← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ ν. Νικολαίδης κ.α., Αγωγή Αρ.: 2458/2019, 16/9/2020

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ ν. Νικολαίδης κ.α., Αγωγή Αρ.: 2458/2019, 16/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A394 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 2458/2019 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ Εναγόντων -και-

  1. XXXXX Νικολαίδης
  2. XXXXX Νικολαίδου Eναγομένων Αίτηση ημερ. 4/2/2020 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Εναγόμενους 1 και 2 : Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ΄ων η Αίτηση/Ενάγοντες: Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Αιτούμενη Θεραπεία Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Απόφαση η οποία εξεδόθη στις 13/11/2019 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή εναντίον των Αιτητών/Εναγομένων. Νομική Βάση Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17, θθ.3-11, Δ.19, θ.3, Δ.
  3. θθ.1-9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Όρκων Νόμο Κεφ. 18, καθώς και επί της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από δύο Ένορκες Δηλώσεις, μία από μέρους του Εναγόμενου 1 και μία από μέρους του Δικηγόρου των Εναγόμενων/Αιτητών Α. Μαθηκολώνη. Ένορκη Δήλωση Εναγόμενου 1 Στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε ο Εναγόμενος 1, σύζυγος της Εναγόμενης 2 εκ μέρους αμφοτέρων των Εναγομένων αναφέρει, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: · Η παρούσα Αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 3/9/
  4. Αμέσως μετά την επίδοση αμφότεροι οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με τον δικηγόρο τους Α. Μαθηκολώνη με τον οποίο διευθέτησαν συνάντηση στις 1/9/
  5. · Στην εν λόγω συνάντηση, αφού εξήγησαν στον δικηγόρο τους τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε παραχωρηθεί το επίδικο δάνειο παραδίδοντας του όσα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία είχαν στην κατοχή τους, υπέγραψαν σχετικά έντυπα διορισμού δικηγόρου για να προχωρήσει ο δικηγόρος τους, όπως τους εξήγησε, στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα Αγωγή. · Στις 22/1/2020 και ενώ οι Εναγόμενοι ήσαν με την εντύπωση ότι είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή ο δικηγόρος τους επικοινωνώντας μαζί τους τούς πληροφόρησε ότι από λάθος υπαλλήλων του γραφείου του δεν είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα στις 13/11/2019 να εκδοθεί Απόφαση εναντίον τους (Τεκμήριο 1). · Οι Εναγόμενοι έχουν πολύ καλή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην παρούσα Αγωγή. · Η παρούσα Αγωγή βασίζεται σε Έγγραφο Ειδικής Συμφωνίας ημερ. 29/11/2020 με το οποί συμφωνήθηκε η παραχώρηση από την Λαϊκή Τράπεζα δανείου για ποσό €324.000 το οποίο θα ήταν εξασφαλισμένο με ενεχυρίαση από τους Εναγόμενους προς την Λαϊκής κινητών αξιών, ήτοι αξιόγραφων κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας τα οποία τους είχαν προηγουμένως παραχωρηθεί από την ίδια την Τράπεζα. · Κατά τον ουσιώδη χρόνο τοποθέτησης των καταθέσεων τους στα επίδικα αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας καθώς επίσης και κατά το χρόνο κατάρτισης του επίδικου δανείου οι Εναγόμενοι δεν διέθεταν οποιαδήποτε πείρα και γνώση σε επενδύσεις και δη στην αγορά και επένδυση σε περίπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή/και μέσα και εν πάση περιπτώσει ήσαν πρόσωπα που απέφευγαν γενικά το ρίσκο και διατηρούσαν τις αποταμιεύσεις τους υπό μορφή καταθέσεων. · Κατά ή περί τον Απρίλιο 2010, ο τότε Διευθυντής του καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στα Λατσιά, Γ. Παχουλίδης, ο οποίος ήταν γνωστός και φίλος του Εναγόμενου 1, επικοινώνησε μαζί του για να τον συμβουλεύσει, όπως του ανάφερε, για ένα νέο σχέδιο που είχε η Λαϊκή Τράπεζα για επένδυση των Αποταμιεύσεων τους σε Αξιόγραφα Κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας, Σχέδιο που όπως μου δήλωσε ήταν πολύ ευνοϊκό για τους Εναγόμενους. · Όταν ο Εναγόμενος 1 επιβεβαίωσε στον Γ. Παχουλίδη ότι πράγματι διατηρούσε καταθέσεις στην ΣΠΕ Τραπεζικών Υπαλλήλων, ο ίδιος του πρότεινε να συμμετάσχει ο ίδιος και η σύζυγός του στην επικείμενη έκδοση των αξιογράφων κεφαλαίου στην οποία θα προέβαινε η Λαϊκή Τράπεζα. Ο Γ. Παχουλίδης του ανέφερε/και του παρέστησε ή/και τον διαβεβαίωσε ότι τα εν λόγω αξιόγραφα κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας έκδοσης του 2010 ήταν ένα πολύ συμφέρον και ασφαλές σχέδιο αποταμίευσης, το οποίο θα απέφερε υψηλότερο επιτόκιο από μια απλή κατάθεση, συγκεκριμένα ένα σταθερό επιτόκιο ύψους 7% και ότι ο τόκος θα καταβάλλετο κάθε τριμηνία και ότι το κεφάλαιο θα επιστρέφετο με την πάροδο 5 χρόνων. Επίσης του παρέστησε ή/και τον διαβεβαίωσε ότι με βάση το εν λόγω σχέδιο, η Λαϊκή Τράπεζα, αν το ήθελε, θα μπορούσε ταυτόχρονα να του παραχωρήσει δανειοδότηση για ίσο ποσό με την ονομαστική αξία των επίδικων αξιογράφων και που τέτοια δανειοδότηση θα ήταν εξασφαλισμένη αποκλειστικά και μόνο με την ενεχυρίαση των αξιογράφων κεφαλαίου που θα αποκτούσαν. · Στη βάση των πιο πάνω παραστάσεων οι Εναγόμενοι πείστηκαν και αποφάσισαν να υποβάλουν αιτήσεις για συμμετοχή στο νέο αυτό σχέδιο της Λαϊκής και χρησιμοποίησαν τις καταθέσεις και αποταμιεύσεις τους στην ΣΠΕ Τραπεζικών Υπαλλήλων αλλά και στη Λαϊκή Τράπεζα. Υπέβαλαν αίτηση για συμμετοχή για 162 αξιόγραφα ο καθένας με ονομαστική αξία €1000 έκαστο αξιόγραφο, ήτοιμε συνολική ονομαστική αξία €324.000 που ήταν και τα μόνα χρήματα τους. Οι τόκοι τόσο της 1ης τριμηνίας όσο και της δεύτερης καταβλήθηκαν κανονικά. · Τον Νοέμβριο του 2010 λόγω σοβαρού ιατρικού προβλήματος στην οικογένεια των Εναγομένων ήτο αναγκαία η διενέργεια πολυδάπανης ιατρικής περίθαλψης. Όταν ο Εναγόμενος 1 αποτάθηκε στη Λαϊκή ο Γ. Παχουλίδης του ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατή η επιστροφή των χρημάτων τους καθώς τα αξιόγραφα ήταν πενταετούς διάρκειας, λέγοντας τους ταυτόχρονα πως θα μπορούσε η Τράπεζα να τους δανειοδοτήσει το ποσό της συνολικής αξίας των 324 αξιογράφων με μόνη εξασφάλιση τα επίδικα αξιόγραφα και ότι η αποπληρωμή τέτοιου δανεισμού θα γινόταν από τους τόκους που θα επέφεραν τα επίδικα αξιόγραφα και ότι το εν λόγω δάνειο θα εξοφλείτο με τη λήξη των επίδικων αξιόγραφων, δηλαδή σε 5 χρόνια, και που θα εξοφλείτο με αυτά το κεφάλαιο και οι τόκοι. Στην βάση των πιο πάνω δηλώσεων και παραστάσεων οι Εναγόμενοι προχώρησαν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερ.29/11/2010(Τεκμήριο 5).Παράλληλα οι Εναγόμενοι υπέγραψαν Συμφωνία Ενεχυρίασης των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου. · Όπως μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί από τους όρους αποπληρωμής του δανείου της επίδικης Συμφωνίας ημερ.29/11/2010, η αποπληρωμή του δανείου ήταν συνδεδεμένη άρρηκτα με τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας, πράγμα που ανταποκρινόταν στα όσα είχε παραστήσει και δηλώσει ο κ. Παχουλίδης. Το επιτόκιο θα ήταν σταθερό η αποπληρωμή θα γίνετο με 19 τριμηνιαίες δόσεις των €5.422,13 και με τόκο προς 6,75%, και που τέτοιες δόσεις αφορούσαν ουσιαστικά την πληρωμή των τόκων μόνον του δανείου, και που θα καταβάλλονταν ουσιαστικά από τους τριμηνιαίους τόκους που θα απέφεραν τα επίδικα αξιόγραφα. · Περί το Μάιο του 2012 ξεκίνησε δημόσια συζήτηση στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αναφορικά με την κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας, και ότι υπήρχε σοβαρότατο πρόβλημα και ότι το Κράτος θα κατέβαλλε στην Λαϊκή €1.2εκ για να ορθοποδήσει η Τράπεζα. Τελικά, όπως αποδείχτηκε ανάμεσα σε άλλα θέματα επηρεάστηκαν και τα επίδικα αξιόγραφα και για τα οποία ακυρώθηκε η πληρωμή των τόκων τις τριμηνίας που έληξε στις 30/6/
  6. Περί τις αρχές Ιουνίου του 2012 αποστάληκαν στους Εναγόμενους 2 έντυπα ημερ. 7/6/2012 με τα οποία η Λαϊκή τους καλούσε όπως αποδεχτούν την ανταλλαγή των επίδικων αξιογράφων επ' ονόματι τους με άλλες αξίες και με μετοχές της Τράπεζας. Τα Έντυπα Αποδοχής Ανταλλαγής Επιλέξιμων Αξιογράφων ημερ.7/6/2012 που αποστάληκαν στους Εναγόμενους επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 7 και
  7. Οι Εναγόμενοι δεν υπέγραψαν και δεν αποδέχτηκαν τέτοια ανταλλαγή ως προτάθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα. · Ακολούθως επισυνέβησαν τα γνωστά γεγονότα του Μαρτίου του 2013 με αποτέλεσμα η Λαϊκή Τράπεζα να κλείσει και να εκδοθούν Διατάγματα από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου με τα οποία μεταξύ άλλων πωλήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου ορισμένες εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας και μεταφέρθηκαν στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και η Λαϊκή Τράπεζα κηρύχθηκε σε εκκαθάριση. · Στο μεταξύ, τόσο η Λαϊκή Τράπεζα προγενέστερα των εξελίξεων του Μαρτίου του 2013 όσο και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, μεταγενέστερα απέστελλαν στους Εναγόμενους επιστολές αναφορικά με το ότι παρατηρούντο καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου και τους τηλεφωνούσαν όπως διευθετήσουμε το ζήτημα. Οι Εναγόμενοι σε καμία περίπτωση δεν αποδεχτήκαμε ότι ήσαν υπόλογοι στην πληρωμή του δανείου με τον τρόπο όπως τους παρουσίασαν οι υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου Δημοσίας Εταιρείας Λτδ, ότι δήθεν τα επίδικα αξιόγραφα έχουν απολεσθεί και η αξία τους έχει εκμηδενιστεί και συνεπώς θα έπρεπε οι Εναγόμενοι να εξεύρουν χρήματα για να αποπληρώσουν το επίδικο δάνειο, το οποίο ουσιαστικά τους δάνειζε τα δικά τους κεφάλαια που ήταν τοποθετημένα στα επίδικα αξιόγραφα. Η αντίδραση τους προς την Ενάγουσα Τράπεζα ήταν ότι τους είχαν εξαπατήσει και ότι, κατόπιν απάτης και ψευδών παραστάσεων, τους έπεισαν αφενός να τοποθετήσουν όλα τα χρήματα τους τα οποία ήταν προϊόν αποταμιεύσεων και κληρονομιάς στα επίδικα αξιόγραφα και αφετέρου τους παραπλάνησαν εξαπατώντας τους όπως δανειστούν τα χρήματα τους τα οποία είχαν σοβαρή και άμεση ανάγκη για κάλυψη ιατρικού θέματος στην οικογένεια. · Η επίδικη Συμφωνία Δανείου είναι παράνομη, άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι καταρτίστηκε κατόπιν δόλου και απάτης και ψευδών παραστάσεων από πλευράς των υπάλληλων της Λαϊκής Τράπεζας και ειδικότερα του Γ. Παχουλίδη ο οποίος καταχρώμενος της εμπιστοσύνης του Εναγόμενου 1 προς το πρόσωπο του και αφού γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι θα βασίζονταν σε αυτά, τους παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθή με συνέπεια να ξεγελαστούν και να καταρτίσουν με την Λαϊκή Τράπεζα Συμφωνία Δανείου στην βάση των ψευδών και δόλιων παραστάσεων που μας δόθηκαν. Περιπλέον τους απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και κινδύνους που ενείχε τόσο η τοποθέτηση όλων των χρημάτων στα επίδικα αξιόγραφα όσο και η δανειοδότηση ουσιαστικά των χρημάτων των Εναγομένων η οποία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τα επίδικα αξιόγραφα. · Χωρίς τις πιο πάνω ψευδείς και/ή δόλιες παραστάσεις της Λαϊκής Τράπεζας και/ή του υπαλλήλου της Γ. Παχουλίδη, οι Εναγόμενοι σε καμιά περίπτωση θα προέβαιναν σε συμμετοχή στο ως άνω σχέδιο της Λαϊκής Τράπεζας που τους πρότεινε ο Γ. Παχουλίδης ούτε και θα καταρτίζανε το επίδικο δάνειο με αποτέλεσμα να υποστούν τεράστια ζημιά αφού απώλεσαν στην πραγματικότητα και εν τέλει τις αποταμιεύσεις τους και βρέθηκαν να παρουσιάζεται ότι οφείλουν το τεράστιο ποσό που αξιώνει εναντίον τους η Τράπεζα Κύπρου. Ένορκη Δήλωση Α. Μαθηκολώνη Στην ένορκη δήλωση του ο Α. Μαθηκολώνης, Δικηγόρος των Εναγομένων, αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: § Στις 30/8/2019 καταχωρήθηκε εναντίον των πελατών του, Εναγόμενων η παρούσα Αγωγή η οποία τους επιδόθηκε στις 3/9/
  8. § Μετά την επίδοση της Αγωγής στους Εναγόμενους οι τελευταίοι επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον ομνύοντα και διευθέτησαν συνάντηση στο γραφείο του στις 11/9/
  9. Κατά την εν λόγω συνάντηση του παρέδωσαν το Κλητήριο της Αγωγής καθώς και διάφορα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση ενώ στη συνέχεια κατόπιν οδηγιών του οι Εναγόμενοι υπέγραψαν Έντυπα Διορισμού του ομνύοντα ως Δικηγόρου. § Μετά την υπογραφή των εντύπων διορισμού του ομνύοντα ως Δικηγόρου τους, παρέδωσε τον φάκελο της υπόθεσης στην αρμόδια υπάλληλο του Γραφείου του XXXXX Αναστασίου με οδηγίες να προχωρήσει με την κατάθεση των Σημειωμάτων Εμφάνισης στο Δικαστήριο Λευκωσίας. § Αργότερα, και ενώ ο ομνύων είχε την πεποίθηση ότι η εν λόγω υπάλληλος του Γραφείου του προώθησε κανονικά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, στις 21/1/2020 διαπίστωσε ότι δυστυχώς η εν λόγω υπάλληλος παρέλειψε από λάθος ή και αμέλεια της να προχωρήσει με την καταχώρηση Σημειώματος Εμφανίσεως στην Αγωγή. Αποτέλεσμα της παράλειψης αυτής ήταν να εκδοθεί ερήμην απόφαση εναντίον των Εναγομένων στις 13/11/
  10. § Μόλις ο ομνύων διαπίστωσε την εν λόγω παράλειψη και την έκδοση Απόφασης ερήμην των πελατών του, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Δικηγόρο Γ. Μίτλεττον, στο γραφείο των Δικηγόρων των Εναγόντων, στο πλαίσιο της οποίας του εξήγησε το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί και διερευνώντας το ενδεχόμενο παροχής συγκατάθεσης σε αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας Απόφασης. Την επόμενη μέρα,και πάλι μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας, ο Γ. Μίτλεττον πληροφόρησε τον ομνύοντα ότι οι Δικηγόροι των Εναγόντων για διάφορους λόγους δεν είχαν πρόθεση να συγκατατεθούν σε αίτηση παραμερισμού. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.4, Δ.5, Δ.16, Δ.17, θ.10, Δ.21,θ.1,2, Δ.26, θθ.2, 10, 14, 15, Δ.27,θ.3, Δ.33, Δ.36, Δ.39, Δ.40,θ.11, Δ.48, θθ.1-9, 12, Δ.57, Δ.64, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στους Γενικούς Κανόνες και/ή Γενικές Αρχές της Νομολογίας και/ή του Δικαίου της Επιεικείας και/ή σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων Διαταγμάτων, και επί των Κανόνων Επιείκειας, και στις Συμφυείς Εξουσίες, Νομολογία, Διακριτική Ευχέρεια και Πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Ως Λόγοι Ένστασης εξειδικεύτηκαν οι ακόλουθοι: ■ Η παρούσα Αίτηση και/ή οι ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν είναι παράτυπες και/ή καταχωρήθηκαν κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή της Νομοθεσίας και/ή της πρακτικής του Δικαστηρίου. ■ Η νομική βάση της παρούσας Αίτησης είναι ελλιπής και/ή η παρούσα Aίτηση δεν στηρίζεται στις ορθές νομοθετικές και/ή δικονομικές διατάξεις. και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή των Διαδικαστικών Κανονισμών για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. ■ Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. ■ Η παρούσα Αγωγή επιδόθηκε δεόντως στους Αιτητές και οι Αιτητές έλαβαν δεόντως γνώση για την δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον τους και παρόλ' αυτά παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. ■ Οι Αιτητές εμποδίζονται (are estopped) στην προώθηση της παρούσας Αίτησης και/ή η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη εφόσον οι Αιτητές επέδειξαν μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα Αγωγή και θα πρέπει να απορριφθεί. Στη συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της παρούσης Αιτήσεως (η οποία προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ'ων η Αίτηση. ■ Οι Αιτητές και/ή Δικηγόροι αυτών δεν παρέθεσαν κανένα ικανοποιητικό και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη καταχώρηση και/ή μη έγκαιρη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, παρόλον που η Αγωγή επεδόθη δεόντως και νομότυπα σ' αυτούς και/ή παρόλον που αυτοί έλαβαν γνώση για την εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία εναντίον τους. ■ Οι Αιτητές και/ή οι Δικηγόροι αυτών απέτυχαν να δείξουν ότι υπάρχει καλός και/ή σοβαρός και/ή εξαιρετικός λόγος και/ή περίσταση για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων παραμερισμού της εκδοθείσας Απόφασης και το σφάλμα και/ή λάθος και/ή αμέλεια του Δικηγόρου δεν συνιστά τέτοιο λόγο. ■ Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους Αιτητές δεν συνιστoύν έγκυρο και/ή ικανοποιητικό λόγο για τον παραμερισμό της προς όφελος των Καθ'ων η Αίτηση εκδοθείσας δικαστικής Απόφασης. ■ Οι Αιτητές και/ή Δικηγόροι αυτών δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. ■ Οι Αιτητές απέτυχαν να επιδείξουν πως διατηρούν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι γενικόλογοι και/ή αόριστοι και/ή ασαφείς και/ή δεν εξειδικεύονται και/ή δεν αποτελούν βάση για οποιαδήποτε και/ή ουσιαστική και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και/ή δεν δίδεται καλός λόγος για να τους δοθεί άδεια να προβάλουν οι Αιτητές την κατ'ισχυρισμό υπεράσπιση τους. Εν πάση περιπτώσει, οι Αιτητές προβάλλουν εκ των υστέρων ατεκμηρίωτους και/ή γενικούς και/ή αόριστους και/ή ανυπόστατους και/ή αντιφατικούς ισχυρισμούς οι οποίοι αντικρούονται ρητά από τους όρους των εγγράφων αλλά και από τα ίδια τα έγγραφα των οποίων οι ίδιοι θεληματικά υπέγραψαν καθώς επίσης και αντικρούονται από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και από την συμπεριφορά/διαγωγή των Αιτητών. ■ Η Αίτηση αποσκοπεί μονάχα στην παρεμπόδιση και/ή αποτροπή των μέτρων εκτέλεσης που δύναται να ληφθούν προς εκτέλεση της προς όφελος των Καθ'ων η Αίτηση νομίμως εκδοθείσας και καθόλα έγκυρης δικαστικής Απόφασης ημερ. 13/11/2019 και στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης της. ■ Η έκδοση Απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ήταν καθ' όλα ορθή και νόμιμη και σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την Νομοθεσία και/ή οι ισχυρισμοί των Αιτητών και/ή των Δικηγόρων τους ως αυτοί προβάλλονται με την υπό κρίση Αίτηση είναι γενικόλογοι και/ή εκ των υστέρων σκέψεις για αποφυγή των συνεπειών έκδοσης της Απόφασης εναντίων των. ■ Οι Αιτητές έχουν επιδείξει ηθελημένη απραξία, συνειδητή επιλογή μη εμφάνισης τους στην δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον τους, και συνειδητή παραγνώριση των Δικονομικών Θεσμών και της Δικαστικής διαδικασίας γενικότερα. ■ Σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει τα αιτούμενα Διατάγματα, θα επηρεαστούν τα συνταγματικά δικαιώματα των Καθ'ων η Αίτηση και θα προκληθεί αδικία σε αυτούς κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος. ■ Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας Απόφασης, θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. ■ Το επανάνοιγμα της υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και/ή πλήττει τα θεμέλια της δικαιοσύνης. Ένορκη Δήλωση Κ. Αδαμίδη Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κ. Αδαμίδη, Λειτουργού των Εναγόντων, στην οποία καθόσον αφορά τα γεγονότα αναφέρει τα εξής: ü Η ανωτέρω Αγωγή σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 30/8/
  11. ü Το Κλητήριο Ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής -ως είναι άλλωστε παραδεκτό από τους Αιτητές- επιδόθηκε δεόντως στους Αιτητές την 3/9/2019 και οι Αιτητές έλαβαν δεόντως γνώση για την Αγωγή που εκκρεμούσε εναντίον τους στο Δικαστήριο. ü Από τις 3/9/2019 οι Αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εντός της καθορισμένης προθεσμίας που σημειώνεται ρητώς στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ήτοι εντός 10 ημερών από της επιδόσεως, ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία πριν την έκδοση της Απόφασης όπως προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. ü Στις 29/10/2019 οι Καθ'ων η αίτηση ορθά και δικαιωματικά προχώρησαν στην καταχώρηση Αίτησης για την έκδοσης Απόφαση εναντίον των Αιτητών λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης στην διαδικασία. ü Στις 13/11/2019 το Δικαστήριο κατόπιν εξέτασης της Αίτησης της Τράπεζας ημερ. 29/10/2019 και κατόπιν αξιολόγησης της ένορκης δήλωσης του XXXXX Βανέζη ημερ. 11/11/2019 και των Τεκμηρίων αυτής που καταχωρήθηκε από τους Καθ'ων η Αίτηση προς απόδειξη της απαίτησης των εναντίον των Αιτητών εξέδωσε Απόφαση προς όφελος της Τράπεζας και εναντίον των Αιτητών. Αντίγραφο της εν λόγω Δικαστικής απόφασης ημερ. 13/11/2019 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  12. ü Στις 4/2/2020 καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εν λόγω Απόφασης, ήτοι περίπου 5μήνες και 5 ημέρες από της καταχωρήσεως της εν λόγω Αγωγής και/ή 5 μήνες και 1 ημέρα από της επιδόσεως της εν λόγω Αγωγής στους Αιτητές και/ή 2 μήνες και 22 ημέρες από την έκδοση απόφασης ημερ. 13/11/2019 εναντίον των Αιτητών. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης είναι έκδηλη από τα γεγονότα που εκτίθενται ως ανωτέρω. ü Οι Αιτητές έλαβαν από την Τράπεζα δυνάμει έγγραφης ειδικής Συμφωνίας ημερ. 29/11/2010 -τους όρους της οποίας οι Αιτητές ενυπόγραφα αποδέχτηκαν- δάνειο για το ποσό των €324.000 για σκοπούς κάλυψης ιατρικών εξόδων, πως η εν λόγω παραχωρηθείσα διευκόλυνση εξασφαλίσθη περαιτέρω δια της ενεχυριάσεως από τους Αιτητές 162 αξιογράφων κεφαλαίου 2010 Marfin POP έκαστος, πως δυνάμει τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 14/12/2011 την οποία οι Αιτητές ενυπόγραφα αποδέχτηκαν συνεφωνήθη η αλλαγή στον τρόπο αποπληρωμής του Δανείου και πως ένεκα των παρουσιαζόμενων καθυστερήσεων στην αποπληρωμή του επίδικου Δανείου και ένεκα της παράβασης από μέρους των Αιτητών των όρων της επίδικης δανειοδότηση, η Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 20/3/2015, 18/5/2015, 4/6/2015, 17/8/2017 και 23/4/2019 που απέστειλε προς τους Αιτητές ειδοποίησε κατ'αρχήν αυτούς για τις παρουσιαζόμενες καθυστερήσεις και τους κάλεσε όπως διευθετήσουν τις εκκρεμότητες που παρουσιάζει ο λογαριασμός τους και ακολούθως με επιστολή της ημερ. 9/7/2019, ένεκα της μη συμμόρφωσης των Αιτητών, τερμάτισε τη μεταξύ των μερών Συμφωνία Δανείου. ü Οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε προέβησαν σε ψευδείς και/ή αμελείς και/ή οποιεσδήποτε παραστάσεις με σκοπό την εξαπάτηση και/ή ώθηση των Αιτητών όπως αιτηθούν λάβουν την επίδικη διευκόλυνση και/ή όπως υπογράψουν τα επίδικα έγγραφα και Συμφωνίες και ουδέποτε εισηγήθηκαν, αποφάσισαν, ενήργησαν είτε με συμβουλές, είτε με υποδείξεις, είτε με εισηγήσεις ώστε να επηρεάσουν τους Αιτητές για να λάβουν την επίδικη διευκόλυνση και τα αξιόγραφα. Ειδικότερα, οι Καθ'ων η Αίτηση αρνούνται ότι οι Αιτητές συνήψαν σχέση χρηματοδότησης με τους Καθ'ων η Αίτηση κατόπιν συμβουλών και/ή παροτρύνσεων και/ή προτροπών των Καθ'ων η Αίτηση και/ή εκ μέρους των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων των Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση δηλώνουν ότι η επίδικη διευκόλυνση δόθηκε κατόπιν παράκλησης και/ή αιτημάτων των Αιτητών και οι Καθ΄ ων η Αίτηση ουδέποτε πρότειναν στους Αιτητές την σύναψη των επίδικων διευκολύνσεων και των σχετικών εξασφαλίσεων. ü Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τους εκτιθέμενους ισχυρισμούς και απαιτήσεις των Αιτητών αναφορικά με τα εκεί αναγραφόμενα αξιόγραφα ο ομνύων ισχυρίζεται και λέγει, κατόπιν νομικής συμβουλής που λαμβάνει από τους εξωτερικούς τους νομικούς συμβούλους πως σύμφωνα με το Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013), που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2013, με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, ως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα, καθώς και σύμφωνα με τα Διατάγματα που ακολούθησαν αυτό (Κ.Δ.Π. 133/13 ημερ. 21/4/2013, Κ.Δ.Π. 156/13, ημερ. 14.5.2013 και Κ.Δ.Π. 276/13 ημερ. 30/7/2013) δεν είναι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd που μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ αλλά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Οι απαιτήσεις των Αιτητών σε σχέση με τα αξιόγραφα, δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα, ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους των εν λόγω Διαταγμάτων. Αυτό το οποίο περιήλθε στους Καθ'ων η Αίτηση, βάσει των σχετικών Διαταγμάτων, ήταν το επίδικο δάνειο - το οποίο παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο και ως εκ τούτου τους όρους του οποίου είχαν παραβιάσει οι Αιτητές, καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτού πλην όμως όχι οι απαιτήσεις των Αιτητών σε ό,τι αφορά τα επίδικα αξιόγραφα. Επιπρόσθετα, οι Καθ' ων η Αίτηση σημειώνουν και τονίζουν ότι ουδέποτε αποτέλεσαν και/ή αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας. Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ουδέποτε έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο και ως εκ τούτου η Τράπεζα Κύπρου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τον διάδοχο της πρώτης. Αντιθέτως, η Τράπεζα Κύπρου λειτούργησε και/ή λειτουργεί ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν βάσει ανταλλάγματος σε αυτήν δυνάμει των αναφερόμενων Διαταγμάτων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν ότι οι Αιτητές υπέγραψαν και αποδέχτηκαν τους όρους που περιέχονται στα Ειδικά Έντυπα Αίτησης για Αξιόγραφα της Λαϊκής καθώς και τους όρους που συνοδεύουν τις εν λόγω Αιτήσεις και που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών. ü Δυνάμει εγγράφου ειδικής Συμφωνίας ημερ. 29/11/2010 συνεφωνήθη όπως οι Καθ' ων η Αίτηση παραχωρήσουν στους Αιτητές και παραχώρησαν Δάνειο με αρ. λογ. XXXXX5936 (XXXXX0159) εκ €324.000.Περαιτέρω συνεφωνήθη ότι η διευκόλυνση θα διέπεται από τους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς της Τράπεζας και ότι η διευκόλυνση θα χρεώνεται - επιπρόσθετα των εξόδων που καταγράφονται στα συμφωνηθέντα - με τα έξοδα και επιβαρύνσεις που φαίνονται στον επισυνημμένο στην συμφωνία Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων. Ακολούθως, δυνάμει τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 14/12/2011 συνεφωνήθη, μεταξύ άλλων, η αλλαγή στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 δέσμη της ως άνω αναφερόμενης έγγραφης ειδικής Συμφωνίας ημερ. 29/11/2010 μετά των Γενικών Όρων και Κανονισμών της Τράπεζας, του Καταλόγου Επιτοκίων και Χρεώσεων και της Τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 14/12/
  13. ü Η παραχωρηθείσα διευκόλυνση εξασφαλίσθη περαιτέρω δια της ενεχυριάσεων από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες δυνάμει εγγράφων ενεχυρίασης κινητών αξιών ημερ. 29/11/2010 162 αξιογράφων κεφαλαίου Marfin POP έκαστος. ü Οι Καθ' ων η Αίτηση ενημέρωσαν με επιστολές τους ημερ. 20/3/2015, 18/5/2015, 4/6/2015, 17/8/2017 και 23/4/2019 που απέστειλαν προς τους Αιτητές ότι, μεταξύ άλλων, η επίδικη δανειοδότηση που παραχωρήθηκε σ' αυτούς παρουσίαζε καθυστερήσεις καλώντας παράλληλα τους Αιτητές όπως διευθετήσουν τις εκκρεμότητες που παρουσίαζε ο λογαριασμός τους, και στην συνέχεια, λόγω μη ανταπόκρισης των Αιτητών, οι Καθ΄ων η Αίτηση με επιστολή τους ημερ. 9/7/2019 τερμάτισαν την λειτουργία του επίδικου δανείου και κατέστησαν απαιτητά και πληρωτέα τα υπόλοιπα της παραχωρηθείσας διευκόλυνσης και ενημέρωσαν δεόντως επί τούτου τους Αιτητές. Οι εν λόγω επιστολές επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  14. ü Είναι φανερό με βάση τα ανωτέρω πως οι Αιτητές είχαν πλήρη επίγνωση των πράξεων τους όταν υπέγραφαν τις εν λόγω Συμφωνίες και τα σχετικά έγγραφα. Με την παράθεση των υπογραφών των Αιτητών στα εν λόγω έγραφα και Συμφωνίες στην παρουσία μάλιστα μαρτύρων, κατέστησαν τα εν λόγω έγγραφα έγκυρα, νομότυπα και δεσμευτικά και τους όρους αυτών συμβατικούς και πλήρως δεσμευτικούς μεταξύ των μερών. Οι Καθ' ων η Αίτηση, ούτε υπέδειξαν, ούτε εισηγήθηκαν, αλλά και ούτε συμβούλευσαν τους Αιτητές να αιτηθούν την παραχώρηση της επίδικης διευκόλυνσης και στην συνέχεια να αιτηθούν την τροποποίηση αυτής. Οι Αιτητές είχαν, ελευθέρα βουλήσει αιτηθεί, μελετήσει, αναγνώσει, εξετάσει και υπογράψει, και ως εκ τούτου έχουν αποδεχτεί το περιεχόμενο των σχετικών συμφωνιών και έκαστο εκ των όρων αυτών και όλων των λοιπών εγγράφων (estoppel by deed), καθώς και των όποιων περαιτέρω εγγράφων εξασφαλίσεων όσων και των όποιων εγγράφων Τροποιητικών Συμφωνιών μεταξύ των μερών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17,θ.10[1] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26,θ.14[2] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33,θ.5[3] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited

(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και, επομένως, μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία, ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[4]. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204[5] τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται, επίσης, υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση[6]. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης[7]. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Ένορκη Δήλωση από Δικηγόρο Εν πρώτοις κρίνω σκόπιμο να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τους Καθ΄ων η Αίτηση ότι η ένορκη δήλωση Α. Μαθηκολώνη, η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση πέραν της Δήλωσης του Εναγόμενου 1, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι ο Α. Μαθηκολώνης πέραν από ομνύων στην παρούσα υπόθεση είναι επίσης και ο Δικηγόρος των Αιτητών ο οποίος χειρίστηκε και/ή χειρίζεται την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να προκύπτει, κατά την εισήγηση του κ. Καλλένου, ζήτημα ασυμβίβαστου ένεκα της ταυτόχρονης ανάληψης από μέρους του Α. Μαθηκολώνης τόσο της ιδιότητας του μάρτυρα γεγονότων όσο και της ιδιότητας του Δικηγόρου των Αιτητών. Η νομολογία έχει κατ΄επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής κατάρτισης και υποβολής ένορκης δήλωσης από δικηγόρο και ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, αν δεν είναι εμφανής ο λόγος, θα πρέπει να δίδεται εξήγηση ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος ή άλλο πρόσωπο. Στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 υπογραμμίστηκαν συναφώς τα εξής: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο». Είναι ορθή στην προκειμένη περίπτωση η επισήμανση από μέρους της πλευράς των Αιτητών ότι η ένορκη δήλωση Α. Μαθηκολώνη δεν αφορά, ούτε αναφέρεται στα επίδικα στην Αγωγή θέματα αλλά αποκλειστικά και μόνο στις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα και/ή υπήρξε παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης στην Αγωγή εκ μέρους των Εναγομένων με αποτέλεσμα να εκδοθεί ερήμην αυτών Απόφαση. Όπως προκύπτει, μέσω της εν λόγω ένορκης δήλωσης ο Α. Μαθηκολώνης επεξηγεί, βασικά, το λόγο που δεν κατεχωρήθη εμφάνιση εκ μέρους των Εναγομένων στην παρούσα Αγωγή. Επισημαίνει εν προκειμένω ότι, ενώ του είχε ανατεθεί από τους Εναγόμενους η παρούσα υπόθεση για να τους εκπροσωπήσει και να τους υπερασπιστεί στην Αγωγή και παρά το ότι οι Εναγόμενοι είχαν δεόντως υπογράψει και τα έντυπα διορισμού του ως Δικηγόρος τους, εντούτοις οι οδηγίες του προς υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου του για καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, ως διαπίστωσε αργότερα, δεν είχαν εκτελεστεί ένεκα είτε λάθους, είτε αμέλειας της εν λόγω δικηγορικού υπαλλήλου. Είναι σωστή, ως γενική αρχή, η θέση ότι όταν ένα δικηγόρος έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται στη βάση του ασυμβιβάστου να συνεχίσει ως δικηγόρος[8]. Η ένορκη δήλωση, ωστόσο, που έχει καταρτίσει δεν πάσχει έτσι ώστε να πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί, ως ήταν η εισήγηση του κ. Καλλένου. Η πιο πάνω προσέγγιση υποστηρίζεται από τα όσα λέχθηκαν σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Μαυρονικόλα v. Ξάνθου Έφεση Αρ. 8/2018, ημερ. 14/4/2020 και τα οποία έχουν ως ακολούθως: «Ένα άλλο ζήτημα που έθεσε η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση αφορά το γεγονός ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αιτητή. Αναφέρεται στην ένσταση ότι πρόκειται για «ακατάλληλη ένορκη δήλωση». Σαφής είναι η νομολογία ότι τούτο είναι ανεπιθύμητο, εκτός όταν είναι αναγκαίο. Από τις περιστάσεις δε, προκύπτει ότι είναι ο δικηγόρος εν προκειμένω που γνώριζε τα γεγονότα. Θα μπορούσε βέβαια περαιτέρω να λεχθεί ότι κατά γενική αρχή όταν ένας δικηγόρος έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να εμφανίζεται ως δικηγόρος. Η ένορκη δήλωση όμως δεν πάσχει ώστε να πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί (Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82)». Δήλωση Εναγόμενου 1 Παρά το ότι στην Ένσταση των Καθ΄ων η Αίτηση ανάμεσα στους Λόγους Ένστασης περιλαμβάνεται και αυτός ο οποίος αναφέρεται στη Δήλωση του Εναγόμενου 1 την οποία η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση χαρακτηρίζει ως παράτυπη και καταχωρηθείσα κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών εντούτοις κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπό κρίση Αίτηση δεν φάνηκε να έχει προωθηθεί. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω και ίσως εκ περισσού λέω ότι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 έχει προβεί σε Δήλωση και όχι σε ένορκη Δήλωση, ένεκα του ότι είναι ιερωμένος, δεδομένων και των όσων διαλαμβάνονται στο Άρθρο 50 του Ν.14/60[9] αλλά και στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 αναφορικά με την ερμηνεία των λέξεων «όρκος», «ορκίζομαι» και «ένορκη δήλωση»[10] δεν καθιστά τη Δήλωση του παράτυπη και/ή μη συνάδουσα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Στην παρούσα υπόθεση τα ερωτήματα που εγείρονται προς εξέταση είναι τα ακόλουθα: I. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει στοιχεία και λεπτομέρειες συζητήσιμης υπεράσπισης. II. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν δώσει εύλογο και καλό λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν Υπεράσπιση. III. Κατά πόσο ο Εναγόμενοι προχώρησαν άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβαν γνώση αυτής. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Εν πρώτοις θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο οι Αιτητές/Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις παραμερισμού είναι, όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647, ορισμένες φορές αναπόφευκτη αλλά θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η προκειμένη περίπτωση αφορά απαίτηση για οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει Συμφωνίας Δανείου για το ποσό των €324.000 για σκοπούς κάλυψης ιατρικών εξόδων που συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και των Εναγομένων και η οποία παραχωρηθείσα διευκόλυνση εξασφαλίσθη δια της ενεχυριάσεως από τους Αιτητές/Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες δυνάμει εγγράφων ενεχυρίασης κινητών αξιών ημερ. 29/11/2010 162 αξιογράφων κεφαλαίου Marfin POP έκαστος. Η εκδοχή των Εναγομένων είναι ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξαν, σε δύο χρονικά στάδια, ψευδείς παραστάσεις από μέρους της Λαϊκής Τράπεζας και/ή του υπαλλήλου της Γ. Παχουλίδη στις οποίες οι Εναγόμενοι βασίστηκαν και, εν τέλει, παραπλανήθηκαν. Το πρώτο χρονικό στάδιο και η πρώτη ομάδα παραστάσεων που παρασχέθηκαν στους Εναγόμενους ήταν, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή των Αιτητών, κατά την συμβουλή και σύσταση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας από τον Γ. Παχουλίδη (Απρίλιος του 2010). Εκεί ψευδώς παρουσιάστηκε από την Λαϊκή Τράπεζα και τον Γ. Παχουλίδη στους Εναγόμενους, ότι:
  1. Τα αξιόγραφα κεφαλαίου ήταν ένα συμφέρον και ασφαλές καταθετικό προϊόν.
  2. Τα αξιόγραφα κεφαλαίου θα απέφεραν σταθερό επιτόκιο ύψους 7% και ο τόκος επί των αξιογράφων θα καταβαλλόταν κάθε τριμηνία.
  3. Τα αξιόγραφα κεφαλαίου θα είχαν πενταετή διάρκεια και, κατά την λήξη τους, το κεφάλαιο θα επιστρέφετο στους Εναγομένους.
  4. Η Λαϊκή Τράπεζα θα μπορούσε να δανειοδοτήσει τους Εναγομένους με ποσό ίσο με την ονομαστική αξία των αξιογράφων τους, με μόνη εξασφάλιση τα αξιόγραφα, και ότι η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν από τους τόκους των αξιογράφων καθώς και κατά την λήξη των αξιογράφων το κεφάλαιο και οι τόκοι του δανείου θα εξοφλούντο από την επιστροφή του κεφαλαίου που ήταν τοποθετημένο στα αξιόγραφα.
  5. Τα αξιόγραφα κεφαλαίου ήταν σαν μια κατάθεση και τα χρήματα των Εναγομένων είναι απολύτως ασφαλή. Το δεύτερο χρονικό στάδιο και η επόμενη ομάδα παραστάσεων έγινε, όπως προβάλλεται, κατά την σύναψη και κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Πέραν της μη διόρθωσης της αντίληψης που δημιουργήθηκε στους Εναγομένους από τις ψευδείς παραστάσεις που τους παρασχέθηκαν και στις οποίες αυτοί βασίστηκαν, περιπλέον, οι Εναγόμενοι ήταν υπό καθεστώς αδυναμίας και μεγάλης ανάγκης, αφού στην οικογένεια τους υπήρχε πρόσωπο το οποίο διαγνώστηκε με καρκίνο, και υφίστατο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αδήριτη και άμεση ανάγκη για πολυδάπανη θεραπεία. Οι Εναγόμενοι ζήτησαν από τον Γ. Παχουλίδη να επιστραφούν τα χρήματα τους από τα επίδικα αξιόγραφα, όμως αυτός αρνήθηκε και ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό. Επανέλαβε, ωστόσο, τα όσα είχε παραστήσει κατά τον χρόνο παρότρυνσης των Εναγομένων να τοποθετήσουν τα μόνα χρήματα τους στα επίδικα αξιόγραφα, και επιπλέον προέβη στις ακόλουθες ψευδείς παραστάσεις:
  6. Η Λαϊκή Τράπεζα θα μπορούσε να δανείσει τα χρήματα των Εναγομένων που ήταν τοποθετημένα στα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου με δανειοδότηση για ποσό ίσο με την ονομαστική αξία των επίδικων αξιογράφων.
  7. Η Λαϊκή Τράπεζα θα αποδεχόταν την δανειοδότηση με μόνη εξασφάλιση τα επίδικα αξιόγραφα.
  8. Η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν και θα ήταν συνδεδεμένη με τα επίδικα αξιόγραφα.
  9. Στα 5 έτη, οπόταν και θα έληγαν τα επίδικα αξιόγραφα, το κεφάλαιο και οι τόκοι του δανείου θα εξοφλούντο από τα επίδικα αξιόγραφα. Οι πιο πάνω παραστάσεις καθώς και η προηγούμενη πρώτη ομάδα παραστάσεων ως ανωτέρω και η ενεργός απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, που συνέχισαν να επηρεάζουν την βούληση των Εναγομένων και να βασίζονταν σε αυτές, αφού ουδέποτε διορθώθηκαν, ήταν ψευδείς και παραπλανητικές. Εάν οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι τα όσα τους παραστήθηκαν ψευδώς αναφορικά με την ακεραιότητα των επίδικων αξιογράφων και την ασφάλεια των χρημάτων τους, και ότι περιπλέον ψευδώς τους είχε παρασταθεί ότι η αποπληρωμή του δανείου δεν ήταν άρρηκτα συνδεμένη με τα επίδικα αξιόγραφα, και ότι υπήρχε ο κίνδυνος να μείνουν υπόλογοι σε σχέση με την επίδικη Συμφωνία Δανείου και ενώ παράλληλα θα είχαν απολεσθεί όλα τους τα χρήματα, δεν υπήρχε περίπτωση, να συναινέσουν στην σύναψη της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Όπως προκύπτει, η εκδοχή των Εναγομένων στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι προχώρησαν στην κατάρτιση και υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου βασιζόμενοι στις ψευδείς και/ή δόλιες παραστάσεις της Λαϊκής Τράπεζας, με αποτέλεσμα η συναίνεση τους να μην ήταν ελεύθερη και/ή η βούληση τους να έχει επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό αφού είχαν ενώπιον τους υποσχέσεις και/ή παραστάσεις διαστρεβλωμένες από την πραγματικότητα. Υπό το πρίσμα αυτό, ισχυρίζονται ότι δικαιούνται να ζητήσουν την ακύρωση της Σύμβασης και να απαλλαγούν από αυτήν. Όπως έχει νομολογηθεί το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συζητήσιμης υπεράσπισης το έχει ο Αιτητής. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία, λοιπόν, που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον Αιτητή πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά, βεβαίως, με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39, θ.
  10. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης του. Είναι αρκετό να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας[11]. Ωστόσο γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης[12]. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας[13] που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124[14]: «..Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Έχοντας κατά νουν τα όσα οι Αιτητές/Εναγόμενοι προβάλλουν όπου βασικά επικαλούνται την συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας Δανείου κατόπιν που προηγήθηκαν ψευδείς παραστάσεις από μέρους της Τράπεζας και/ή του υπαλλήλου της προς αυτούς και στις οποίες οι Εναγόμενοι βασίστηκαν θεωρώ ότι εγείρουν μια συζητήσιμη υπεράσπιση. Βεβαίως οι Ενάγοντες απορρίπτουν τα όσα πιο πάνω προβάλουν οι Αιτητές στο πλαίσιο της εκδοχής που προωθούν υποστηρίζοντας ότι με δεδομένο ότι τα αξιόγραφα, δεν εμπίπτουν ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα, ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους των σχετικών Διαταγμάτων, τα όσα παραθέτουν οι Αιτητές σε σχέση με τα αξιόγραφα δεν θα μπορούσε, κατά τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση να αποτελεί υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση για την παρούσα Αγωγή. Όπως ειδικότερα προβάλλεται, αυτό το οποίο περιήλθε στους Καθ' ων η Αίτηση, βάσει των σχετικών Διαταγμάτων, ήταν το επίδικο δάνειο, το οποίο παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο και, ως εκ τούτου, τους όρους του οποίου είχαν παραβιάσει οι Αιτητές, καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτού πλην, όμως, όχι οι απαιτήσεις των Αιτητών σε ό,τι αφορά τα επίδικα αξιόγραφα τα οποία επιχειρούνται να αναδειχθούν ως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και/ή Ανταπαίτηση για την παρούσα υπόθεση. Βεβαίως η πλευρά των Αιτητών αντιτείνει ότι δεν μπορεί η Τράπεζα Κύπρου ως το αποκτών πρόσωπο της επίδικης Συμφωνίας για την οποία προβάλλεται ότι έχει συναφθεί κατόπιν εξαπάτησης και/ή ψευδών παραστάσεων να ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε ποσά βάσει αυτής ενώ τέτοια Συμφωνία με βάση τα όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Προστίθεται, ακόμη, ότι στη βάση των προνοιών του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013 σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν λάβει οι Ενάγοντες ως το Αποκτών Πρόσωπο, περιλαμβανομένου του επίδικου Δανείου, η Τράπεζα Κύπρου έχει υποκαταστήσει την Λαϊκή Τράπεζα με αποτέλεσμα (η Τράπεζα Κύπρου) να είναι υπόλογη σε σχέση με τις ψευδείς παραστάσεις και/ή εξαπάτηση της πλευράς της Λαϊκής και/ή των υπαλλήλων της σε σχέση με την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Το ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση/Ενάγοντες, με βάση τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων δεν είναι αρκετό για τους σκοπούς διαπίστωσης ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Στο παρόν στάδιο εκείνο που αναζητείται είναι η παράθεση στοιχείων και γεγονότων που εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Και αυτό έχουν πράξει, κατά την κρίση μου, οι Αιτητές/Εναγόμενοι. Ούτε, βέβαια, υπεισέρχεται στο στάδιο αυτό θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας που παρέθεσαν οι Εναγόμενοι με την ένορκη δήλωσή του στα πλαίσια προώθησης της δικής τους εκδοχής. Όπως τονίσθηκε από τον Δικαστή Στ. Ναθαναήλ (ως ήταν τότε) στην υπόθεση Γιάγκου κ.α ν. Φωτίου Πολ.Έφ.233/09, ημερ.21/1/14, θα ήταν αντινομικό εκ μέρους Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Επισημάνθηκε δε πως: «Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.» Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η θέση μου ότι οι Εναγόμενοι με τα ζητήματα τα οποία έχουν εγείρει έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα ικανά και επαρκή ώστε να εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας και, επομένως, πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση. ΙΙ. Κατά πόσο έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Οι Αιτητές θα πρέπει να καταδείξουν στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον τους Απόφαση, ως και το ότι επεδίωξαν το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο στάδιο που σκιαγραφήσαμε τη Νομική Πτυχή σε αιτήσεις αυτού του είδους η παράλειψη εμφάνισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Σε σχέση με το θέμα αυτό η εκδοχή του Εναγόμενου 1 στη Δήλωση που καταχώρησε είναι πως, αμέσως μετά την επίδοση της παρούσας Αγωγής, αμφότεροι οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με τον Δικηγόρο τους Α. Μαθηκολώνη με τον οποίο διευθέτησαν συνάντηση στις 1/9/2019. Στην εν λόγω συνάντηση, αφού εξήγησαν στον Δικηγόρο τους τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε παραχωρηθεί το επίδικο δάνειο παραδίδοντας του όσα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία είχαν στην κατοχή τους, υπέγραψαν σχετικά έντυπα διορισμού δικηγόρου για να προχωρήσει ο Δικηγόρος τους, όπως τους εξήγησε, στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα Αγωγή. Στις 22/1/2020 και, ενώ οι Εναγόμενοι ήσαν με την εντύπωση ότι είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή, ο Δικηγόρος τους επικοινωνώντας μαζί τους τούς πληροφόρησε ότι από λάθος υπαλλήλων του γραφείου του δεν είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα στις 13/11/2019 να εκδοθεί Απόφαση εναντίον τους (Τεκμήριο 1). Σε σχέση με την παράλειψη των Εναγομένων να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης σχετικά είναι τα όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση Α. Μαθηκολώνη. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται εκεί μετά την υπογραφή των εντύπων διορισμού του Α. Μαθηκολώνη ως Δικηγόρου τους και, ενώ εκείνος είχε παραδώσει τον φάκελο της υπόθεσης στην αρμόδια υπάλληλο του Γραφείου του XXXXX Αναστασίου με οδηγίες να προχωρήσει με την κατάθεση των Σημειωμάτων Εμφάνισης στο Δικαστήριο Λευκωσίας, αργότερα και συγκεκριμένα στις 21/1/2020 διαπίστωσε ότι, δυστυχώς, η εν λόγω υπάλληλος είχε παραλείψει από λάθος ή/και αμέλεια της να προχωρήσει με την καταχώρηση Σημειώματος Εμφανίσεως στην Αγωγή. Αποτέλεσμα της παράλειψης αυτής ήταν να εκδοθεί ερήμην Απόφαση εναντίον των Εναγομένων στις 13/11/2019. Τα περιστατικά της υπό εξέτασης αίτησης προσομοιάζουν με εκείνα στην υπόθεση Νίκος Σάββα Ευσταθίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1007 όπου οι εφεσείοντες είχαν καταχωρήσει τέσσερις μήνες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον τους αίτηση παραμερισμού την οποία στήριξαν στον ισχυρισμό ότι η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης οφείλετο στην αδράνεια της δικηγόρου τους στην οποία είχαν δώσει σχετικές οδηγίες[15]. Εκεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση του ότι είχε θεμελιωθεί η προϋπόθεση της αποκάλυψης υπεράσπισης ή συζητήσιμου θέματος, απέρριψε την αίτηση λόγω της διαγωγής των εφεσειόντων την οποία έκρινε ότι συνιστούσε καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Στην Έφεση που ασκήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση θεωρώντας ότι με την αδιαμφισβήτητη ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγόρο προς καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και υπεράσπισης ευλόγως δεν θα αναμενόταν έκδοση τελικής απόφασης για τέτοια παράλειψη και ότι η εξομοίωση στην περίπτωση της παράλειψης του δικηγόρου προς παράλειψη που αντανακλούσε περιφρονητική διαγωγή του διαδίκου δεν δικαιολογείτο. Παρά το γεγονός ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση προβάλουν ότι τα όσα αναφέρονται από τους Αιτητές ως δικαιολογία για τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης αποτελούν γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και παράλληλα ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι οι Αιτητές όφειλαν να δείξουν ενδιαφέρον για να ενημερωθούν για την πορεία της υπόθεσης, δεν μεσολάβησε, όπως θα μπορούσε να γίνει, αντεξέταση είτε του Εναγόμενου 1/Αιτητή είτε του ενόρκως δηλούντα Α. Μαθηκολώνη στη βάση της ένορκης δήλωσης που καταχώρησε. Στη βάση των πιο πάνω δεν εντοπίζω κανένα λόγο για να μην αποδεχθώ την βασιμότητα του λόγου που προβλήθηκε και της εξήγησης που δόθηκε για το πιο πάνω ζήτημα από μέρους των Αιτητών. Παρόλο που οι Εναγόμενοι όφειλαν να είχαν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εντούτοις βρίσκω ότι έχουν δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τη μη εμφάνισή τους. ΙΙΙ. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι προχώρησαν άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβαν γνώση αυτής Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο υπήρχε ή όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Είναι νομολογημένο ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της αίτησης. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1283 υπεμνήσθη η αρχή ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση για υποβολή αιτήματος παραμερισμού απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη του γιατί διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα. Επισημαίνω ότι ακόμη και εκεί όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση αλλά η συμπεριφορά του διάδικου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει εναντίον του την ευχέρεια και να απορρίψει το αίτημα να ακυρώσει την απόφαση. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα σχετικά είναι τα ακόλουθα αναντίλεκτα και/ή μη αμφισβητηθέντα γεγονότα: ▬ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή κατεχωρήθη στις 30/8/
  1. ▬ Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας Αγωγής επιδόθηκε σε αμφότερους τους Εναγόμενους 1 και 2 στις 3/9/
  2. ▬ Από τις 3/9/2019 οι Αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης εντός της καθορισμένης προθεσμίας που σημειώνεται ρητώς στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ήτοι εντός 10 ημερών από της επιδόσεως, ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία πριν την έκδοση της απόφασης όπως προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. ▬ Οι Εναγόμενοι μετά την επίδοση σε αυτούς του Κλητηρίου της παρούσας Αγωγής επισκέφθηκαν τον Δικηγόρο τους Α. Μαθηκολώνη στις 11/9/
  3. ▬ Στις 29/10/2019 οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν στην καταχώρηση Αίτησης για την έκδοσης Απόφασης εναντίον των Αιτητών λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης στην διαδικασία. ▬ Στις 13/11/2019 το Δικαστήριο εξέδωσε Απόφαση προς όφελος της Τράπεζας και εναντίον των Αιτητών. Αντίγραφο της εν λόγω Δικαστικής Απόφασης ημερ. 13/11/2019 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  4. ▬ Οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά για την εναντίον τους εκδοθείσα Απόφαση στις 22/1/2020 από τον Δικηγόρο τους Α. Μαθηκολώνη. ▬ Στις 4/2/2020 κατεχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Στη βάση όλων των πιο πάνω θεωρώ πως έχει δοθεί ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση και για το χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για παραμερισμό της Απόφασης που εκδόθηκε στις 13/11/
  5. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, Διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η Απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 13/11/2019, υπό τον όρο ότι οι Εναγόμενοι θα καταβάλουν στους Ενάγοντες τα έξοδα που έχουν επιδικαστεί με την αναφερθείσα Απόφαση καθώς και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σχετικός κατάλογος εξόδων να υποβληθεί από τους Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση στον Πρωτοκολλητή προς υπολογισμό εντός 15 ημερών από σήμερα. Η καταβολή των εξόδων να λάβει χώρα εντός 15 ημερών από της γνωστοποίησης τους στην πλευρά των Εναγομένων/Αιτητών. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [2] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [3] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [4]Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactouv. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893. [5]Δέστε και την υπόθεση Iason Travel Tours Ltd v. Passias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ' όψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης πιο πάνω)». [6]Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [7] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528 [8] Δέστε Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036. [9] 50.-
(1)Καθ' oιαvδήπoτε πoλιτικήv διαδικασίαv oιovδήπoτε πρόσωπov κληθή vα δώση μαρτυρίαv εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ oφείλει, πρoτoύ εξετασθή, vα oμόση τoιoύτov όρκov oίov συvήθως oμvύoυv πρόσωπα της θρησκείας ή πίστεως αυτoύ oσάκις ταύτα δίδoυv έvoρκov μαρτυρίαv εvώπιov δικαστηρίoυ. Ο τoιoύτoς όρκoς δύvαται vα δoθή εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστoύ, πρωτoκoλλητoύ, ή υπαλλήλoυ ή εvώπιov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ παρακληθέvτoς υπό τoυ πρoεδρεύovτoς δικαστoύ όπως πρoβή εις τηv τoιαύτηv oρκωμoσίαv.
(2)Εάv oιoσδήπoτε μάρτυς αρvηθή vα oμόση ή εάv υπάρξη έvστασις όπως oμόση καθότι δεv είvαι ικαvός πρoς τoύτo, ή εάv τo δικαστήριov κρίvη ότι o όρκoς δεv θα έχη δεσμευτικόv απoτέλεσμα επί της συvειδήσεως αυτoύ, θα ζητηθή παρ' αυτoύ vα δώση τηv κάτωθι υπόσχεσιv και vα κάμη τηv εξής δήλωσιv:- "Υπόσχoμαι και δηλώ επισήμως ότι η μαρτυρία ήτις θα δoθή υπ' εμoύ εις τo δικαστήριov θα είvαι η αλήθεια, όλη η αλήθεια και μόvov η αλήθεια." [10] "όρκος", "ορκίζομαι" και "ένορκη δήλωση" περιλαμβάνει και εφαρμόζεται στη βεβαίωση ή δήλωση προσώπου στο οποίο από νόμο επιτρέπεται να προβαίνει σε βεβαίωση ή δήλωση αντί όρκου. [11] Δέστε Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) Α.Α.Δ. σελ. 1129. [12] Δέστε Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ.
  1. [13] Δέστε, μεταξύ άλλων, την υπόθεση Ζωή Νικολαίδου Ευσταθίου άλλως Ζωή Λάμπρου Νικολαίδη κ.ά v. Hellenic Bank Public Company Πολιτική Έφεση αρ.130/2012, ημερ. 10/10/
  2. [14] Δέστε, επίσης, Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1101, 1106. [15] Δέστε, επίσης, την υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28 στην οποία, μεταξύ άλλων, λέχθηκαν και τα εξής σχετικά: «Οι εφεσίβλητοι μετά την επίδοση της αγωγής παρέδωσαν τα κλητήρια εντάλματα στο δικηγόρο τους. Ήταν λογικό, κατά τη γνώμη μας, να αναμένουν πως ο δικηγόρος τους θα ακολουθούσε την νενομισμένη δικαστική διαδικασία για να παρουσιαστεί και η υπεράσπιση τους στο δικαστήριο. Ο χρόνος των 3 μηνών που πέρασε δεν είναι κατά τη γνώμη μας τόσος που να δικαιολογεί οποιαδήποτε ανησυχία εκ μέρους των εφεσειόντων για την πορεία της υπόθεσης τους, ώστε να επικοινωνήσουν με το δικηγόρο τους για να πληροφορηθούν την εξέλιξή της. Δεν είχαν επιδείξει ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια στη δικαστική διαδικασία». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.