← Κύπρος

SVITLICHNYI I.P ν. PUBLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK», Γενική Αίτηση Αρ. 391/18, 22/10/2020

SVITLICHNYI I.P ν. PUBLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK», Γενική Αίτηση Αρ. 391/18, 22/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A429 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. 391/18 Αναφορικά με τη Συμφωνία Μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα ημερομηνίας 6 Σεπτεμβρίου 2004 η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 8(ΙΙΙ)/2005 και Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 2000, Ν.121

(1)/2000 και Αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λενίνσκυ της πόλης Λούγκανσκ της Ουκρανίας ημερομηνίας 29 Μαρτίου 2012 στην αστική υπόθεση 2-737/2012 Μεταξύ SVITLICHNYI I.P και PUPLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK» και Αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Εφετείου Λούγκανσκ Ουκρανίας ημερομηνίας 10 Ιουλίου 2012 στην αστική υπόθεση 22u-2945 Μεταξύ PUPLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK» ως εφεσείοντες και SVITLICHNYI I.P ως εφεσίβλητου και Αναφορικά με την απόφαση του Ανωτάτου Εξειδικευμένου Δικαστηρίου της Ουκρανίας για Αστικές και Ποινικές υποθέσεις ημερομηνίας 26 Νοεμβρίου 2012 Μεταξύ PUPLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK» και του SVITLICHNYI I.P Μεταξύ:- SVITLICHNYI I.P από την Ουκρανία Αιτητή και PUBLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK «PRIVATBANK», Με παρουσία στην Κύπρο δια υποκαταστήματος στη Λευκωσία, αδειοδοτημένου δεόντως από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με αριθμό αδείας BS 4523 Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη ημερομηνίας 13.11.19 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.10.20 Εμφανίσεις: Για Αιτητές : κ. Φ. Ζωμενής Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης μαζί με κ. Θ. Οικονόμου, κ. Χρ. Ευσταθίου και κα Παπαθωμά. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια αίτησης εγγραφής απόφασης Δικαστηρίου της Ουκρανίας, στην οποία οι καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση, οι αιτητές, την 13.11.19, υπέβαλαν αίτηση με την οποία επιζητούν άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, απαντητικών επί διαφόρων ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση τους. Ως είναι η θέση του ομνύοντος, επιδιώκεται από τον αιτητή να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου επιπρόσθετη και απόλυτα σχετική μαρτυρία και τεκμήρια. Η αίτηση έτυχε της ένστασης των καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας διάφορους λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Το νομικό βάθρο της αίτησης είναι η Δ.48, Θ.2 4
(2), 8, 9, και οι Δ.39, Δ.33, Δ.30 και 64. Η αίτηση, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων, ορίστηκε για ακρόαση. Οι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους, προέβησαν δε και προφορικά σε διάφορες επισημάνσεις. Ο κ. Τριανταφυλλίδης κατά την προφορική του αγόρευση, έδωσε έμφαση στον πρώτο λόγο ένστασης, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και ελλιπής και περαιτέρω, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48, Θ 4
(2)σε αιτήσεις για αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων, ως είναι η παρούσα Γενική Αίτηση, δυνάμει της οποίας υπεβλήθη το αίτημα προς εγγραφή της δικαστικής απόφασης. Αντίθετη επί τούτου είναι η θέση του κ. Ζωμενή, παραπέμποντας επί τούτου στην παράγραφο 21 της γραπτής του αγόρευσης, όπου πραγματεύεται το θέμα και δίνονται οι σχετικές απαντήσεις. Το δικαστήριο έχει διεξέλθει τις εκατέρωθεν θέσεις, όπως αυτές προβάλλονται στις αγορεύσεις των συνηγόρων, καθώς και σε όσα ανέφεραν προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου. Δεν θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές, εκτός εκεί που απαιτείται, και απαντήσεις θα δοθούν μέσα από το σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου. Όπως φαίνεται και από τον τίτλο της διαδικασίας, η Γενική Αίτηση, δεδομένης της επιζητούμενης εγγραφής απόφασης Δικαστηρίου της Ουκρανίας, διέρχεται δια του Νόμου που Κυρώνει τη Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα, Ν.8(ΙΙΙ)/
  1. Στο Άρθρο 23.1, κάτω από το Τμήμα IV, Ειδικές Πρόνοιες για Αστικά Θέματα, που φέρει τίτλο, Διαδικασία για Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων, προβλέπεται ότι τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα εφαρμόζουν τις αντίστοιχες εθνικές τους νομοθεσίες στη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων. Η ημεδαπή νομοθεσία που ρυθμίζει το θέμα, είναι Ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000, Ν.121(Ι)/
  2. Ο Νόμος αυτός καταγράφεται και στον τίτλο της Γενικής Αίτησης, προσδιοριστικός του νομικού υποβάθρου που υποστηρίζει το αίτημα για την εγγραφή της απόφασης του Δικαστηρίου της Ουκρανίας. Σύμφωνα με το Άρθρο 4, ο Νόμος εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή, ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου. Επίμαχο ως προς το ζητούμενο, είναι το Άρθρο 5 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι: «5.—
(1)Η διαδικασία η οποία ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Νόμου για την εγγραφή, αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου είναι η ακόλουθη: (α) Η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης διά κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές, στην οποία εμφαίνεται ως αιτητής η αρμόδια αρχή ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξεδόθη η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, και ως καθ' ου η αίτηση το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση της απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου: Νοείται ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί για υποκατάστατη επίδοση ισχύουν: Νοείται περαιτέρω ότι σε περιπτώσεις όπου στη διαδικασία κατά την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, η διαδικασία αρχίζει με μονομερή αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. (β) Κατά την καταχώριση της αίτησης ορίζεται ημερομηνία ακρόασης σε χρόνο που να μην υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες από την ημερομηνίας καταχώρησής της. (γ) Μετά την καταχώρηση της αίτησης επιδίδεται, χωρίς καθυστέρηση, στον καθ' ου η αίτηση αντίγραφο της. (δ) Ο καθ' ου η αίτηση υποβάλλει, εάν επιθυμεί, γραπτή ένσταση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση για τα γεγονότα στα οποία στηρίζει την ένστασή του, τουλάχιστο δύο μέρες πριν από την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης (ε) ..... (στ) .... (ζ) Η απόδειξη των γεγονότων δύναται να γίνει είτε με ένορκη δήλωση είτε με προφορική μαρτυρία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας Στη παρούσα διαδικασία, διαπιστώνεται ότι η νομική θεμελίωση της αίτησης εδράζεται μόνο επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κυρίως επί της Δ.48. Ανεξάρτητα από το αν η Δ.48 τυγχάνει εφαρμογής στο παρόν αίτημα, τόσο η πλευρά των αιτητών, όσο και των καθ' ων η αίτηση στις αγορεύσεις τους, παραπέμπουν στον πιο πάνω κυρωτικό Νόμο, ως το δικαιοδοτικό πλαίσιο που καθορίζει το αίτημα, δίνοντας η κάθε πλευρά τη δική της ερμηνεία. Προκύπτει εξ αυτής, ότι η νομική θεμελίωση της αίτησης, ως είναι και η εισήγηση του κ. Τριανταφυλλίδη που εγείρεται στον πρώτο λόγο ένστασης, είναι ελλιπής και εσφαλμένη και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέα, αφού τίθεται θέμα ορθής δικονομικής θεμελίωσης της αίτησης. Στην υπόθεση Egiazaryan κ.ά v. Denoro Investments Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 409, 419, υπεδείχθησαν τα εξής: «.... η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ιορδάνους Λτδ Λοΐζος
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού, Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.2013». Παρά την πιο πάνω κατάληξη, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει και το άλλο σκέλος της ένστασης των καθ' ων η αίτηση, όπως αυτό καταγράφεται στην ένσταση και έχει αναπτυχθεί με τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Αν δηλαδή τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί Γενικών Αιτήσεων. Σύμφωνα με το πιο πάνω Άρθρο 5, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν διαδικαστικοί κανονισμοί, η διαδικασία άρχεται με αίτηση δια κλήσεως, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές. Η πιο πάνω αναφορά αποτελεί, σύμφωνα τον συνήγορο του αιτητή, επαρκές υπόβαθρο για την εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και κατ' επέκταση της Δ.48, Θ.4
(2). Στην αντίπερα όχθη, είναι η θέση του κ. Τριανταφυλλίδη ότι η παρούσα διαδικασία, ήτοι της εγγραφής αλλοδαπής απόφασης είναι Γενική ή Εναρκτήρια Αίτηση, και δεν αποτελεί ενδιάμεση διαδικασία στην οποία τυγχάνουν εφαρμογής οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Παρέπεμψε προς τούτο σε σχετική νομολογία. Οι υποθέσεις Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd
(1998)
(1)1978, όπως και η Udruzena Beogradska Banka v. Westcre Investment Inc
(1999)1 Α.Α.Δ 124, υποδεικνύουν ότι, επί τέτοιων Γενικών Αιτήσεων, στην απουσία Διαδικαστικού Κανονισμού που να ρυθμίζει το διάβημα, παρόλο που οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διέπουν άμεσα την περίπτωση, παρέχουν μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν. Έτσι, η Δ.48, κατ' εξοχήν προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων που υποβάλλεται στα πλαίσια υφιστάμενης δικαιοδοσίας, παρέχει τη δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Όπως και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου, ανωτέρω, έτσι και εδώ, η παρούσα εναρκτήρια διαδικασία υποβλήθηκε στον προβλεπόμενο από τους θεσμούς τύπο, με τις προσαρμογές εκείνες που της προσδίδουν το χαρακτήρα εναρκτήριου δικονομικού μέτρου. Σύμφωνα με την Δ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, originating summons means any summons other than a summons in a pending cause or matter. Η εναρκτήρια φύση της παρούσας διαδικασίας είναι τέτοια, ώστε δεν μπορεί να ενταχθεί στα πλαίσια εκκρεμούσης διαδικασίας, ή και να χαρακτηριστεί ως ενδιάμεση διαδικασία (a pending cause or matter), ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η δυνατότητα προσαρμογής της Δ.48 επί του Τύπου της Γενικής Αίτησης, δεν καθιστά την Γενική Αίτηση, ή την Εναρκτήρια Διαδικασία ως ενδιάμεση διαδικασία, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48. Στην υπόθεση OAO BALTIYSKIY BANK ν. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO, Αιτ. Αρ. 1340/2009 ημερ.12.4.11, υπό Χριστοδούλου Π.Ε.Δ, ως ήταν τότε, που αποτελεί μια εκ των διαφόρων υποθέσεων που παρέπεμψε ο κ. Τριανταφυλλίδης, σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω, τα οποία το παρόν δικαστήριο υιοθετεί πλήρως και επαναλαμβάνει για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης. «∆ιεξήλθα µε προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και σε σχέση µε το πρώτο ζήτηµα, αν δηλαδή παρέχεται δυνατότητα χρήσης δικονοµικών διατάξεων - εδώ του θ.4
(2)- που αφορούν ενδιάµεσες αιτήσεις και για εναρκτήριες αιτήσεις, παρατηρώ τα ακόλουθα:- Το γεγονός ότι η αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης - που είναι εναρκτήρια αίτηση (βλ. και Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investments Inc
(1999)1 A.A.∆. 124) - βασίζεται και στη ∆.48 δεν δίδει κατά την άποψή µου και δυνατότητα χρήσης των δικονοµικών διατάξεων που αφορούν αποκλειστικά ενδιάµεσες αιτήσεις. Κι αυτό, γιατί ναι µεν αναγνωρίσθηκε νοµολογιακά (βλ. Τράπεζα Κύπρου, ανωτέρω) ότι παρέχεται δυνατότητα προσαρµογής της ∆.48 και σε εναρκτήριες αιτήσεις, αλλά η αναγνώριση αυτή έγινε για σκοπούς υποβολής της (εναρκτήριας) αίτησης και δεν µπορεί να εκληφθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις παρέχεται δυνατότητα χρήσης δικονοµικών διατάξεων, όπως είναι ο θ.4
(2), που εφαρµόζονται αποκλειστικά σε ενδιάµεσες αιτήσεις. Άλλο προσαρµογή για σκοπούς υποβολής της αίτησης και άλλο εφαρµογή σε τέτοιου είδους αιτήσεις και δικονοµικών διατάξεων που εφαρµόζονται µόνο σε ενδιάµεσες αιτήσεις. Υπενθυµίζεται σχετικά, ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίσθηκε ο θ.4
(2)- τέλος του 1999 - ήταν η εξάλειψη των προβληµάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερµηνείας που δόθηκε στον προηγούµενο κανονισµό από τη Νοµολογία, ώστε γεγονότα σε ενδιάµεσες αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του ∆ικαστηρίου µε ένορκες δηλώσεις και όχι µε προφορική µαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του σκοπού που έγινε πρόβλεψη για συµπληρωµατικές ένορκες δηλώσεις, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του ∆ικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωµένο τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκµηρίωσης «καλού λόγου». Στην παρούσα όµως περίπτωση ζητείται ενεργοποίηση του θ.4
(2)για άδεια καταχώρισης συµπληρωµατικής ένορκης δήλωσης σε σχέση µε εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάµεση». Ως αποτέλεσμα και για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το δικαστήριο, θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.