπεζα, στην οποία επίσης κατείχε και αριθμό μετοχών. Όπως περαιτέρω αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης τους οι Ενάγοντες, στις 25/03/13 ο Υπουργός Οικονομικών της Δημοκρατίας και η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισαν τη λήψη μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου. Οι Εναγόμενοι 3 εξέδωσαν διάφορα Διατάγματα και Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις τόσο αναφορικά με τη Λαϊκή, όσο και με την Τράπεζα Κύπρου, τις οποίες αναφέρουν αναλυτικά. Είναι η θέση τους ότι η Λαϊκή κατ' επίκληση ανυπόστατων και παράνομων αποφάσεων, ειδοποίησε τον Ενάγοντα 1 ότι ποσό €100.000 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, ποσό €57.296,14 απομειώθηκε και ποσό €58.000 παρέμεινε δεσμευμένο για δάνειο των Εναγόντων 2 που επίσης μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία το χρέωνε με τόκους και επιτόκια, άλλα από τα συμφωνηθέντα. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Λαϊκή ενήργησε κατά παράβαση των μεταξύ της και των Εναγόντων συμφωνιών, το ίδιο ισχυρίζονται και για την Τράπεζα Κύπρου, και είναι η θέση τους ότι τα μέτρα εξυγίανσης που θεσπίστηκαν με τον Ν.17
(1)/13 από τη Βουλή είναι ανυπόστατα, νομικά ανίσχυρα και άκυρα για λεπτομέρειες λόγων που αφορούν μεταξύ άλλων παραβάσεις νόμιμων καθηκόντων, αντισυνταγματικότητας και παραβιάσεις κατά παράβαση των συμφωνιών μεταξύ των μερών. Αποδίδουν επίσης βαριά αμέλεια στους Εναγόμενους 3, την οποία και εξειδικεύουν, όπως και στον Εναγόμενο 4, στους οποίους επίσης αποδίδουν κακοπιστία και δόλο, λεπτομέρειες των οποίων, επίσης εξειδικεύουν στην αγωγή τους. Αναφέρουν τις ζημιές που κατά τους ισχυρισμούς τους έχουν υποστεί ξεχωριστά οι Ενάγοντες 1 και 2 και συνεπώς απαιτούν από τους Εναγόμενους 1-4 αποφάσεις για τα ποσά, και την έκδοση των δηλώσεων που έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Και οι τέσσερεις Εναγόμενοι καταχώρησαν σημειώματα εμφάνισης, οι Εναγόμενοι 1-3 καταχώρησαν επίσης Υπερασπίσεις, με τις οποίες ουσιαστικά αρνούνται όλες τις αξιώσεις των Εναγομένων, ενώ ο Εναγόμενος 4 δεν καταχώρησε ακόμα την Υπεράσπιση του. Η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπιση της αρνείται όλες τις θέσεις των Εναγόντων, αναφέρεται στους λόγους που οδήγησαν στη θέσπιση του Ν.17
(1)/13 και την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 πάντοτε ενεργούσε σύμφωνα με τον Νόμο και τα μέτρα που ψηφίστηκαν και αιτούνται απόρριψη της αγωγής εναντίον τους. Εγείρουν δε αριθμό προδικαστικών ενστάσεων με κυριότερη τη θέση ότι εναντίον τους οι Ενάγοντες δεν εγείρουν καμμιά αυτόνομη αιτία αγωγής. Οι Εναγόμενοι 2 στη δική τους Υπεράσπιση εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι ουδέποτε αποτέλεσαν και αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας και ότι η απαίτηση των Εναγόντων δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που ανάλαβε η Τράπεζα Κύπρου από τη Λαϊκή Τράπεζα και έτσι δεν έχουν καμία σχέση με την πιο πάνω αγωγή και ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται από του να την προωθούν εναντίον τους. Η Εναγόμενη 3 καταχώρησε την Υπεράσπισή της στις 04/09/20, με την οποία επίσης εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις και συγκεκριμένα ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους Ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν βάση αγωγής και αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και θα πρέπει να απορριφθεί, δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τη νομιμότητα των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του Ν.17
(1)/13, τα οποία εν πάση περιπτώσει έχουν συντελεστεί και εφαρμοστεί, περαιτέρω προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή των Εναγόντων είναι πρόωρη, γιατί ακόμα η Εναγόμενη 1 δεν έχει ακόμα τεθεί υπό εκκαθάριση, άλλη προδικαστική ένσταση ότι ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος και ισχυρίζονται ότι όλα όσα οι Ενάγοντες αποδίδουν σε αυτούς, αφορούν την Εναγόμενη 3, όχι ως Αρχή Εξυγίανσης, αλλά ως Εποπτική Αρχή των Τραπεζών όπως και 5η προδικαστική ένσταση ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν οτιδήποτε σε σχέση με τις μετοχές τους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Εναγόμενος 4 δεν καταχώρησε ακόμα την Υπεράσπιση του. Στις 12/06/20, καταχωρήθηκε εκ πλευράς Εναγόντων αίτηση διά κλήσεως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 και 2 να προχωρήσουν σε εκποίηση της υποθήκης XXXXX/09 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και/ή πώληση του ενυπόθηκου κτήματος, δηλαδή τα 7/50 εξ αδιαιρέτου μερίδια στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX στην Αγλαντζιά δια πλειστηριασμού ή διαφορετικά μέχρι εκδίκασης και τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, το Κεφ.6, τα Άρθρα 29 μέχρι 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, πρόνοιες του Ν9/65 ως έχει τροποποιηθεί, το Κεφ.224, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το πρώτο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, οι αρχές της επιείκειας του Κοινοδικαίου, οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου και η νομολογία. Η αίτηση αφορά μόνο τους Εναγόμενους 1 και 2, δηλαδή τη Λαϊκή Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου και υποστηρίζεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 που συνοδεύει την αίτηση, και μεγάλο αριθμό τεκμηρίων, συγκεκριμένα 18 τεκμήρια. Σε αυτήν ο Ενάγοντας 1/Αιτητής ουσιαστικά επαναλαμβάνει όλες τις θέσεις των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης που έχουν καταχωρήσει. Θέση του είναι ότι παρόλο που ζήτησε συμψηφισμό των καταθέσεών του στη Λαϊκή Τράπεζα που ήταν δεσμευμένες στην Τράπεζα Κύπρου, η θέση του δεν εισακούστηκε, έγιναν πολλές προσπάθειες για διευθέτηση χωρίς αποτέλεσμα, η Τράπεζα Κύπρου χωρίς να καταχωρήσει Ανταπαίτηση στην παρούσα υπόθεση καταχώρησε εναντίον του και της Ενάγουσας 2 τις αγωγές 984/19 και 985/19 στις 26/08/19 και επέδωσε στους Ενάγοντες ειδοποιήσεις Τύπου I για εκποίηση του ενυπόθηκου, τις οποίες επισυνάπτει ως τεκμήρια 14 και 15, στις οποίες οι Ενάγοντες/Αιτητές απάντησαν με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 02/09/19, Τεκμήριο 16, αλλά και οι ίδιοι απάντησαν με επιστολή του δικού τους δικηγόρου, Τεκμήριο 17, ότι έχουν πρόθεση να προχωρήσουν με τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης και πώλησης του ενυπόθηκου, εκτός εάν εμποδιστούν με διάταγμα του Δικαστηρίου. Είναι περαιτέρω η θέση του Ενάγοντα 1/Αιτητή ότι στις 24/04/20, έλαβε με το ταχυδρομείο ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, Τεκμήριο 18, που είχε εκδοθεί στις 14/02/20, φαίνεται να είχε ταχυδρομηθεί στις 28/02/20, αλλά παραλήφθηκε από αυτόν στις 24/04/20, σύμφωνα με την οποία οριζόταν πώληση του ακίνητου στις 16/06/
  1. Λόγω της αναστολής που δόθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων λόγω της κατάστασης με τον Covid‑19 με την οποία αναστάληκαν όλες οι εκποιήσεις, η πώληση αυτή ακυρώθηκε. Όπως αναφέρει, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έχει από τον δικηγόρο του, ο Ν.9/65Μέρος VIA επιτρέπει την εκποίηση παρά την εκκρεμότητα και ότι ένας από τους λόγους που το Δικαστήριο ακυρώνει τον Τύπο ΙΑ και την εκποίηση είναι η ύπαρξη διατάγματος που να απαγορεύει την εκποίηση. Είναι συνεπώς η θέση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, αναφέρει ότι αν δεν εμποδιστεί η πώληση του ενυπόθηκου θα δημιουργηθεί στους Ενάγοντες ανυπέρβλητη δυσκολία για απονομή δικαιοσύνης σε περίπτωση που τελικά δικαιωθούν από το Δικαστήριο με έκδοση απόφασης υπέρ τους αφού εκδικαστεί η αγωγή, εξηγώντας ότι στο επίδικο κτήμα έχει ήδη ανεγερθεί από το 2012 το νοσοκομείο ζώων που είναι η επαγγελματική στέγη των Εναγόντων 1 και 2 και η οικία που κατοικεί ο Ενάγοντας
  2. Θεωρεί ότι η διατήρηση του status quo δεν θα προκαλέσει καμμιά ζημιά στην Τράπεζα, ενώ αντίθετα θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες και αναφέρει επίσης ότι η Τράπεζα Κύπρου έχει δεσμευμένες προσωπικές καταθέσεις του Ενάγοντα 1 και έχει και επιπρόσθετες εξασφαλίσεις για τα δάνεια. Πιστεύει ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο, όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Όπως είχε ήδη αναφερθεί, η αίτηση αφορά μόνο τους Εναγόμενους 1 και 2, προς τους οποίους και επιδόθηκε, οι οποίοι και καταχώρησαν ενστάσεις. Σύμφωνα με την ένσταση των Εναγόμενων 1/Καθ' ων η Αίτηση, η αίτηση λανθασμένα στρέφεται εναντίον τους, είναι άνευ αντικειμένου παράτυπη, νομικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι έχουν ανασταλεί όλες οι διαδικασίες εκποίησης περιλαμβανόμενης και της επίδικης, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι κακόπιστη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η νομική βάση της ένστασης είναι ίδια όπως και της αίτησης και τη συνοδεύει η ένορκος δήλωση του υπαλλήλου της, XXXXX Λέφα. Σε αυτήν, ο Γ. Λέφας αναφέρει το ιστορικό εργασίας του στους Εναγόμενους 1, αναφέρει ότι γνωρίζει όλα τα θέματα που αφορά η υπόθεση από προσωπική του γνώση και από νομική συμβουλή που έχει λάβει, έχει τη θέση ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1 λανθασμένα συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα αγωγή ως Εναγόμενοι, αρνείται το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 1/Αιτητή, επαναλαμβάνει και υιοθετεί το περιεχόμενο της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων 1, αναφέρει ότι το επίδικο δάνειο και η επίδικη υποθήκη έχουν πλέον μεταφερθεί στους Εναγόμενους 2 με βάση το διάταγμα ΚΔΠ94/13, οι αγωγές που καταχωρήθηκαν εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών το 2019 και η έναρξη του πλειστηριασμού, επίσης το 2019, είναι ενέργειες στις οποίες προέβηκαν οι Εναγόμενοι 2 και οι Εναγόμενοι 1 ουδέποτε αποτέλεσαν μέλη των εν λόγω διαδικασιών και ούτε οι Αιτητές έχουν καταδείξει την δική τους εμπλοκή στη διαδικασία πλειστηριασμού. Περεταίρω αναφέρει ότι εν πάση περιπτώσει, όλες οι διαδικασίες πλειστηριασμών τελούν υπό αναστολή από τις 18/03/20 δυνάμει απόφασης του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, η ημέρα που καταχωρήθηκε η αίτηση των Αιτητών καλύπτεται από τις διαδικασίες αναστολής, η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθότι δεν είναι εκτελεστός ο προβαλλόμενος πλειστηριασμός, και ισχυρίζεται ότι δεν καταδεικνύεται από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των Εναγόντων/Αιτητών επιτυχία της παρούσας αγωγής αφού οι Ενάγοντες/Αιτητές παραδέχονται τις επίδικες συμφωνίες δανείου και υποθήκης και την ύπαρξη οφειλόμενου χρέους, δεν κατέδειξαν ότι η εκποίηση θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς η ισχυριζόμενη ζημιά είναι καθαρά χρηματική. Θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι δεν τους αφορά. Επισυνάπτει επίσης στην ένορκη του δήλωση ως τεκμήρια τις διάφορες ανακοινώσεις του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, με τις οποίες οι διαδικασίες εκποίησης αναστάληκαν αρχικά μέχρι 18/06/20 και ακολούθως μέχρι 31/08/
  3. Η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση, Τράπεζα Κύπρου, καταχώρησε τη δική της ένσταση στις 24/07/
  4. Ως λόγους ένστασης προβάλλουν και αυτοί τη θέση ότι οι πλειστηριασμοί τελούν υπό αναστολή λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, ισχυρίζονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν14/60 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η συμπεριφορά των Εναγόντων/Αιτητών είναι κακόπιστη και παραπλανητική και κωλύονται να αμφισβητούν τη νομιμότητα και εγκυρότητα των πιστωτικών διευκολύνσεων και της Σύμβασης Υποθήκης, καθότι είναι εκείνοι που αθέτησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Αναφέρουν επίσης ότι όρος 5 της Σύμβασης Υποθήκης δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να επιλέξει και να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου χωρίς να ειδοποιήσει και να ενημερώσει τους Αιτητές. Εν πάση περιπτώσει η αξίωση των Εναγόντων/Αιτητών είναι καθαρά χρηματική και οι Εναγόμενοι 2 είναι φερέγγυοι, οι Ενάγοντες δεν προέβαλαν κανέναν ισχυρισμό περί του αντιθέτου και επομένως δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση του Άρθρου
  5. Ισχυρίζονται επίσης ότι η απόφαση του πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ακολουθήθηκε νομότυπα από την Εναγομένη 2/Καθ' ης η Αίτηση, οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα που συνοδεύει την ένσταση αφορούν την ουσία της υπόθεσης και δεν μπορούν να εξεταστούν στο παρόν στάδιο, και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η νομική βάση της ένστασης των Εναγομένων 2 είναι επίσης ίδια ως και της αίτησης και συνοδεύεται από την επισυνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Στυλιανού ημερομηνίας 24/07/
  6. Σε αυτήν ο XXXXX Στυλιανού δηλώνει ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά, αλλά και από τον φάκελο που διατηρείται στην υπηρεσία του και έχει επίσης λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους τους. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές και η Καθ' ης η Αίτηση 2 σύναψαν σύμβαση παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και γράφτηκε προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση 2 στο Κτηματολόγιο η Σύμβαση Υποθήκης με αριθμό XXXXX/
  7. Λόγω του ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους, η σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων τερματίστηκε και η Εναγόμενη 2 καταχώρησε τις αγωγές 984/19 και 985/19 εναντίον των Εναγόντων. Παράλληλα η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε σε διαδικασία ιδιωτικής εκποίησης σε σχέση με τα ακίνητα που επιβαρύνονται από την Υποθήκη αποστέλλοντας Ειδοποιήσεις Τύπου Ι συνοδευμένες από την Ειδοποίηση Τύπου Θ. Ακολούθως, στις 24/04/20 επιδόθηκε στους Αιτητές η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ με την οποία ενημερώνονταν για τον πλειστηριασμό ημερομηνίας 14/06/
  8. Στις 12/06/20, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Είναι η θέση του ότι η αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, εφόσον όλοι οι πλειστηριασμοί έχουν ανασταλεί ενόψει της πανδημίας του κορονοϊού, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καθότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν αμφισβητούν τη σύναψη συμβάσεων δανείων, ούτε και την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και, όπως και οι Ενάγοντες οι ίδιοι αναφέρουν, δεν υπάρχει βάσιμος λόγος να προωθούν την αγωγή εναντίον της Τράπεζας Κύπρου ενόψει του ότι τα δάνεια των Αιτητών δεν έχουν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου δυνάμει των Διαταγμάτων Εξυγίανσης. Οι Αιτητές οφείλουν ποσά στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και θα πρέπει να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες εκ πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση
  9. Οι Αιτητές με την ελεύθερή τους βούληση συμβλήθηκαν με την Καθ' ης η Αίτηση 1, έλαβαν τα ποσά των πιστωτικών διευκολύνσεων, τα οποία δεν έχουν καταβάλει, αλλά προβάλλουν διάφορους και ανυπόστατους ισχυρισμούς για να αποφύγουν την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Επίσης, δεν τίθεται θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Αιτητές, γιατί η Σύμβαση Υποθήκης έγινε με την ελεύθερη βούληση των Αιτητών, δίνοντας οι ίδιοι το δικαίωμα στην Τράπεζα Κύπρου να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Εν πάση περιπτώσει, η οποιαδήποτε τυχόν ζημιά προκληθεί στους Αιτητές, αυτή θα είναι καθαρά οικονομικής φύσης, την οποία η Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι σε θέση να αποζημιώσει με χρήμα. Είναι περεταίρω η θέση του ότι οι αγωγές 984/19 και 985/19 δεν επηρεάζονται από τη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού στην παρούσα υπόθεση και εφόσον οι Ενάγοντες/Αιτητές παραδέχονται ότι χρωστούν τα χρήματα στην Τράπεζα, εάν πουληθεί το ακίνητο, τα χρήματα που θα εισπραχθούν από την πώληση θα διατεθούν έναντι του χρέους των Εναγόντων και επομένως θα μειωθεί, αν όχι να εξοφληθεί το χρέος τους, προς την Τράπεζα και συνεπώς καμία απολύτως ζημιά δεν θα υποστούν. Είναι επίσης η θέση του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτούμενου διατάγματος και θεωρεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Την ένορκη δήλωση του XXXXX Στυλιανού συνοδεύουν επίσης διάφορα τεκμήρια. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση όπου όλοι οι δικηγόροι έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου τις αγορεύσεις τους, τις οποίες και υιοθέτησαν, αφού προηγουμένως τις αντάλλαξαν μεταξύ τους. Στη δική τους αγόρευση οι δικηγόροι των Εναγόντων/Αιτητών θεωρούν ότι ο ισχυρισμός ότι η αίτησή τους είναι άνευ αντικειμένου δεν ευσταθεί, γιατί αν το Δικαστήριο εγκρίνει το διάταγμα, η αναστολή θα αφορά όλο το χρονικό στάδιο κατά το οποίο εκκρεμεί η αγωγή και όχι μόνο για την περίοδο που έχει συμφωνηθεί με τις τράπεζες η αναστολή των πλειστηριασμών των ακινήτων. Επίσης αναφέρουν ότι, οι Εναγόμενοι έχουν, με την πράξη τους να στείλουν ήδη τις σχετικές ειδοποιήσεις, δηλώσει σαφέστατα και εκφράσει την πρόθεσή τους να προχωρήσουν με την εν λόγω διαδικασία, και ανά πάσα στιγμή μπορούν να επιδώσουν στους Ενάγοντες την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ που απαιτείται. Είναι περεταίρω η θέση τους ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν ερμηνευτεί από τη νομολογία, καθότι τα δάνεια που υπήρχαν εκ μέρους των Εναγόμενων 2 ήταν συνολικά για ποσό €167.520,78 και υπήρχαν εξασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του εν λόγω ποσού, όπως και η Υποθήκη με αριθμό XXXXX/
