Στυλιανού κ.α. ν. Λιασή κ.α., Αρ. Αγωγής: 116/12, 30/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A415 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 116/12 Μεταξύ:
- . Στυλιανού
- . Στυλιανού
- . Στυλιανού
- . Στυλιανού Εναγόντων v.
- . Λιασή
- . Λιασή
- . Λιασή
- Αστρασόλ Λτδ
- Επίσημου Παραλήπτη (ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας Liasis Shoelasts Company Ltd)
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (δια Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και Υπουργείου Εργασίας και Τμήματος Πολεοδομίας)
- Δήμου Λατσιών Εναγομένων Αίτηση Εναγομένου 6 ημ. 6.11.19 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 6 - Αιτητή: κ. Α. Χριστοφόρου με κα Λοΐζου ασκούμενη δικηγόρο για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Λ. Πατσαλίδου για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 6 - Αιτητής ζητά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 12.4.19 μέχρι εκδίκασης της Πολιτικής Έφεσης 145/19 η οποία καταχωρίστηκε από τον Αιτητή εναντίον της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης. Σημειώνεται ότι με την απόφαση του ημ. 12.4.19 το Δικαστήριο επιδίκασε εναντίον των Εναγομένων 3, 4 και 6 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως και υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 ξεχωριστά ποσό εκ €6.000, υπέρ του Ενάγοντος 3 ποσό εκ €5.000 και υπέρ της Ενάγουσας 4 ποσό εκ €4.000 με νόμιμο τόκο, ως επίσης και τα έξοδα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €7.590 πλέον €399 πραγματικά έξοδα πλέον €1.442,10 ΦΠΑ. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΝΠ (εφεξής «η ΝΠ»), η οποία είναι Γραμματειακή Λειτουργός στο Τμήμα Αγωγών της Νομικής Υπηρεσίας. Η ΝΠ αναφέρεται στην έκδοση απόφασης ημ. 12.4.19 στην παρούσα Αγωγή και στην καταχώριση από τον Εναγόμενο 6 της Έφεσης 145/19 στις 17.4.19 εναντίον της εν λόγω απόφασης. Η ΝΠ ισχυρίζεται τα ακόλουθα: «
- .. όπως με συμβουλεύει ο Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση έχει καλή υπόθεση για επιτυχία της πιο πάνω έφεσης.
- Πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης διότι αν εκτελεστεί η απόφαση δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και αν πετύχει η έφεση. Έτσι ο Εναγόμενος 6 - Αιτητής θα ζημιωθεί και θα παρεμποδιστεί ουσιαστικά η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
- Οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν καμία ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Γι΄ αυτό αιτούμαι όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης.
- Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ο Αιτητής προβάλλει γενικούς, ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι ικανοί να δικαιολογήσουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ο Αιτητής δεν θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη και δεν παρέθεσε μαρτυρία για ισχυριζόμενη ζημιά.
- Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι με τη μη αναστολή η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και η κατάσταση θα είναι μη αναστρέψιμη.
- Η έφεση δεν έχει οποιεσδήποτε προοπτικές επιτυχίας.
- Ο Αιτητής δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια και η Αίτηση είναι κακόπιστη με μοναδικό σκοπό την αποφυγή και ή καθυστέρηση στην ανάληψη των υποχρεώσεων του προς τους Ενάγοντες. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος
- Σε αυτή ο Ενάγων 1 επισυνάπτει την πρωτόδικη απόφαση ημ. 12.4.19, Τεκμήριο 1, και την αλληλογραφία μεταξύ των μερών, Τεκμήρια 2-4, ισχυριζόμενος ότι ο Αιτητής ουδέν ποσό κατέβαλε είτε έναντι της απόφασης είτε έναντι των δικηγορικών εξόδων. Ο Ενάγων 1 βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η έφεση δεν έχει οποιεσδήποτε προοπτικές επιτυχίας, ειδικότερα εφόσον οι Ενάγοντες παρουσίασαν μαρτυρία εμπειρογνωμόνων η οποία δεν αντικρούστηκε από τους Εναγόμενους και κυρίως από τον Εναγόμενο
- Αναφέρει πως οι Ενάγοντες είναι πρόσωπα φερέγγυα, με εισόδημα, κινητή και ακίνητη περιουσία και επομένως δύνανται να επιστρέψουν οποιοδήποτε ποσό ήθελε εισπραχθεί από αυτούς ούτως ώστε σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης αυτή να μην καθίσταται άνευ αντικειμένου. Τέλος επισημαίνει ότι τυχόν έγκριση αναστολής εκτέλεσης συνήθως δεν περιλαμβάνει τα δικηγορικά έξοδα τα οποία, εν πάση περιπτώσει, οι δικηγόροι τους δεν αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα επιστροφής σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές. Είναι γνωστή η νομική αρχή ότι η καταχώριση έφεσης και η εκκρεμότητα της δεν αποτελούν από μόνες τους λόγο για αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, αλλά προς τούτο απαιτείται να συνυπάρχουν και άλλες νομικές προϋποθέσεις και κριτήρια. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η Αίτηση, το θέμα αναστολής εκτέλεσης απόφασης λόγω έφεσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το σχετικό απόσπασμα από τον εν λόγω θεσμό έχει ως εξής: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court may order.» Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης όπου οι ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν. Επί τούτου παραπέμπω στο The Annual Practice 1966, σελ. 1693, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay (Becker v. Earl's Court Ltd
(1911), 56 S.J. 206; The Ratata ]1897] P. at p. 132: A. G. v. Emerson
(1889), Q.B.D., pp. 58,59), and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require.» Επίσης στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 16, σελ. 35, παρ. 51, αναφέρεται ότι: «The Court has an absolute and unfettered discretion as to the granting or refusing a stay, and as to the terms upon which it will grant it (q), and will, as a rule, only grant it if there are special circumstances, which must be deposed to on affidavit unless the application is made at the hearing (r).» Στην υπόθεση Merck & Co Inc κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2182 τονίστηκαν τα εξής: «Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. 445 στη σελίδα 452.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται ισοζυγίζοντας όσο το δυνατό καλύτερα δύο εξίσου σημαντικές αρχές στην όλη πορεία της απονομής της δικαιοσύνης. Από τη μια είναι το αναφαίρετο δικαίωμα ενός διαδίκου να εφεσιβάλει την απόφαση και αν επιτύχει να καρπωθεί το όφελος ούτως ώστε η έφεση να μην είναι χωρίς αξία (nugatory) και από την άλλη είναι η πάγια αρχή ότι ένας διάδικος που έχει κερδίσει τη δίκη μετά από ακροαματική διαδικασία δικαιούται στους καρπούς της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του. Προς τούτο παραπέμπω στο The Annual Practice 1966, σελ. 1693, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: «The Court does not "make a practice of depriving a successful litigant of the fruits of his litigation, and locking up funds to what prima facie he is entitled, "pending an appeal" (The Annot Lyle
(1886), 11 P.D. at p. 116, C. A.; Monk v. Bartram, [1891] 1 Q.B. 346). But it has also been said that "when a party is appealing, exercising his undoubted right of appeal, this Court ought to see that the appeal, if successful, is not nugatory" (Wilson v. Church (No. 2)
(1879),12 Ch.D. at pp. 458, 459, C.A.).» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στα πλαίσια τέτοιας αίτησης θα πρέπει να ασκείται με βάση δύο αρχές. Πρώτον, ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του. Και δεύτερον, ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του. Αυτές οι αρχές υιοθετήθηκαν και σε μεταγενέστερες υποθέσεις, όπως οι Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1978 και P. & MA. Restaurant Ltd κ.ά. v. Wakeham
(2011)1(B) A.A.Δ.
- Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης πως σε περίπτωση χορήγησης αναστολής, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους όρους ανάλογα με την περίπτωση, περιλαμβανομένης της παροχής ικανοποιητικής εξασφάλισης και εγγυήσεων. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο συνοψίζει με γλαφυρότητα τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης: «Η νομική βάση της αίτησης για αναστολή είναι η Διαταγή 35 καν.
- Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας." Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» Όπως προκύπτει από την ως άνω νομολογία, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας θετικός αλλά οριακής σημασίας. Γι΄ αυτό δεν είναι αναγκαίο όπως το Δικαστήριο εξετάσει όλους τους λόγους έφεσης οι οποίοι εκτίθενται στην ειδοποίηση έφεσης παρά μόνο είναι αρκετό ότι προβάλλονται ουσιαστικά ζητήματα για συζήτηση - βλ. υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 1) (ανωτέρω). Αντιστοίχως στην υπόθεση P. & MA. Restaurant Ltd κ.ά. v. Wakeham (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι η ΝΠ εκφράζει την πεποίθηση της αναφορικά με την καλή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης χωρίς όμως η ίδια να δίδει οποιαδήποτε επεξήγηση ή επιπρόσθετες πληροφορίες προς υποστήριξη αυτής της θέσης της. Παρά ταύτα, επισυνάπτει την Ειδοποίηση Έφεσης, από την οποία το Δικαστήριο δύναται να αντιληφθεί τους λόγους και τις βάσεις έφεσης. Μια ανάγνωση της Ειδοποίησης Έφεσης παρέχει μεν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση, όπως π.χ. τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας από τους Εναγόμενους 3 και 4 αλλά όχι από τον Εναγόμενο 6, ως επίσης και για την ανοχή αυτής από τον Εναγόμενο 6, ως προς τη λανθασμένη εφαρμογή της νομολογίας για την υπαίτια αμέλεια σε περίπτωση οχληρίας, ως προς την παράβαση των θεσμίων καθηκόντων της Δημοκρατίας δυνάμει του περί Ελέγχου της Ρύπανσης Ν.70/91και του Ν.187(Ι)/02, ως προς τον αποκλεισμό μαρτυρίας και ή την παρεμπόδιση αντεξέτασης από τον Εναγόμενο 6, ως προς το ότι αγνοήθηκε η μαρτυρία του Εναγομένου 6 για τις εξετάσεις που έγιναν και για το κλείσιμο του εργοστασίου και ως προς τη λανθασμένη ερμηνεία της ΚΔΠ 73/03 και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/13/ΕΚ. Ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προβεί σε οποιαδήποτε πρόγνωση και δη με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή μη της έφεσης. Άλλωστε υπενθυμίζεται ότι ο Ενάγων 1, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται ότι η έφεση δεν έχει οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας και αρκείται στην αναφορά περί προσκόμισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων από την πλευρά των Εναγόντων, τους οποίους η πλευρά των Εναγομένων δεν εξουδετέρωσε ούτε και κάλεσε τους δικούς της εμπειρογνώμονες. Εν πάση περιπτώσει, καθίσταται σαφές ότι με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, η προοπτική επιτυχίας δεν αποκτά τέτοια σημασία για σκοπούς άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δηλαδή υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης αναστολής. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, σε τέτοιες περιπτώσεις ο γενικός κανόνας είναι ότι η μαρτυρία η οποία απαιτείται για να στοιχειοθετήσει τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης είναι ένορκη δήλωση η οποία να δείχνει ότι αν πληρωθούν τα ποσά της απόφασης και τα έξοδα τότε δεν υπάρχει λογική πιθανότητα να ανακτηθούν αργότερα αν πετύχει η έφεση - βλ. The Annual Practice 1966, σελ. 1693, Atkins v. G.W. Ρailway
(1886)2 T.L.R. 400 και Baker v. Lavery
(1885)14 Q.B.D. 769, C.A. Αυτό το ζήτημα απασχόλησε τη ΝΠ πολύ επιγραμματικά, γενικά και αόριστα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο ανωτέρω, η ΝΠ περιορίζεται στην απλή διαπίστωση περί μη δυνατότητας απονομής δικαιοσύνης, χωρίς όμως να παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία και τους λόγους για τους οποίους προβαίνει σε αυτή τη διαπίστωση. Με άλλα λόγια, ο ίδιος ο Αιτητής δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό προς υποστήριξη της θέσης πως τυχόν επιτυχία της έφεσης χωρίς αναστολή δεν θα οδηγήσει στην απονομή της δικαιοσύνης, με συνέπεια αυτή η θέση να παραμένει παντελώς γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη. Όπως διαφαίνεται από την ανωτέρω ανάλυση της νομολογίας, ο αιτών την αναστολή οφείλει να καταδείξει πως τυχόν επιτυχία της έφεσης χωρίς αναστολή θα οδηγήσει στην αδυναμία επιστροφής των πληρωθέντων ποσών με αποτέλεσμα η επιτυχία της έφεσης να παραμείνει χωρίς αξία. Σαφώς ο Αιτητής στην υπό κρίση περίπτωση δεν απέσεισε αυτό το βάρος εφόσον δεν προβάλλει οτιδήποτε προς ενίσχυση αυτής της θέσης. Αντιθέτως η πλευρά των Εναγόντων προβάλλει ισχυρισμό πως τόσο οι Ενάγοντες όσο και οι δικηγόροι τους είναι φερέγγυοι και σε θέση να αποπληρώσουν οποιοδήποτε ποσό ήθελε πληρωθεί προς αυτούς δυνάμει της υπό κρίση πρωτόδικης απόφασης. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την άλλη πλευρά και είναι ικανός να καταδείξει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα των Εναγόντων και των δικηγόρων τους να επιστρέψουν ακόμα και ολόκληρο το ποσό της απόφασης και των δικηγορικών εξόδων σε περίπτωση που αυτά ήθελαν καταβληθεί. Καθοδηγητική επί τούτου είναι η υπόθεση Charalambous v. C. Nicolaides and A. Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Having given due consideration to the totality of the circumstances of the case we have decided not to exercise our discretion in favour of a stay as moreover we are not persuaded that if the judgment debt and costs are paid there is no reasonable probability of sending them back if the appeal succeeds, (Atkins v.G.W.R. [1886] 2 T.L.R. 400, following Barker v. Lavery [1885] 14 Q.B.D. 769 C.A.).» Η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Demetriades Group of Companies Ltd v. APM Italian Type Ice-Cream Ltd, Πολ. Έφ. 372/15, ημ. 15.2.17, η οποία αποφασίστηκε ακριβώς στην ίδια βάση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «Η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο των Αιτητών, είναι, βεβαίως, δεσπόζον στοιχείο, δεδομένης της προαναφερθείσας ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Οι Αιτητές όμως απέτυχαν να θεμελιώσουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αόριστα και λαμβάνει τη μορφή γενικής επίκλησης. Το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναποτίθεται στους ώμους του κάθε Αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης. Όπως επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του (Χ΄΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Others
(1991)1 ΑΑΔ 172, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους (ανωτέρω), Ελενίτσα Κωνσταντινίδη (ανωτέρω)).΄Ο,τι μπορεί να εξαχθεί από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πως περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την επίκληση αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή. Περαιτέρω, η αδιαμφισβήτητη εκτεταμένη παρανομία που καλύπτει το επίδικο ακίνητο καθιστά ανύπαρκτο τον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, θα είναι παράνομη η κατοχή και χρήση του εν λόγω ακινήτου. Η τελεσιδικία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και υποστυλώνει, ευρύτερα, το κράτος δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό και με δεδομένες τις γενικόλογες τοποθετήσεις της πλευράς των Αιτητών ως προς το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης και της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων, δεν εντοπίζουμε έρεισμα αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης και αποστέρησης από τον επιτυχόντα διάδικο, τους Καθ΄ ων η αίτηση, των καρπών της επιτυχίας τους.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η εισήγηση του δικηγόρου του Εναγομένου 6 στην αγόρευση του πως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την παρούσα υπόθεση όχι μεμονωμένα αλλά συνολικά καθότι από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου προέκυψαν άλλες 19 αποφάσεις που συνεπάγονται την καταβολή προς τους Ενάγοντες αποζημιώσεις μερικών εκατομμυρίων, δεν αποτελεί μαρτυρία για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Ούτε και θεωρείται ότι είναι σχετική και επηρεάζει ή διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της υπό κρίση υπόθεσης και μόνο και εν πάση περιπτώσει η Δημοκρατία τεκμαίρεται φερέγγυα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 6)
(1993)1 Α.Α.Δ. 788) και επομένως είναι σε θέση να ικανοποιήσει την υπό κρίση απόφαση και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης να εισπράξει πίσω το ποσό που κατέβαλε. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων και εναντίον του Εναγομένου 6 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο