Hellenic Bank Public Company Limited ν. Options Cassoulides Management Service Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4473/14, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A428 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4473/14 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Limited Ενάγουσας και 1) Options Cassoulides Management Service Ltd 2) XXXXX Σαββίδη 3) XXXXX Σαββίδη 4) O.C. Options Choice Plc Εναγομένων Ημερομηνία: 21/10/2020 Αίτηση υπό Εναγομένου 3 - Αριστοτέλη Σαββίδη - ημερ. 16/01/2020 για παραμερισμό της απόφασης Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 3/Αιτητή: κ. Γ. Ιεροδιακόνου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κα Κ. Γιαπανά για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύντομο Ιστορικό Με την πιο πάνω αγωγή που καταχώρισε η Ενάγουσα (Τράπεζα) εναντίον των Εναγομένων 1-4, διεκδικούσε: - από την Εναγόμενη 1 ως Πρωτοφειλέτιδα, ποσό €856.167,11 πλέον τόκους, για κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο δανείου - το ίδιο πιο πάνω ποσό από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4, ως εγγυητές - από τους Εναγόμενους 2 και 3 ποσά €121.139,12 και €7.953,51, αντίστοιχα, πλέον τόκους, κατ' ισχυρισμό, οφειλόμενα υπόλοιπα πιστωτικών καρτών (Platinum master card). Μετά την επίδοση της αγωγής στις Εναγόμενες 1 και 4, καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης από δικηγόρο και σε μεταγενέστερο στάδιο (07/12/2016) εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον τους ως η αξίωση της Ενάγουσας, πλέον έξοδα, με μόνη διαφοροποίηση ως προς τους τόκους. Περαιτέρω, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 3, στην απουσία του, στις 26/05/2015, αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σ' αυτόν, στο Ηνωμένο Βασίλειο και συγκεκριμένα στη διεύθυνση: Flat XXXXX, XXXXX 15 XXXXX Road, London, XXXXX, στη βάση διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνία 27/10/2014. Σημειώνεται ότι ανάλογο διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου στο Λονδίνο εξασφαλίστηκε και εναντίον του Εναγόμενου 2 πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η επίδοση και η ισχύς του κλητηρίου καθόσον αφορά αυτόν εξέπνευσε. Η παρούσα Αίτηση Με την υπό εξέταση Αίτηση, που καταχώρισε ο Αιτητής στις 16/01/2020, επιδιώκει τον παραμερισμό της εκδοθείσας, ως άνω, απόφασης εναντίον του, προβάλλοντας ως κύριο λόγο την κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της επίδοσης. Ειδικότερα, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει, σε συντομία τα ακόλουθα: - Κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρισης της αγωγής ήταν κάτοικος εξωτερικού. Συγκεκριμένα διέμενε στη διεύθυνση Flat 6 XXXXX XXXXX 15 XXXXX Road, London, XXXXX, μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2014. Κατέθεσε προς τούτο, αντίγραφο αλληλογραφίας που είχε με κτηματομεσίτρια στο Λονδίνο (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση) από την οποία προκύπτει, ως αναφέρει, ότι είχε ζητήσει τερματισμό της ενοικίασης από τις 30/06/2014. - Το κλητήριο, ως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση (βλ. παρά. 3-7) αφέθηκε στην πιο πάνω διεύθυνση, στις 15/01/2015, χρόνο κατά τον οποίο ο ίδιος δεν διέμενε στην πιο πάνω οικία. - Το Δεκέμβριο 2019 του επιδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης και επικοινώνησε αμέσως με το δικηγόρο του, ο οποίος προέβη σε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και διαπίστωσε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του ως ανωτέρω αναφέρεται. Μετά και από την ενημέρωση αυτή έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να προχωρήσει με την υπό εξέταση αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στις 16/01/2020 (παρά. 11-14 ένορκης δήλωσης). Όσον αφορά τους λόγους Υπεράσπισης, προβάλλει ότι: (α) Ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής της Εναγόμενης 1 και η υπογραφή που παρουσιάζεται στο επίδικο έγγραφο εγγύησης δεν είναι δική του. (β) Ουδέποτε αιτήθηκε για έκδοση πιστωτικής κάρτας και οι υπογραφές που παρουσιάζονται στα σχετικά έγγραφα της Τράπεζας δεν ανήκουν στον ίδιο. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται το αίτημα για τους ακόλουθους, συνοπτικά, λόγους:
- i)Η επίδοση ήταν κανονική και η εκδοθείσα εναντίον του απόφαση καθόλα νόμιμη.
- ii)Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, είναι γενικοί και αόριστοι και δεν θεμελιώνουν συζητήσιμη Υπεράσπιση ώστε να δικαιολογείται επανάνοιγμα της υπόθεσης. iii) Υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος που προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, υιοθετούνται οι πιο πάνω λόγοι. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι είχε εγκαταλείψει τη διεύθυνση, ο ενόρκως δηλών, αναφέρει πως αγνοεί και αρνείται τα γεγονότα που παραθέτει ο Αιτητής, υποδεικνύοντας πως παρέλειψε επιμελώς να δώσει λεπτομέρειες της νέας, κατ' ισχυρισμό, διεύθυνσης του. Υποδεικνύει, περαιτέρω, πως παραλείπει να αναφέρει πότε επέστρεψε στην Κύπρο, δεδομένου ότι η ειδοποίηση πτώχευσης του είχε επιδοθεί στις 10/12/2019. Σε κάθε περίπτωση, συμπληρώνει ο ενόρκως δηλών, ο Αιτητής ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, διευθυντής και ο τελικός δικαιούχος των Εναγομένων 1 και 4 Εταιρειών, οι οποίες δέχθηκαν απόφαση και ήταν, ως εκ τούτου, σε θέση να γνωρίζει ότι εκκρεμούσε η αγωγή εναντίον του. Όσον αφορά, τέλος, τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί ύπαρξης καλής Υπεράσπισης, διαφωνεί, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και μεθοδεύσεις, στην προσπάθεια του να αποφύγει να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Οι εισηγήσεις των συνηγόρων Με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, πλαισιωμένες από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Επιγραμματικά, ο συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι η επίδοση ήταν αντικανονική και κάλεσε το Δικαστήριο να την παραμερίσει ("ex debito justitiae") πέρα και ανεξάρτητα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον παραμερισμό μιας κανονικά εκδοθείσας απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει τα κριτήρια που θέτει η νομολογία αφού: - Έδρασε πολύ σύντομα, μετά που έλαβε γνώση της εκδοθείσας εναντίον του απόφασης, από την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, καταχωρώντας την Αίτηση παραμερισμού μετά από 37 μόλις ημέρες και - έχει παραθέσει λόγους που ισοδυναμούν με καλή και γνήσια υπεράσπιση, αφού προέβαλε πως ουδέποτε συμβλήθηκε με την Ενάγουσα και οι υπογραφές που παρουσιάζονται στα έγγραφα εγγύησης και αίτησης για έκδοση πιστωτικής κάρτας δεν είναι δικές του. Στην αντίπερα όχθη η συνήγορος της Καθ' ης, εισηγήθηκε πως όλα όσα υποστηρίζει με την Αίτηση και την ένορκη δήλωση του ο Αιτητής αποτελούν αιτιάσεις για να αποφύγει τις νόμιμες υποχρεώσεις του. Ιδιαίτερη έμφαση από τη συνήγορο δίδεται στην εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων 1 και 4, γεγονός που εξυπακούει ότι ο Αιτητής, ως ο τελικός δικαιούχος και διευθυντής των Εταιρειών αυτών, γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής. Νομική Πτυχή-Κατάληξη Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγόμενου. Ο Αιτητής οφείλει αφενός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει λογικοφανή υπεράσπιση, παρουσιάζοντας γεγονότα που να την καθιστούν συζητήσιμη και αφ' ετέρου να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη του να καταχωρίσει εμφάνιση και για την τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Φυλαχτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύπτει υπεράσπιση. Όπου όμως διαπιστώνεται ότι η διαγωγή του Αιτητή είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση, (βλ. επίσης Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941). Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί πως το Δικαστήριο, κατά την εξέταση των γεγονότων που προβάλλονται για κατάδειξη καλής υπεράσπισης, δεν προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρατίθεται αλλά περιορίζεται σε εξέταση κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι λογικοφανής, ως βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη (βλ. Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Joseph Κόκκινος v. Wyn Developments Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 223). Αποτελεί, επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή πως όταν η απόφαση εξασφαλίζεται στην απουσία του Εναγόμενου χωρίς να του έχει επιδοθεί η αγωγή, παραμερίζεται ex debito justitiae, ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 κ.ά.). Ερχόμενος στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, ο Εναγόμενος με τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που παρουσίασε, έχει επαρκώς τεκμηριώσει τη θέση πως δεν έλαβε γνώση της αγωγής, αφού όταν παραδόθηκαν το κλητήριο και τα άλλα συνοδευτικά έγγραφα, μέσω της αρμόδιας αρχής, στην αναφερθείσα ως άνω διεύθυνση στο Λονδίνο, ο ίδιος δεν διέμενε πλέον στη διεύθυνση εκείνη. Συγκεκριμένα, ως αναφέρει, είχε εγκαταλείψει την κατοικία τον Αύγουστο 2014 ενώ τα Έγγραφα αφέθηκαν στην κατοικία, 5 μήνες αργότερα, ήτοι στις 29/12/2014. Ο ισχυρισμός αυτός του Εναγόμενου υποστηρίζεται από τη σχετική αλληλογραφία που είχε ανταλλάξει με κτηματομεσίτρια στο Λονδίνο, σε ανύποπτο χρόνο (βλ. Τεκμήριο 3). Η απλή άρνηση της πιο πάνω θέσης του Αιτητή, δεν εξουδετερώνει τον ισχυρισμό του πως δεν έλαβε γνώση των εγγράφων που είχαν αφεθεί στην κατοικία, την οποία είχε προ πολλού εγκαταλείψει. Ούτε και είναι δυνατό να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Αιτητής γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής επειδή είχε επιδοθεί στις Εναγόμενες 1 και 4, οι οποίες δέχθηκαν εκ συμφώνου απόφαση, εκ του γεγονότος ότι ήταν διευθυντής και ήταν ο τελικός δικαιούχος των Εταιρειών. Παρόμοιο ζήτημα απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Ηλία Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολιτική Έφεση Αρ. 413/2011, ημερ. 03/02/2017, στην οποία ο εκεί Εφεσείων επεδίωξε παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί στην απουσία του, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν είχε ενημερωθεί για την έγερση της αγωγής εναντίον του. Η αγωγή είχε επιδοθεί στον πατέρα του, ο οποίος, ως δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν τον είχε ενημερώσει. Παρά ταύτα, θεώρησε ότι η Αίτηση του ήταν κακόπιστη και συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, λόγω της μετέπειτα συμπεριφοράς του, από την οποία προέκυπτε ότι είχε αποδεχθεί την οφειλή του. Το Εφετείο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, με αναφορά στην Κυπριακή και Αγγλική νομολογία, παραμέρισε την εκδοθείσα ερήμην του Εφεσείοντα απόφαση, υποδεικνύοντας, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Pritchard η φράση ex debito justitiae δεν ταυτίζεται κατ΄ανάγκη με περιπτώσεις ακυρότητας, όπως αφέθηκε να νοηθεί στην υπόθεση Craig, αλλά καλύπτει κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό. Όπως το έθεσε ο Upjohn, L.J.: «The phrase means that the [defendant] is entitled as a matter of right to have it set aside ... This means no more than that, in accordance with settled practice, the court can only exercise its discretion in one way, namely by granting the order sought.» Εν πάση περιπτώσει, σε ότι αφορά την παράλειψη δέουσας επίδοσης, στην υπόθεση White v. Weston [1968] 2 W.L.R. 1459, που αφορούσε ακριβώς παράλειψη επίδοσης με συνεπακόλουθη έλλειψη γνώσης της διαδικασίας από τον εναγόμενο, ελέχθη ότι υπό τέτοιες περιστάσεις η απόφαση θα έπρεπε να παραμεριστεί ex debito justitiae και ότι η περαιτέρω συζήτηση ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε η περίπτωση να χαρακτηριστεί ως ακυρότητα ή ως αντικανονικότητα, θα είχε μόνο ακαδημαϊκή σημασία. Η προαναφερθείσα κυπριακή νομολογία υιοθέτησε την αντίληψη του αγγλικού δικαίου πως κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Έτι περαιτέρω μάλιστα, η νομολογία μας προσέδωσε στο ζήτημα τη συνταγματική διάσταση που προκύπτει από το Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, υποδεικνύοντας ότι η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητά του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπισή του. Το ερώτημα που προκύπτει εν προκειμένω, αφορά το κατά πόσο, σε περίπτωση που διαπιστώνεται δικαίωμα παραμερισμού υπό την παραπάνω έννοια, μπορεί να υπάρξει απεμπόληση του δικαιώματος τούτου (waiver) ή να δημιουργηθεί κώλυμα, ως εκ της συμπεριφοράς του εναγόμενου, στην άσκησή του (estoppel). Προς αυτή την κατεύθυνση κατέτεινε η προσπάθεια του Lord Denning M.R. στην απόφαση μειοψηφίας στην υπόθεση Pritchard, με αναφορά, μάλιστα, στην περίπτωση διαδίκου ο οποίος, όπως εν προκειμένω ο εφεσείοντας, ενώ λαμβάνει γνώση της διαδικασίας, αφήνει την εκτέλεση της απόφασης να προχωρήσει εναντίον του χωρίς παράπονο και χωρίς να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης εντός εύλογου χρόνου. Κατά την πλειοψηφία, όμως, σε περίπτωση ακυρότητας και ειδικά σε περίπτωση κακής επίδοσης, δεν είναι δυνατή η θεραπεία του ελαττώματος ή η απεμπόληση του δικαιώματος προς παραμερισμό. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Craig, όπως και στην υπόθεση Hamp-Adams v. Hall [1911] 2 K.B. 942, C.A. Πιο πρόσφατα και στο υψηλότερο δικαστικό επίπεδο της Κοινοπολιτείας, λέχθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) Strachan v. The Gleaner Co Ltd and Another [2005] UKPC 33: «The distinction between orders which are often (though in their Lordships' view somewhat inaccurately) described as nullities and those which are merely irregular is usually made to distinguish between those defects in procedure which the parties can waive and which the court has a discretion to correct and those defects which the parties cannot waive and which give rise to proceedings which the defendant is entitled to have set aside ex debito justitiae. The leading example is Craig v Kanssen [1943] kb 256, where the proceedings were not served on the defendant at all. The Court of Appeal held that the proceedings were a nullity which the defendant was entitled as of right to have set aside.» Ευθυγραμμισμένα με την προαναφερθείσα αγγλική νομολογία και με αναφορά σε αυτή, είναι τα όσα είχαν αναφερθεί από τον Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε), στην υπόθεση Gesico Photographic Ltd v. J.K. Video Art Co. Ltd.,
(1991)1 ΑΑΔ 134, ότι δηλαδή διαδικασία που δεν επιδόθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους. .............................». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ότι η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του Εναγόμενου θα πρέπει να ακυρωθεί δικαιωματικά προς τον Εναγόμενο, στον οποίο δεν είχε επιδοθεί το κλητήριο, ως επεξηγήθηκε πιο πάνω. Δεδομένου δε, ότι καταχώρισε την παρούσα Αίτηση σε σχετικά σύντομο χρόνο (γύρω στις 37 ημέρες) αφότου έλαβε γνώση της εκδοθείσας εναντίον του απόφασης, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι επέδειξε καταφρονητική συμπεριφορά, ώστε να του αποστερηθεί το δικαίωμα να ζητήσει τον παραμερισμό της απόφασης. Κατά συνέπεια η Αίτηση επιτυγχάνει και η απόφαση που έχει εκδοθεί εναντίον του καθώς και η διαταγή για τα έξοδα ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 3/Αιτητή, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο