← Κύπρος

ΛΕΚΤΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. DICKON REIDAR DAVID κ.α., Αρ. Αγωγής: 1801/17, 30/10/2020

ΛΕΚΤΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. DICKON REIDAR DAVID κ.α., Αρ. Αγωγής: 1801/17, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A435 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1801/17 Μεταξύ:- ΛΕΚΤΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων/Αιτητών -και-

  1. DICKON REIDAR DAVID
  2. XXXXX ΚΡΗΤΙΩΤΗ Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες/Αιτητές : κα Κολλακίδου Για Εναγόμενους /Καθ' ων η Αίτηση : κα Α. Χρίστου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, οι δυο πλευρές, κατόπιν διαταγής του δικαστηρίου, προχώρησαν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Ακολούθησε στη συνέχεια, αίτηση εκ μέρους των εναγόντων, με την οποία επιδιώκουν διάταγμα με το οποίο να αποκαλύψουν οι εναγόμενοι κατά πόσο βρίσκονται τώρα, ή βρίσκονταν στην κατοχή και την εξουσία τους, οποιεσδήποτε συμφωνίες και/ή αλληλογραφία και/ή άλλα έγγραφα που σχετίζονται με τον καθορισμό της αμοιβής των εναγομένων 1 και 2 δυνάμει της συμφωνίας ημερ.3.11.
  3. Νομικό βάθρο της αίτησης αποτελεί η Δ.28, Θ.11 και η Δ.48 Θ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η πλευρά των εναγομένων έφερε ένσταση στο αίτημα και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση δια των γραπτών αγορεύσεων των δυο συνηγόρων. Τόσο η αίτηση, όσο και η ένσταση συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, στο περιεχόμενο των οποίων αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Ως εξηγείται Annual Practice 1958, σελ.713, το δικαστήριο επί τέτοιου αιτήματος, εξετάζει τα δικόγραφα και οτιδήποτε άλλο σχετικό, πριν την τελική κατάληξη του. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι, συνοπτικά, για το ποσό των €108.175.000, και στηρίζεται σε μεταξύ τους συμφωνία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης στο έργο «Νέα Αίθουσα επιβατών στο Λιμάνι Λεμεσού». Αξιώνουν επίσης απόδοση λογαριασμών για κάθε απαίτηση για επιπρόσθετα έξοδα και/ η αμοιβή λόγω επιμήκυνσης του χρόνου εκτέλεσης του έργου και διάταγμα καταβολής στους ενάγοντες το 70% των χρημάτων που θα προκύψει ότι αποδόθηκαν, ή θα αποδοθούν στους εναγόμενους 1 και
  4. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Αρχή Λιμένων Κύπρου ως εργοδότης, ανέθεσε, την 23.11.06, στους εναγόμενους την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων και άλλων μελετών για τη νέα αίθουσα επιβατών στο λιμάνι Λεμεσού. Οι εναγόμενοι, την 23.6.11 διόρισαν τους ενάγοντες, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ως διαχειριστές του έργου. Η συμφωνία καταγράφεται στην έκθεση απαιτήσεως και επισυνάπτεται στην κρινόμενη αίτηση. Το δικαστήριο δεν θα αναφερθεί διεξοδικά στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης να λεχθεί ότι η αμοιβή των εναγόντων συμφωνήθηκε επί ενός ποσοστού επί των πληρωμών που θα δέχονται οι εναγόμενοι από τον εργοδότη του έργου, ήτοι την Αρχή Λιμένων Κύπρου με διάφορους χρονικούς προσδιορισμούς, και ανάλογα με την προσωρινή παραλαβή του έργου, επί της συνολικής αξίας εργασίας του εργολάβου, με βάση τα πιστοποιητικά πληρωμής και τέλος με την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού. Υπήρχε επίσης πρόνοια για την παροχή άλλων υπηρεσιών, η οποία θα κοστολογείτο στη βάση συμφωνηθέντος ωριαίου κόστους. Στις παραγράφους 12 και 13 της εκθέσεως απαιτήσεως καταγράφονται αναλυτικά, με παραπομπή σε όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, τα διάφορα ποσά που ισχυρίζονται ότι τους οφείλουν οι εναγόμενοι και, στην παράγραφο 12(δ), αναφέρουν ότι οι εναγόμενοι αρνούνται να αποδώσουν στους ενάγοντες αναλυτικό λογαριασμό της αμοιβής που έλαβαν από τον εργοδότη, και να καταβάλουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό, δυνάμει των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους παραδέχονται την ύπαρξη της μεταξύ τους συμφωνίας, και επιφυλάσσονται να αναφερθούν στο κείμενο, την ερμηνεία και το νομικό της αποτέλεσμα κατά την ακρόαση. Περαιτέρω αναφέρουν ότι οι ενάγοντες παραλείπουν να αναφέρουν ότι επήλθαν τροποποιήσεις στη συμφωνία τους με τον εργοδότη, την Αρχή Λιμένων, όπως για παράδειγμα, η μείωση της αμοιβής τους. Αρνούνται τις απαιτήσεις των εναγόντων, και είναι η θέση τους ότι οι ενάγοντες έχουν πληρωθεί όλα τα ποσά που δικαιούνται να πληρωθούν βάση των πληρωμών που έγιναν με την Αρχή Λιμένων προς τους εναγόμενους. Προστίθεται, στην παράγραφο 11 της υπεράσπισης, ότι πλήρεις λεπτομέρειες των πληρωμών που έγιναν από την Αρχή Λιμένων Κύπρου προς τους εναγόμενους 1 και 2 θα δοθούν κατά την ακρόαση. Είναι επίσης η θέση τους, ότι η αγωγή είναι πρόωρη και καταχρηστική, με σκοπό να ασκήσουν αθέμιτη πίστη επί των εναγομένων. Και αυτό, επειδή οι εναγόμενοι τερμάτισαν την εξουσιοδότηση προς την Αρχή Λιμένων για απευθείας πληρωμή προς τους ενάγοντες, μέσω αποκοπής από την αμοιβή των εναγομένων, γιατί οι ενάγοντες δεν ενεργούσαν σύμφωνα με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, αρνούμενοι να προσφέρουν υπηρεσίες δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, με σκοπό να εκβιάσουν τους εναγόμενους να τους πληρώσουν τα ποσά, που εκβιαστικά και αντινομικά αξιώνουν. Ο ομνύον για τους αιτητές, στην ένορκη του δήλωση, προβαίνει σε περιληπτική αναφορά στις πιο πάνω συμφωνίες και ότι, η πλευρά των εναγομένων, στην ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δεν περιλαμβάνει αναφορά για τα έγγραφα πληρωμής των εναγομένων από τον εργοδότη. Από πληροφόρηση που είχε από τους εναγόμενους 1 και 2, βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις με τον εργοδότη και κατέληξαν σε κάποιες επί μέρους συμφωνίες αναφορικά με την αμοιβή τους. Λογικά, τα έγγραφα αυτά βρίσκονταν και εξακολουθούν να ευρίσκονται στην κατοχή και τον έλεγχο των εναγόμενων 1 και
  5. Τα έγγραφα αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα, και ειδικότερα με τους ισχυρισμούς των παραγράφων 12 και 13 της εκθέσεως απαιτήσεως. Χωρίς την αποκάλυψη των συμφωνιών αυτών, αναφορικά με την αμοιβή των εναγομένων 1 και 2, οι ενάγοντες δεν μπορούν να υπολογίσουν επακριβώς το ύψος της δικής τους αμοιβής, την οποία δικαιούνται δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Η εναγόμενη 2, δια της ενόρκου δηλώσεως της, αναφέρει ότι δεν επιδιώκεται η ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων, αλλά επιδιώκεται αόριστα, η αποκάλυψη εγγράφων που δεν εξειδικεύονται, ούτε και σχετίζονται άμεσα με τους διαδίκους. Αναφέρει επίσης ότι πρόκειται για προνομιούχα έγγραφα, που έρχονται σε απευθείας αντίθεση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 676/19, για τη προστασία προσωπικών δεδομένων. Ο καθορισμός της αμοιβής των εναγομένων, ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα και η συμβατική σχέση των μερών, είναι ανεξάρτητη από τη συμβατική σχέση των εναγομένων με την Αρχή Λιμένων. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα δεν σχετίζονται από μόνα τους με κάποιο επίδικο θέμα της αγωγής, αλλά αφορούν τις σχέσεις των εναγομένων με τρίτο πρόσωπο. Τέλος, σύμφωνα με την ομνύουσα, δεν υπάρχει επαρκής εξήγηση από την πλευρά των αιτητών πως, τα αιτούμενα έγγραφα θα βοηθήσουν άμεσα και πως είναι ικανά, να θεμελιώσουν την υπόθεση της ενάγουσας. Πρόκειται συνεπώς για ψάρεμα μαρτυρίας. Η Δ.28, Θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι: «The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them». Η πιο πάνω Διαταγή, αντιστοιχεί με την Διαταγή O.31 r. 19 A

(3)των Αγγλικών Θεσμών του 1958. Στο Annual Practice 1964, σελ.529-530, με αναφορά στην πιο πάνω Αγγλική διαταγή αναφέρονται τα ακόλουθα: «But this position is subject to two qualifications. Firstly, a party was and is entitled to apply for a further and better list, where it appears on the face of the list already served (e.g., where a plea of privilege is taken on grounds inadmissible in law) or on the face of disclosed documents (e.g., letters referring to other letters) or on an admission that in all probability the party has or has had other relevant documents beyond those disclosed. For the purpose of such an application no affidavit is required (see r. 8, supra, (n.) Application for a further and better list of documents). The second (and more important) qualification is that under the present rule an application may be made for an affidavit as to specific documents or classes of documents. This must be supported by an affidavit stating that in the belief of the deponent the other party has or has had certain specific documents which relate to a matter in question. But this is not sufficient unless a prima facie case is made out for (a) possession, custody or power, and (b) relevance of the specified documents (Astra National Productions, Ltd. v. Neo Art Productions, Ltd. [1928] W. N. 218). This case may be based merely on the probability arising from the surrounding circumstances or in part on specific facts deposed to». Ομοίως, ως εξηγείται Annual Practice 1958, σελ.725, θέματα στο κατά πόσο τα έγγραφα είναι ουσιώδη, ή ζητήματα προνομίου επί των εγγράφων δεν εξετάζεται στο στάδιο αυτό, αφού εκείνο που εξετάζεται είναι η αποκάλυψη και όχι η επιθεώρηση τους. Στην υπόθεση G.A.P Navigation Ltd v. Merzario Marrittma SRL
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, 1629, υποδεικνύεται ότι: «Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας (Βλ. Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 431) Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (Βλ. μεταξύ άλλων, Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2 κ. επέκ.)». Αναφορικά με την σχετικότητα των εγγράφων, χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά
(2001)1 Α.Α.Δ. 153, 159: «Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences». Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Ξιούρου (Αρ.1) 2014
(1)Α.Α.Δ. 581, αναφορικά με την επάρκεια της επιζητούμενης αποκάλυψης, επειδή δεν καθορίστηκαν επακριβώς τα σχετικά έγγραφα, υπεδείχθη ότι ήταν προφανές από τα δικόγραφα ποια ήταν τα έγγραφα. Υπεδείχθη περαιτέρω, ότι: «Σκοπός της Διαταγής 28, θεσμός 1, που είναι αντίστοιχη στην παλιά αγγλική Διαταγή 31, είναι όπως, με την παρουσίαση των σχετικών εγγράφων, αυτών δηλαδή που σχετίζονται με την επίδικη διαφορά, καταστεί ευκολότερη η προετοιμασία των διαδίκων για την ακρόαση. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου. Η απόφαση στην υπόθεση GAP Navigation Ltd. v. Merzario Marrittima Srl
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624 είναι κατατοπιστική για το ζήτημα αυτό. Δεν επιτρέπεται όμως η αποκάλυψη για σκοπούς ψαρέματος μαρτυρίας». Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι καθ' ων η αίτηση εκείνο που προβάλλουν είναι η γενικότητα των επιζητούμενων εγγράφων, ότι αυτά είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα της αγωγής και εγείρουν και θέμα προσωπικών δεδομένων. Τέτοια θέματα, ως λέχθηκε, δεν εξετάζονται στο στάδιο της αποκάλυψης εγγράφων. Εκείνο όμως που διαπιστώνεται από τα δικόγραφα, είναι ότι οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι η αμοιβή των εναγόντων, σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία, θα καθορίζεται στη βάση της δικής τους αμοιβής από τον εργοδότη, ήτοι την Αρχή Λιμένων Κύπρου. Προβάλλουν μάλιστα, ότι υπήρξαν και τροποποιήσεις στη συμφωνία με τον εργοδότη με την μείωση της αμοιβής τους, και ότι, πλήρεις λεπτομέρειες των πληρωμών που έγιναν από την Αρχή Λιμένων Κύπρου προς τους ίδιους, θα δοθούν κατά την ακρόαση. Από τα πιο πάνω, ευθέως εξάγεται ότι τα επιζητούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα, είναι όχι μόνο σχετικά με τα επίδικα θέματα της αγωγής, αλλά τα επικαλούνται και οι εναγόμενοι δια της υπερασπίσεως τους. Εκείνο που επιζητούν οι ενάγοντες προς αποκάλυψη, είναι έγγραφα συγκεκριμένης θεματολογίας και όχι αόριστα και γενικά, ως η εισήγηση των εναγομένων. Επικεντρώνεται το αίτημα, και αφορά συγκεκριμένα έγγραφα που σχετίζονται με τον καθορισμό της αμοιβής των εναγομένων (classes of documents), επί τη βάση της οποίας συμφώνησαν μεταξύ τους οι διάδικοι την αμοιβή των εναγόντων. Γεγονός είναι ότι οι εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, δεν αναφέρονται στα πιο πάνω έγγραφα, παρόλο που τα επικαλούνται. Προκύπτει συνεπώς, ότι η αίτηση των εναγόντων αφορά υπαρκτά έγγραφα, εξειδικευμένα επί συγκεκριμένου θέματος, ή και θεματολογίας. Είναι δε απόλυτα σχετικά με την υπόθεση τους και παραδεκτά από την πλευρά των εναγομένων. Δεν πρόκειται συνεπώς περί ψαρέματος μαρτυρίας, ούτε και επιδιώκεται γενική και αόριστη αποκάλυψη εγγράφων. Κατά συνέπεια, και για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση εγκρίνεται ως το Α. Ένορκη αποκάλυψη εγγράφων να διενεργηθεί εντός 21 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων- Αιτητών και σε βάρος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.