  10. Επίσης, υπήρχε υπόλοιπο καταθέσεων του Ενάγοντα 1 μέχρι ποσού €100.000 ευρώ το οποίο επίσης μεταφέρθηκε στους Εναγόμενους
  11. Οι Ενάγοντες απαίτησαν συμψηφισμό των καταθέσεων με τα δάνεια, που αν γίνει, είναι η θέση τους, οι Ενάγοντες δεν θα οφείλουν κανένα ποσό στους Εναγόμενους 1 και 2, γεγονός που οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται. Το σύνολο των καταθέσεων του Ενάγοντα 1 που δεσμεύτηκαν για το επίδικο δάνειο ήταν €202.500 και αν γινόταν η διαδικασία του συμψηφισμού, μπορούσε να εξασφαλιστεί ολόκληρο το ποσό και δεν χρειαζόταν να γίνουν άλλες αγωγές εναντίον τους και ούτε θα υπήρχε λόγος να αρχίσει η διαδικασία εκποίησης με ιδιωτικό πλειστηριασμό. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα υπάρχει δυσκολία και/ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι στο ακίνητο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έχει ανεγερθεί το σπίτι του Ενάγοντα 1 και η επαγγελματική στέγη των Εναγόμενων 1 και
  12. Αν πουληθούν τα ενυπόθηκα μερίδια με πλειστηριασμό σε τρίτο πρόσωπο, που μπορεί να είναι και επαγγελματικά ανταγωνιστής τους, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες και επίσης η αξία των ενυπόθηκων μεριδίων τους είναι σε είδος και δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η υποθήκη αφορά 7/50 εξ αδιαιρέτου μερίδια που είναι ιδιοκτησία της Ενάγουσας 2, ενώ τα υπόλοιπα 43/50 είναι ιδιοκτησία του Ενάγοντα 1 και τυχόν πώληση των εξ αδιαιρέτου μεριδίων σε τρίτο, σημαίνει ότι οποιοσδήποτε τρίτος αποκτά δικαίωμα στην περιουσία των Εναγόντων και είναι ολοφάνερη η ζημιά που θα τους προκληθεί. Είναι επίσης η θέση τους ότι η διατήρηση του status quo ως έχει τώρα, ειδικά αφού πρόκειται για την επαγγελματική στέγη των Εναγόντων 1 και 2 και την οικία του Ενάγοντα 1, είναι επιβεβλημένη, δεν θα προκληθεί καμία ζημιά ούτε στη Λαϊκή, ούτε στην Τράπεζα Κύπρου εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αλλά αντίθετα θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες αν δεν εκδοθεί. Αν η αγωγή δεν πετύχει, η Υποθήκη θα εξακολουθεί να ισχύει και η Τράπεζα θα μπορεί τότε να προχωρήσει στην εκποίησή της, και με αναφορά στη νομολογία θεωρούν ότι η διατήρηση του status quo επιβάλλει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με τη δική τους γραπτή αγόρευση, οι Εναγόμενοι 1/Καθ' ων η Αίτηση επαναλαμβάνουν ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι τα μέτρα εκποίησης υποθήκης δεν λήφθηκαν από τους Εναγόμενους 1, εν πάση περιπτώσει, τελούν υπό αναστολή κατά την καταχώρηση και εκδίκαση της παρούσας αίτησης, η εκποίηση προωθείται στα πλαίσια άλλων διαδικασιών και αφορούν Υποθήκη που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Επαναλαμβάνουν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 από τον Μάρτιο του 2013 βρίσκονται υπό εξυγίανση σύμφωνα με τις ΚΔΠ94/13 και 104/
  13. Οι οφειλές των Αιτητών μεταβιβάστηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η αίτηση 2, κατ' εφαρμογή των πιο πάνω Διαταγμάτων, οι Καθ' ων η αίτηση 1 δεν έχουν πλέον κανένα λόγο ύπαρξης ως Εναγόμενοι στη παρούσα αγωγή και οι ίδιοι δεν είχαν λάβει κανένα μέρος ούτε και ενεπλάκηκαν στη διαδικασία πλειστηριασμού. Επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό τους ότι ο πλειστηριασμός τελεί υπό αναστολή κατά την καταχώρηση και εκδίκαση της παρούσας αίτησης και συνεπώς η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Όπως επίσης αναφέρουν, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων όπως η νομολογία έχει ερμηνεύσει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, αφού δεν αμφισβητείται η ύπαρξη Υποθήκης ούτε και ύπαρξη δανείου. Η θέση των Αιτητών για το πώς θα έπρεπε να γίνει ο συμψηφισμός σύμφωνα με τη δική τους θέση, δεν είναι αρκετός ούτε ικανός λόγος για να οδηγήσει το Δικαστήριο στην έκδοση του σχετικού διατάγματος, υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία για τον συμψηφισμό και αναφέρουν ότι εκτός του ποσού των €58.000 που ήταν δεσμευμένο ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας 2, οι υπόλοιπες κατ' ισχυρισμό εξασφαλίσεις δεν ήταν σε ισχύ τον Μάρτιο του
  14. Αναφέρουν επίσης ότι οι Αιτητές προβάλλουν αντιφατικές θέσεις, αφενός επικαλούνται την ακυρότητα έκδοσης των Διαταγμάτων Εξυγίανσης και από την άλλη στηρίζονται στην εγκυρότητα των Διαταγμάτων αυτών, αναφέροντας ότι δεν ακολουθήθηκαν σωστά οι πρόνοιες των Διαταγμάτων Εξυγίανσης για σκοπούς συμψηφισμού. Θεωρούν τέλος, ότι δεν έχει αποδειχθεί ο ισχυρισμός των Αιτητών για ανεπανόρθωτη βλάβη, καθότι, η όποια τυχόν απώλεια τους, μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και να αποζημιωθεί από τους Εναγόμενους
  15. Θεωρούν επίσης ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μόνο και μόνο από το γεγονός ότι η διαδικασία του επίδικου πλειστηριασμού έχει ανασταλεί και η ημερομηνία που είχε οριστεί, δηλαδή 16/06/20, έχει παρέλθει. Είναι καταληκτικά και η δική τους θέση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Από πλευράς των Εναγόμενων 2 προωθείται επίσης η θέση ότι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη, καθότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, ο πλειστηριασμός αναστάληκε λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και κατά το στάδιο που ζητούνται τα επίδικα διατάγματα δεν υπάρχει τίποτε το επείγον που να δικαιολογεί την έκδοσή τους. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα Δικαστήρια δεν εκδίδουν διατάγματα επί ματαίω και προς τούτο παραθέτουν νομολογία που να υποστηρίζει τη θέση τους. Περαιτέρω, θεωρούν ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία, θεωρούν ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν δώσει καθόλου στοιχεία για την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους, αφού δεν αμφισβητείται η σύναψη των συμβάσεων δανείων, ούτε και η Σύμβαση Υποθήκης, ενώ οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρουν ότι η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης που έλαβε ο Υπουργός Οικονομικών και η Αρχή Εξυγίανσης το 2013 δεν αφορούν τους Εναγόμενους
  16. Επομένως, είναι η θέση τους ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν14/60 δεν στοιχειοθετούνται. Σε ό,τι αφορά την 3η προϋπόθεση, ότι εκτός αν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι οι αξιώσεις αφορούν χρήμα, υπήρχε εξ' αρχής γνώση των Εναγόντων/Αιτητών ότι αν δεν συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις τους υπήρχε ο κίνδυνος εκποίησης του ακινήτου που με την ελεύθερή τους βούληση υποθήκευσαν, αναφέρουν ότι σε καμία περίπτωση δεν τέθηκε θέμα ότι η Τράπεζα Κύπρου είναι αφερέγγυα και δεν θα μπορεί να αποζημιώσει τους Αιτητές, αν φανεί στο τέλος της διαδικασίας ότι υπέστησαν ζημιά, και με παραπομπή σε νομολογία επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι η Τράπεζα Κύπρου μπορεί να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους και ότι αφού οι Αιτητές με δική τους συγκατάθεση έχουν υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο, οι ίδιοι έχουν απεμπολήσει μέρος της δίκης τους ιδιοκτησίας. Είναι τελικά η θέση τους ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθότι η Εναγόμενη 2 θα αποστερηθεί της δυνατότητας να ανακτήσει τα οφειλόμενα ποσά στη βάση που της παρέχει ο Νόμος και να εφαρμόσει τη Σύμβαση Υποθήκης, την οποία οι Ενάγοντες με ελεύθερη τη βούληση τους υπέγραψαν. Είναι τελικά η θέση τους ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας όπως επίσης έχει νομολογικά ερμηνευθεί, και παραπέμπουν σε νομολογία, κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R.557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ.71/11 ημερ. 16.4.14). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνονται σε τέτοιες διαδικασίες και οι ένορκες δηλώσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1Β Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω, έχω τη γνώμη στο στάδιο αυτό ότι μπορεί να λεχθεί ότι διαφαίνεται κάποια πιθανότητα ικανοποίησης των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου
  2. Οι Ενάγοντες/Αιτητές είχαν και πιστωτικούς και χρεωστικούς λογαριασμούς με την Εναγόμενη 1 σε σχέση με τους οποίους είχαν υπογράψει συμβάσεις όπως και την επίδικη Σύμβαση Υποθήκης. Στα πλαίσια των μέτρων εξυγίανσης που αποφασίστηκαν από την Κυβέρνηση οι λογαριασμοί τους είναι πλέον στην Τράπεζα Κύπρου, η Λαϊκή Τράπεζα φαίνεται να μην έχει οποιαδήποτε σχέση με τις διαδικασίες πλειστηριασμού αλλά είναι στην Λαϊκή Τράπεζα που υπήρχαν εξ αρχής οι λογαριασμοί των Εναγόντων και είναι με τη Λαϊκή Τράπεζα που συνομολόγησαν τις όποιες συμφωνίες, είτε πιστωτικές, είτε χρεωστικές, όπως και τη Σύμβαση Υποθήκης. Το κατά πόσο ευσταθούν οι θέσεις των Εναγόντων, δεν είναι του παρόντος σταδίου. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ.209). Επίσης, στο σημείο που επιτρέπεται στο Δικαστήριο να εκφράσει γνώμη στο στάδιο αυτό όσον αφορά τη φύση αυτών των αξιώσεων, θεωρώ ότι μπορεί να λεχθεί ότι διαφαίνεται να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αφού οι Ενάγοντες αμφισβητούν τη εγκυρότητα των αποφάσεων των Εναγομένων 1 και 2 να μην αποδεχθούν συμψηφισμό των καταθέσεων τους με τα οφειλόμενα ποσά, μιλούν για παράνομες χρεώσεις τόκων και εκτός των πλαισίων των συμφωνιών που είχαν αρχικά υπογράψει με τους Ενάγοντες 1 και ακολούθως οι λογαριασμοί τους μεταφέρθηκαν στους Εναγόμενους 2, όπως και την νομιμότητα των Εναγομένων 2 να αξιώνουν την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών με την διαδικασίας εκποίησης της Υποθήκης XXXXX/09 και συγκεκριμένα τα 7/50 εξ αδιαιρέτου μερίδια στο υπ' αριθμό εγγραφής 2/XXXXX ακίνητο στην Αγλαντζιά επί του οποίου είναι κτισμένη η οικία του Ενάγοντα 1 και η επαγγελματική στέγη των Εναγόντων 1 και 2. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι, στη βάση των όσων οι Ενάγοντες 1 και 2 αποδίδουν στους Εναγόμενους 1 και 2, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο ισχυρισμός, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και μπορεί να αποκλειστεί η προοπτική ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δικαιούνται εναντίον των Εναγομένων τις θεραπείες ή κάποιες από αυτές όπως αξιώνουν με την αγωγή τους. Επομένως το τι απομένει, είναι η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης που το άρθρο 32 επιβάλει, δηλαδή κατά πόσο η πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. Η βασική θέση των Εναγόντων είναι ότι αν πωληθεί το ενυπόθηκο εξ αδιαιρέτου μερίδιο του επίδικου ακίνητου επί του οποίου είναι κτισμένη η οικία του Ενάγοντα 1 και η κτηνιατρική κλινική που είναι η επαγγελματική στέγη και των δύο Εναγόντων, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, την οποία όμως δεν εξειδικεύουν. Επίσης αναφέρουν ότι τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα γι' αυτούς σε περίπτωση που το εν λόγω ενυπόθηκο εξ αδιαιρέτου μερίδιο πωληθεί σε ανταγωνιστή τους, χωρίς όμως και πάλι να αναφέρουν τους λόγους. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ανεπανόρθωτης βλάβης, εκεί όπου δεν αμφισβητείται η παραχώρηση υποθήκης έστω και εάν το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την μόνιμη κατοικία των Αιτητών, εξετάστηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Αγωγή αρ.484/2018, 1.Παπαδάκη, κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Bank Ltd, ημερ. 25/01/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Όπως λέχθηκε από την Π.Ε.Δ. Δημητριάδου: «Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν Θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. [,..] δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. [...] η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα.» Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Εναγομένης 2-Τράπεζας Κύπρου να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, παράγων ο οποίος οδηγεί πάραυτα σε απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Εάν και εφόσον διαφανεί με κάποιο τρόπο ότι η πώληση και η διαγραφή του συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού είναι αποτέλεσμα λάθους, τότε η Τράπεζα μπορεί να προβεί σε ανάλογη χρηματική αποκατάσταση των Αιτητών. (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1(B) Α.Α.Δ.1235). Συνεπακόλουθα, οι ισχυρισμοί περί ζημίας των Αιτητών δεν τεκμηριώνονται επαρκώς προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Οι Αιτητές έλαβαν ορισμένα ποσά υπό μορφή δανειοδότησης και παρείχαν ως εξασφάλιση την επίδικη Υποθήκη, όπως άλλωστε παραδέχονται. Επομένως, με την παραχώρηση των δικαιωμάτων τους επί του επίδικου ακινήτου προς την Τράπεζα, σε αντάλλαγμα της λήψης σημαντικών χρηματικών ποσών, γνώριζαν ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις υπήρχε ο κίνδυνος εκποίησης του εν λόγω ακινήτου, το οποίο με την ελεύθερη τους βούληση υποθήκευσαν. Με άλλα λόγια, οι Αιτητές δεν μπορεί να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς από τη στιγμή που το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση δίδοντάς τους έτσι το δικαίωμα, δυνάμει της Συμβάσης Υποθήκης, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Σχετική είναι επίσης η απόφαση του Έντιμου Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ., στην Αίτηση-Έφεση αρ.182/2018, όπου το Δικαστήριο αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Στην υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητη της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης Υ19610/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ήδη από τις 18.02.2007, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλο πρόσωπο». Η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι είναι φερέγγυα και ότι σε περίπτωση που οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους, θα μπορεί να τους αποζημιώσει με χρήμα. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έθεσαν ισχυρισμούς ότι η Τράπεζα Κύπρου είναι αφερέγγυα, αντίθετα προέβαλαν την επιδερμική θέση ότι μπορεί να συμβεί και με την Τράπεζα Κύπρου αυτό που έχει συμβεί και με τη Λαϊκή Τράπεζα. Αντίθετα, η Τράπεζα Κύπρου διαβεβαιώνει ότι σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή που οι Ενάγοντες πετύχουν στην αγωγής τους, διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στους Ενάγοντες/Αιτητές αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί εν τέλει στο τέλος της διαδικασίας, ότι υπέστησαν ζημιά. Ο Α.Ε.Δ. Φιλίππου στην υπόθεση υπ' αρ.4787/2015 απόφαση ημερ. 17/01/2019, έχει αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος τα ακόλουθα, με τα οποία συμφωνώ: «Επί της ουσίας η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και/ή δεν έχει ικανοποιήσει τις προθέσεις που θέτει τ άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και/ή η νομολογία. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι θα είναι δύσκολο η αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσης αγωγής απορεί να καταβληθεί από τους καθ' ων η αίτηση εφόσον δεν αποδείχθηκε από αυτή η αδυναμία τους να το πράξουν, ενώ οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί η αιτήτρια μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή να αποζημιωθεί.» Αναφέρω επίσης ότι ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη είναι αποτιμητέα αλλά και ανακτήσιμη σε χρήματα η οικονομική επιφάνεια του καθ' ου η αίτηση και η οικονομική δυνατότητα καταβολής των όποιων αποζημιώσεων τυχόν επιδικασθούν υπέρ του αιτητή είναι ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε ότι λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ.1756). Επίσης σχετική είναι η F.K.S. Trading Company Ltd κ.ά ν. Hellenic Bank, όπου ειπώθηκαν από τον Έντιμο Π.Ε.Δ. Παναγιώτου, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αλλά ούτε και η τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα απορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων». Με τα πιο πάνω ευθυγραμμίστηκε και η Έντιμη Π.Ε.Δ. Σ. Χατζηγιάννη σε πρόσφατη απόφασή της στην 1885/18 Λατομεία Τοχίνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Limited, ημερ. 02/11/18, όπου το Δικαστήριο κατέληξε επίσης ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση, καθώς οι Αιτητές μπορούσαν να αποζημιωθούν σε χρήμα, παρόλο που οι ισχυρισμοί που προέβαλλαν στην αγωγή τους αφορούσαν υπερχρεώσεις των επίδικων λογαριασμών. Επίσης, στην απόφασή του ημερ. 08/01/19, ο Π.Ε.Δ. Δ. Κίτσιος (τότε Α.Ε.Δ.) μέσα στο πλαίσιο της αγωγής αρ.389/2017 Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν, Αντωνίου Αγαμέμνων κ.ά. ανέφερε τα εξής: «Τέλος, επί του -έωλου- ισχυρισμού τους, ότι σε περίπτωση μη απαγόρευσης των εναγόντων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, η θέση μου είναι η εξής: Από την ώρα που υποθήκευσαν την ακίνητη περιουσία τους, για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 στους ενάγοντες, για το δάνειο που του είχαν παραχωρήσει, προφανώς γνώριζαν -εν πάση περιπτώσει, όφειλαν να γνωρίζουν - για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Με αυτό δεδομένο, εάν σήμερα αισθάνονται ότι σε περίπτωση πώλησης της εν λόγω περιουσίας, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, πολύ απλά, δε θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει». Τέλος, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφ.Ε203/13 Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ. 11/09/19, η οποία αφορούσε σε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Εφεσίβλητη Τράπεζα να προχωρήσει στην εκποίηση των επίδικων υποθηκών, ειδικότερα όσον αφορά την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και την ενδεχόμενη απώλεια ακίνητης ιδιοκτησίας που οι Εφεσείοντες είχαν υποθηκεύσει, ο Παμπαλλής Δ. ανέφερε επί λέξει τα εξής: «. Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης...» Χωρίς να παραγνωρίζεται το δικαίωμα των Εναγόντων 1 και 2 στην περιουσία τους, η οποία βεβαίως αποτελεί αντικείμενο σύμβασης υποθήκης προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 δυνάμει των σχετικών συμφωνιών και συγκεκριμένης Σύμβασης Υποθήκης, η συνομολόγηση της οποίας δεν αμφισβητείται, θεωρώ πως τα στοιχεία αυτά δεν διαφοροποιούν τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. (ανωτέρω). Η Εναγόμενη 2 προβάλει τον ισχυρισμό, ο οποίος δεν έχει αντικρουστεί, ότι είναι πλήρως φερέγγυα και μπορεί να ικανοποιήσει την τυχόν οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της και προς όφελος των Εναγόντων. Η θέση αυτή δεν έχει αντικρουστεί από τους Ενάγοντες. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ιπποδρομιακή Αρχή ν Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ.152, 155 και Ανδρέου Αντώνης ν Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)
(2008)1 Α.Α.Δ.626). Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμα πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου ούτε και παραβιάζεται οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων να ακουστούν στην αγωγή τους, με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ένας άλλος λόγος που προωθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση στις ενστάσεις και αγορεύσεις τους είναι το γεγονός ότι οι εκποιήσεις με πλειστηριασμούς τελούν υπό αναστολή με βάση συμφωνία που έχει γίνει με τον Σύνδεσμο Τραπεζών και ως εκ τούτου η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι άνευ αντικειμένου και προωθούν τη θέση, όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένη ότι «δεν εκδίδεται διάταγμα επί ματαίω», στη βάση της αρχής του ότι «η επιείκεια, όπως και η φύση δεν πράττουν τίποτα ματαίως» (βλ. υπόθ. Brunner ν Greenslade
(1970)3 All E.R.833, όπου αναφέρθηκε ότι «equity, like nature, will do nothing in vain»). Είναι ειδικότερα η θέση τους ότι ο Σύνδεσμος Τραπεζών Κύπρου σε πρώτη φάση προχώρησε σε αναστολή οποιασδήποτε διαδικασίας εκποίησης μέχρι 18/06/20 και ακολούθως λήφθηκε δεύτερη απόφαση στις 15/05/20 σύμφωνα με την οποία ο χρόνος αναστολής των διαδικασιών εκποίησης παρατάθηκε μέχρι τις 31/08/20. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 12/06/20 δηλαδή ενόσω βρισκόταν σε ισχύ η πρώτη απόφαση αναστολής οποιασδήποτε διαδικασίας εκποίησης. Θεωρούν επομένως ότι αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει καν το αίτημα των Εναγόντων. Σχετική είναι η απόφαση AG ν Observer Ltd (No.2)
(1988)3 All E.R.545, στην οποία επιζητήθηκε απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει την δημοσίευση αποσπασμάτων από βιβλίο, το περιεχόμενο του οποίου είχε ήδη γίνει γνωστό. Το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων απέρριψε την Αίτηση αφού το περιεχόμενο του βιβλίου ήδη είχε γίνει γνωστό και δεν υπήρχε πλέον οτιδήποτε το εμπιστευτικό το οποίο θα μπορούσε να διαφυλαχθεί. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 2 παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην πρωτόδικη απόφαση της Λ. Μάρκου Α.Ε.Δ., στην Αίτηση-Έφεση υπ' αρ.191/2016 ημερ. 20/12/16 , όπου το Δικαστήριο εξέτασε τον ίδιο ισχυρισμό και αποφάνθηκε ότι η διεξαγωγή του πλειστηριασμού, δηλαδή το γεγονός ότι έλαβε χώρα το γεγονός το οποίο η αίτηση σκοπούσε να ακυρώσει, την κατέστησε άνευ αντικειμένου. Όπως περαιτέρω αναφέρουν οι συνήγοροι των Εναγομένων 2, με την πιο πάνω προσέγγιση συμφώνησε η Π.Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου (τότε Α.Ε.Δ.) στην Αίτηση-Έφεση υπ' αρ.401/2017 Έλενα Θεοδοσίου Χάμαλη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20/12/17, όπου είχε γίνει δήλωση ακύρωσης του επίδικου πλειστηριασμού, πλην όμως οι Αιτητές ενέμεναν στην προώθηση της Αίτησης τους. Το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ανωτέρω αρχές που διέπουν το ζήτημα του κατά πόσο μπορεί να εκδίδεται διάταγμα «επί ματαίω» έκρινε ότι η Αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου και την απέρριψε. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση via Certiorari του Victor Makushin
(2013)1 Α.Α.Δ.2144: «Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, οι εφεσείοντες καταχώρησαν το περίγραμμα αγόρευσης τους στις 28.3.12 και ο εφεσίβλητος στις 11.5.12. Παρολ' αυτά, η υπόθεση δεν οδηγήθηκε σε διευκρινίσεις για λόγους που δεν ενδιαφέρουν. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι ότι στις 12.3.2013, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου μας κάλεσε να απορρίψουμε την έφεση καθότι η Ρωσική Ομοσπονδία είχε αποσύρει το αίτημα της για έκδοση του πελάτη του και, επομένως, η έφεση έπαυσε να έχει αντικείμενο. Πράγματι, όπως επιβεβαίωσε σε μεταγενέστερο στάδιο η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων, στις 25.3.13 ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσικής Ομοσπονδίας απέσυρε το αίτημα για έκδοση του εφεσιβλήτου και ενόψει τούτου η έφεση έπαυσε να έχει αντικείμενο. Παρολ' αυτά, είναι θέση της κ. Λοϊζίδου ότι η παρούσα έφεση πρέπει να εκδικασθεί καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταστρατηγεί το δικαίωμα έφεσης, αφού κανένας φυγόδικος δεν θα παραμένει στην Κύπρο για να αναμένει το αποτέλεσμα της έφεσης και η φυγή του θα την καταστήσει χωρίς αντικείμενο. Μας παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαφειάδη
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.2315. όπου το Εφετείο αποδέχτηκε έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτημα για την παραπέρα κράτηση του καθ' ου η αίτηση για σκοπούς έκδοσης του στις Ισπανικές Αρχές, παρόλο που ο φυγόδικος είχε φύγει από την Κύπρο και η φυγή του - όπως παρατήρησε το Εφετείο - είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει το περιεχόμενο της απόφασης του θεωρητικό. Μας παρέπεμψε, επίσης στις υποθέσεις Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ.217 και Περέλλα (Νο.2)
(1996)1(B) Α.Α.Δ.1009 για να εισηγηθεί ότι με την καταχώρηση της έφεσης αναβιώνεται η πρωτόδικη διαδικασία και ναι μεν η έφεση έπαυσε να έχει αντικείμενο, αλλά πρέπει να εκδικαστεί για σκοπούς καθοδήγησης των πρωτόδικων Δικαστηρίων που ήδη δύο εξ αυτών με αποφάσεις τους - τις οποίες και ανάφερε - ακολούθησαν την προσβαλλόμενη απόφαση με αποτέλεσμα να καταστρατηγείται το δικαίωμα έφεσης. Εξετάσαμε τις εισηγήσεις της κ. Λοϊζίδου, η οποία αναγνωρίζει πως με βάση πάγια νομολογία το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εκδικάζει υποθέσεις που παραμένουν χωρίς αντικείμενο. Πράγματι έτσι έχει το ζήτημα και επαναβεβαιώνουμε την σχετική επί του θέματος νομολογία ότι μια έφεση (ή προσφυγή) κατά κανόνα δεν μπορεί να προωθηθεί και διαγράφεται, αν μετά την καταχώρηση της και πριν την εκδίκαση της παραμείνει χωρίς αντικείμενο (βλ. Στράκκα Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ.643, Ιωσηφίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ.490 και Tudor
(2011)1(B) Α.Α.Δ.1176). Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως επισημαίνεται από τη νομολογία, η συνέχιση της δίκης δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό και για το λόγο αυτό η δίκη πρέπει να διακόπτεται καθότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω. Παρατίθενται επί του προκειμένου αυτούσια τα πιο κάτω αποσπάσματα από την υπόθεση Tudor (ανωτέρω) που ομιλούν αφ' εαυτών: "Τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω, ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα, ούτε και προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες είτε έχουν εκλείψει, είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών, η επίλυση τους δεν θα κατέληγε σε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Εμπορική Εταιρεία Αούκος Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.2055, κρίθηκε ότι έφεση που είχε ασκηθεί εναντίον απόφασης με την οποία απερρίφθη ενδιάμεση αίτηση αναστολής της διαδικασίας διάλυσης της εταιρείας, παρέμεινε άνευ αντικειμένου εφόσον στην κυρίως αίτηση είχε στο μεταξύ εκδοθεί διάταγμα διάλυσης και εκκαθάρισης της εταιρείας, απόφαση που κατέστη τελεσίδικη εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση εναντίον της. Όπως τέθηκε: "Το θέμα καθίσταται ως εκ τούτου ακαδημαϊκό γιατί δεν θα έχει καμιά συνέπεια για τους διαδίκους. Το Εφετείο ασχολείται μόνο με την ουσιαστική επίλυση διαφοράς μεταξύ των διαδίκων η οποία υφίσταται κατά την έκδοση της απόφασής του." Η επιδίωξη λοιπόν σκοπού που παραμένει άνευ αντικειμένου και η εμμονή σ' αυτόν, όπως στην ουσία γίνεται εδώ, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η κατάχρηση διαδικασίας είναι πολυσχιδής στις εκφάνσεις της, το δε Δικαστήριο έχει την εξουσία καταστολής τέτοιας κατάχρησης ως μέρος της αυτονομίας και αυτοτέλειας της Δικαστικής λειτουργίας. (Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149, 170 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ.501, σελ.531). Στην Εμπεδοκλής (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ 529, λέχθηκε στις σελ.547-548: "Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων." (δέστε Ηλία (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ.786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζενάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ.217.» Επομένως, φαίνεται όντως ότι η υπό κρίση αίτηση είναι πρόωρη, ακόμα ένα γεγονός που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και την απόρριψη των άλλων θέσεων των Εναγόντων/Αιτητών, κρίνω ότι εν πάση περιπτώσει, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των Αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ.788 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 795: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."» Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. Και τούτο γιατί αφενός δεν αποδείχθηκε ότι οποιαδήποτε τυχόν ζημιά των Εναγόντων δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων και αφετέρου γιατί είναι δίκαιο και εύλογο να αφεθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 να προχωρήσουν με την υλοποίηση των δεσμεύσεων των Εναγόντων εφόσον έπαυσαν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους με βάση τις συμβάσεις που υπέγραψαν. Όπως περαιτέρω προκύπτει από την Αγωγή, φαίνεται επίσης ότι η θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες δεν αμφισβητούν τη σύναψη των συμβάσεων δανείων, αλλά την έκδοση και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης στα πιστωτικά ιδρύματα που έλαβε ο Υπουργός Οικονομικών και η Αρχή Εξυγίανσης το 2013 και ειδικότερα την εφαρμογή των σχετικών διαταγμάτων ευσταθεί. Ειδικά όπως αναφέρει και στην Υπεράσπιση της η Καθ' ης η Αίτηση 1, η οποία είναι καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου, είναι η θέση της ότι η εν λόγω αγωγή δεν την αφορά και ότι οι Αιτητές κωλύονται από το να προωθούν την εν λόγω αγωγή εναντίον της, ενόψει του ότι δεν σχετίζεται και δεν αφορά στοιχεία τα οποία έχουν μεταβιβασθεί σε αυτήν δυνάμει του Διατάγματος 104/2013 και των μεταγενέστερων διαταγμάτων. Αυτή η θέση θεωρώ ότι δεν είναι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης που πρέπει να εξεταστεί αλλά είναι θέμα της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Επιπρόσθετα, αναφέρω ότι δεν αποτελεί αιτούμενη θεραπεία από πλευράς Αιτητών η εξάλειψη της Υποθήκης XXXXX/09, επομένως δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα ώστε να δύναται να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Το Δικαστήριο επίσης θα κρίνει το θέμα αυτό στην ουσία της αγωγής. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον των Αιτητών/Εναγόντων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.