Παναγιώτου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 17/2015, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A426 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 17/2015 Μεταξύ: XXXXX Παναγιώτου Ενάγοντα Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Χρ. Δημητρίου για Στέλλα Κωνσταντινίδου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Μ. Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Προδικαστικές Ενστάσεις Κατόπιν Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2/10/2020 επιτράπηκε η εκδίκαση των προδικαστικών Ενστάσεων που εγείρονται στις παραγράφους 1 και 1Α της τροποποιημένης Υπεράσπισης του Εναγόμενου οι οποίες έχουν ως εξής: «1. Ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι λανθασμένη και/ή αντικανονική και/ή κατά παράβαση του σχετικού Νόμου και/ή ότι έχει καταχωρηθεί σε λανθασμένο Δικαστήριο και/ή ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία και/ή είναι αναρμόδιο και/ή στερείται καθ' ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει την Αγωγή αυτή. Ο Εναγόμενος αναφέρει ότι αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την Αγωγή αυτή είναι το Ανώτατο Δικαστήριο. 1Α. Περαιτέρω ο Εναγόμενος προβάλλει και 2η προδικαστική Ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί σύμφωνα με τον Νόμο και/ή ο Ενάγοντας κωλύεται να καταχωρεί την παρούσα Αγωγή καθότι η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στην Αγωγή XXXXX/04 δόθηκε στις 16/6/2009 και ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα στις 7/1/2015.» Εξέταση Προδικαστικών Ενστάσεων ▬ Το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Το δικαίωμα διάδικου να δικαστεί η υπόθεση του εντός ευλόγου χρόνου κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 6.1 της Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[1]. Η νομολογία των Δικαστηρίων είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου[2]. Στην υπόθεση Γαβριηλίδη ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 405 υπογραμμίστηκε ότι: «Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος είναι ταυτόσημο με το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η επί του προκειμένου νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330: «Το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου διασφαλίζεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος και το αρ. 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση). Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατόν να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της.» Όπως ορθά επεσήμανε η κα Τσαγκάρη, το 2010 ψηφίσθηκε ο περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο Νόμος του 2010 [Ν.2(Ι)/2010] ο οποίος αποτελεί το μηχανισμό για την προώθηση αποτελεσματικής θεραπείας αναφορικά με την παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος της διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο. Απόλυτα κατατοπιστική αναφορικά με τα πιο πάνω είναι η ακόλουθη περικοπή από την πολύ πρόσφατη Απόφαση στην υπόθεση Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή 1/2019, ημερ. 28/5/2020 η οποία έχει ως εξής: «Ο Νόμος θεσπίστηκε για να δώσει δικαίωμα σε αποζημίωση όταν κατά την εισήγηση του ενάγοντα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του δεν έχουν διαγνωστεί εντός ευλόγου χρόνου. Όπως ο ίδιος ο Νόμος στο Προοίμιο του καθορίζει, υπήρξαν διάφορες ατομικές προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί παραβίασης του ευλόγου χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να διαγνωστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αιτητών σε πολιτικές υποθέσεις και προσφυγές. Η Δημοκρατία λόγω του ότι δεν υπήρχαν στην επικράτεια της μηχανισμοί αποτελεσματικής θεραπείας για την καθυστέρηση και λόγω της δέσμευσης της από το άρθρο 1 της Σύμβασης να διασφαλίζει τα δικαιώματα που περιέχονται σε αυτή, θέσπισε το Νόμο ακριβώς για να δώσει αποτελεσματική ημεδαπή θεραπεία. Ο μηχανισμός για τη διάγνωση της καθυστέρησης και οι παράμετροι της απόδοσης εύλογης αποζημίωσης έχουν διεξοδικά καταγραφεί στην πρώτη του είδους υπόθεση Κώστα Δημητρίου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα (Αρ. 1)
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 1125. Επομένως η Δημοκρατία έπραξε ό,τι ήταν δυνατό με τη θέσπιση του Νόμου ώστε να δίδεται μια διέξοδος στη διάγνωση των προβλημάτων που απορρέουν από τυχόν καθυστέρηση και, όπου αποδεικνύεται, να καταβάλλεται και ένα εύλογο ποσό ως αποζημίωση. Αυτή η δυνατότητα με τη θέσπιση του Νόμου επικροτήθηκε ως μέτρο προς την ορθή κατεύθυνση από το ίδιο το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Panayiotis Panayi v. Cyprus Appl. No. 46370/09, ημερ. 23.9.2010, προσφέροντας ως θέμα αρχής τις απαραίτητες θεραπείες προς επίλυση των καθυστερήσεων, η αποτελεσματικότητα των οποίων δεν θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί κατά την έκδοση της απόφασης.» Το Άρθρο 3
(1)του πιο πάνω Νόμου προβλέπει ότι οι πρόνοιες του Νόμου αυτού εφαρμόζονται σε σχέση με την παραβίαση του δικαιώματος προσώπων σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων τους σε εύλογο χρόνο, σε σχέση με υποθέσεις τόσο του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου[3]. Με βάση τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(2)του Άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου παρέχεται σε πρόσωπο, που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε σε υπόθεση του το δικαίωμα του σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του σε εύλογο χρόνο, το δικαίωμα να προσφύγει στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το Νόμο για την απόδοση των θεραπειών που προβλέπονται σ' αυτόν. Στον πιο πάνω Νόμο διαλαμβάνεται ρητή πρόνοια σε σχέση με το αρμόδιο σε κάθε περίπτωση Δικαστήριο προς εξέταση αγωγής για παραβίαση του δικαιώματος της διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο. Πρόκειται για το Άρθρο 6 το οποίο έχει ως εξής: 6.
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παρέχεται με τον παρόντα Νόμο δικαιοδοσία να εξετάσει και αποφασίσει σε αγωγή δυνάμει των άρθρων 4 και 5 για παραβίαση του δικαιώματος σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο σε υποθέσεις που περατώθηκαν με έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης είναι - (α) Σε σχέση με υποθέσεις επαρχιακού δικαστηρίου, ο διοικητικός Πρόεδρος οποιουδήποτε επαρχιακού δικαστηρίου ο οποίος ενόσω εκκρεμούσε η υπόθεση στην οποία σύμφωνα με την αγωγή παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα σε διάγνωση αστικών του δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο δεν ασκούσε τα καθήκοντά του στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η υπόθεση και δεν είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέτασή της, ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει διοικητικός Πρόεδρος που να μην ασκούσε τα καθήκοντά του στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η υπόθεση και να μην είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέταση της, ο αμέσως αρχαιότερος Πρόεδρος επαρχιακού δικαστηρίου ή άλλος δικαστής που ικανοποιεί τα πιο πάνω, ως ήθελε ορίσει για την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο, (β) σε σχέση με υποθέσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου, τρεις δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήθελε ορίσει για την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Κώστα Δημητρίου ως Διαχειριστή του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2014)1 Α.Α.Δ. 716, ο Νόμος διαχωρίζει κατά σαφή τρόπο την υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, από την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου γενικώς. Όπου δε η υπόθεση περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, τότε δύναται να εγερθεί αγωγή κατά τα Άρθρα 4 και 5 του Νόμου. Επισημάνθηκε δε ότι στο Νόμο φαίνεται να υπάρχει χωριστή αρμοδιότητα για την εκδίκαση τέτοιας αγωγής. Ειδικότερα το Άρθρο 6(ι)(α) ορίζει ότι σε σχέση με υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου, αρμόδιο Δικαστήριο εκδίκασης της αγωγής είναι ο διοικητικός Πρόεδρος ή αν αυτός είχε συμμετοχή σε οποιοδήποτε στάδιο στην εξέταση της υπόθεσης, τότε ορίζεται ο αμέσως αρχαιότερος Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου ως ήθελε αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Το Άρθρο 6
(1)(β), από την άλλη, ορίζει ότι σε σχέση με υποθέσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου αρμοδιότητα έχει Δικαστήριο που αποτελείται από τρεις Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ερμηνεία του Άρθρου 6 του Ν.2(Ι)/2010 έχει αποσαφηνισθεί με την απόφαση στην Πρωτογενή Αίτηση υπ.αρ.1/2018 Zia εκ Λευκωσίας υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας του Ismail Yusuf Zia κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 9/9/2019. Όπως συναφώς τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, «η κείμενη νομοθεσία αποκλείει την εκδίκαση ενιαίας υπόθεσης για την πρωτόδικη και τη δευτεροβάθμια διαδικασία» και ότι, εφόσον πρόκειται για περατωθείσα τελεσίδικη απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου, δικαιοδοσία ως προς την εκδίκαση γι΄αυτού του είδους τις αξιώσεις καθορίζεται να είναι ο Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, ενώ, αν η αξίωση αφορά περατωθείσα έφεση, η δικαιοδοσία εκδίκασης ανήκει σε τρία μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ίδια προσέγγιση επαναλήφθηκε και στην πιο πρόσφατη Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αγωγή 2/2018 Altius Insurance Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 15/7/2020 όπου ακριβώς το Δικαστήριο έθεσε το ερώτημα πως ήταν δυνατόν, με δεδομένες τις πρόνοιες του Νόμου, να επιδιώκεται δια μιας και μόνο διαδικασίας θεραπεία για όλο το διάστημα από την έγερση της αγωγής μέχρι την έκδοση απόφασης αφενός και της έγερσης της έφεσης και αποπεράτωσης αυτής αφετέρου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ότι η εξέταση συνολικά του θέματος της καθυστέρησης στο πλαίσιο, δηλαδή, μιας ενιαίας διαδικασίας, ήτοι αυτής που είχε εγερθεί ενώπιον του Ανωτάτου, ήταν αντίθετη με τη σαφή νομοθετική πρόνοια καθώς και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Altius (ανωτέρω): «Είχαμε θέσει στους ευπαίδευτους συνηγόρους της ενάγουσας, το ερώτημα πώς είναι δυνατόν, με δεδομένες τις πρόνοιες του Νόμου δια μιας και μόνης διαδικασίας (δηλ. της παρούσας αγωγής), να επιδιώκεται θεραπεία για όλο το διάστημα από την έγερση της πρώτης αγωγής μέχρι την έκδοση απόφασης, αφενός και της έγερσης της έφεσης και αποπεράτωσης αυτής αφετέρου. Η ενάγουσα θεωρεί ότι όφειλε έτσι να πράξει ώστε το Δικαστήριο συνολικά να εξετάσει το θέμα της καθυστέρησης, και αυτό παρά τη σαφή νομοθετική περί του αντιθέτου πρόνοια αλλά και την αντίθετη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με βάση το ίδιο το Νόμο γίνεται διαχωρισμός του σταδίου που βρίσκεται η διαδικασία και εάν είναι πρωτόδικη ή κατ΄έφεση που επιδιώκεται θεραπεία. Αυτό συνάγεται με απλή ανάγνωση και απλό συσχετισμό των σχετικών άρθρων μεταξύ τους. Πρόκειται για τα άρθρα 5-10 του ως άνω Νόμου. Βάσει του περιεχομένου τους γίνεται η εξής κατάταξη: (α) καθυστέρηση στην πρωτόδικη διαδικασία πριν την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, (β) καθυστέρηση στην πρωτόδικη διαδικασία μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, (γ) καθυστέρηση στην εκδίκαση της έφεσης πριν την έκδοση απόφασης του Εφετείου, (δ) καθυστέρηση στην αποπεράτωση της έφεσης, όταν εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου. Η κατάταξη αυτή είναι τόσο σημαντική αφού προσδιορίζει τόσο τον τρόπο που υποβάλλεται η αξίωση όσο και την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αρμόδιο Δικαστήριο για να εξετάσει ισχυρισμό παραβίασης διάγνωσης αστικών αδικημάτων σε εύλογο χρόνο σε σχέση με περατωθείσες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει το Δικαστήριο που αποτελείται από τρεις Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου στο βαθμό που η παρούσα υπόθεση αφορά αξίωση για την εφετειακή διαδικασία στην Πολιτική Έφεση αρ.276/2009 αυτή δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία εκδίκασης του Διοικητικού Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου και, επομένως, δεν μπορεί να τύχει εξέτασης για σκοπούς απόδοσης οποιασδήποτε θεραπείας προβλέπεται από το σχετικό Νόμο. ▬ Το Ζήτημα της Παραγραφής Όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής που εγείρεται από μέρους της κας Τσαγκάρη σχετικό είναι το Άρθρο 5
(1)του Νόμου 2(Ι)/2010 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Έγερση αγωγής για παραβίαση του δικαιώματος «5.
(1)Αγωγή δυνάμει του άρθρου 4 δύναται να εγερθεί για παραβίαση του δικαιώματος σε υπόθεση που περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε σχέση με παραβίαση του δικαιώματος σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης, περιλαμβανομένου εκείνου της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, ανεξάρτητα αν για την παραβίαση του δικαιώματος στο στάδιο εκτέλεσης υπέχουν ευθύνη οι δικαστικές αρχές, ή άλλες αρχές της Δημοκρατίας. Η αγωγή εγείρεται εντός ενός έτους από την ημερομηνία περάτωσης της υπόθεσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή την ημερομηνία εκτέλεσης, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι η αγωγή δεν ήταν εύλογα δυνατόν να εγερθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας.
(2)Αγωγή δυνάμει του άρθρου 4 δύναται να εγερθεί και για παραβίαση του δικαιώματος σε υπόθεση που περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, ή στην οποία εκκρεμεί η εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε πριν την εν λόγω ημερομηνία, δεδομένου ότι η αγωγή εγείρεται εντός ενός έτους από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή την ημερομηνία εκτέλεσης μετά την έναρξη της ισχύος αυτού, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι η αγωγή δεν ήταν εύλογα δυνατόν να εγερθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς στην Αγωγή 1774/2004 Ε.Δ. Λεμεσού εκδόθηκε Απόφαση στις 16/6/2009 και στη συνέχεια, αφού προηγήθηκε η καταχώρηση της Πολιτικής Έφεσης αρ. 276/2009, εκδόθηκε στην εν λόγω έφεση Απόφαση στις 9/7/
- Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καταχωρήθηκε την 7/1/
- Το ζητούμενο για σκοπούς καταχώρησης αγωγής για παραβίαση του δικαιώματος της διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο είναι η ολοκλήρωση της υπόθεσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Το ερώτημα που εν προκειμένω εγείρεται αφορά στην ερμηνεία του όρου «τελεσίδικη απόφαση» για τους σκοπούς εφαρμογής του Νόμου 2(Ι)/
- Ο εν λόγω όρος εξετάσθηκε και ερμηνεύτηκε στην υπόθεση στην Πρωτογενή Αίτηση υπ.αρ.1/2018 Zia εκ Λευκωσίας υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας του Ismail Yusuf Zia κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 9/9/2019 όπου κρίθηκε ότι η τελεσίδικη απόφαση έχει την έννοια της τελικής απόφασης σε αντιδιαστολή με την ενδιάμεση απόφαση και δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση. Παρατίθεται η ακόλουθη περικοπή από την πιο πάνω Απόφαση: «Ο όρος «τελεσίδικη δικαστική απόφαση» μας είχε απασχόλησε στην Καούλα ν. Γενικού Εισαγγελέα, αρ. αγωγής 1/2017, 4.7.2018 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία επιχείρησε να αποδώσει εννοιολογικά τον όρο «τελεσίδικη δικαστική απόφαση». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Σιαμμά
(2010)1 Α.Α.Δ. 2114 και Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255. Στη Θεμιστοκλέους (ανωτέρω) αναφέρεται: "Κατ' αρχάς, η έννοια «τελεσίδικη απόφαση» δεν σημαίνει απόφαση που δεν υπόκειται σε έφεση αλλά «τελική απόφαση» («final judgment») (ίδε Huntley (Marchioness) v. Gaskell [1905] 2 Ch. R. (CA) 656, Τάκης Οικονομίδης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255). Εξ άλλου το άρθρο 3
(1)(ζ) εν πάση περιπτώσει δεν μιλά για «τελεσίδικο» διάταγμα, όπως μιλά για «τελεσίδικη» απόφαση, αλλά, διαφοροποιώντας, για «τελικό» διάταγμα για πληρωμή ποσού. Ο όρος «τελικό διάταγμα» δεν θα μπορούσε να επεκτείνετο πέραν της έννοιας του διατάγματος για πληρωμή ήδη οφειλόμενου ποσού επί τη διαγνώσει ανάλογης ουσιαστικής αστικής ευθύνης, για να εκάλυπτε και διάταγμα για καταβολή εξόδων. Και να επεκτείνετο όμως πέραν τούτου, με τον προσδιορισμό του όρου «τελικό» μόνο σε τελικό και όχι ενδιάμεσο διάταγμα για πληρωμή εξόδων θα μπορούσε να παραπέμπει. Αυτό εξ άλλου θα ήταν και λογικό, αφού η εξασφάλιση ενδιάμεσου διατάγματος για έξοδα με ανοικτή ακόμα την τύχη των ουσιαστικών απαιτήσεων και των τελικών εξόδων δεν θα ήταν λογικό να μπορούσε να καθίσταται βάση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Εξ άλλου, όπως παρατηρεί και ο Εφεσίβλητος, όταν εξεδόθη η εν λόγω διαταγή για έξοδα, ούτε αυτή ούτε η ενδιάμεση αίτηση την οποία αφορούσε ήταν εφέσιμη, σύμφωνα με τη νομολογία, και μόνο στα πλαίσια της τελικής απόφασης θα μπορούσε να εφεσιβάλλετο. Θα δημιουργείτο έτσι πρόσθετη αδικία στον Εφεσίβλητο αν η μη δυνάμενη ακόμα να εφεσιβληθεί διαταγή για έξοδα καθίστατο βάση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης". Στην Οικονομίδης (ανωτέρω) λέχθηκαν και τα εξής: «Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" ("final judgment") εμφανίζεται και στο άρθρο 4
(1)(g) της Αγγλικής Bankruptcy Act, 1883 (βλ. τώρα Bankruptcy Act, 1914, άρθρο 1
(1)(g)). Έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Re Chinery, Ex p. Chinery [1884] 12 Q.B.D. 342, 345: "I think we ought to give to the words 'final judgment' in this subsection their strict and proper meaning, i.e. a judgment obtained in an action by which a previously existing liability of the defendant to the plaintiff is ascertained or established." Σε ελληνική μετάφραση: "Νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε στις λέξεις 'τελεσίδικη απόφαση' σ' αυτό το εδάφιο την αυστηρή και σωστή έννοια τους. Είναι απόφαση που λαμβάνεται σε μια αγωγή με την οποία μια προϋπάρχουσα υποχρέωση του εναγομένου προς τον ενάγοντα εξακριβώνεται ή αποδεικνύεται." Στη Huntly (Marchioness) ν. Gaskell [1905] 2 Ch. (CA) 656, 667 ο όρος έχει ερμηνευθεί ως εξής: "When the word 'final' is used, as I think it is in some authorities with reference to judgments, that does not mean, I apprehend, a judgment which is not open to appeal, but merely 'final' as opposed to 'interlocutory'. A judgment is, in my opinion, not the less an estoppel between the parties to the action because it may be reversed on appeal to the House of Lords." Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου η λέξη 'τελεσίδικη' χρησιμοποιείται, καθώς νομίζω, σε μερικές αυθεντίες σε σχέση με αποφάσεις, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά απλώς 'τελεσίδικη' σε αντίθεση με την 'ενδιάμεση'. Κατά την γνώμη μου μια απόφαση δεν αποτελεί μικρότερο κώλυμα μεταξύ των μερών επειδή δυνατόν να ανατραπεί κατ' έφεση από την Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων." Η έννοια της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο του Νόμου για να είναι δυνατή η σύζευξη της με το σκοπό του. Ο ίδιος ο Νόμος στον τίτλο του και στο περιεχόμενο του αναφέρεται σε δύο βασικές παραμέτρους: (α) δικαίωμα για διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο. (β) παραβίαση αυτού του δικαιώματος να αποφασισθεί δικαστικά. Το δικαίωμα αυτό ως (α) ανωτέρω προϋποθέτει είτε εκκρεμή διαδικασία (όπου ισχύουν συγκεκριμένες πρόνοιες) είτε περατωθείσα διαδικασία με τελεσίδικη απόφαση (όπου επιχειρείται να ενταχθεί η παρούσα). Η τελεσίδικη απόφαση, που έχει την έννοια της τελικής απόφασης όπως προσδιορίστηκε από την πιο πάνω νομολογία, είναι απαραίτητο στάδιο της κρίσης για «παραβίαση δικαιώματος», γιατί ακριβώς το δικαίωμα προϋποθέτει διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην πιο πάνω υπόθεση με σαφήνεια τονίσθηκε ότι δίδεται δικαίωμα καταχώρησης αγωγής για παραβίαση του δικαιώματος της διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο όταν η υπόθεση έχει περατωθεί με τελεσίδικη απόφαση. Για να γεννηθεί, δηλαδή, αγώγιμο δικαίωμα με βάση τα Άρθρα 4 και 5 του Νόμου 2(Ι)/2010 πρέπει η υπόθεση να «περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση» υπό την έννοια που αναλύθηκε ανωτέρω, ήτοι, τελική απόφαση με την οποία έχει κριθεί είτε θετικά, είτε αρνητικά οποιοδήποτε αστικό δικαίωμα ή υποχρέωση του Ενάγοντα. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο παρατίθεται κατωτέρω: «Δύο είναι οι τρόποι αξίωσης με βάση το Νόμο: (α) Με καταχώρηση αγωγής, εάν η υπόθεση περατώθηκε με τελεσίδικη απόφαση. Αυτό ισχύει είτε πρόκειται για υποθέσεις που περατώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου είτε με τελεσίδικη απόφαση Εφετείου. Όπως αναφέραμε προηγουμένως και κατ΄επίκληση της Καούλα, ανωτέρω και της προηγηθείσας νομολογίας, ο όρος τελεσίδικη απόφαση έχει την έννοια της τελικής απόφασης χωρίς να συναρτάται με το δικαίωμα έφεσης. Μάλιστα εάν η αξίωση εμπίπτει σε αυτή την κατάταξη του Νόμου, αυτή πρέπει να εγερθεί εντός ενός έτους από την ημερομηνία περάτωσης της υπόθεσης με τελεσίδικη απόφαση. Ομοίως η δικαιοδοσία ως προς την εκδίκαση γι΄αυτού του είδους τις αξιώσεις καθορίζεται να είναι ο Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου (με κάποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις, που δεν χρειάζεται να αναφερθούν εν προκειμένω) εφόσον πρόκειται για περατωθείσα τελεσίδικη απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου. Εάν δε η αξίωση αφορά περατωθείσα έφεση η δικαιοδοσία εκδίκασης ανήκει σε τρία μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου (με τις διευκρινίσεις που δίδονται στο Νόμο).» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε ότι δεν ήτο δυνατή η εκδίκαση ενιαίας υπόθεσης για την πρωτόδικη και τη δευτεροβάθμια διαδικασία, επισημαίνοντας παράλληλα ότι θα υφίστατο αποτελεσματική θεραπεία εφόσον ασκείτο αγωγή εντός ενός έτους μετά την έκδοση της πρωτόδικης τελεσίδικης απόφασης, κάτι που, όπως υπογραμμίστηκε, οι Αιτητές δεν επέλεξαν να το πράξουν. Γι΄ αυτό το Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση, αφού απέκλεισε την αξίωση για το χρόνο εκδίκασης που αφορούσε την αγωγή, εξέτασε μόνο τη θεραπεία για την εφετειακή διαδικασία, ήτοι την αξίωση των Αιτητών για αποζημιώσεις ένεκα καθυστέρησης στην εκδίκαση της έφεσης. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την Απόφαση: «Ο κ. Δημητριάδης εισηγήθηκε ότι, αν αφαιρέσουμε την πρωτόδικη διαδικασία δηλαδή της αγωγής από την αξίωση, δεν θα υφίσταται αποτελεσματική θεραπεία και αυτό συνιστά παράβαση υφιστάμενης ευρωπαϊκής νομολογίας. (Βλ. Konig ν. Gemany [1978] (Αίτηση αρ. 6232/73, ημερ. 28.06.1978 και Erkner and Hofauer v. Austria, 23.4.1987 (αναφορά 17/1986/115/163), ημερ. 23.4.1987). Δεν θα συμφωνήσουμε με την πιο πάνω εισήγηση. Ο νομοθέτης θέλησε να προβεί σε αυτό το διαχωρισμό και οι δύο ξεχωριστές διαδικασίες υφίστανται για να κριθεί ο εύλογος χρόνος εκδίκασης πρωτόδικα και δευτεροβάθμια. Η κείμενη νομοθεσία αποκλείει την εκδίκαση ενιαίας υπόθεσης για την πρωτόδικη και τη δευτεροβάθμια διαδικασία. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συντρέχει αποτελεσματική θεραπεία για τους αιτητές. Τέτοια θεραπεία υφίστατο εφόσον ασκείτο αγωγή εντός ενός έτους μετά την έκδοση της πρωτόδικης τελεσίδικης απόφασης και η αξίωση αυτή θα αφορούσε παραβίαση του εύλογου χρόνου εκδίκασης της αγωγής. Οι αιτητές δεν επέλεξαν να το πράξουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι το νομοθετικό πλαίσιο είναι ελλιπές. Ακόμη και με βάση την ευρωπαϊκή νομολογία η εισήγηση αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Στο Σύγγραμμα Ι. Σαρμά «Η δίκαιη ισορροπία», εκδόσεις Σάκκουλα 2018, σελ.112, στο Κεφάλαιο «Η εύλογη προθεσμία εκδίκασης» αναφέρεται πως «κάθε βαθμός δικαιοδοσίας μπορεί να κριθεί ξεχωριστά» (βλ. Stefanou 2954/07, 22.4.2010, para.67). Σύμφωνα με τα πιο πάνω είναι φανερό πως, αποκλειομένης της αξίωσης για το χρόνο εκδίκασης που αφορά την αγωγή, παραμένει μόνο για εξέταση η θεραπεία για την εφετειακή διαδικασία από την ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης μέχρι σήμερα». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι ορθή, επομένως, η εισήγηση της κας Τσαγκάρη ότι, όπως προκύπτει από την υπόθεση Zia (ανωτέρω), ο νομοθέτης πρόβλεψε δύο ξεχωριστές διαδικασίες για να κριθεί ο εύλογος χρόνος εκδίκασης πρωτόδικα και δευτεροβάθμια και το κατά όσο υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της διάγνωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο. Κατά συνέπεια στην υπό εξέταση περίπτωση ο Ενάγοντας όφειλε να είχε καταχωρήσει δύο Αγωγές, μία Αγωγή σε σχέση με την Αγωγή υπ.αρ. 1747/2004 (για την οποία αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει θα ήταν ο Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου) και μία Αγωγή σε σχέση με την Πολιτική Έφεση αρ. 276/2009 (για την οποία αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει θα ήταν τρία μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου). Με δεδομένο λοιπόν ότι στην Αγωγή 1747/2004 Απόφαση εκδόθηκε στις 16/6/2009 η αγωγή για παραβίαση του δικαιώματος της διάγνωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο σε σχέση με αυτή τη διαδικασία - την «πρωτόδικη διαδικασία» - θα έπρεπε να είχε ασκηθεί εντός ενός χρόνου από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου εφόσον η υπό εξέταση περίπτωση αφορά «υπόθεση που περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος» του Νόμου 2(Ι)/2010[4]. Στο Νόμο 2(Ι)/2010 δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε σχετική πρόνοια αναφορικά με το πότε τίθεται σε ισχύ ο Νόμος και, συνεπώς, με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1[5] ο Νόμος θεωρείται ότι τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του, ήτοι την 5/2/2010. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγων όφειλε να είχε καταχωρήσει την παρούσα Αγωγή εντός ενός χρόνου από τις 5/2/2010, κάτι το οποίο δεν έπραξε εφόσον την καταχώρησε στις 7/1/2015. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στο Άρθρο 5 καθορίζεται ο χρόνος του ενός έτους ως χρόνος για την έγερση της «εκτός αν το δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι η αγωγή δεν ήταν εύλογα δυνατόν να εγερθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας». Δεν προβλήθηκε, ωστόσο, από πλευράς Ενάγοντα είτε στην Έκθεση Απαίτησης του, είτε μέσω Απάντησης στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου - εφόσον δεν καταχωρήθηκε Απάντηση - οποιοσδήποτε λόγος που δεν καθιστούσε εύλογα δυνατή την καταχώρηση της Αγωγής εμπρόθεσμα. Απόρροια της πιο πάνω παράλειψης οδηγεί, αναπόδραστα, στο συμπέρασμα ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα για παραβίαση του δικαιώματος της διάγνωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο σε σχέση με την «πρωτόδικη διαδικασία» μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης στις 16/6/2009 έχει παραγραφεί. Κατάληξη Κατ΄ακολουθία όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί, καταλήγω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Ως εκ τούτου η παρούσα Αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα του. Κατά συνέπεια, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητή /Λ.Δ. [1] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπανιά
(1993)2 Α.Α.Δ. 384. [2] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223. [3] 3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με την παραβίαση του δικαιώματος προσώπων σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών τους σε εύλογο χρόνο σε υποθέσεις επαρχιακoύ δικαστηρίου ή σε υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είτε αυτές εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο πρωτόδικα ή κατ' έφεση είτε αυτές περατώθηκαν. [4] Δέστε εδάφιο
(2)του Άρθρου 5 του Νόμου 2(Ι)/
- [5]
- Κάθε Νόμος και κάθε δημόσιο έγγραφο, που γίνεται ή εκδίδεται με βάση το Νόμο αυτό ή άλλη νόμιμη εξουσία και που έχει νομοθετική ισχύ θα πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed). (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο