Παπακόκκινου κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 332/2020, 5/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A418 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 332/2020 Μεταξύ:
- . Παπακόκκινου (προσωπικά)
- . Παπακόκκινου ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης . Παπακόκκινου και εκτελεστής της διαθήκης της Εναγουσών v.
- Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ)
- Αλταμίρα Asset Management (Cyprus) Ltd Εναγομένων Αίτημα Εναγουσών για Εξαίρεση του Δικαστηρίου Ημερομηνία: 5 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες: κα Α. Π. Παπακόκκινου και για Αλέκα Π. Παπακόκκινου ΔΕΠΕ Για τις Εναγόμενες: κ. N. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αμέσως μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 24.9.20 στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, η δικηγόρος των Εναγουσών έθεσε ζήτημα εξαίρεσης του Δικαστηρίου από την συνέχιση εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και όλων των διαδικασιών που εκκρεμούν στα πλαίσια αυτής. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο όρισε το συγκεκριμένο αίτημα σε μεταγενέστερη ημερομηνία για αγορεύσεις. Και οι δύο πλευρές αγόρευσαν προφορικά. Η δικηγόρος των Εναγουσών στήριξε το αίτημα της μεταξύ άλλων στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς. Η εισήγηση της για εξαίρεση περιστράφηκε βασικά γύρω από τρεις άξονες. Ο πρώτος αφορούσε τη διερεύνηση του κατά πόσο ο σύζυγος μου, ο αποβιώσας πεθερός μου και ή οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειας μου, είτε προσωπικά είτε μέσω νομικών προσώπων, υπό την επαγγελματική ή άλλη ιδιότητα τους είχαν ή έχουν οποιαδήποτε εμπορική ή οικονομική δραστηριότητα με τις Εναγόμενες, κατείχαν ή διαπραγματεύονταν μετοχές τους ή θυγατρικών τους εταιρειών και διατηρούσαν ή διατηρούν λογαριασμό και ή δάνειο σε αυτές. Αφού έθεσε αυτά τα ζητήματα υπό μορφή ερωτημάτων προς απάντηση από το Δικαστήριο, η κα Παπακόκκινου εξέφρασε τη θέση πως σε περίπτωση που ισχύει οποιοδήποτε των ανωτέρω, τότε υφίστανται βάσιμοι λόγοι για μεροληψία, πραγματική και ή φαινομενική, οι οποίοι επιβάλλουν την εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου. Ο δεύτερος άξονας αφορούσε παλαιότερη δικαστική διαδικασία και συγκεκριμένα Αγωγή η οποία εκδικάστηκε στο παρελθόν από το ίδιο Δικαστήριο. Αυτή η Αγωγή ηγέρθη από τις ίδιες Ενάγουσες, ήτοι την κα . Παπακόκκινου και την κα . Παπακόκκινου εναντίον μεταξύ άλλων της εταιρείας Πελεκάνος Λτδ, στην οποία συμπτωματικά οι δικηγόροι των Εναγομένων ήταν και πάλι το δικηγορικό γραφείο Καλλής & Καλλής. Η κα Παπακόκκινου αναφέρθηκε στο όλο ιστορικό εκείνης της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης και της απόφασης του Εφετείου για να εκφράσει την πλήρη διαφωνία της τόσο με την πρωτόδικη απόφαση απόρριψης της Αγωγής και μη επαναφοράς της όσο και με την επικυρωτική της πρωτόδικης απόφαση του Εφετείου. Ο τρίτος άξονας αφορούσε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 24.9.
- Αυτή δόθηκε σε αίτηση των Εναγουσών για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αντεξέτασης, στα πλαίσια αίτησης τους για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ήταν η θέση της κας Παπακόκκινου ότι με την εν λόγω απόφαση του το Δικαστήριο αποστέρησε τις Ενάγουσες από το δικαίωμα τους να προβούν σε απαντητική ένορκη δήλωση και γενικά ότι αυτό, από τη μέχρι στάση του, μεροληπτεί και είναι προκατειλημμένο εναντίον των Εναγουσών και ότι αρνείται να ακούσει την πλευρά τους και να τις προστατεύσει από μια ισχυριζόμενη παράνομη και ανεπίτρεπτη διαδικασία. Ο δικηγόρος των Εναγομένων ανέφερε πως δεν θεωρεί ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για εξαίρεση του Δικαστηρίου. Ο κ. Γεωργίου ανέφερε ότι οι όποιες τοποθετήσεις της κας Παπακόκκινου αναφορικά με την οικογένεια μου παρέμειναν καθαρά απλές εικασίες και ότι εν πάση περιπτώσει δεν νοείται να ζητείται από το Δικαστήριο να αποκαλύψει οποιαδήποτε προσωπικά δεδομένα. Ήταν επίσης η θέση του κ. Γεωργίου ότι η διαδικασία στην προηγούμενη Αγωγή επιλύθηκε τελεσίδικα με την απόφαση του Εφετείου και ότι δεν τίθεται κώλυμα εκδίκασης υποθέσεων με κοινό διάδικο και ή τους ίδιους δικηγόρους από το ίδιο Δικαστήριο. Αναφορικά με την υπό κρίση Αγωγή, ο κ. Γεωργίου δήλωσε πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα που να δικαιολογεί την εξαίρεση του Δικαστηρίου. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Ν.39/62, προβλέπουν ότι καθένας, κατά τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δικαιούται ανεπηρέαστης, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου. Αυτό τονίστηκε στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, στην οποία επίσης τονίστηκε ότι είναι θεμελιώδους σημασίας η βασική αρχή ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται, και ότι Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν δικαιούνται να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Το ίδιο κριτήριο διατυπώθηκε κάπως διαφορετικά στην υπόθεση Μακρίδης ν. Μιχαηλίδου (Αρ.2)
(1990)1 Α.Α.Δ. 943 να είναι το κατά πόσο ένας μέσος λογικός άνθρωπος που είναι ενημερωμένος για όλα τα σχετικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε υπόνοια ως προς την εξασφάλιση δίκαιης δίκης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Adidas Ltd. v. Krashias Ltd.
(1990)1 Α.Α.Δ.873, στην οποία ο κ. Πικής, Δικαστής όπως ήταν τότε, αναφέρθηκε στο ανεπίτρεπτο να επιλέγει ο διάδικος το Δικαστήριο, έστω και αν τα γεγονότα είναι τέτοια που ο διάδικος θα ένιωθε καλύτερα αν η υπόθεση του εκδικάζετο από άλλο Δικαστήριο, και ανεξάρτητα αν ο ίδιος ο Δικαστής, από άποψης ευαισθησίας, θα προτιμούσε να μην εκδικάσει την υπόθεση. Ως προς το ζήτημα της εξαίρεσης ή αυτοεξαίρεσης Δικαστή χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ (Αρ.1)
(2004)1(Β) 1050, Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.837, Αναφορικά με την Αίτηση του Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.185, Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (Αρ. 1)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.706 και Παπακυριακού ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
- Πέραν των πιο πάνω νομικών αρχών, υπάρχει πλέον θεσμοθετημένος Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, ο οποίος από την έκδοση του μέχρι και σήμερα έχει αναθεωρηθεί τέσσερις φορές, με την τελευταία τον Σεπτέμβριο του
- Όπως αναφέρεται και στον Οδηγό και στη σχετική συνοδευτική Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημ. 11.9.20, ο Οδηγός ακολουθεί τις αρχές Bangalore και το Guide of Judicial Conduct της Αγγλίας. Αρχίζοντας από το τελευταίο σκέλος της εισήγησης της κας Παπακόκκινου, το γεγονός της έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 24.9.20 εναντίον των Εναγουσών με έξοδα εναντίον τους δεν δύναται από μόνο του να αποτελεί λόγο εξαίρεσης. Πρόκειται για απόφαση του Δικαστηρίου, και μάλιστα ενδιάμεσης φύσης, η οποία υπόκειται σε έλεγχο από ανώτερο Δικαστήριο. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η κα Παπακόκκινου θεωρεί ότι με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο αποστέρησε ενός δικαιώματος τους τις Ενάγουσες, ήτοι για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, παραγνωρίζοντας όμως το γεγονός ότι αυτό το ζήτημα αποτέλεσε το αντικείμενο σχετικής αίτησης, ότι καταχωρίστηκε ένσταση και ότι το Δικαστήριο εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση κατόπιν ακρόασης. Όσον αφορά γενικότερα τη διαδικασία στην παρούσα Αγωγή και στις διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των αιτημάτων ή των θεμάτων που εγείρουν οι Ενάγουσες, θεωρώ πως οι θέσεις της κας Παπακόκκινου ουσιαστικά απολήγουν στο ότι το γεγονός και μόνο ότι οι όποιες αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι εναντίον των Εναγουσών, καταδεικνύει μεροληψία και προκατάληψη, κάτι το οποίο σαφώς και δεν έχει οποιαδήποτε λογική και υπόσταση. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά, οι Ενάγουσες εκπροσωπούνται ενώπιον του Δικαστηρίου από την Ενάγουσα 1 η οποία είναι και δικηγόρος και υποβάλλουν τα αιτήματα τους, πριν το Δικαστήριο κληθεί να αποφασίσει επί τούτων. Επαναλαμβάνεται ότι οι αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου δύνανται να ελεγχθούν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση της Μαρίας Θ. Κκούφου
(1994)1 Α.Α.Δ. 776: «Όταν ένα Δικαστήριο αποφασίζει επί κάποιου θέματος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόφαση του έχει ληφθεί με προκατάληψη, απλώς και μόνον επειδή το Δικαστήριο αποφάσισε υπέρ του ενός ή εναντίον του άλλου.» Αναφορικά με την προγενέστερη διαδικασία, αυτή προφανώς αφορά την Αγωγή 6671/98 μεταξύ αφενός των κκ . και . Παπακόκκινου ως Εναγουσών και αφετέρου της Εταιρείας Χριστόφορος Πελεκάνος Λτδ και της . Κωνσταντινίδου ως Εναγομένων, η οποία ήταν ενώπιον μου όταν ήμουν Επαρχιακή Δικαστής. Είναι γεγονός ότι η διαδικασία στην εν λόγω Αγωγή ολοκληρώθηκε με την απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση αρ. 93/06, ημ. 16.10.09. Επομένως, ανεξαρτήτως της όποιας θέσης της κας Παπακόκκινου για τη διαφωνία της τόσο με την πρωτόδικη απόφαση όσο και με την απόφαση του Εφετείου, το γεγονός ότι οι Ενάγουσες ήταν οι ίδιες και ο δικηγόρος των Εναγομένων ο ίδιος ως στην παρούσα Αγωγή δεν ενέχει σημασία. Πράγματι, αυτό το στοιχείο ουδόλως καταδεικνύει οποιαδήποτε μεροληψία και δεν είναι καθοριστικό ούτε και λόγος για εξαίρεση του Δικαστηρίου. Στρεφόμενη τώρα στο πρώτο σκέλος της εισήγησης της κας Παπακόκκινου, είναι ομολογουμένως με μεγάλη έκπληξη που άκουσα να γίνεται αναφορά σε έρευνα και διαβήματα από μέρους της σε αρμόδιες αρχές, όπως το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για λήψη πληροφοριών αναφορικά με το επάγγελμα και γενικότερα τις δραστηριότητες του συζύγου μου και πληροφόρηση του Δικαστηρίου ως προς την ενημέρωση που είχε επί τούτου. Επιπλέον, η κα Παπακόκκινου αναφέρθηκε στα εξής: · Στον σύζυγο μου, στον αποβιώσαντα πεθερό μου και γενικά σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας μου · Στις επαγγελματικές και επιχειρησιακές δραστηριότητες του συζύγου μου με συγκεκριμένες αναφορές για επαγγελματικές του δραστηριότητες στο παρελθόν · Στην ονομασία συγκεκριμένων εταιρειών των οποίων ο σύζυγος μου φέρεται ως διευθυντής σύμφωνα με έρευνα της κας Παπακόκκινου στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Ακολούθως η κα Παπακόκκινου έθεσε ερωτήματα προς το Δικαστήριο ως προς τα ακόλουθα ζητήματα : · To επάγγελμα και τις οικονομικές δραστηριότητες του συζύγου μου · Κατά πόσο ο σύζυγος μου ασχολείται με την αγοραπωλησία ακινήτων · Κατά πόσο οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα μέλη της οικογένειας μου είχε ή έχει οποιεσδήποτε οικονομικές δραστηριότητες με τις Εναγόμενες και ή κατείχε ή κατέχει μετοχές θυγατρικών τους εταιρειών · Κατά πόσο τα εν λόγω πρόσωπα και ή εγώ προσωπικά διατηρούμε λογαριασμούς στις Εναγόμενες, έχουμε καταθέσεις ή δάνεια εκεί ή έχουμε παράσχει εγγυήσεις. Παρόλο που θεωρώ ανεπίτρεπτο δικηγόρος αφενός να αποτείνεται σε διάφορες αρχές για εκμαίευση πληροφοριών αναφορικά με μέλη της οικογένειας μου και κυρίως την επαγγελματική τους ιδιότητα και υπόσταση και αφετέρου να ζητείται από το ίδιο το Δικαστήριο να αποκαλύψει και «λογοδοτήσει» σε δικηγόρο ή διάδικο προσωπικά του δεδομένα, θεωρώ πως οι θέσεις της κας Παπακόκκινου όντως παραμένουν στη σφαίρα της γενικότητας, αοριστίας και κυρίως εικασιών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Stademos Hotels Plc, Πολ. Αίτηση 26/20, ημ. 6.3.20, η αναφορά σε αμεροληψία δικαστή θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και περίσκεψη. Παρόλο που θεωρώ ότι δεν έχει τεθεί ούτε και υφίσταται ή συντρέχει οποιοσδήποτε των ως άνω αποδιδομένων λόγων που να δικαιολογεί την εξαίρεση μου, εντούτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός και μόνο ότι διάδικος και δη δικηγόρος έχει προβεί σε έρευνα, έχει αφήσει υπονοούμενα και αμφισβητεί ως δήθεν άγνωστη την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου μου και θέτει ερωτήματα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας μου, έχουν διατυπωθεί τέτοιες θέσεις που καθιστούν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να συνεχίσω ως κριτής στην παρούσα υπόθεση, αισθανόμενη ότι διάδικος και δικηγόρος που τον εκπροσωπεί διατηρεί υποβόσκουσες αμφιβολίες (έστω και αδικαιολόγητες) ως προς το κύρος, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του παρόντος Δικαστηρίου. Πρέπει να σημειωθεί πως γενικά η νομολογία μας αναγνωρίζει το «δικαίωμα αυτοεξαίρεσης δικαστή οποτεδήποτε ο ίδιος κρίνει ότι αντενδείκνυται η συμμετοχή του στην εκδίκαση υπόθεσης». Παραπέμπω στην υπόθεση Αποστολίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)3 A.A.Δ. 80 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η αυτοεξαίρεση Δικαστή για προσωπικούς λόγους ανάγεται αποκλειστικά στον ίδιο. Σχετίζεται με την ελευθερία του Δικαστή όπως ο ίδιος τη βιώνει, να λειτουργήσει ως κριτής.» Χωρίς να διαφεύγει την προσοχή μου η αρχή πως δεν είναι επιθυμητό αλλά ούτε και επιτρεπτό ένας διάδικος να δύναται να επιλέγει δικαστή, ταυτόχρονα έχω υπόψιν την αρχή της Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ότι «η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται» καθώς και της Πίτσιλλος ν. Ευγενίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 691 ότι «δεν αρκεί απλά ο Δικαστής να είναι αμερόληπτος αλλά πρέπει και να φαίνεται αμερόληπτος». Λαμβάνω σοβαρά υπόψιν και την αρχή ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει για εύκολο λόγο να αποποιείται τη δικαιοδοσία του. Αποδοχή αίτησης για τον αποκλεισμό Δικαστή από τη συμμετοχή του στην εκδίκαση οποιασδήποτε συγκεκριμένης υπόθεσης, στην απουσία βάσιμων λόγων, θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του Δικαστηρίου, παράγοντας μείζονος σημασίας για την απονομή της δικαιοσύνης - βλ. Hadjicosta v. Anastassiades
(1982)1 C.L.R. 296. Τα όσα έχουν λεχθεί από την κα Παπακόκκινου είναι τέτοιας φύσης που δημιουργούν έκπληξη, αναστάτωση, αμηχανία και γενικά δυσαρέσκεια σε βαθμό που θα ήταν δύσκολο σε οποιονδήποτε να συνεχίσει ως κριτής στην υπόθεση και να είναι πράγματι ή να θεωρείται ελεύθερος στην όποια απόφαση του όπως απαιτείται. Ως εκ τούτου κρίνω πως για προσωπικούς λόγους δεν ενδείκνυται να συμμετάσχω στην εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και όποιας διαδικασίας εκκρεμεί σε αυτή και γι΄ αυτό εξαιρούμαι από αυτήν. Ο φάκελος της παρούσας Αγωγής να τεθεί ενώπιον της Διοικητικής Προέδρου μέσω του Πρωτοκολλητείου για τις δικές της οδηγίες ως προς την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο