← Κύπρος

ΝΑΣΩ ΗΛΙΑΔΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΛΤΔ κ.α. ν. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3211/17, 8/10/2020

ΝΑΣΩ ΗΛΙΑΔΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΛΤΔ κ.α. ν. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3211/17, 8/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A421 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3211/17 Μεταξύ:

  1. ΝΑΣΩ ΗΛΙΑΔΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΛΤΔ
  2. XXXXX ΗΛΙΑΔΗ Εναγόντων -και-
  3. XXXXX ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ
  4. XXXXX Κ. ΤΥΛΛΗ
  5. XXXXX Κ. ΤΥΛΛΗ
  6. ΚΥΡΙΑΚΟΣ Μ. ΤΥΛΛΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  7. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 21.5.20 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.10.20 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Αποστολίδης Για Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ανδρέου ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, μέτοχοι μειοψηφίας στην εναγόμενη 5, στα πλαίσια παράγωγης αγωγής εναντίον των εναγομένων, αξιώνουν ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις ένεκα παρανόμων και/η αυθαίρετων και/ή δόλιων και/ή αμελών πράξεων, ενεργειών και/ή παραλείψεων των εναγομένων 1-4 καθώς και σειρά διαταγμάτων. Μετά την καταχώριση της υπεράσπισης των εναγομένων και στα πλαίσια της διαδικασίας κάτω από τις πρόνοιες της Δ.30, κατόπιν αιτήματος των εναγομένων, ως αυτό καταγράφεται στο συμπληρωματικό παράρτημα, και μετά από ένσταση των εναγόντων, το δικαστήριο, την 24.5.19 κατόπιν ακρόασης, εξέδωσε διάταγμα παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών επί σειράς παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως, ως αυτές αναφέρονται στο ρηθέν παράρτημα. Ως χρόνος συμμόρφωσης των εναγόντων με την σχετική διαταγή του δικαστηρίου, καθορίστηκαν 60 ημέρες από τη σύνταξη του διατάγματος. Οι ενάγοντες, σύμφωνα με τους εναγόμενους, δεν συμμορφώθηκαν με το ρηθέν διάταγμα, και την 18.9.19 καταχώρισαν αίτηση για αναστολή της διαδικασίας μέχρι συμμόρφωσης των εναγόντων με το διάταγμα και απόρριψη της αγωγής χωρίς άλλο διάβημα του δικαστηρίου, στην περίπτωση που οι ενάγοντες δεν προχωρήσουν σε λεπτομέρειες, ως η σχετική διαταγή του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου, εργαζομένης στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων. Οι ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση στο πιο πάνω αίτημα των εναγομένων, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ενάγοντα
  8. Μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 14 της ενόρκου δηλώσεως, αναφέρεται σε επιστολή κάποιου XXXXX Ευθυμίου, από τον οποίο οι ενάγοντες ζήτησαν λεπτομέρειες αναφορικά με το ρηθέν διάταγμα του δικαστηρίου, ο οποίος απέστειλε επιστολή προς τους δικηγόρους των εναγόντων, επισυναπτόμενη στην ένσταση ως τεκμ.
  9. Το δικαστήριο δεν θα διεξέλθει το σύνολο του περιεχομένου της επιστολής αυτής, για ότι αφορά όμως εδώ, στην παράγραφο (γ), ο πιο πάνω αναφέρει ότι δεν έχει στην κατοχή του έγγραφα και σχετικό υλικό - έντυπη και ηλεκτρονική μορφή - γιατί έχουν παραληφθεί από τον εναγόμενο
  10. Ενδεικτικά αναφέρει ότι ο εναγόμενος 3 αιφνιδίως τον επισκέφθηκε και του απέσπασε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή από το γραφείο του, γεγονός που τον ανάγκασε να παραιτηθεί. Στη συνέχεια, επισυνάπτεται άλλη επιστολή του ρηθέντος Ευθυμίου προς τους δικηγόρους των εναγόντων, στην οποία επισυνάπτει αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στην κατοχή του. Είναι πιο των πιο πάνω ισχυρισμών που οι εναγόμενοι επιδιώκουν να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ώστε να αντικρούσουν και να απαντήσουν στον πιο πάνω ισχυρισμό. Στην αίτηση επισυνάπτεται η προτεινόμενη ένορκη δήλωση, την οποία το δικαστήριο, να σημειωθεί, την έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο της. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση στο αίτημα, υποστηριζόμενη με ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, προβάλλοντας σειρά λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει υπόψη του όσα αντίστοιχα αναφέρονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, όπως και όσα προβάλλονται δια των αγορεύσεων των συνηγόρων. Η Δ.48 θ.4

(2), που αποτελεί το νομικό βάθρο της αιτούμενης θεραπείας, προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης γίνεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Το αίτημα για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να αντικριστεί μέσα στους λόγους που προβάλλουν ως αναγκαίοι, στον καλό λόγο σύμφωνα με το θ.4
(2)της Διαταγής 48, σε συνάρτηση με το αίτημα που προβάλλεται στην κυρίως αίτηση. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, αποκαλύπτεται καλός λόγος τέτοιος, που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το δικαστήριο έχοντας υπόψη όσα εκατέρωθεν προβάλλονται, κρίνει ότι η θέση των εναγόντων ότι πρόκειται για γεγονότα γνωστά στους εναγόμενους και ως εκ τούτου, το γεγονός αυτό, δεν συνιστά καλό λόγο, αφού με την αίτηση επιδιώκουν να συμπληρώσουν ισχυρισμούς και να ανασκευάσουν μαρτυρία, δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι είναι οι ενάγοντες που πρόβαλαν για πρώτη φορά την αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων τους και του ρηθέντος Ευθυμίου. Ούτε το δικαστήριο, για τους πιο πάνω λόγους, συμμερίζεται την θέση των εναγόντων ότι πρόκειται για απόκρυψη στοιχείων εκ μέρους των εναγομένων, όταν κυρίως πρόκειται για αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των εναγόντων με το πιο πάνω πρόσωπο. Οι ενάγοντες πρόβαλαν κάποιους ισχυρισμούς επί του συγκεκριμένου αιτήματος των εναγομένων για αναστολή και απόρριψη της αγωγής, επί των οποίων οι εναγόμενοι επιδιώκουν να απαντήσουν, προβάλλοντες τις δικές τους θέσεις, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα ενώπιον του δικαστηρίου. Δεν επιδιώκουν να εισάξουν γεγονότα νέα, πέραν εκείνων που αρχικώς πρόβαλαν, ούτε και επανάληψη των αρχικώς τεθέντων. Καθοδηγητική κρίνεται η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1 Α.Α.Δ 979. Αφορά βέβαια τη Δ.59 κ.1 και 6 των Αγγλικών Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως ως εξηγείται, για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αναφέρεται ή και να σχετίζεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των καθ΄ ων η αίτηση. Και αυτό ακριβώς είναι που επιδιώκεται και στην παρούσα υπόθεση. Το γεγονός ότι η επιδιωκόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση γίνεται από πρόσωπο άλλο από εκείνο που αρχικά ορκίστηκε στην αίτηση, γεγονός που, εξ αυτού του λόγου, το αίτημα, σύμφωνα με την θέση των εναγόντων, θα πρέπει να απορριφθεί, δεν έχει έρεισμα ούτε στην Δ.39, ούτε και στην Δ.48, Θ.2, η οποία προνοεί για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Άλλωστε πρόκειται περί μαρτυρίας, μη περιοριζόμενη σε ένα και μόνο πρόσωπο, ή και μάρτυρα. Ομοίως δεν έχει έρεισμα ούτε και σημασία, αν το αίτημα των εναγομένων είναι για καταχώριση «ενόρκου δηλώσεως συμπληρωματικής της υπό ημερομηνίας 18.9.19» και όχι για προσκόμιση επιπρόσθετης μαρτυρίας, ως αναφέρουν οι ενάγοντες, αφού ως και ο ίδιος ο Θεσμός προνοεί, η άδεια που δίδεται από το δικαστήριο είναι για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, στη βάση των οποίων διεξάγεται η ακρόαση της αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση, οι εναγόμενοι επιθυμούν να εκθέσουν, δι' ενόρκου δηλώσεως, τις δικές τους θέσεις επί συγκεκριμένων ισχυρισμών που πρόβαλαν οι ενάγοντες, έχοντες άλλωστε, οι εναγόμενοι, και το βάρος απόδειξης των αρχικών ισχυρισμών τους. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ 195, τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση. «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Στην βάση των προαναφερθέντων, η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιζητείται να καταχωρηθεί, είναι επί συγκεκριμένων ισχυρισμών και γεγονότων που ευθέως προκύπτουν από ισχυρισμούς των εναγόντων και συνεπώς, δεν καθιστούν ανεπιθύμητη, προς απάντηση, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των εναγομένων - αιτητών, ώστε να υπάρχει μια πλήρης και σφαιρική εικόνα ενώπιον του δικαστηρίου. Πρόκειται συναφώς περί δικαιώματος, αλλά και δικονομικής υποχρέωσης τους στα πλαίσια της Δ.48 Θ.4 και εφόσον καταδείξουν καλό λόγο που να δικαιολογεί το αίτημα τους, δεν μπορεί να τους αποκλειστεί, ούτε και να τους στερηθεί το δικονομικό διάβημα που επιδιώκουν. Και στην παρούσα υπόθεση, η απάντηση επί συγκεκριμένων ισχυρισμών των εναγόντων, κατά την κρίση του δικαστηρίου, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, συνιστά καλό λόγο. Στην βάση όλων των ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων, όπως αυτά έχουν αξιολογηθεί και αναλυθεί, κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αποκλίνει υπέρ του αιτήματος των αιτητών. Ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίνεται. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και σε βάρος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.