← Κύπρος

Παπακόκκινου κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 332/2020

Παπακόκκινου κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 332/2020, 24/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A402 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 332/2020 Μεταξύ: 1. ... Παπακόκκινου (προσωπικά) 2. ... Παπακόκκινου ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης ... Παπακόκκινου και εκτελεστής της διαθήκης της Εναγουσών v. 1. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) 2. Αλταμίρα Asset Management (Cyprus) Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγουσών ημ. 4.3.20 για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και Αντεξέταση Ενόρκως Δηλούντος Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες - Αιτήτριες: κα Α. Π. Παπακόκκινου και για Αλέκα Π. Παπακόκκινου ΔΕΠΕ Για τις Εναγόμενες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Δ. Καλλής για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγουσες - Αιτήτριες ζητούν διάταγμα για (
  2. i)καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας ΑΠΠ σε απάντηση αφενός της ένορκης δήλωσης του κ. ΑΑ ημ. 20.2.20 που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων στην αίτηση ημ. 7.2.20 των Εναγουσών για προσωρινά διατάγματα και αφετέρου της εν λόγω ένστασης των Εναγομένων και (
  3. ii)διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος κ. ΑΑ επί της ένορκης του δήλωσης ημ. 20.2.20. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 στην οποία βασικά αναφέρει ότι η ένσταση των Εναγομένων και η ένορκη δήλωση του κ. ΑΑ (εφεξής «ο ΑΑ») που συνοδεύει την ένσταση περιέχουν ψεύδη, διαστρεβλώσεις, αβάσιμους και ανυπόστατους ισχυρισμούς, και επομένως είναι αναγκαία η καταχώριση συμπληρωματικής και απαντητικής ένορκης δήλωσης και η αντεξέταση του ΑΑ ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα και νομικά σημεία που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ακολούθως η Ενάγουσα 1 προβαίνει σε αναλυτικό σχολιασμό του κάθε λόγου ένστασης και της κάθε παραγράφου της ένορκης δήλωσης του ΑΑ, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του και προβάλλοντας τις δικές της θέσεις. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται κυρίως στα εξής: (
  4. i)Η Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική και ή νομικά και ή πραγματικά αβάσιμη. (
  5. ii)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (iii) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και ή εκδικητική και ή σκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης και ή στο να περιπλέξει τη διαδικασία της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. (
  6. iv)Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται η επανάληψη των θέσεων οι οποίες περιλαμβάνονται στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα. (
  7. v)Τα γεγονότα τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν ήταν γνωστά στις Αιτήτριες πριν την καταχώριση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. (
  8. vi)Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί για σκοπούς ορθής ρύθμισης της διαδικασίας και αποφυγής αχρείαστης επιχειρηματολογίας, μαρτυρίας άσχετης με τα επίδικα θέματα και σπατάλης πολύτιμου χρόνου. (vii) Η Αίτηση αποτελεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας. (viii) Δεν παρουσιάζεται προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (
  9. ix)Η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 που συνοδεύει την Αίτηση περιλαμβάνει άσχετους με τα επίδικα θέματα, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και μαρτυρία γνώμης. (
  10. x)Η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 που συνοδεύει την Αίτηση περιλαμβάνει έκφραση συναισθημάτων και γνώμης εναντίον των Εναγομένων και των δικηγόρων τους και όχι γεγονότα. (
  11. xi)Δεν προσδιορίζονται τα σημεία επί των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση. (xii) Η επιδίωξη ταυτόχρονα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αντεξέτασης είναι ανεπίτρεπτη καθότι ο ίδιος σκοπός επιτυγχάνεται με τη μία από τις δύο μεθόδους. (xiii) Στην ένορκη της δήλωση η Ενάγουσα 1 καταλογίζει ευθύνες και σε τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν είναι διάδικοι και επομένως δεν θα μπορούν να υπερασπιστούν εαυτούς ούτε και το Δικαστήριο δύναται να αξιολογήσει αυτούς τους ισχυρισμούς χωρίς να ακουστεί και η άλλη πλευρά. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΑΑ, πρώην υπαλλήλου της Εναγομένης 1 και νυν υπαλλήλου της Εναγομένης 2 η οποία, δυνάμει σχετικής συμφωνίας, ενεργεί για λογαριασμό της Εναγομένης 1 και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων. Σε αυτή ο ΑΑ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και η Ενάγουσα 1 προέβη σε κάποιες επιπρόσθετες προφορικές διευκρινίσεις. Η Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης η υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Η Δ.39 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λ. Μήλου και Π. Χατζηλοίζου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 280 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «. η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878).» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, με βάση την εν λόγω δικονομική πρόνοια ο ενόρκως δηλών υπόκειται σε αντεξέταση εφόσον το Δικαστήριο κρίνει τούτο αναγκαίο ή κατόπιν αίτησης του αντιδίκου. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Aναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1660, η οποία βεβαίως αφορούσε αντεξέταση επί ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση σε αίτηση Habeas Corpus, στην οποία λέχθηκε ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι η αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η πιο πρόσφατη υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1665, η οποία αφορούσε αίτηση για προσωρινό διάταγμα και απασχόλησε και το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου Lira
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ' ότι δε αφορά τη δυνατότατη που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η αίτηση ημ. 7.2.20 των Εναγουσών αφορά στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία και δεν εγκρίθηκε μονομερώς. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1. Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι Εναγόμενες καταχώρισαν ένσταση σε αυτή συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του ΑΑ. Στην Αίτηση δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Παρόλο που κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο, εν τούτοις το Δικαστήριο οφείλει να έχει ενώπιον του τα απαραίτητα στοιχεία για να γνωρίζει το περιεχόμενο αυτής. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Είναι σημαντικό να λεχθεί εξαρχής ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση όχι μόνο δεν εξειδικεύεται το τι ακριβώς η πλευρά των Εναγουσών επιθυμεί να συμπεριλάβει στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αλλά επιπλέον οι όποιες θέσεις της Ενάγουσας 1 ως προς την αναγκαιότητα καταχώρισης αυτής προβάλλονται παράλληλα με τις θέσεις της για την αναγκαιότητα επίσης αντεξέτασης του ΑΑ. Με άλλα λόγια, στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 προς υποστήριξη της Αίτησης της, γίνεται αναφορά στην αναγκαιότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς απάντηση τόσο της ένστασης όσο και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, χωρίς να παρουσιάζεται προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρά μόνο στην ίδια την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση η Ενάγουσα 1 ασχολείται με κάθε λόγο της ένστασης και με κάθε παράγραφο της ένορκης δήλωσης του ΑΑ, μία προς μία από την παρ. 1 μέχρι και την παρ. 49, απορρίπτοντας το περιεχόμενο τους και προβάλλοντας τους ισχυρισμούς των Εναγουσών, ενώ ταυτόχρονα αναφέρει ότι επιδιώκεται η αντεξέταση του ΑΑ επί του συνόλου της ένορκης του δήλωσης και συγκεκριμένα επί των παραγράφων 1-
  2. Σαφώς τέτοια τακτική δεν συνάδει με τις αντίστοιχες δικονομικές πρόνοιες και τη σχετική νομολογία, καθότι από τη στιγμή που οι Ενάγουσες αιτούνται και τις δύο αυτές θεραπείες, θα έπρεπε να διαχωρίσουν αφενός το μέρος της ένορκης δήλωσης του ΑΑ για το οποίο επιθυμούν να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προβάλλοντας ξεχωριστά το περιεχόμενο τέτοιας δήλωσης και τους λόγους για τους οποίους θεωρούν αυτή αναγκαία και αφετέρου το μέρος της ένορκης δήλωσης του ΑΑ για το οποίο επιθυμούν να τον αντεξετάσουν προβάλλοντας και εδώ τους λόγους για τους οποίους την κρίνουν αναγκαία. Αυτός ο διαχωρισμός επιβάλλεται λόγω ακριβώς της διαφορετικής φύσης αλλά και του διαφορετικού σκοπού των δύο αυτών αιτητικών. Όπως διαφαίνεται μέσα από τις πρόνοιες των δικονομικών διατάξεων και τις νομικές αρχές που διέπουν την κάθε θεραπεία, η μεν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποσκοπεί στην προβολή ισχυρισμών εις αντίκρουση ή απάντηση των ισχυρισμών της άλλης πλευράς, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, ούτως ώστε να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου για τα γεγονότα και τις θέσεις και των δύο πλευρών ενώ η αντεξέταση στρέφεται στον ενόρκως δηλούντα επί των όσων ο ίδιος αναφέρει και περιορίζεται στους δικούς του προβαλλόμενους ισχυρισμούς με σκοπό να κλονίσει την ισχύ τους. Σαφώς η ως άνω περιγραφόμενη στάση των Εναγουσών, μέσω της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας 1 που συνοδεύει την Αίτηση, καθιστά αδύνατο για το Δικαστήριο να αντιληφθεί ποιο από τα δύο αιτητικά επιθυμούν οι Ενάγουσες σε κάθε περίπτωση και ακολούθως να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για την έγκριση και των δύο ή μέρους αυτών ή έστω ενός εξ αυτών. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να προβεί σε υποθέσεις ούτε και αναμένεται αυτό από μόνο του να προβεί σε διαπιστώσεις κατά πόσο δικαιολογείται σε κάθε περίπτωση είτε το ένα αίτημα είτε το άλλο και μάλιστα να καθορίσει και το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή το πλαίσιο της αντεξέτασης. Ούτε βέβαια είναι δυνατό να δοθεί γενική άδεια προσκόμισης ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ικανή από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο να αναφέρει ότι στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση η Ενάγουσα 1 βασικά αρνείται και απορρίπτει τους λόγους ένστασης και τους ισχυρισμούς του ΑΑ, προβάλλει τις δικές της θέσεις με γενικότητα, παραπέμπει στο περιεχόμενο της αρχικής της ένορκης δήλωσης, η οποία είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, επαναλαμβάνει εκ νέου ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην αρχική της ένορκη δήλωση και προβαίνει σε νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έχουν θέση σε ένορκη δήλωση και μπορούν να προβληθούν στα πλαίσια αγορεύσεων. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι Ενάγουσες επιθυμούν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όπως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, τότε, τονίζεται και πάλι ότι με βάση το περιεχόμενο αυτής, δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την έγκριση αυτού του αιτητικού. Και τούτο καθότι η προβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών, η επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών και η επίκληση νομικών θέσεων είναι παντελώς αχρείαστη και περιττή και δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό για σκοπούς της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Επιπλέον, από τη στιγμή που οι Ενάγουσες φέρουν το βάρος απόδειξης στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, η όποια επιδίωξη τους μέσω της υπό κρίση Αίτησης να καταδείξουν ότι οι ισχυρισμοί του ΑΑ περιέχουν ψεύδη, διαστρεβλώσεις και αλλοιώσεις δεν καθιστά επιθυμητή την έγκριση οποιουδήποτε των αιτητικών αυτής. Υπενθυμίζεται ότι η Αίτηση αφορά σε αίτηση για προσωρινά διατάγματα στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας ούτε και σε τελικά συμπεράσματα επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων, κάτι το οποίο θεωρώ ότι επιδιώκεται με την υπό κρίση Αίτηση. Όπως επισημαίνεται στην πιο πάνω υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά. (ανωτέρω) αλλά και στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 731, σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο σκοπός των Εναγουσών ξεφεύγει του πλαισίου της αίτησης για προσωρινά διατάγματα και δεν εξυπηρετεί τις ίδιες τις Ενάγουσες από τη στιγμή που το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει κατά πόσο ενδεχομένως οι δικοί τους ισχυρισμοί είναι αξιόπιστοι ή οι εν λόγω ισχυρισμοί του ΑΑ έχουν διαψευστεί μέσω της αντεξέτασης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Ενάγουσες δεν έχουν καταδείξει οποιονδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση όλου ή έστω μέρους της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων και εναντίον των Εναγουσών - Αιτητριών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.