← Κύπρος

Κυνηγός κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ) μέσω της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείω

Κυνηγός κ.α. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ) μέσω της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ (Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2779/18, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A427 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2779/18 Μεταξύ:-

  1. XXXXX Κυνηγός
  2. XXXXX Κυνηγού Εναγόντων/Αιτητών -και-
  3. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ) μέσω της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ (Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ)
  4. Υπουργείο Εσωτερικών μέσω Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες/Αιτητές : κ. Α. Πατσαλίδης Για Εναγόμενους 1/Καθ' ων η Αίτηση : κ. Ν. Μερακλής Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια αγωγής καταχωρηθείσης την 10.10.18, οι ενάγοντες, την 6.3.20, επιδίωξαν δια ενδιαμέσου μονομερούς αιτήσεως, την έκδοση σειράς απαγορευτικών διαταγμάτων σε βάρος της εναγόμενης 1 από το να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει και διαθέσει, ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του ενάγοντα 1, όπως αυτή περιγράφεται στην αίτηση. Νομικό βάθρο της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομία Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, και στην Δ.48, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα/αιτητή 1, στην οποία αναφέρει ότι η αγωγή του στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στην βάση παράνομης υποθήκευσης του επιδίκου ακινήτου του. Και αυτό γιατί, οι εναγόμενοι 2 ενέγραψαν παράνομα την υποθήκη, κατά παράβαση του Νόμου 9/65, και η εναγόμενη 1 κατέστη διαδοχικός δικαιούχος της παράνομης υποθήκης, για την οποία έχει κινηθεί διαδικασία εκποίησης από τους εναγόμενους
  5. Το επίδικο ακίνητο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του ενάγοντα
  6. Σε περίπτωση δε αποξένωσης της, θα είναι αδύνατον στο μέλλον να ικανοποιήσουν την απαίτηση τους σε τυχόν απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και θα καταστεί η αγωγή τους άνευ αντικειμένου. Είναι επίσης η θέση του, ότι έχει καλή βάση αγωγής εναντίον και των δυο εναγομένων. Με οδηγίες του δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση 1, οι οποίοι καταχώρισαν ένσταση, συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση λειτουργού ανάκτησης χρεών στην καθ' ης η αίτηση
  7. Προβάλλονται σωρεία λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και γίνεται, στην ένορκη δήλωση, αναφορά στο ιστορικό της σύναψης του δανείου των εναγόντων, επισυνάπτοντας προς τούτο όλα τα σχετικά έγγραφα, μεταξύ αυτών της συμφωνίας δανείου για το ποσό των €400.000, το άνοιγμα λογαριασμού, της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης, όπως και τον τερματισμό του λογαριασμού. Αναφέρει επίσης ότι είχε αρχίσει διαιτητική διαδικασία σε σχέση με το πιο πάνω δάνειο, αλλά στη συνέχεια η διαδικασία ανεστάλη, λόγω της τροποποίησης του Νόμου Περί των Συνεργατικών Εταιρειών. Επισυνάπτει ομοίως τα σχετικά έγγραφα που ενεργοποίησαν οι καθ' ων η αίτηση, και επέδωσαν στους ενάγοντες, στα πλαίσια του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν.9/65, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ

(1)του πιο πάνω Νόμου. Είναι επίσης η θέση του, ότι η αίτηση είναι γενική και αόριστη και ότι ο αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς και επαρκείς λόγους, ή και εύλογη αιτία, που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το σύντομο πιο πάνω ιστορικό, παρέχει το στίγμα αλλά και το πλαίσιο του υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων αλλά και των επιζητούμενων θεραπειών. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη εντός των παραμέτρων των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση των ομνυόντων. Οι δικηγόροι των δυο πλευρών προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναλύονται αντιστοίχως οι εκατέρωθεν θέσεις. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του τόσο το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων, όσο και το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δυο πλευρών. Όπου χρειαστεί στην συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Κατά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ως παγίως και διαχρονικά η νομολογία υποδεικνύει, το έργο του δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (δες μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Οι τρεις προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί να συντρέχουν είναι: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, (γ) ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κρίνεται μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια, ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών, παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σχετικό σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία τα στοιχεία αυτά, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο αυτό θεωρείται ότι ικανοποιείται. Το τρίτο κριτήριο ή προϋπόθεση, δεν διασυνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την έννοια του χρηματικού παράγοντα, αφού αυτός δεν είναι και ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια της υλικής αποτίμησης, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κυρίσαββα και άλλος ν. Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι πιο πάνω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Είναι σημαντικό αλλά και ουσιώδες να λεχθεί εδώ, ότι η εξέταση τόσο των διαφόρων εγειρομένων ζητημάτων, όσο και των λοιπών δεδομένων και προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, εν σχέση με το υπό εξέταση αίτημα, διενεργείται μέσα από τις υποστηρίζουσες τις αντίστοιχες θέσεις ένορκες δηλώσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο, και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.39. Κατά συνέπεια, οι ένορκες δηλώσεις αποτελούν αναπόφευκτα το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, καθώς και οι εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμοί. Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1054). Στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας ν. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφεση Ε187/17, ημερ.25.1.19, αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας επί ακρόασης ενδιαμέσων διαταγμάτων, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία, αυτή πρέπει να γίνεται, για τους περιορισμένους και καθορισμένους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας και βεβαίως όχι για οριστική κατάληξη σε συμπεράσματα. Τούτο θα πρέπει να γίνεται μόνο για εξέταση, εκ πρώτης όψεως, των εκατέρωθεν θέσεων με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή, που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι υπάρχει, στη βάση του δοσμένου μαρτυρικού υλικού, καλή βάση αγωγής και κατά δεύτερο, πιθανότητα επιτυχίας». Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, γίνεται παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 AAΔ 1513: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης». Προκύπτει εκ της πιο πάνω νομολογίας ότι ο αιτητής, που φέρει ως λέχθηκε και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, θα πρέπει να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου, δια της ενόρκου δηλώσεως του, τις διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς του, ώστε ως λέχθηκε στην Α/φοί Μυλωνά, ανωτέρω, αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, θα πρέπει να αποδειχθεί δια της μαρτυρίας που θα προσαχθεί με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης (Δήμος Λάρνακας ανωτέρω). Έτσι και σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν την ακύρωση της συμφωνίας δανείου και υποθήκης για το ποσό των €400.000, και επιστροφή του ποσού των €37.000 που κατέβαλαν προς την εναγόμενη 1, αποζημιώσεις για ηθική βλάβη και διάφορες άλλες αποζημιώσεις. Υπόβαθρο της αξίωσης είναι η ύπαρξη καταχρηστικών, παράνομων και/ή επαχθών όρων σε αυτές, αλλά και πλάνη αναφορικά με το γεγονός ότι η υποθήκευση ακίνητης περιουσίας φυσικού προσώπου από Συνεργατική Εταιρεία ρητά απαγορευόταν από το Νόμο. Αντικειμενικά κρινόμενη η βάση της αγωγής των εναγόντων, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανύπαρκτη, ώστε να μην ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση. Αναφορικά με την δεύτερη όμως προϋπόθεση, στην ουσία δεν υπάρχει μαρτυρία εκ μέρους του αιτητή προς υποστήριξη των διαφόρων ισχυρισμών του. Παρέμειναν ομοίως αναπάντητοι οι ισχυρισμοί καθώς και οι θέσεις των καθ' ων η αίτηση, όπως αυτοί καταγράφονται στην ένορκη τους δήλωση, (δες μεταξύ άλλων Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2476, και Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460). Ο αιτητής, ενώ επιδιώκει την έκδοση των πιο πάνω απαγορευτικών διαταγμάτων, δεν παραθέτει μαρτυρία ή και κάποια στοιχεία ή λεπτομέρειες, πέραν των όσων έχουν ήδη καταγραφεί, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο, έστω και στην όψη τους, να εξετάσει αν συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις του νόμου. Η κατά την αγόρευση παραπομπή εκ μέρους του συνηγόρου στην έκθεση απαιτήσεως, δεν συνιστά μαρτυρία, αλλά ούτε και μπορεί να ληφθεί υπόψη (Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.167/10, ημερ.21.10.15). Αναφορικά με το θέμα αυτό, ακόμα και η δια της ενόρκου δηλώσεως του ομνύοντος παραπομπή σε δικόγραφο, στην υπόθεση Καίμης ν. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 2004 υπεδείχθη ότι: «Ενόψει των πιο πάνω εγείρεται ζήτημα προς εξέταση κατά πόσο η ένορκη υιοθέτηση του περιεχομένου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης καθιστά τούτο μαρτυρία για τους σκοπούς της Δ.18. Η απάντηση είναι αρνητική. Επί του θέματος υπάρχει δεσμευτικό προηγούμενο. Η προσέγγιση της νομολογίας σύμφωνα με την οποία, η υιοθέτηση του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν καθιστά τούτο μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου είναι μεν αυστηρή πλην όμως δεν υπάρχει διέξοδος απόκλισης» Δεν υπάρχουν συνεπώς γεγονότα που να υποστηρίζουν το αίτημα, ή στοιχεία τέτοια ώστε να τεθούν υπό αξιολογική κρίση, με την πιο πάνω έννοια και στον απαιτούμενο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, για να συνεξεταστούν σε σχέση με αυτά που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση. Τα παρατεθέντα δια της ενόρκου δηλώσεως στοιχεία, ως έχουν εκτεθεί, είναι γενικά, αόριστα και χωρίς υποστηρικτικά στοιχεία ή λεπτομέρειες. Εκ των πραγμάτων, δεν παρέχουν πεδίο εξέτασης, σε σχέση με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος και κατ' επέκταση, δεν έχουν στοιχειοθετηθεί οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του Νόμου. Κατά συνέπεια, και για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η Αίτηση 1 και σε βάρος του ενάγοντα 1 - αιτητή. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.