← Κύπρος

Ηλιάδης κ.α. ν. Woolworth (Cyprus) Properties Plc, Αρ. Αγωγής: 1300/13, 21/7/2020

Ηλιάδης κ.α. ν. Woolworth (Cyprus) Properties Plc, Αρ. Αγωγής: 1300/13, 21/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A416 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1300/13 ΜΕΤΑΞΥ: Ως Τροποποιήθηκε Δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου Ημερομηνίας 2.3.16 1. XXXXX Ηλιάδης 2. XXXXX Ηλιάδου 3. XXXXX Βάκη ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Ηλιάδη 4. XXXXX Καλησπέρα 5. XXXXX Λοΐζου 6. Ακίνητα Σ.Ζ. Ηλιάδης Λτδ Εναγόντων -και- Woolworth (Cyprus) Properties Plc Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Ιουλίου, 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες 1, 3 και 6: Ο κ. Α. Χαβιαράς, για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ (ΔΘ236). Για τους Ενάγοντες 4 και 5: Ο κ. Δ. Παπαδόπουλος, για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ254). Για τους Εναγομένους: Οι κ.κ. Κ. Βελάρης, για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ (ΔΘ 2) και Μ. Κλεόπας, για Κλεόπας & Κλεόπας ΔΕΠΕ (ΔΘ20). ΑΠΟΦΑΣΗ (Ως Τροποποιήθηκε με Δικαστικό Διάταγμα Ημερομηνίας 4.9.20) Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων: «(
  2. i)€1.277.175,32, ως αξία των συμφωνηθέντων ενοικίων ή/και ως υπόλοιπο καθυστερημένων ενοικίων ή/και μερικώς πληρωθέντων ενοικίων για την περίοδο μεταξύ Μάρτιο 2010 μέχρι Φεβρουάριο 2013 δυνάμει συμφωνίας ή/και ενοικιαστηρίου εγγράφου και (
  3. ii)€12.599.339,51 ως αξία συμφωνηθέντων ενοικίων μέχρι την λήξη της συμφωνίας ή/και του ενοικιαστηρίου εγγράφου, συγκεκριμένα μέχρι Ιούνιο 2020 και (iii) Αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο, προσχηματικό και παράνομο τερματισμό της ενοικίασης και (
  4. iv)Για αναγνωριστική απόφαση ότι οι εναγόμενη δεν δικαιούται να αφαιρέσει από τα υποστατικά οτιδήποτε άλλο από εμπορεύματα αναλώσιμα και ράφια. ................................................». Για την ενάγουσα 2 (XXXXX Ηλιάδου) - η οποία απεβίωσε μετά την καταχώριση της αγωγής - η αγωγή απορρίφθηκε την 23.6.16, λόγω μη εμφάνισης (μετά από αίτημα των εναγομένων). Είναι εκδοχή των εναγόντων πως ως ιδιοκτήτες ή και συνιδιοκτήτες των τεμαχίων XXXXX και XXXXX (Φ/Σχ. XX1/54.2.2), κατά ή πριν από το 1997 άρχισαν την κατασκευή επί των τεμαχίων, 18 καταστημάτων με προοπτική να ανεγείρουν και γραφεία στους πιο πάνω ορόφους. Ένεκα του κεντρικού σημείου της οικοδομής, τους πλησίασαν οι εναγόμενοι (δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα την Λευκωσία) - που τότε ονομαζόταν F.W.Woolworth (Cyprus) Ltd - και στα πολλά καταρτίστηκε μεταξύ τους συμφωνία ενοικίασης των ισογείων χώρων/καταστημάτων με την προϋπόθεση πως θα διαμορφώνονταν ως ενιαίος χώρος κατά τις υποδείξεις και απαιτήσεις των εναγομένων («το ακίνητο»). Η συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου συνομολογήθηκε την 3.10.97, ως το Τεκμήριο 3 («η συμφωνία ενοικίασης»). Ανάμεσα στους όρους της ήταν και το ότι η περίοδος ενοικίασης θα εκτεινόταν στα 20 έτη από την ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου στους εναγομένους. Δεδομένου πως η παράδοση έγινε τον Ιούνιο 2000, η περίοδος ενοικίασης θα έληγε τον Ιούνιο 2020. Το αρχικό ενοίκιο θα αναπροσαρμοζόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και οι εναγόμενοι θα είχαν επιλογή, όταν θα κτίζονταν οι όροφοι επί του ακινήτου, να προεκτείνουν την ενοικίαση ώστε να καλύπτονται και αυτοί. Οι ενάγοντες ανήγειραν τους ορόφους και οι εναγόμενοι άσκησαν το δικαίωμα επιλογής που τους παρασχέθηκε, με αποτέλεσμα την ενοποίηση δύο ορόφων με τα ισόγεια καταστήματα στο ακίνητο. Για τους πρόσθετους ορόφους έγιναν δύο συμφωνίες (ημερομηνίας 30.4.98 και 24.2.99), ως τα Τεκμήρια 4 και 5 αντιστοίχως («τα αρχικά ενοικιαστήρια»). Το ακίνητο (το οποίο ενοικιάστηκε με τα αρχικά ενοικιαστήρια), διαμορφώθηκε με αίτημα των εναγομένων σε ένα σύνολο, με τους εναγομένους να λειτουργούν εκεί (επί της γωνίας Λεωφόρου Μακαρίου Γ΄/Μνασιάδου/Πριγκιπίσσης Ζήνας Ντε Τύρας στην Λευκωσία), το κατάστημα με την επωνυμία «Avenue» και αργότερα με την επωνυμία «Debenhams». Η ενοικίαση τελέστηκε ενώ το ακίνητο βρίσκονταν υπό κατασκευήν. Περιλήφθηκε όρος στη συμφωνία ενοικίασης και στα αρχικά ενοικιαστήρια, σύμφωνα με τον οποίο οι εναγόμενοι θα είχαν την ευχέρεια να απαιτήσουν την εγκατάσταση ανελκυστήρα και κυλιόμενων κλιμακοστασίων στο ακίνητο (και άλλων τινών που δεν περιλαμβάνονταν στον αρχικό σχεδιασμό), οπόταν θα πλήρωναν στους ενάγοντες τη διαφορά. Τούτο και έγινε. Κατά ή πριν από τον Νοέμβριο 2010, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν προς τους ενάγοντες ότι τα αρχικά ενοικιαστήρια ήσαν άκυρα και πως ως εκ τούτου ακύρωναν τη συμφωνία ενοικίασης, εκφράζοντας πρόθεση εγκατάλειψης του ακινήτου. Μετά από χωριστές διαπραγματεύσεις των εναγομένων με τους ενάγοντες 1, 2 και 6 αφενός και τις ενάγουσες 4 και 5 αφετέρου, επήλθε τροποποιητική συμφωνία των αρχικών ενοικιαστηρίων με τους ενάγοντες 1, 2 και 6 [«η τροποποιητική συμφωνία 1, 2 και 6»] (βλ. Τεκμήριο 13). Οι κυριότερες πρόνοιες της συμφωνίας αυτής, ήταν η αναγνώριση από τους εναγομένους ότι τα αρχικά ενοικιαστήρια ήσαν έγκυρα και ισχυρά και παραχωρούντα δυνατότητα στους εναγομένους για ελάττωση της περιόδου ενοικίασης μέχρι την 28.2.17, μείωση του ενοικίου κατά €200.000,00, περίπου ετησίως και αναλογική πληρωμή του ενοικίου προς τους ενάγοντες και δέσμευση πως σε περίπτωση μη πληρωμής του ενοικίου θα επανέρχονταν οι πρόνοιες των αρχικών ενοικιαστηρίων. Στην τροποποιητική συμφωνία 1, 2 και 6, έγινε πρόβλεψη για υπογραφή αυτής και από τις ενάγουσες 4 και 5, ως συνιδιοκτητριών, με τους εναγομένους να αναλαμβάνουν την εξασφάλιση των υπογραφών αυτών. Οι εναγόμενοι παρέστησαν στους ενάγοντες 1, 2 και 6 ότι θα εξασφάλιζαν την υπογραφή των εναγουσών 4 και 5, κάτι που έγινε και έτσι οι εναγόμενοι άρχισαν να πληρώνουν το μειωμένο ενοίκιο. Η παράσταση τούτη των εναγομένων (αλλά και οι διαβεβαιώσεις τους) αποδείχθηκαν αναληθείς και δόλιες αποβλέποντας να εξασφαλίσουν την πληρωμή μειωμένου ενοικίου σε βάρος των εναγόντων. Ενώ η ενοικίαση λειτουργούσε με το μειωμένο ενοίκιο, περί την 10.10.12 οι ενάγοντες έλαβαν από τους εναγομένους επιστολή τερματισμού. Οι ενάγουσες 4 και 5 απάντησαν με επιστολή ημερομηνίας 17.10.12, προβαίνοντας και σε αναφορά σε κάποια τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 30.11.10, ενώ μέχρι τη στιγμή εκείνη οι ενάγοντες 1, 2 και 6, ήξευραν μόνον για την τροποποιητική συμφωνία 1, 2 και 6 (που έφερε ημερομηνία 3.11.10). Οι εναγόμενοι, αντί να ζητήσουν από τις ενάγουσες 4 και 5 την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας 1, 2 και 6, ζήτησαν από αυτές την υπογραφή τροποποιητικής συμφωνίας με άλλο περιεχόμενο, που δεν φέρει τις υπογραφές των άλλων συνιδιοκτητών [«η τροποποιητική συμφωνία 4 και 5»] (βλ. Τεκμήριο 14), με παρεπόμενο η τροποποιητική συμφωνία 1, 2 και 6 και η τροποποιητική συμφωνία 4 και 5 να είναι άκυρες και ανίσχυρες, με τις σχέσεις των διαδίκων να διέπονται πλέον από τα αρχικά ενοικιαστήρια. Γύρω στις 27.11.12, οι ενάγοντες παρέλαβαν από τους εναγομένους επιστολή επανατερματισμού. Περί την 18.12.12, οι εναγόμενοι έστειλαν στους ενάγοντες επιστολή με την οποία, σε αντίθεση με όσα επικαλούνταν προηγουμένως, αντέταξαν ότι ο τερματισμός της ενοικίασης έγινε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, προσφέροντας συν τω χρόνω μειωμένη ενοικίαση του ακινήτου από την αδελφή τους εταιρεία Apex Ltd. Κατόπιν διαβουλεύσεων, οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν το ακίνητο την 28.2.13, με τους ενάγοντες να καταβάλλουν (ανεπιτυχώς) προσπάθειες για εξεύρεση ενοικιαστή του ακινήτου ως ενιαίου συνόλου. Εξού και η απαίτηση. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν την αξίωση. Λέγουν ότι την 3.10.97, ο ενάγων 1 (XXXXX Ηλιάδης [ΜΕ1]), παρουσιαζόμενος ως εκπρόσωπος των εναγόντων 2-6 (και συνιδιοκτητών του ακινήτου) και ο XXXXX Σιακόλας, Εκτελεστικός Πρόεδρος των εναγομένων, κατέληξαν σε συμφωνία με την οποία οι εναγόμενοι θα ενοικίαζαν το ακίνητο. Έτσι, υπεγράφη η συμφωνία ενοικίασης. Στις 30.4.98, υπεγράφη συμφωνία που τροποποιούσε τη συμφωνία ενοικίασης για να προστεθεί ένας όροφος, ο πρώτος, που οι ενάγοντες είχαν πρόθεση να ανεγείρουν (βλ. Τεκμήριο 4). Στις 24.2.99, υπογράφθηκε συμφωνία ως το Τεκμήριο 5 για την πρόσθεση επιπρόσθετου ορόφου (του δεύτερου), στη συμφωνία ενοικίασης. Το ακίνητο θα παραδιδόταν ως κέλυφος στους εναγομένους οι οποίοι, κατά τις συμφωνίες, είχαν δικαίωμα να προβούν σε διαχωρισμούς, προσθήκες, μηχανολογικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, τοποθέτηση εξοπλισμού, θυρών και παραθύρων, ανελκυστήρων, κυλιόμενων σκαλών, πατωμάτων, ψευδοροφών και άλλων συστημάτων, με επιλογή και έξοδα των εναγομένων. Η συμφωνία ενοικίασης προνοούσε για την ετοιμασία και υπογραφή ενοικιαστηρίου εγγράφου διάρκειας είκοσι ετών το οποίο ποτέ δεν υπεγράφη. Περί τον Ιούνιο 2000, το ακίνητο παραδόθηκε προς τους εναγομένους για να χρησιμοποιηθεί ως πολυκατάστημα. Οι εναγόμενοι άρχισαν να πληρώνουν ενοίκιο από τον μήνα εκείνο, ενώ μερικές βδομάδες αργότερα άρχισε η λειτουργία του πολυκαταστήματος. Τον Ιούνιο 2006 περιήλθε εις γνώσιν των εναγομένων πως υπήρχε καταγγελία των εναγουσών 4 και 5 (αδελφών του ενάγοντα 1) και ότι η Αστυνομία εξέταζε πλαστογραφία σε έγγραφα που εξουσιοδοτούσαν τον ενάγοντα 1 να εκπροσωπεί τις ενάγουσες 4 και 5 για πράξεις που σχετίζονταν με την ανάπτυξη και ενοικίαση του ακινήτου. Ζητήθηκε από τον XXXXX Μητσίδη (ΜΥ6), να δώσει σχετική κατάθεση προς την Αστυνομία, κάτι που έπραξε παραδίδοντας στην Αστυνομία αντίγραφο πληρεξουσίου (βλ. Τεκμήριο 29) και πρωτότυπο πληρεξούσιο (βλ. Τεκμήριο 30). Όταν οι εναγόμενοι έμαθαν με επίσημη επιβεβαίωση από τις ενάγουσες 4 και 5 μέσω επιστολής του δικηγόρου τους ημερομηνίας 11.3.10 (βλ. Τεκμήριο 50), ότι ο ενάγων δεν είχε εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους τους τις αρχικές συμφωνίες, απέστειλαν επιστολή μέσω των δικηγόρων τους με ημερομηνία 19.3.10 (βλ. Τεκμήριο 11), διά της οποίας τερμάτισαν την ενοικίαση (για λόγους που εμφαίνονται στην επιστολή). Την ίδια περίοδο, με την επελθούσα οικονομική κρίση που επηρέαζε το λιανικό εμπόριο και άλλους τομείς του εμπορίου και της οικονομίας, επηρεάστηκαν παρομοίως και οι επιχειρήσεις στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄. Για να παραμείνουν οι εναγόμενοι ως ενοικιαστές του ακινήτου ζήτησαν από τους ενάγοντες επαναδιαπραγμάτευση του ενοικίου και των όρων ενοικίασης αφού η επιχείρηση του πολυκαταστήματος (που διαχειριζόταν η αδελφή εταιρεία των εναγομένων Ermes Department Stores Plc), κατέστη πολύ ζημιογόνος. Μετά από επαφές και συναντήσεις που είχαν εκπρόσωποι των διαδίκων, επιτεύχθηκε συμφωνία για το ενοίκιο και για το δικαίωμα των εναγομένων να τερματίσουν μονομερώς την ενοικίαση την 28.2.17 (βλ. Τεκμήρια 13 και 14). Έγιναν μερικές συναντήσεις μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2010, με την τελευταία να διεξάγεται την 20.9.10, στην οποία ήσαν παρόντες ο XXXXX Σιακόλας, ο δικηγόρος XXXXX Χαβιαράς, ο ενάγων 1 XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1), ο XXXXX Μιτσίδης (ΜΥ6), ο XXXXX Ανηλιάδης και ο δικηγόρος XXXXX Ιωαννίδης. Ήταν γνωστό, ότι ο XXXXX Ιωαννίδης ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων (δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου). Η συμμετοχή του XXXXX Ιωαννίδη στη συνάντηση έγινε ύστερα από παράκληση των εναγουσών 4 και 5 για να βοηθήσει (λόγω των σχέσεων του με τους εναγομένους) στην ανακάλυψη τρόπου συνέχισης της ενοικίασης. Στη συνάντηση, συμφωνήθηκε μείωση του ενοικίου και δικαίωμα εξόδου των εναγομένων, διά τερματισμού της ενοικίασης το τέλος Φεβρουαρίου 2017 (με προειδοποίηση). Δεν συζητήθηκε ή συμφωνήθηκε στη συνάντηση ότι η μη καταβολή του ενοικίου θα επανάφερε σε ισχύ οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με αυξημένο ενοίκιο ή την αρχική πρόνοια για τη διάρκεια της. Μηδέ και αναφέρθηκαν ή συμφωνήθηκαν τα μερίδια των εναγόντων επί του ενοικίου. Καταληκτική θέση των εναγομένων είναι ότι η συμφωνία ενοικίασης, τα αρχικά ενοικιαστήρια και οι διάφορες τροποποιητικές συμφωνίες, ήσαν άκυρες αφού έγιναν κατά παράβασιν του άρθρου 77

(1)(β) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Πέραν τούτων, οι εναγόμενοι ανταξιώνουν από τους ενάγοντες €3.000.000,00 «. ως αποζημιώσεις και/ή που αντιπροσωπεύουν την αξία του επίδικου εξοπλισμού που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ανελκυστήρες, κυλιόμενες σκάλες, βιτρίνες, συστήματα κλιματισμού-θέρμανσης, φωτιστικά, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, πορτοπαράθυρα κ.ά. και τα οποία παρέμειναν στο επίδικο ακίνητο προς όφελος των Εναγόντων ...» και (προσθέτως) γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Για επίρρωση της αγωγής, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1), XXXXX Δημητριάδη (ΜΕ2), XXXXX Λύτρα (ΜΕ3) και XXXXX Ταλαττίνη (ΜΕ4), ενώ οι εναγόμενοι, για σκοπούς υπεράσπισης, τη μαρτυρία των XXXXX Κουπεπίδη (ΜΥ1), XXXXX Τσαγγαρίδη (ΜΥ2), XXXXX Μακρίδου (MY3), XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ4), XXXXX Μακρή (ΜΥ5), XXXXX Μητσίδη (ΜΥ6), XXXXX Μαρκίδη (ΜΥ7) και XXXXX Αρναούτη (ΜΥ8). Για στοιχειοθέτηση της Aνταπαίτησης (ως περιορίστηκε διά της μαρτυρίας του XXXXX Μητσίδη (ΜΥ6) και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 73), οι εναγόμενοι (ως εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες), κάλεσαν (πέραν του ήδη καταθέσαντα XXXXX Μητσίδη [ΜΥ6]) και τους Στέλιο Αναστασιάδη (Μάρτυρα 1/Ανταπαίτηση) και XXXXX Μασιήνη (Μάρτυρα Υπεράσπισης 2/Ανταπαίτηση), ενώ για την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι ενάγοντες (ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι), κάλεσαν και τον XXXXX Τσαγγαρίδη (Μάρτυρα Υπεράσπισης 1/Ανταπαίτηση). Οι αναφορές των μαρτύρων και όλα τα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν επιλέχθηκε να αποτυπωθούν ρητώς στην ανά χείρας ετυμηγορία, μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας συντομότατης περίληψης (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη, είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως των εμπεριεχόμενων στη δικογραφία, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές μεταφέρθηκαν ανεπάφως από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Παραθέτω αμέσως και συντετμημένως τη μαρτυρία. Ο XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1), με παραπομπή και στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Β), αλλά και σε σειρά τεκμηρίων που κατέθεσε, αναφέρθηκε στα επίμαχα γεγονότα και ζήτησε την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Ο XXXXX Δημητριάδης (ΜΕ2), με αναφορά και στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Γ), κατέθεσε ως εγκεκριμένος επιμετρητής ποσοτήτων, επεξηγώντας έκθεση εκτίμησης κόστους που συνέταξε για τους ενάγοντες 6, περί του ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 38Α). Η XXXXX Λύτρα (ΜΕ3), Λογιστής, είπε για τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τα συμβαλλόμενα μέρη από τη συμφωνία ενοικίασης και τα αρχικά ενοικιαστήρια, με υπόβαθρο και τη γραπτή της δήλωση (βλ. Έγγραφο Δ). Ο XXXXX Ταλαττίνης (ΜΕ4), εκτιμητής ακινήτων, κατέθεσε (και) διά της γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Ε), για τον μόχθο του ιδίου και της εταιρείας του να εξεύρουν ενοικιαστή για το ακίνητο, με οδηγίες των εναγόντων 6 (αρχής γενομένης της 31.3.13). Ο XXXXX Κουπεπίδης (ΜΥ1), εγκεκριμένος επιμετρητής ποσοτήτων, με τη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Ε1), κατέθεσε και μετά επεξήγησε έκθεση που ετοίμασε για το ακίνητο (βλ. Τεκμήριο 41). Ο XXXXX Τσαγγαρίδης (ΜΥ2), ηλεκτρολόγος-μηχανικός, με εφαλτήριο τη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Ζ), ανέλυσε τα περί του εξοπλισμού στο ακίνητο. Η XXXXX Μακρίδου (MY3), Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπεύθυνη του Τμήματος Αστικών Υποθέσεων), παρουσίασε έγγραφα σχετιζόμενα με την αγωγή XXXXX/04 (βλ. Τεκμήριο 42). Ο Λοχίας XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ4), κατέθεσε τον αστυνομικό φάκελο για ανακρίσεις που διεξήχθησαν εναντίον του XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1) για την πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου (βλ. Τεκμήριο 43). Η XXXXX Μακρή (ΜΥ5), Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπεύθυνη του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων), κατέθεσε αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση XXXXX/08, με κατηγορούμενο τον XXXXX Ηλιάδη [ΜΕ1] (βλ. Τεκμήριο 47). Ο XXXXX Μητσίδης (ΜΥ6), Γραμματέας και Εσωτερικός Νομικός Σύμβουλος των εταιρειών του Ομίλου Σιακόλα - όπου είναι ενταγμένοι και οι εναγόμενοι - κατέθεσε περί των θεμάτων στην αγωγή και στην Ανταπαίτηση, με σημείο αναφοράς και τη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Η). Ο XXXXX Μαρκίδης (ΜΥ7), Δικαστικός Γραφολόγος, επεξήγησε διά της γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Η1), συναφή γραφολογική έκθεση που προετοίμασε (βλ. Τεκμήριο 75). Ο Αστυνόμος Α' XXXXX Αρναούτης (ΜΥ8), παλαιότερα υπηρετών στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Αρχηγείο Αστυνομίας), είπε για καταγγελία που είχε γίνει από τις ενάγουσες 4 και 5 κατά του XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1) για πλαστογραφημένα πληρεξούσια έγγραφα, διαλευκαίνοντας και έκθεση που είχε ετοιμάσει το 2007 (βλ. Τεκμήριο 77). Ο XXXXX Αναστασιάδης (Μάρτυς Υπεράσπισης 1/Ανταπαίτηση), μηχανολόγος/μηχανικός, κατέθεσε παραπέμποντας και στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Θ), ως Διευθύνων Σύμβουλος της KONE Elevators Cyprus Ltd και ως έχων άμεση εμπλοκή στην τοποθέτηση των ανελκυστήρων και των κυλιόμενων σκαλών στο ακίνητο. Εξήγησε τα της τοποθέτησης και λειτουργικής κατάστασης του εξοπλισμού. Ο XXXXX Μασιήνης (Μάρτυς Υπεράσπισης 2/Ανταπαίτηση), υπεύθυνος ασφαλείας και λειτουργίας του ακινήτου από τον Οκτώβριο 1999 και υπάλληλος των εναγόντων 6, αναφερόμενος και στη γραπτή του κατάθεση (βλ. Έγγραφο Ι), είπε για επισυμβάντα μετά την εγκατάλειψη του ακινήτου και για την επιθεώρηση του χώρου τον Νοέμβριο 2018. Ο XXXXX Τσαγγαρίδης (Μάρτυς Υπεράσπισης 3/Ανταπαίτηση), ηλεκτρολόγος μηχανικός και ενεργειακός επιθεωρητής μίλησε - με έρεισμα τη γραπτή του κατάθεση (βλ. Έγγραφο ΙΑ) - για επιθεώρηση του ακινήτου στην οποία προέβη την 30.1.18, εξηγώντας τα συμπεράσματα του ως τα απέγραψε σε έκθεση του (βλ. Τεκμήριο 83). Στις - ικανές και επιμελείς - αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη δικογραφία στην πλήρη της μορφή και το ίδιο έπραξα για τη γραπτή και προφορική μαρτυρία. Το αυτό και για τις αγορεύσεις των δικηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για αντίληψη των διαδραματιζομένων, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία, τελούσα σε εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες - και ως τέτοιοι κατέθεσαν οι XXXXX Δημητριάδης (ΜΕ2), XXXXX Ταλαττίνης (ΜΕ4), XXXXX Κουπεπίδης (ΜΥ1), XXXXX Τσαγγαρίδης (ΜΥ2), XXXXX Μαρκίδης (ΜΥ7), XXXXX Αναστασιάδης (Μάρτυς Υπεράσπισης 1/Ανταπαίτηση) και XXXXX Τσαγγαρίδης (Μάρτυς Υπεράσπισης 3/Ανταπαίτηση) - δεν θεώρησα τη μαρτυριακή τους συμπεριφορά στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον άλλων μαρτύρων και τούτο από σαφείς υποδείξεις της νομολογίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65). Αυτό δεν σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία των ειδικών αυτών εκτός των καθιερωμένων αρχών, ή ότι τους αντιμετώπισα διαφορετικώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και τούτο θα ήταν κατ' αρχήν κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΕ ν KRU, Έφεση 23/18, ημ. 3.12.19, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες είδαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, υπενθύμισα εαυτόν ότι ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών τους, δεν οδηγεί αναγκαστικώς και δίχως άλλο σε απόρριψη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε ικανοποιητικώς ή και καθόλου), πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής - με εξαίρεση (στην κανονική πορεία των πραγμάτων) τους πραγματογνώμονες μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαηλίδου και Άλλου ν Societe Generale Bank - Cyprus Limited, Ποιν. Έφ. 233/16, ημ. 10.9.18) - και ως δηλωτική αναίρεσης θέσεων τού αντεξετάζοντος (εκ μέρους του διαδίκου/πελάτη του), ή και ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας τις παραβλέψεις κατά συμμετρίαν της εμβέλειας τους και με το απόσταγμα της ζύμωσης να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΜ ν ΓΑΜ και Άλλων, ΠΕ 249/13, ημ. 18.2.20, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετουσιώθηκαν σε κανονικά τεκμήρια αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120, 122). Ως θα αναπτύξω, μου προξένησαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες οι XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1), XXXXX Δημητριάδης (ΜΕ2), XXXXX Λύτρα (ΜΕ3), XXXXX Ταλαττίνης (ΜΕ4), XXXXX Μακρίδου (ΜΥ3), XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ4), XXXXX Μακρή (ΜΥ5), XXXXX Μαρκίδης (ΜΥ7), XXXXX Αρναούτης (ΜΥ8), XXXXX Αναστασιάδης (Μάρτυς Υπεράσπισης 1/Ανταπαίτηση), XXXXX Μασιήνης (Μάρτυς Υπεράσπισης 2/Ανταπαίτηση) και XXXXX Τσαγγαρίδης (Μάρτυς Υπεράσπισης 3/Ανταπαίτηση). Μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες που μπορεί να παρατηρήθηκαν στη μαρτυρία τους, δεν επέδρασσαν στην ευμενή μαρτυριακή τους εικόνα, με αυτό να αποτελεί (αναλόγως της περίπτωσης) και ένδειξη απουσίας αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αυτών. Εκτός τούτου, γνωρίζουμε και το ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και πως διαφορές στη μαρτυρία - κατά το είδος τους - είναι κατά κανόναν αναπόφευκτες (βλ. κατ' αναλογίαν, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Οι XXXXX Κουπεπίδης (ΜΥ1) και XXXXX Τσαγγαρίδης (ΜΥ2) μου προξένησαν αρνητική εντύπωση. Με σεβασμό αναφέρω ότι αυτοί ήσαν (μεταξύ άλλων), αντιφατικοί, ασυνεχείς, γενικοί, αόριστοι και κλονισθέντες κατά την αντεξέταση (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας). Ήσαν συχνώς διστακτικοί στις απαντήσεις τους και τείνοντες να απομακρύνονται από οτιδήποτε (σχεδόν) θα μπορούσε να καταταχθεί ως βλαπτικό τής εκδοχής που προωθούσαν. Εξηγώ. Ο XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1), ήταν αρκετά σταθερός στη μαρτυρία του, δίχως να περιπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις ή ανακολουθίες. Μελέτησα προσεχτικώς τις περί του αντιθέτου θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων περί αναξιοπιστίας του μάρτυρα (πάντοτε έχοντας στη σκέψη τα επίδικα θέματα), δίχως όμως να συγκλίνω με τη δικηγορική αυτή ερμηνευτική (ως εκ της μαρτυρίας του μάρτυρα, τη φύση των ερωταπαντήσεων και της δικής μου διά ζώσης παρατήρησης του μάρτυρα ενώ κατέθετε). Ο μάρτυς έδωσε εμπεριστατωμένες απαντήσεις σε όσα του τέθηκαν, χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι η όποια (απαράδεκτη ούτως ή άλλως) γνώμη του (που έτυχε να παρεισδύσει στη μαρτυρία) επί νομικών και άλλων θεμάτων (και για τα οποία δεν κέκτηται πραγματογνωμοσύνης), δεσμεύει το Δικαστήριο άνευ ετέρου λόγω, ακριβώς, της αποδοχής της μαρτυρίας του. Το ζήτημα της γενικότερης αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν συνταιριάζεται με την αποδεικτική βαρύτητα της μαρτυρίας του, μια που η τελευταία, για διάφορους λόγους, μπορεί να υστερεί (ή να μην αρκεί) για την απόσειση ή ικανοποίηση τού όποιου βάρους ή επιπέδου απόδειξης, ή για τον ενστερνισμό οποιουδήποτε ισχυρισμού, θέσης ή εκδοχής προώθησε ο μάρτυς (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Ένα παράδειγμα, φύεται και από την προσπάθεια του μάρτυρα (που άρχισε από την κυρίως εξέταση και τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Β και συνεχίστηκε σε όλη τη μαρτυρία του), να σχολιάσει το περιεχόμενο και περιβάλλουσες περιστάσεις που οδήγησαν στην τροποποιητική συμφωνία 1, 2 και 6 (βλ. Τεκμήριο 13) και στην τροποποιητική συμφωνία 4 και 5 (βλ. Τεκμήριο 14). Ο μάρτυς είπε για τις επιδιώξεις του περί ανάπτυξης του ακινήτου και για την αναγκαιότητα συγκερασμού συμφερόντων και διαθέσεων μεταξύ των ιδιοκτητών του ακινήτου με απώτερη στόχευση την αξιοποίηση του ακινήτου, απορρίπτοντας τη διασύνδεση πληρεξουσίων εγγράφων που είχαν δοθεί σε αυτόν (από τις ενάγουσες 4 και 5) για την ανάπτυξη του ακινήτου. Ο μάρτυς είπε πως ό,τι συνέθεσε την κατάσταση που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας αγωγής διαχωρίζεται από τα πληρεξούσια έγγραφα και περιορίζεται σε τελευταία ανάλυση, στο σύνολο της συμπεριφοράς των ιδιοκτητών του ακινήτου και της επιθυμίας τους για ανάπτυξη και (επακολούθως ενοικίασης του) στους εναγομένους και αποκόμισης κέρδους. Οι απόψεις του μάρτυρα για το θέμα (που παρέμειναν και άσειστες κατά την αντεξέταση), μπορεί μεν στην έκταση που εκδηλώθηκαν για να καταρρίψουν (ως ερμήνευμα) τις θέσεις των εναγομένων να μην δεσμεύουν την τελική δικαστική απόφανση για το ζητούμενο, έχουν όμως την αξία τους ως προς τη (θετική) μαρτυριακή εικόνα που εξέπεμψε ο μάρτυς απαντώντας στις διάφορες ερωτήσεις. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1). Ο XXXXX Δημητριάδης (ΜΕ2), κατέθεσε ως πραγματογνώμονας, παραθέτοντας τη γνώμη και μεθοδολογία που υιοθέτησε για όσα κατέθεσε. Ειπώθηκαν διάφορα περί προχειρότητας της μαρτυρίας του - με τα οποία δεν συμφωνώ - και περί του υποδεέστερου της συγκρινόμενης τούτης προς τη μαρτυρία του XXXXX Κουπεπίδη (ΜΥ1). Η αξιολόγηση των μαρτύρων, υπό το φάσμα που τώρα απασχολεί, δεν απαρτίζει συγκριτική και μηχανιστική άσκηση μεταξύ μαρτύρων (και τούτο δεν έχει να κάνει με την επιβαλλόμενη αλληλοσχέτηση και αντιπαραβολή της μαρτυρίας και των εκδοχών όλων των μαρτύρων που καταθέτουν), αλλά με την εξέταση και το ξεψάχνισμα της μαρτυρίας του καθενός μάρτυρα ως προς τη διακρίβωση μεταβλητών ή σταθερών που μπορούν να κατατείνουν σε δικαστικούς συνειρμούς και εντυπώσεις για την ύπαρξη κινήτρων, αποστασιοποίησης από την αλήθεια και άλλων τινών, ως έχω ήδη αναφέρει (εν είδει αυτοπροειδοποίησης) ανωτέρω στην απόφαση. Ο μάρτυς ήταν λεπτομερής και γνήσιος στη μαρτυρία του, δίδοντας στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εχέγγυα ώστε τούτο να μπορεί να προβεί στις δικές του αντικειμενικές διαπιστώσεις με βάση τα παρασχεθέντα από τον μάρτυρα κριτήρια (βλ. κατ' αναλογίαν, Αγγελή ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 155/17, ημ. 27.11.19). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Δημητριάδη (ΜΕ2). Η XXXXX Λύτρα (ΜΕ3), κλήθηκε να αναφερθεί περί της είσπραξης ενοικίων και άλλων παρόμοιων, χωρίς να αμφισβητηθεί. Η μάρτυς ήταν θετική και απομακρυσμένη από τα συμφέροντα των διαδίκων. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Λύτρα (ΜΕ3). Ο XXXXX Ταλαττίνης (ΜΕ4), ήταν σαφέστατος, λεπτομερής και απολύτως κατανοητός στα όσα ξεδίπλωσε, παρέχοντας στο Δικαστήριο αυτά που ευλόγως αναμένονταν ώστε τούτο, όπως και στην περίπτωση των άλλων πραγματογνωμόνων που κατέθεσαν (και των οποίων η μαρτυρία κρίθηκε εδώ ως αποδεκτή), να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Ταλαττίνη (ΜΕ4). Ο XXXXX Κουπεπίδης (ΜΥ1), αποπειράθηκε να διασαφηνίσει πτυχές της επιμέτρησης στην οποία προέβη, παραδεχόμενος όμως - και τούτο είναι σημαντικό - πως αποδέχθηκε ως δεδομένα (φερ' ειπείν για τη μηχανολογική και υδραυλική εγκατάσταση), στοιχεία τα οποία, όχι μόνον δεν γνώριζε ο ίδιος ως υπαρκτά και ισχύοντα (πλην του ότι τα δέχθηκε ως εφαρμοζόμενα συμφώνως δηλώσεων τρίτων), αλλά δεν μπορούσε κιόλας να τα επαληθεύσει αφού (τουλάχιστον για τη μηχανολογική εγκατάσταση) όσα την αφορούσαν δεν εντάσσονταν στο πεδίο ειδικότητας του. Ο μάρτυς παραδέχθηκε ότι δεν επισκέφθηκε επιτόπου το υποστατικό για σκοπούς της εκτίμησης του, με αποτέλεσμα, ως διαφάνηκε από την αντεξεταστική ροή, να μην είναι σε θέση να πιστοποιήσει ζητήματα που θεώρησε ως δοσμένα κατά την εκτίμηση (παραδείγματος χάριν για τα αποχωρητήρια). Ο μάρτυς - μολονότι δεν προσήλθε για να παραπλανήσει το Δικαστήριο (απεναντίας ήταν εξόχως ειλικρινής), δεν κατόρθωσε σε αυτή την περίπτωση να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αρμόζοντα εχέγγυα ώστε να συνθέσουν αφετηρία για ασφαλή δικαστικά συμπεράσματα. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Κουπεπίδη (ΜΥ1). Ο XXXXX Τσαγγαρίδης (ΜΥ2), επικεντρώθηκε στην Ανταπαίτηση και στα περί της αξίας κάποιων μετακινήσιμων, υποτίθεται, αντικειμένων από το ακίνητο, αλλά και για το αν οι ενάγοντες έλαβαν ικανοποιητικά μέτρα για μετριασμό της ζημιάς τους. Ο μάρτυς, αν και δεν προσήλθε για να παραπλανήσει το Δικαστήριο (ή τους αντιδίκους), δεν ήταν σαφής και ακριβής στον λόγο του αναφορικώς (για παράδειγμα) προς την ταξινόμηση των αντικειμένων που ο ίδιος θεωρούσε ότι μπορούσαν να μετακινηθούν από το ακίνητο. Όταν κλήθηκε να προσδιορίσει τα κριτήρια με τα οποία προέβη στην κατάταξη αντικειμένων ως μετακινήσιμων, τούτος περιορίστηκε να επαναλάβει το ζητούμενο, πως δηλαδή, από ό,τι πίστευε, τα αντικείμενα αυτά ήταν «. δυνατό να μετακινηθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν». Οι απαντήσεις του, γενικευμένες ως ήσαν, διόλου δεν εντυπωσίασαν από απόψεως συνοχής. Όταν ο μάρτυς κλήθηκε να πει για το μέγεθος των κυλιόμενων ηλεκτρικών σκαλών εντός του ακινήτου, τόνισε ότι δεν είχε προχωρήσει σε μετρήσεις. Αυτό, έχει το δικό του βάρος αφού συναρτάται με τον προσδιορισμό των ηλεκτρικών αυτών σκαλών ως μετακινήσιμων (και κατ' ακολουθίαν ως εν τοις πράγμασι μετακινήσιμων από το ακίνητο). Ρωτήθηκε ο μάρτυς για το επί του εδάφους πρακτικόν μιας τέτοιας μετακίνησης από το ακίνητο, τη στιγμή που δεν ήξευρε το μέγεθος και άλλα σχετικά χαρακτηριστικά που ίσως του επέτρεπαν να είναι περισσότερο αναλυτικός για αυτά που μιλούσε. Μετά από επισταμένη αντεξέταση, ο μάρτυς έδωσε κάποιες εξηγήσεις για την ευχέρεια μετακίνησης και μεταφοράς των σκαλών από το ακίνητο, εισηγούμενος - με τρόπο δεικτικό ότι η απάντηση του ήταν δημιούργημα δεύτερης σκέψης - πως κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει με την αφαίρεση της βιτρίνας του ακινήτου, η οποία θα επανατοποθετούνταν. Ο μάρτυς ήταν όμως και αόριστος στη μαρτυρία του και για άλλα αντικείμενα για τα οποία μίλησε, όπως λόγου χάριν για τα φωτιστικά, για τα οποία δεν μπορούσε να πει αν το κόστος μετακίνησης θα ήταν συμφέρον. Τέλος - διότι υπάρχουν και άλλα τα οποία φαίνονται στα πρακτικά και μιλούν από μόνα τους - ο μάρτυς, ενώ στη γραπτή του κατάθεση (βλ. Έγγραφο Ζ), είχε πει ότι ο XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1) εκδήλωσε ενδιαφέρον στο να κρατήσει κάποιο εξοπλισμό (και προς τούτο επιθεώρησε το ακίνητο ζητώντας πληροφορίες από εταιρείες που προμήθευαν και εγκαθιστούσαν τέτοιο εξοπλισμό), στην αντεξέταση, επιμένοντας γενικώς στη θέση του, δέχθηκε επί της ουσίας πως δεν είχε μιλήσει προσωπικώς με τον XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1) για όσα ο μάρτυς απέδωσε στον τελευταίον. Βεβαίως - και δεν το παραβλέπω - ο μάρτυς δεν είχε δηλώσει ρητώς στη γραπτή του κατάθεση (βλ. Έγγραφο Ζ), πως ο XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1) μίλησε για το ενδιαφέρον του για τον εξοπλισμό κατευθείαν προς τον ίδιον. Εντούτοις, ακόμη και κατά την αντεξέταση, πριν τούτη προχωρήσει στο μεδούλι όσων συζητούνται, δεν επέλεξε να αποκαλύψει ότι η κατά τα άλλα απόλυτη αναφορά του εκπορευόταν από δευτερογενή πληροφόρηση που είχε και όχι από πρωτογενή εξακρίβωση. Απαιτήθηκαν τρία τόσα λεπτά αντεξέτασης για να κατασταλάξει ο μάρτυς στο ότι η περί ης ο λόγος πληροφόρηση είχε παρασχεθεί από κάποιον XXXXX Μιχαηλίδη ο οποίος, κατά τα λεχθέντα του μάρτυρα, ήταν ο υπεύθυνος του τεχνικού τμήματος των εναγομένων (και που πλέον δεν εργάζεται σε αυτούς). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Τσαγγαρίδη (ΜΥ2). Η XXXXX Μακρίδου (MY3), ήταν αντικειμενική και ουδέτερη. Κατέθεσε υποδειγματικώς για όσα της ζητήθηκαν. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Μακρίδου (ΜΥ3). Ο XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ4), παρέσχε τυπικής μορφής μαρτυρία. Ήταν σαφής στις απαντήσεις του και είχε ως γνώμονα την παράθεση της αλήθειας. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Νεοκλέους (ΜΥ4). Η XXXXX Μακρή (ΜΥ5), κατέθεσε επαγγελματικώς, με προσήλωση στον όρκο και στα καθήκοντα της. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Μακρή (ΜΥ5). Ο XXXXX Μητσίδης (ΜΥ6), επιχείρησε να εξωραΐσει εκφάνσεις της εκδοχής των εναγομένων. Μολαταύτα - και επειδή ακριβώς ο μάρτυς δοκίμασε να παραμείνει εντός παραμέτρων ειλικρίνειας και αλήθειας, καταθέτοντας ως εσωτερικός νομικός σύμβουλος αλλά και ως Γραμματέας των εναγομένων - περιέπεσε (στο εγχείρημα του αυτό), σε κάποιες ουσιώδεις αντιφάσεις και ανακολουθίες. Ο μάρτυς επεδίωξε να αποσαφηνίσει τους λόγους τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης από τους εναγομένους, παλινδρομώντας ενίοτε μεταξύ θέσεων που αφορούσαν στην πληρωμή των ενοικίων και στους αποδέκτες τους και κάποιων γενικευμένων (οικονομικών ούτω καλουμένων) λόγων, που, όποιοι και να ήσαν, διαδραμάτισαν, κατά τα λεχθέντα του, τον δικό τους καθοριστικό ρόλο. Κατά μια εκδοχή του, οι ενάγοντες δεν συμφωνούσαν ως προς το πώς και πού θα έπρεπε να πληρωνόταν το ενοίκιο και ότι «. ο ένας έλεγε πληρώστε στη Λαϊκή, ο άλλος καταθέστε σε account, άλλοι ήθελαν με αυτά τα μερίδια να πληρώσουμε με κάποια καθορισμένα μερίδια, τα οποία δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους, είναι όλα τα αυτά τα οποία μας οδήγησαν στην απόφαση να τερματίσουμε ...». Αυτή η εκδοχή (διασυνδεόμενη με τα περί τερματισμού εκ πλευράς εναγομένων), έτυχε πολύ παραστατικής αντίδρασης από τον κ. Παπαδόπουλο στη γραπτή του αγόρευση (με τη θέση του συνηγόρου να επικεντρώνεται στην πειστικότητα της θέσης των εναγομένων παρά σε κάτι άλλο), για το ότι οι εναγόμενοι κάλεσαν το Δικαστήριο να πιστέψει πως «. (ένεκα ασυμφωνίας των Εναγόντων ως προς τα μερίδια που τους αναλογούσαν στο Ακίνητο) ο λόγος που τερμάτισε την ενοικίαση ήταν επειδή δεν ήξερε που να πληρώσει το ενοίκιο! .». Δεν διαφωνώ με την ουσία που χρωματίζει η διαπίστωση αυτή. Η εκφορά της μαρτυρίας του μάρτυρα στις πτυχές αυτές, όπως και σε κάποιες άλλες που επισημαίνονται δειγματοληπτικώς (διότι υπάρχουν αρκετές στο πρακτικό της μαρτυρίας του), διέχυσε μια μάλλον αρνητική εντύπωση αναφορικώς προς την επικέντρωση του μάρτυρα στα όσα συνέβησαν (ή και έγιναν καταληπτά από αυτόν), ή και για όσα (ή πλείστα όσα), κλήθηκε να καταθέσει. Αναγνωρίζω ότι ο μάρτυς λειτούργησε, ως ήδη υπέμνησα, υπό μια διττή ιδιότητα (αυτή του Γραμματέα και του εσωτερικού νομικού συμβούλου των εναγομένων) και πως αρκετές φορές αναγκάσθηκε να δώσει εξωγενή επί εγγράφων μαρτυρία χωρίς να πληρούνται οι επί τούτω προϋποθέσεις ή, εν άλλοις λόγοις, δίχως να παρίσταται ανάγκη για κάτι τέτοιο τη στιγμή που η έγγραφη μαρτυρία ήταν επί του προκειμένου σαφής και αναντίρρητη. Μια πτυχή που ευστόχως αναδείχθηκε από τον κ. Χαβιαρά, είναι ότι, κατά τα ειπωθέντα από τον μάρτυρα (ή από τα συμφραζόμενα αυτών), ο μάρτυς ήξερε για τα περί της φερόμενης πλαστότητας του πολλάκις αναφερόμενου πληρεξουσίου εγγράφου από το 2006 - έχοντας μάλιστα δώσει και ο ίδιος γραπτή κατάθεση προς την Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 43/Κυανούν 48) - με τους εναγομένους να μην αντιδρούν και να συνεχίζουν τη συμφωνία ενοικίασης για αρκετά έτη επέκεινα. Τούτο, επισημαίνεται ως ασυνέπεια στην εκδοχή των εναγομένων και όχι, εννοείται, ως ενδεικτικό αναξιοπιστίας του μάρτυρα. Πέραν τούτου, ο μάρτυς ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση, με τρόπο άτεγκτο, για τα περί της ημερομηνίας υπογραφής της συμπληρωματικής τροποποιητικής συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 13) και για το ότι η ημερομηνία δεν ήταν ακριβής. Του υποβλήθηκε πως η θέση του - ως διατυπώνεται και στην παράγραφο 43 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Η - αφίσταται της πραγματικότητας και πως οι ημερομηνίες είναι ακριβείς. Ο μάρτυς, προσπάθησε να απαντήσει διεξερχόμενος σειράς εγγράφων επί του εδωλίου, πλην όμως απέτυχε να αντιδράσει επακριβώς στην υποβολή του κ. Χαβιαρά, για να πει λίγο αργότερα ότι οι ημερομηνίες στα έγγραφα εξεικονίζουν τη χρονική πραγματικότητα και όχι άλλη (περί της οποίας θα έπρεπε να δοθεί προφορική μαρτυρία). Ο μάρτυς, δεν ήταν πειστικός ούτε και για το αν τα περί πρότασης ενοικίασης από την Apex Ltd, συνιστούσε συγκεκαλυμμένο τόλμημα για ξεγέλασμα των εναγόντων «. ώστε να μειωθεί η απαίτηση τους για τον παράνομο τερματισμό της σύμβασης». Ο μάρτυς, με τον τρόπο που απαντούσε, έδειξε ότι ήθελε να παραμείνει εντός των ορίων των νομικών και άλλων χειρισμών των εναγομένων κατά τους κρίσιμους χρόνους, χωρίς ο μάρτυς να γίνει (ή να μπορούσε να γίνει), ιδιαίτερα αναλυτικός. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Μητσίδη (ΜΥ6). Ο XXXXX Μαρκίδης (ΜΥ7), εξήγησε επαρκώς τη γνώμη και τα συμπεράσματα του σε σχέση προς το πρωτότυπο πληρεξούσιο έγγραφο του Τεκμηρίου 30, ξεκαθαρίζοντας την έκθεση του (βλ. Τεκμήριο 75), δίνοντας όσα το Δικαστήριο θα μπορούσε να χρειαστεί αντικειμενικώς εξ απόψεως πληροφόρησης για να δυνηθεί να εξάγει τα δικά του αναγκαία συμπεράσματα. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Μαρκίδη (ΜΥ7). Ο XXXXX Αρναούτης (ΜΥ8), έδωσε τη μαρτυρία του με αντικειμενικότητα, απαντώντας με ειλικρίνεια την κάθε ερώτηση που του τέθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη συνοχή και στον ορθολογισμό των λεχθέντων του. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Αρναούτη (ΜΥ8). Ο XXXXX Αναστασιάδης (Μάρτυς Υπεράσπισης 1/Ανταπαίτηση), ήταν χειρουργικός στις απαντήσεις του. Δήλωσε άνευ περιστροφών για το κατά πόσον οι κυλιόμενες σκάλες σε ένα κτήριο μπορούν να χρησιμοποιηθούν - αφού αφαιρεθούν - σε άλλο κτήριο (θέμα που απασχόλησε τους εναγομένους), λέγοντας πως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί νοουμένου ότι «. συμπίπτουν όλα τα διαστασιολογικά δεδομένα» και πως στην αφορώσα περίπτωση υπήρξε προσφορά για αγορά των κυλιόμενων σκαλών για εκποίηση τους ως ανταλλακτικών, ή ακόμη και ως πρώτης ύλης («. αν έχουν και αξία σαν παλιοσίδερα»). Ο μάρτυς παρέμεινε αταλάντευτος. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Αναστασιάδη (Μάρτυρα Υπεράσπισης 1/Ανταπαίτηση). Ο XXXXX Μασιήνης (Μάρτυς Υπεράσπισης 2/Ανταπαίτηση), ήταν καθαρός σε ό,τι είπε, με την αντεξέταση του να είναι πολύ σύντομη και να μην αναδεικνύει κατιτί που να στρέφει τη δικαστική προσοχή προς άλλες σκέψεις σε ό,τι αφορά στην αξιολογική του κατάταξη. Το ότι ο μισθός του μάρτυρα, ως είπε, καταβάλλεται από τους ενάγοντες 6 - και εξετάστηκε και για τούτο, αποτέλεσε αίτιο για προσεκτική αυτοπροειδοποίηση μου, δίχως να διαγνώσω κίνητρα ή ελατήρια για παραπλάνηση από τον μάρτυρα ή για εύνοια του προς τους ενάγοντες 6 (ή τους υπόλοιπους ενάγοντες), ως εκ της προειρημένης σχέσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192, Μουζάκης ν Της Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 220, 223-224). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Μασιήνη (Μάρτυρα Υπεράσπισης 2/Ανταπαίτηση). Ο XXXXX Τσαγγαρίδης (Μάρτυς Υπεράσπισης 3/Ανταπαίτηση), κατέθεσε αδιαθλάστως, διευκρινίζοντας όσα κλήθηκε να εξηγήσει, δίχως να αμφισβητηθεί ουσιωδώς κατά την αντεξέταση. Ανέλυσε ικανώς προς το Δικαστήριο την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του (βλ. Τεκμήριο 83). Ρωτήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, αν από μια οπτική εξέταση μπορούσε όντως να κρίνει αν έχρηζαν αλλαγής οι υαλοπίνακες στο ακίνητο. Ο μάρτυς απάντησε στην (τρόπον τινά) αμφισβητητική αυτή ερώτηση, πως τούτο μπορούσε να το πράξει - και το έπραξε - με βάθρο την επαρκή εμπειρία που κατείχε αλλά και τη γνώση περί των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση προδιαγραφών και προτύπων. Η γενική υποβολή που του τέθηκε ότι η οπτική εξέταση στην οποία προέβη, έγινε «. με μόνο στόχο να διορθωθούν ελλείψεις της μαρτυρίας που έχει δοθεί μέχρι στιγμής αναφορικά με την απαίτηση» - και την οποία ο μάρτυς απέρριψε αμέσως και καθέτως - έμεινε έωλη υποστηρικτικού θεμέλιου. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Τσαγγαρίδη (Μάρτυρα Υπεράσπισης 3/Ανταπαίτηση). Προχωρώ στα (πρόσθετα) τελικά ευρήματα. Περί το 1990 οι ενάγοντες 6, ιδιοκτήτες του τεμαχίου XXXXX επί των οδών Μνασιάδου και Πριγκιπίσσης Ζήνας Ντε Τύρας στην Λευκωσία, συμφώνησαν με τους ενάγοντες 1, 2, 3 (XXXXX Ηλιάδη), 4, 5, ιδιοκτητών του παρακείμενου τεμαχίου XXXXX επί της Λεωφόρου Μακαρίου 22 στην Λευκωσία, για την από κοινού ανάπτυξη των δύο τεμαχίων σε ένα αδιαίρετο κτήριο/εμπορικό κέντρο που θα περιλάμβανε καταστήματα και γραφεία. Τον Σεπτέμβριο 1997, οι ενάγοντες 1-5 συμφώνησαν να αναθέσουν στους ενάγοντες 6 την υλοποίηση του έργου. Ταυτοχρόνως, οι συνιδιοκτήτες των τεμαχίων (του ακινήτου), εξουσιοδότησαν τον XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1), να τους εκπροσωπήσει σε όλα τα σχετικά και απαιτούμενα διαβήματα. Οι ενάγοντες 6 ανέθεσαν στο αρχιτεκτονικό γραφείο XXXXX Μελετίου τον σχεδιασμό του εμπορικού έργου και όσα ενέπιπταν στην ειδικότητα του. Το έργο αποφασίστηκε να εκτελεστεί σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση, αποτελούνταν από τα καταστήματα λιανικής πώλησης και η δεύτερη από γραφεία που θα δημιουργούνταν άνωθεν των καταστημάτων. Ο αρχιτέκτονας κατέληξε στον σχεδιασμό της πρώτης φάσης με ένα κτήριο το οποίο θα περιλάμβανε 18 συνεχόμενα καταστήματα με ισόγειο και μεσοπάτωμα, που θα είχαν πρόσωπο προς τη Λεωφόρο Μακαρίου και τις οδούς Μνασιάδου και Πριγκιπίσσης Ζήνας Ντε Τύρας. Μετά που ο αρχιτέκτονας εκπόνησε τα σχέδια (και οι ενάγοντες 6 τα ενέκριναν), υποβλήθηκε αίτηση για την έκδοση πολεοδομικής άδειας, η οποία και εξασφαλίστηκε από τον Δήμο Λευκωσίας (βλ. Τεκμήριο 1). Έτσι έγινε και για την άδεια οικοδομής (βλ. Τεκμήριο 2). Την ίδια περίοδο, ο XXXXX Σιακόλας ενεργώντας εκ μέρους των εναγομένων, πλησίασε τον XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1) και εξέφρασε ενδιαφέρον για την ενοικίαση των 18 καταστημάτων που θα κατασκευάζονταν ως πρώτη φάση. Μετά από μακρές και επίμονες διαπραγματεύσεις, τα μέρη κατέληξαν στη συμφωνία ενοικίασης για περίοδο 20 ετών από τη μέρα που τα καταστήματα θα ήσαν έτοιμα για χρήση και παραδοτέα προς ενοικίαση. Η συμφωνία ενοικίασης είχε ημερομηνία 3.10.97 (βλ. Τεκμήριο 3). Παρενθέτεται, πως στο κείμενο της συμφωνίας ενοικίασης αναγράφεται ότι η συμφωνία ενοικίασης αφορά στην «. απαρίθμηση βασικών όρων Συμφωνίας Ενοικίασης που πρόκειται να συναφθεί .» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Είναι γεγονός ότι δεν υπεγράφη συμφωνία ενοικίασης μεταξύ των συμβαλλομένων (κατά τα προνοούμενα στη συμφωνία ενοικίασης). Μολοντούτο - και σε απόκλιση των θέσεων των εναγομένων - η συμφωνία ενοικίασης εφαρμόστηκε (με κατά νουν και τις πρόνοιες του όρου 21 αυτής), με την παράδοση του ακινήτου από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους και την ανάλογη πληρωμή των αφορώντων ενοικίων από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες επί σειρά ετών (βλ. κατ' αναλογίαν, Branca v Cobarro
(1947)2 All ER 101, 103). Περιπλέον, άλλες ενέργειες και συμπεριφορές των συμβαλλομένων - ως εξάγεται επί παραδείγματι και από τις συμφωνίες/Τεκμήρια 4-5 - δείχνουν ότι οι σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων/διαδίκων, διέπονταν από τους όρους της συμφωνίας ενοικίασης (βλ. Τεκμήρια 8-10). Οι εναγόμενοι διατείνονται πως ο XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1) δεν ήταν νομίμως εξουσιοδοτημένος από τις ενάγουσες 4 και 5 να υπογράψει εκ μέρους τους τη συμφωνία ενοικίασης και ό,τι άλλο κρινόταν αναγκαίο και τούτο λόγω τού ότι ελλείπει η συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του άρθρου 77
(1)(β) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, αλλά και γιατί το πληρεξούσιο έγγραφο διά του οποίου ο μάρτυς (ως διισχυρίζονται οι εναγόμενοι), υπέγραψε εκ μέρους της ενάγουσας 5, ήταν πλαστό. Περί αυτού αναπτύχθηκε μακρά και σθεναρή επιχειρηματολογία στις αγορεύσεις (και υπήρξε αρκετή ενασχόληση και κατά τη μαρτυρία). Οι ενέργειες του XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1), οι οποίες σχετίζονταν με την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης και των αρχικών ενοικιαστηρίων, δεν έγιναν - και δεν χρειαζόταν να γίνουν - με βάση οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο. Πέραν και ανεξαρτήτως τού ότι πουθενά στα υπογραμμένα έγγραφα δεν αναφέρεται (ή συμπεριλαμβάνεται ως παράρτημα) η ύπαρξη τέτοιου πληρεξουσίου εγγράφου (αν και ουχί απαραιτήτως επιβεβλημένο), το τι προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία (κυρίως αυτής του XXXXX Ηλιάδη [ΜΕ1]) είναι πως οι εναγόμενοι δεν ζήτησαν την παρουσίαση πληρεξουσίου εγγράφου πριν από την υπογραφή της συμφωνίας αφού είχαν (διά αξιωματούχων τους όπως του XXXXX Σιακόλα) συναντηθεί με όλους τους ιδιοκτήτες του ακινήτου και γνώριζαν ότι οι ενάγοντες επρόκειτο να προχωρήσουν στην ενοικίαση του ακινήτου κατά τα τελικώς συμφωνηθέντα. Η θέση αυτή των εναγόντων - και συγκεκριμένως του XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1) - δεν αντικρούστηκε ή αμφισβητήθηκε ευθέως και εναργώς από τους εναγομένους στην αντεξέταση. Ο πυρήνας όμως του πράγματος έγκειται στο ότι ο XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1), ενεργούσε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ως νόμιμος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόντων και συμβαλλομένων, οι οποίοι ήξεραν και επικροτούσαν τις πράξεις του, δίχως με αυτό μάλιστα να επηρεάζονται και τα δικαιώματα των εναγομένων, οι οποίοι (ας μην λησμονείται), γνώριζαν από το 2006 για τις οικογενειακές διαφορές μεταξύ των εναγουσών 4 και 5 με τον αδελφό τους (XXXXX Ηλιάδη [ΜΕ1]), χωρίς ποτέ οι εναγόμενοι να προτάξουν κάποιο ζήτημα σε σχέση προς αυτό παρά μόνον, έτη μετά, όταν προφασίστηκαν το γεγονός ως διαπλαστικό δικαιώματος τερματισμού (βλ. Τεκμήρια 17 και 18). Άξιον λόγου, είναι και το ότι, πάλι με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία, οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί πλαστότητας των πληρεξουσίων εγγράφων - όσων αναφέρθηκαν ως τέτοια στη δίκη ή ως σχετικά με αυτή όπως τα Τεκμήρια 29 και 30 - αποσύρθηκαν από τις ενάγουσες 4 και 5 ή εν πάση περιπτώσει δεν οδήγησαν ποτέ σε σύστοιχη καταδίκη του XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1), ή στην έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του και τέτοιες ευκαιρίες υπήρξαν (βλ. Τεκμήρια 15, 15Α, 16, 42, 47). Έχει όμως και κάτι άλλο τη σημαντικότητα του. Ότι, οι εναγόμενοι πιθανόν να θεώρησαν - και χάριν συζήτησης το προεκτείνω αυτό - πως η όποια πλαστή υπογραφή των εναγουσών 4 και 5 θα μπορούσε να οδηγήσει αυτομάτως σε εύρημα πλαστογραφίας χωρίς άλλη μαρτυρία για προφορική εξουσιοδότηση προς τον φερόμενο θύτη (εδώ κατά συζήτησιν τον XXXXX Ηλιάδη [ΜΕ1]), να υπογράψει, έστω, τα πληρεξούσια αυτά για λογαριασμό των εναγουσών 4 και 5. Η προφορική εξουσιοδότηση συναποτελεί στοιχείο το οποίο συνυπολογίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις (και για πολύ καλούς λόγους) αφού η όποια τέτοια εξουσιοδότηση μπορεί να ρίξει φως στα της αποτύπωσης της υπογραφής και να ξεκαθαρίσει την υποτιθέμενη πλαστότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Χουλιώτη ν Marketrends Custodian Services Ltd και Άλλων, ΠΕ 507/12, ημ. 29.10.19, Ποιηταρίδη ν Anopa Investements Limited, ΠΕ 260/11, ημ. 25.5.18, Karayiannis Brothers & Co Ltd v Τράπεζας Κύπρου, ΠΕ 367/08, ημ. 26.10.17). Τίποτα δεν δεικνύει ότι για τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών επιδείχθηκε (ή χρησιμοποιήθηκε) από τον XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1), οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο, τοσούτω δε μάλλον πλαστογραφημένο. Η συμφωνία ενοικίασης υπογράφθηκε από τους συμβαλλομένους (και όλους τους ιδιοκτήτες του ακινήτου) στην παρουσία δύο ικανών προς το συμβάλλεσθαι μαρτύρων οι οποίοι (κατά την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία) προσυπέγραψαν την συμφωνία ενοικίασης ως τέτοιοι (της συμφωνίας αυτής ούσας για μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο πέραν του ενός έτους). Ό,τι προβάλλει ως ιδιαίτερα σημαντικό - και που παρέμεινε και αυτό αναντίρρητο - είναι πως οι ενάγουσες 4 και 5 ενέκριναν και δέχθηκαν ρητώς ή και σιωπηρώς (ως εκ της συμπεριφοράς και στάσης τους), τα όσα εκπήγαζαν από τη συμφωνία ενοικίασης, με αυτές να μην αποκηρύττουν ποτέ τις πράξεις του XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1) και τα συνεπόμενα τους. Οι ενάγουσες 4 και 5 (όπως και οι υπόλοιποι ενάγοντες), απολάμβαναν ανεπιφυλάκτως τα χρηματικά οφέλη της συμφωνίας ενοικίασης και οι εναγόμενοι την ενοικίαση του ακινήτου. Τον Σεπτέμβριο 1998, οι ενάγοντες (συνιδιοκτήτες) αποφάσισαν λήψη κατασκευαστικού δανείου από την Λαϊκή Τράπεζα προβαίνοντας σε εκχώρηση των (ως εκ της ενοικίασης) εισοδημάτων που αναλογούσαν στον καθένα από αυτούς προς όφελος της τράπεζας για εξασφάλιση του δανείου. Οι συνιδιοκτήτες παραχώρησαν και προσωπικές εγγυήσεις προς την Λαϊκή Τράπεζα και υποθήκευσαν το μερίδιο που τους αναλογούσε προς διασφάλιση του δανείου. Έτσι (με όλα αυτά και άλλα που αποτυπώθηκαν στα πρακτικά από τους αξιόπιστους μάρτυρες) - δυνάμει και των προνοιών των άρθρων 156-157 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 (βλ. γενικώς, Pollock and Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 16η έκδ., 2019, Τόμ. 2, σελ. 1684-1700) - οι ενάγουσες 4 και 5 αποδέχθηκαν τις πράξεις του XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1), υπό τις περιστάσεις που περιεγράφηκαν. Δεν έδειξαν ποτέ οι εναγόμενοι κάτι που να υπαινίττεται πως η συμφωνία ενοικίασης δεν ήταν πράγματι συμφωνία ενοικίασης. Ουδέ και απαίτησαν κατοπινώς την ετοιμασία συμφωνίας ενοικίασης κατά τα δικά τους πρότυπα. Τουναντίον (ως ήδη επισημάνθηκε και θα αναλυθεί και πιο κάτω), οι εναγόμενοι προχώρησαν (με όλους τους συμβαλλομένους) στη συνομολόγηση (νομίμως) των αρχικών ενοικιαστηρίων (τροποποιητικών συμφωνιών/Τεκμήρια 4 και 5) που παρέπεμπαν στη συμφωνία ενοικίασης ως τέτοιας, εκτός βεβαίως των όσων γράφτηκαν ήδη για το θέμα στην ετυμηγορία (διότι το Δικαστήριο είναι που αποφαίνεται για την κατάταξη και νομιμότητα μιας συμφωνίας και όχι κατ' ανάγκην οι συμβαλλόμενοι μεταξύ τους [βλ. κατ' αναλογίαν, Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν C & S American Heart Institute Ltd και Άλλων
(2011)1(Α) ΑΑΔ 379, 394)]). Οι εναγόμενοι κωλύονται, εδώ, από το να προτάσσουν οτιδήποτε το διαφορετικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Βογαζιάνος και Άλλων ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ 1)
(2011)1(Α) ΑΑΔ 253, 262-265, Πούρικκος ν Σαββα και Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 507, 517-519). Μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης (και κατά τα προβλεπόμενα στον όρο 3), οι εναγόμενοι γνωστοποίησαν στους ενάγοντες τις κυριότερες τροποποιήσεις που επιθυμούσαν για την ενοποίηση των 18 καταστημάτων στο επίπεδο του ισογείου και του μεσοπατώματος, για διάπλαση με αυτό τον τρόπο ενός μεγάλου ενιαίου χώρου λιανικής πώλησης. Οι οδηγίες των εναγομένων μεταφέρθηκαν στον αρχιτέκτονα ο οποίος ανέλαβε επιτυχώς τα καθέκαστα. Περί τις αρχές 1998, οι ενάγοντες κοινοποίησαν προς τους εναγομένους πρόθεση να κατασκευάσουν πρόσθετο πρώτο όροφο ύπερθεν των 18 καταστημάτων. Οι εναγόμενοι (διά ενεργοποίησης του όρου 13 της συμφωνίας ενοικίασης), εξέφρασαν ενδιαφέρον προς τους ενάγοντες για ενοικίαση του πρώτου ορόφου και έτσι την 30.4.98 υπεγράφη μεταξύ τους (νόμιμη) δεύτερη συμφωνία ενοικίασης του πρώτου ορόφου για περίοδο 20 ετών, έναντι ενοικίου ΛΚ103.000,00, για το πρώτο έτος της ενοικίασης και το οποίο θα ήταν επιπρόσθετο του ενοικίου που οι εναγόμενοι συμφώνησαν να καταβάλλουν για τα 18 καταστήματα του ισογείου (βλ. Τεκμήριο 4). Περί τα τέλη 1998, άρχισαν οι σχετικές κατασκευαστικές εργασίες στο ακίνητο από την Cybarco. Αρχές του 1999, οι ενάγοντες αποφάσισαν να κατασκευάσουν και άλλους ορόφους στο εμπορικό κέντρο. Ενημέρωσαν τους εναγομένους και οι τελευταίοι εκδήλωσαν ενδιαφέρον για ενοικίαση και του δεύτερου ορόφου, με συνεπόμενο να υπογραφεί και τρίτη συμφωνία την 24.2.99 για ποσό ΛΚ81.500,00 ετησίως (βλ. Τεκμήριο 5), υπό τους ίδιους όρους, ως οι δύο προγενέστερες συμφωνίες (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Οι χώροι διαμορφώθηκαν κατά τις επιθυμίες των εναγομένων, με εξασφαλισθείσες και τις ανάλογες τροποποιητικές άδειες οικοδομής (βλ. Τεκμήριο 6). Σε όλη τη διάρκεια των έργων, παρίσταντο εκπρόσωποι των εναγομένων οι οποίοι έδιδαν και οδηγίες για την ανέγερση των ορόφων. Επιθυμία των εναγομένων ήταν η κατασκευή ενός αδιαμέριστου πολυκαταστήματος σε τέσσερα επίπεδα (ισόγειο, μεσοπάτωμα, πρώτος όροφος, δεύτερος όροφος) και γι' αυτό ήσαν σε συνεχή επαφή με τον αρχιτέκτονα και άλλους συμβούλους των εναγόντων 6, ώστε το πολυκατάστημα να συμπληρωθεί το συντομότερο και όπως το ήθελαν. Οι ενάγοντες προέβησαν σε όλα τα απαιτούμενα διαβήματα και ενέργειες τηρώντας τους όρους των συμφωνιών. Η κατασκευή του πολυκαταστήματος περατώθηκε (και παραδόθηκε στους εναγομένους) περί το τέλος Μαΐου
  1. Το ενοίκιο για την ενοικίαση άρχισε να πληρώνεται την 1.6.00 (ημερομηνία έναρξης της εικοσαετούς ενοικίασης). Οι ενάγοντες συνέχισαν τη συμπλήρωση του εμπορικού κέντρου προσθέτοντας πέντε άλλους ορόφους (που οι ενάγοντες είχαν πρώτα προσφέρει προς ενοικίαση στους εναγομένους, με τους τελευταίους να μην ενδιαφέρονται). Οι εναγόμενοι, έχοντας παραλάβει το πολυκατάστημα, άρχισαν σταδιακώς να το εξοπλίζουν και εν συνέχεια να το λειτουργούν με την ονομασία Avenue και σε μεταγενέστερο στάδιο, με την ονομασία Debenhams. Κατά τα πρώτα έτη της ενοικίασης, η συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων ήταν ομαλή. Τα ενοίκια καταβάλλονταν κανονικώς σε ειδικό λογαριασμό στην Λαϊκή Τράπεζα (τον οποίο άνοιξαν οι ενάγοντες την 22.12.99). Το ενοίκιο είχε εκχωρηθεί από τους ενάγοντες προς την Λαϊκή Τράπεζα για σκοπούς αποπληρωμής του προειρημένου δανείου (που η τράπεζα είχε χορηγήσει προς τους ενάγοντες 6 για την κατασκευή του εμπορικού κέντρου). Στο μεταξύ, οι εναγόμενοι προέβησαν σε διάφορες αυθαίρετες τροποποιήσεις και παρεμβάσεις στο ακίνητο (μετά που το παρέλαβαν και ξεκίνησε η περίοδος ενοικίασης). Πιο συγκεκριμένα, άρχισαν να εκμεταλλεύονται το μεσοπάτωμα για λιανικές πωλήσεις, κατασκεύασαν δοκιμαστήρια και άλλους χώρους δίχως την έγκριση των εναγόντων και προχώρησαν στη δημιουργία παραπηγμάτων στον ισόγειο υπαίθριο χώρο του ακινήτου, παραβιάζοντας την πολεοδομική άδεια, με παρεπόμενο να καθίσταται αδύνατη η εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης του ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 7). Οι εναγόμενοι λεν ότι οι συμφωνίες με τους ενάγοντες είναι εξ υπαρχής άκυρες ή και ακυρώσιμες αφού το ακίνητο και τα επ' αυτού υποστατικά δεν έτυχαν πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή, κατά παράβασιν του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
  2. Η θέση δεν είναι ορθή. Η μη αποκόμιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης οφείλεται (κατά την αξιόπιστη μαρτυρία), σε πράξεις των εναγομένων. Το πιστοποιητικό τούτο, δεν συνιστά προαπαιτούμενο εγκυρότητας μιας σύμβασης (ως η επίδικη), μήτε και η αντίστοιχη παραβίαση νομοθετικών διατάξεων (όπως αυτές που απασχολούν) επιφέρει απαρεγκλίτως (ως υποβάλλουν οι εναγόμενοι) και ακυρότητα των περί ων ο λόγος συμφωνιών (βλ. κατ' αναλογίαν, Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν DDB (Cyprus) Advertising Ltd, ΠΕ 7/13, ημ.19.2.20, Kyriakos Andreou Arsiotis Developments & Constructions Limited (Πρώην Kyriakos Andreou Arsiotis Developments Limited) και Άλλος ν Highway Gardens City Ltd, ΠΕ 106/12, ημ. 18.4.18, Ch Aresti Estates Limited και Άλλων ν Loucas Kyprianou & Co Enterprises Ltd, ΠΕ 68/11, ημ. 21.10.16,). Η αντιπαροχή (και ο σκοπός) της συμφωνίας ενοικίασης και των αρχικών ενοικιαστηρίων ήταν νόμιμος, με την όποια παρανομία, υποτιθέστο, να ταξινομείται ως μονομερής και (ως ήδη απογράφηκε), εκφυόμενη από τους εναγομένους (βλ. κατ' αναλογίαν, Αρκαδίου ν Porto Lara Estates Ltd
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 2035, 2050-2051). Οι ενάγοντες, διά του Ζήνωνα Ηλιάδη (ΜΕ1), προσέγγισαν (ματαίως) τους εναγομένους για διευθέτηση των προβλημάτων. Την 19.3.10, οι εναγόμενοι με επιστολή των δικηγόρων τους τερμάτισαν (ως θεώρησαν) τις συμφωνίες/Τεκμήρια 3-5 και σταμάτησαν να πληρώνουν τα ενοίκια μ' όλο που εξακολουθούσαν να κατέχουν το ακίνητο (βλ. Τεκμήριο 11). Ακολούθησε επιστολή των εναγόντων προς τους εναγομένους ημερομηνίας 29.3.10, ως το Τεκμήριο 12 και σειρά άλλων παραστάσεων προς αυτούς για την παραμονή τους στο ακίνητο δίχως την πληρωμή του ενοικίου. Παρεμβάλλω, πως ο ούτω καλούμενος τερματισμός, ήταν έτσι κι αλλιώς αδικαιολόγητος και (αν μη τι άλλο) πρόωρος και πάντως μηδέποτε αποδεκτός από τους ενάγοντες. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην επιστολή ημερομηνίας 19.3.10 (βλ. Τεκμήριο 11), οι εναγόμενοι επικαλούνται «. το περιεχόμενο και την κατάληξη της απόφασης του Δικαστηρίου στη αγωγή XXXXX/04 .» ως λόγο για τον τερματισμό των συμφωνιών αφού θεωρούσαν πως παραπλανήθηκαν και εξαπατήθηκαν «. κατά τη διάρκεια της υπογραφής των εν λόγω Συμφωνιών οι οποίες υπεγράφησαν από μόνο τον κο XXXXX Σ. Ηλιάδη ο οποίος παρουσιάζετο ως αντιπρόσωπος και/ή πληρεξούσιος όλων των ιδιοκτητών, πράγμα που διεφάνη και διεπιστώθη με δικαστική απόφαση ότι δεν ήτο» και πως οι εναγόμενοι από την παρουσιαζόμενη παραπλάνηση και εξαπάτηση, υπέστησαν «. εκατοντάδες χιλιάδες (αν όχι εκατομμύρια) έξοδα και ζημιές .». Ωστόσο, τούτη η άποψη κρίνεται ως αντικειμενικώς αστήρικτη, αφού το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (στην υπό αναφοράν δικαστική απόφαση ημερομηνίας 2.9.09/Τεκμήριο 15Α) - με μνεία και στην αγωγή XXXXX/04 ως μιας από σειρά αγωγών μεταξύ των διαδίκων (βλ. Τεκμήριο 42) - δεν προέβη σε τέτοιο εύρημα (βλ. Τεκμήριο 15Α). Επανέρχομαι για να πω ότι οι ενάγοντες (διά της επιστολής ημερομηνίας 29.3.10/Τεκμήριο 12), κάλεσαν τους εναγομένους σε διόρθωση των παραλείψεων και πληρωμή των καθυστερημένων ενοικίων δηλώνοντας πως δεν θα ανέχονταν τη συνέχιση της παραμονής των εναγομένων στο ακίνητο δίχως καταβολή «. του συμβατικού ενοικίου .» και επιφυλάσσοντας όλα τα δικαιώματα τους. Μετά τις προειδοποιήσεις, οι εναγόμενοι άλλαξαν ρότα (για τον οριστικό τερματισμό των συμφωνιών ενοικίασης) και άρχισαν να προτείνουν προς τους ενάγοντες υπαλλακτικές λύσεις. Μία εξ αυτών ήταν να παρέμεναν οι εναγόμενοι ως ενοικιαστές του πολυκαταστήματος με μειωμένο ενοίκιο. Έγιναν ποικίλες επαφές προς αυτή την κατεύθυνση το καλοκαίρι
  1. Σε συνάντηση των εναγόντων με τους εναγομένους - στην οποία συμμετείχαν εκ μέρους των τελευταίων (και ανάμεσα σε άλλους), ο XXXXX Μητσίδης (ΜΥ6) και εκ μέρους των εναγόντων ο δικηγόρος XXXXX Χαβιαράς (ως νομικός σύμβουλος των εναγόντων 6), ο XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1) και ο δικηγόρος XXXXX Ιωαννίδης (ως αντιπρόσωπος των εναγουσών 4 και 5 οι οποίες δεν δέχονταν να εκπροσωπούνται από τον XXXXX Ηλιάδη (ΜΕ1) αφού οι μεταξύ τους σχέσεις δεν ήσαν καλές) - συμφωνήθηκε να γίνει μια τροποποιητική συμφωνία για το ύψος του πληρωτέου ενοικίου από τον Μάρτιο
  2. Το ενοίκιο θα μειωνόταν για τη δεύτερη δεκαετία (2010-2020), υπό τον όρο ότι θα συνέχιζε και η ενοικίαση. Η τροποποιητική αυτή συμφωνία έγινε την 3.11.10 και την υπέγραψαν οι ενάγοντες 1, 2 και 6 (βλ. Τεκμήριο 13). Οι ενάγουσες 4 και 5 (διά του τότε δικηγόρου τους), διαβεβαίωσαν πως συμφωνούσαν με το κείμενο της (προτεινόμενης) συμφωνίας/ Τεκμήριο 13 και ότι θα έθεταν την υπογραφή τους σε αυτό και τυπικώς. Εκ των υστέρων, φαίνεται πως προτάθηκε στις ενάγουσες 4 και 5 ένα κάπως διαφορετικό κείμενο από εκείνο στη συμφωνία/Τεκμήριο 13 (καθότι είχε αφαιρεθεί η παράγραφος 5). Οι ενάγουσες 4 και 5 υπέγραψαν άλλο κείμενο συμφωνίας, ήτοι την τροποποιητική συμφωνία 4 και 5 (βλ. Τεκμήριο 14). Οι ενάγοντες ήσαν με την εντύπωση ότι το τι υπογραφόταν από αυτούς στα δύο αυτά έγγραφα ήταν πανομοιότυπο. Δεν ήταν. Ήσαν ανόμοιες αλλά ομότυπες ως προς τη μείωση του ενοικίου. Υπό μια αυστηρή θεώρηση, ως καλώς ανέλυσε ο κ. Παπαδόπουλος, η τροποποιητική συμφωνία 1, 2 και 6/Τεκμήριο 13 και η τροποποιητική συμφωνία 4 και 5/Τεκμήριο 14, ταξινομούνται ως άκυρες, πρωτίστως διότι οι συμβαλλόμενοι δεν βρίσκονταν σε κοινή συναντίληψη ως προς το τι καταλεπτώς υπέγραφαν (βλ. γενικώς, Pollock and Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 16η έκδ., 2019, Τόμ. 1, σελ. 111-112). Οι εναγόμενοι άρχισαν να πληρώνουν τα ενοίκια βάσει της νέας ρύθμισης (βλ. Τεκμήρια 66, 68). Τούτο, εξάλλου, το παραδέχθηκε και ο XXXXX Μητσίδης (ΜΥ6), κατά των συμφερόντων των εναγομένων (και ενάντια σε μέρος της εκδοχής τους), λέγοντας, δικαίως, ότι όλοι οι ενάγοντες (ιδιοκτήτες) λάμβαναν τα ενοικιαστικά εισοδήματα χωρίς ενστάσεις, ως έπρατταν και πριν (βλ. Τεκμήρια 39-40). Ως εκ της περιγραφόμενης ad idem συμπεριφοράς των μερών για ό,τι είναι που πραγματικώς επιθυμούσαν για τη μείωση του ενοικίου, παρήχθησαν - διά de facto εφαρμογής και τροποποίησης της συμφωνίας ενοικίασης και των αρχικών ενοικιαστηρίων [κάτι που δεν είναι άγνωστο στο δίκαιο των συμβάσεων] (βλ. κατ' αναλογίαν, Shell UK Ltd v Lostock Garage Ltd
(1977)1 All ER 481) - έννομα και αντιστοίχως δεσμευτικά αποτελέσματα για άπαντες τους συμβαλλομένους (βλ. κατ' αναλογίαν, Branca v Cobarro
(1947)2 All ER 101, 102-103). Η προφορική τροποποίηση δεν απαγορευόταν από τη συμφωνία ενοικίασης ή και τα αρχικά ενοικιαστήρια και ούτε υπάρχει ανελαστική αρχή δικαίου που απαγορεύει (στην απουσία συνθηκών που δεν υπάρχουν εδώ), την προφορική τροποποίηση γραπτών συμφωνιών (βλ. κατ' αναλογίαν, Marketventures Ltd ν Δικωμίτη
(2009)1(Α) ΑΑΔ 383, 399-406, Γερμανού ν Κόκκαλου
(1994)1 ΑΑΔ 788, 792-794). Την 10.10.12, οι εναγόμενοι ανακοίνωσαν προς τους ενάγοντες τον τερματισμό των συμφωνιών ημερομηνίας 3.10.97 (βλ. Τεκμήριο 3), 30.4.98 (βλ. Τεκμήριο 4) και 24.2.99 (βλ. Τεκμήριο 5), πληροφορώντας τους πως θα παρέδιδαν την κατοχή του ακινήτου την 28.2.13 (βλ. Τεκμήριο 17). Ως λόγο, οι εναγόμενοι πρόταξαν τα όσα είχαν κατ' ουσίαν γράψει στην επιστολή τους προς τους ενάγοντες με ημερομηνία 19.3.10 (βλ. Τεκμήριο 11) αλλά και τη συνεχιζόμενη διαφωνία μεταξύ των «. συνιδιοκτητών για ουσιώδη θέματα που αφορούν τα υποστατικά όπως π.χ. τις εξουσιοδοτήσεις ή πως θα πρέπει να καταβάλλονται τα ενοίκια και σε ποιους αλλά και στο γεγονός ότι ουδέποτε υπογράφηκε ολοκληρωμένη Συμφωνία Ενοικιάσεως ως προβλέπετο εξ αρχής» (βλ. Τεκμήριο 17). Υπενθυμίζεται, ότι ο XXXXX Μητσίδης (ΜΥ6) παραδέχθηκε - και πάλι δικαίως για τους ενάγοντες (και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης) - πως η οικονομική κρίση είχε διαδραματίσει ρόλο στον τερματισμό (κάτι που δεν αναγράφεται στις επιστολές/Τεκμήρια 11 και 17). Την 27.11.12 οι εναγόμενοι ανακοίνωσαν προς τους ενάγοντες ότι «. έχουν τερματίσει και με την παρούσα επανατερματίζουν .» τις μεταξύ τους και των εναγόντων συμφωνίες (ημερομηνίας 3.10.97, 30.4.98 και 24.2.99) και «. γενικά την ενοικίαση του εν λόγω κτηρίου και θα σας παραδώσουν κατοχή του υποστατικού στις 28.2.13 .» και πως οι λόγοι για τον τερματισμό αφορούν στην αντίθεση των συμφωνιών με τις πρόνοιες του άρθρου 77
(1)(β) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 (βλ. Τεκμήριο 18). Οι λόγοι τούτοι κρίνονται εξίσου αδικαιολόγητοι ως και οι συναπαρτίσαντες την επιστολή/Τεκμήριο 11, υπό το ίδιο αναπτυχθέν σκεπτικό. Οι ενάγοντες δεν αποδέχθηκαν τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης (ή και της ενοικίασης), δίχως να προχωρούν οι ίδιοι σε τερματισμό ένεκεν των αντισυμβατικών ενεργειών των εναγομένων. Οι ενάγοντες επέμειναν στην ισχύ και εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Η καταχώριση της υφιστάμενης αγωγής, ως εκ του περιεχομένου της - ή ακόμη και ως εκ της πράξης καταχώρισης της και μόνον - δεν ανάγεται σε τερματισμό των συμφωνιών (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοτσώνιας και Άλλου ν Global Consolidator Public Ltd και Άλλου, ΠΕ 253/10, ημ. 26.10.16). Ομοίως, δεν ανάγονται σε τερματισμό τα όσα καταγράφονται στις υποδειχθείσες επιστολές των εναγόντων προς τους εναγομένους (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπαργυρού ν Μιχαηλίδης, ΠΕ 215/10, ημ. 27.9.16). Τα ίδια αφορούν στην εξασφάλιση από τους ενάγοντες απαγορευτικού διατάγματος εναντίον των εναγομένων την 20.2.13 (στην κείμενη υπόθεση). Σε αυτό θα ξαναγυρίσω. Οι ενάγοντες, ποτέ δεν έδρασαν ενάντια στις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Το ότι οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν το ακίνητο δεν ακυρώνει το δικαίωμα των εναγόντων να θεωρούν την ενοικίαση ως υπάρχουσα και τη συνακόλουθη καταβολή του (μειωμένου) ενοικίου ως τρέχουσα (βλ. κατ' αναλογίαν, Παντζιαρή ν Aquarian Container Lines Ltd και Άλλου
(1993)1 ΑΑΔ 748, 752). Έτσι, οι ενάγοντες δεν είχαν ούτε και υποχρέωση να μετριάσουν τη ζημιά τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Reichman and Another v Beveridge and Another
(2006)EWCA Civ 1659, Παντζιαρή ν Aquarian Container Lines Ltd και Άλλου
(1993)1 ΑΑΔ 748, 752). Παρά ταύτα - και μετά την παράδοση των κλειδιών του ακινήτου από τους εναγομένους - οι ενάγοντες προχώρησαν εντατικώς να εξεύρουν άλλον ενοικιαστή αναθέτοντας τα σχετικά σε κτηματομεσιτικά γραφεία (βλ. Τεκμήριο 24). Δημοσίευσαν και αγγελίες στον Κυπριακό Τύπο ότι το ακίνητο ήταν διαθέσιμο προς ενοικίαση (βλ. Τεκμήριο 25). Τοποθέτησαν προσέτι στις προσόψεις του ακινήτου (στη Λεωφόρο Μακαρίου και στην οδό Μνασιάδου), μεγάλες επιγραφές πως το ακίνητο ήταν διαθέσιμο προς ενοικίαση (βλ. Τεκμήριο 26). Ο XXXXX Ηλιάδης (ΜΕ1), επιχείρησε να προωθήσει (ανεπιτυχώς) τη διάθεση του ακινήτου και στο εξωτερικό (βλ. Τεκμήριο 27). Όλα τα εγχειρήματα των εναγόντων αποδείχθηκαν φρούδα και τούτο γιατί, μεταξύ άλλων, το ακίνητο είχε διαμορφωθεί, ως εξηγήθηκε, με συγκεκριμένο τρόπο για τις ανάγκες των εναγομένων. Όταν φάνηκε ότι δεν μπορούσε να βρεθεί ενοικιαστής για το ακίνητο, οι ενάγοντες εξέτασαν την πιθανότητα επαναφοράς του ως είχε κατά τον χρόνο έκδοσης της πολεοδομικής άδειας (με τον επαναδιαχωρισμό σε 18 αυτοτελή καταστήματα). Για αυτό, μετά από οδηγίες των εναγόντων, ανατέθηκε και συμπληρώθηκε αρχιτεκτονική και επιμετρητική μελέτη (βλ. Τεκμήριο 28). Το απαύγασμα, ήταν η απόφαση των εναγόντων να εγκαταλείψουν την ιδέα μετατροπής του ακινήτου και να παραμείνουν στο σενάριο της ενοικίασης αφού η όλη άσκηση κρίθηκε - και έτσι ήταν αντικειμενικώς - οικονομικώς ασύμφορη και δυσχερής στην εφαρμογή της. Έγινε και λόγος για το ότι οι εναγόμενοι, προς μείωση των όποιων προκυπτουσών ζημιών (υπό το δικό τους πρίσμα), πρότειναν προς τους ενάγοντες (την 18.12.12), ενοικίαση του ακινήτου από την Apex Ltd (την οποία οι εναγόμενοι χαρακτήριζαν ως «. συνδεδεμένη και/ή συνεργαζόμενη .» μαζί τους). Ως μηνιαίο ενοίκιο, προσδιορίστηκε το ποσό των €25.000,00 (€300.000,00 ετησίως), το οποίο, ως είπαν οι εναγόμενοι, μπορούσε να καταβάλλεται από την Apex Ltd αμέσως και προκαταβολικώς «. οπότε θα μπορούσαν να εξαγοράσουν παράλληλα τον υφιστάμενο στα καταστήματα εξοπλισμό ως έχει χωρίς καμμιά εκ μέρους σας περαιτέρω ταλαιπωρία ή επιβάρυνση .» (βλ. Τεκμήριο 19). Οι ενάγοντες απέρριψαν την πρόταση (βλ. Τεκμήρια 20-23). Η απόρριψη ήταν, υπό τις συνθήκες, λελογισμένη, αφού η Apex Ltd επιζητούσε δέσμευση των εναγόντων για ενοικίαση του ακινήτου το αργότερον μέχρι την 31.12.12, ενώ το ακίνητο θα παραδιδόταν από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες την 28.2.13, με κίνδυνο, αν εν τέλει οι εναγόμενοι δεν το παρέδιδαν (προοπτική που δεν ήταν παράλογη ως εκ του προηγούμενου ιστορικού των εναγομένων με τους ενάγοντες), οι τελευταίοι θα βρίσκονταν πιθανώς εκτεθειμένοι για παράβαση της νέας αυτής συμφωνίας έναντι της Apex Ltd. Εάν οι ενάγοντες δέχονταν την εισήγηση των εναγομένων για την Apex Ltd - υπό τους προταθέντες όρους - θα κατέληγαν (κάτι που προφανώς δεν θέλαν), να δεχθούν μειωμένο ενοίκιο, εγκαταλείποντας το όποιο δικαίωμα τους για διεκδίκηση αποζημιώσεων για τις ζημιές (κατά τη θέση τους στους κρίσιμους εκείνους χρόνους). Οι εναγόμενοι κατά τη συμφωνία ενοικίασης (όρο 16), είχαν δικαίωμα, έπειτα από συγκατάθεση των εναγόντων, να υπενοικιάσουν το ακίνητο, με την ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να μην μπορεί να παρεμποδιστεί άνευ αποχρώντος λόγου. Οι εναγόμενοι είχαν και δικαίωμα, χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων, να μεταβιβάσουν τα όποια δικαιώματα τους, ή ακόμη και να υπενοικιάσουν το ακίνητο σε οποιαδήποτε θυγατρική, μητρική, συνδεδεμένη, ή και συγγενική εταιρεία τους (και τέτοια ήταν - κατά τα λεγόμενα τους - και η Apex Ltd). Υπό αυτήν την προσέγγιση, οι ενάγοντες δεν ήσαν υποχρεωμένοι να δεχθούν την εισήγηση των εναγομένων για την Apex Ltd, ως μετριαστική της ζημιάς μεταβλητή (βλ. γενικώς, Edwin Peel, Treitel on Τhe Law of Contract, 15η έκδ., 2020, σελ. 1190). Οι ενάγοντες προέβησαν (ούτως ή άλλως), στη λήψη κάθε λογικού μέτρου ως ήδη διατυπώθηκε λεπτομερώς, για να μετριάσουν τη ζημιά τους στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό (βλ. κατ' αναλογίαν, Karanouh v Αγαπίου και Άλλου
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 377, 385-386). Προτού οι εναγόμενοι παραδώσουν τα κλειδιά του ακινήτου στους ενάγοντες (τέλη Φεβρουαρίου 2013), αποπειράθηκαν να αφαιρέσουν βασικό εξοπλισμό από το ακίνητο (κυλιόμενες σκάλες, ανελκυστήρες και άλλα τινά). Ήταν για αυτό τον λόγο που οι ενάγοντες - και επιστρέφω στη θεματική ως είπα πως θα πράξω - που εξασφάλισαν δικαστικό διάταγμα (στις 20.2.12) το οποίο απαγόρευε τη μετακίνηση εξοπλισμού στο ακίνητο από τους εναγομένους μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Ο εξοπλισμός (που ανήκει κατά τα συμφωνηθέντα στους ενάγοντες), έμεινε προσαρτημένος στο ακίνητο. Η εν γένει αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων έναντι των εναγόντων, δικαιολογεί την αποκατάσταση των τελευταίων, ως του αθώου μέρους, στη θέση που θα βρίσκονταν αν δεν παρατηρούνταν οι προειρημένες παραβιάσεις, με μέτρο τα όσα συναπάρτισαν την αμοιβαία και ελευθέρα βουλήση απόφαση όλων των συμβαλλομένων για μείωση του ενοικίου του ακινήτου (βλ. κατ' αναλογίαν, Παντζιαρή ν Aquarian Container Lines Ltd και Άλλου
(1993)1 ΑΑΔ 748, 752, Saab and Another v The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 CLR 499, 519-522). Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω - και με υπόψιν μεταξύ άλλων (πέραν του περιεχομένου των Τεκμηρίων 39-40) και την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία για τα καταβληθέντα και καταβαλλόμενα ενοίκια δυνάμει της συμφωνίας ενοικίασης, των αρχικών ενοικιαστηρίων και των όρων που συγκρότησαν τη συμφωνία των μερών για μείωση του ενοικίου - οι ενάγοντες, έχοντας αποδείξει (για τους λόγους που εξήγησα), την αξίωση τους εναντίον των εναγομένων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, δικαιούνται ως αποζημίωση για απολεσθέντα ενοίκια, το ποσό των € 8.629.167,00 και δη €840.000,00 (για την περίοδο μεταξύ 1.3.13 μέχρι 31.12.13), πλέον €990.000,00 (για την περίοδο μεταξύ 1.1.14 μέχρι 31.12.14), πλέον €1.150.000,00 ετησίως, ήτοι €2.300.000,00 (για την περίοδο μεταξύ 1.1.15 και 31.12.16) πλέον €1.265.000,00 ετησίως, ήτοι €2.530.000,00 (για την περίοδο από 1.1.17 και 31.12.18), πλέον €1.390.000,00 (για την περίοδο μεταξύ 1.1.19 μέχρι και 31.12.19), πλέον €579.167,00 (για την περίοδο από 1.1.20 μέχρι και 31.5.20), συν νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής (20.2.13), μέχρι εξοφλήσεως. Εν σχέσει προς την Ανταπαίτηση, ό,τι προκύπτει είναι πως δεν υπάρχει αξιόπιστη και επαρκής μαρτυρία που να την στοιχειοθετεί (ακόμη και στην έκταση που τούτη περιορίστηκε κατά τη δίκη [€493.908,00]). Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και κατά των εναγομένων, για € 8.629.167,00, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έγγραφα που χρήζουν χαρτοσήμανσης (όσα κατατέθηκαν από τους ενάγοντες), να χαρτοσημανθούν από τους ενάγοντες (εκεί όπου τούτο προβλέπεται βάσει του άρθρου 29 του Περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/63) και τούτο τίθεται ως όρος για την κατάρτιση του συντεταγμένου διατάγματος της απόφασης (drawn-up order). Τα έξοδα της αγωγής (και ο ΦΠΑ), επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων - στην κλίμακα που εμπίπτει η αγωγή ως εκ του ποσού της απόφασης - ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεν επιδικάζονται έξοδα στην Ανταπαίτηση, λόγω της γενικότερης συνάφειας τού αντικειμένου της με εκείνο της αγωγής. Το εκ συμφώνου εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 13.6.16 (στην παρούσα υπόθεση), θα εξακολουθεί να ισχύει (και έτσι διατάζεται), μέχρι την πλήρη εκτέλεση της απόφασης, εκτός και αν αναπροσαρμοστεί ενώπιον Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Μανώλη και Άλλων
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1423, 1428-1429, Linmare Shipping Co Ltd v Boustani
(1981)1 CLR 386, 399-400). (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.