← Κύπρος

CHEESELINE LTD ν. BELLAPAIS SUPPLIERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5292/2012, 19/10/2020

CHEESELINE LTD ν. BELLAPAIS SUPPLIERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5292/2012, 19/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A424 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5292/2012 Μεταξύ: CHEESELINE LTD Ενάγουσας - Καθ ης η αίτηση Και BELLAPAIS SUPPLIERS LIMITED XXXXX Παπαχριστοδούλου XXXXX Παπαχριστοδούλου Εναγόμενων Και GRANT FUTUR VII HOLDINGS LTD Αιτήτριας - Μεσεγγυούχου ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14/06/19 για ακύρωση της διαδικασίας παρακοής Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου, 2020. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Μεσεγγυούχο: κ. Δαμιανός για Μαρκίδη & Μαρκίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κ. Νικολάου για Μ. Σπανό & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές-Μεσεγγυούχοι με Αίτησή τους, ημερομηνίας 14/06/19, ζήτησαν όπως απορριφθεί ή/και ακυρωθεί ή/και διαγραφεί ή/και παραμεριστεί η αίτηση παρακοής ημερομηνίας 06/12/18 γιατί συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου λόγω του ότι είναι καταχριστική και/ή αντικανονική και/ή έκνομη και/ή παράτυπη και/ή καταπιεστική και/ή επιπόλαια και/ή ενοχλητική και/ή κακόπιστη και/ή εκδικητική. Επιπρόσθετα, αιτούνται όπως ανασταλεί η διαδικασία εκδίκασης της αίτησης παρακοής μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης Ε48/19, η οποία αφορά τις αποφάσεις ημερομηνίας 28/11/18 και 10/01/19 που σχετίζονται με την εκδικασθείσα αίτηση παρακοής ημερ. 04/07/17 καθώς και της Έφεσης Ε27/17, η οποία καταχωρίστηκε στις 22/09/17. Η Αίτηση βασίστηκε στο περί Δικαστηρίων Νόμο (14/60) άρθρα 22, 29, 30, 31, 32 και 42, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 θ.5 και 26, στη Δ.27 θ.3, στη Δ.39, στη Δ.40 θ.1, 9 και 10, στη Δ.48 θ.1-4, 9(
  2. j)και (o), στη Δ.64, στο Άρθρο 11 του Συντάγματος, στο Άρθρο 5 της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και στις αρχές της επιείκιας και της φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Αίτηση καταγράφηκαν στην ίδια την Αίτηση και έθεσαν την χρονολογική σειρά των γεγονότων που οδήγησαν τις πλευρές σε αντιπαράθεση. Στις 14/12/12 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίων των Εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €119.534,62 πλέον τόκους και δικηγορικά. Ακολούθησε η καταχώρηση, στις 02/06/16, από τους Ενάγοντες, της μονομερούς αίτησης για κατάσχεση εις χείρας τρίτου του ποσού των €119.534,62, πλέον τόκους 5.5% ετησίως από 27/07/12 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού στο οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν συμφέρον ή δικαίωμα και βρισκόταν στη κατοχή και /ή φύλαξη των Μεσεγγυούχων προς ικανοποίηση της απόφασης. Παράλληλα, καταχωρίστηκε και αίτηση δια κλήσεως με το ίδιο αιτητικό. Στις 15/06/16 εκδόθηκε το διάταγμα μεσεγγύησης (decree nisi) και ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, δηλαδή της GRANT FUTUR VII HOLDINGS LTD. Το διάταγμα επιδόθηκε στoυς Μεσεγγυούχους και στην Εναγόμενη 1. Οι Μεσεγγυούχοι καταχώρησαν ένσταση και μετά από ακροαματική διαδικασία, στις 30/11/16, το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου μέχρι του ποσού των €119.534,62 πλέον τόκο προς 5.5% ετησίως από 27/07/12 μέχρι εξοφλήσεως, που βρίσκεται στη κατοχή των Μεσεγγυούχων το οποίο αφορά και τις μελλοντικές δόσεις που θα πληρόνωνταν από τους Μεσεγγυούχους προς την Εναγόμενη 1, όταν αυτές θα καθίσταντο πληρωτέες. Η συγκεκριμένη απόφαση εφεσιβλήθηκε στις 13/12/16 με την Έφεση Ε37/17 και ακολούθως καταχωρίστηκε, στις 10/02/17, αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 30/11/16 δηλώνοντας ότι ήταν πρόθυμοι να παράσχουν εγγγύηση στην Ενάγουσα την οποία το Δικαστήριο ήθελε διατάξει ή στην περίπτωση έκδοσης του διατάγματος αναστολής την υπογραφή εγγυητικής ή και κατάθεσης του ποσού στο Δικαστήριο. Στο μεταξύ η οικονομική κατάσταση των Μεσσεγυούχων διαφοροποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό που η ικανότητα παροχής εγγύησης εξέλειπε. Στις 04/07/17 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση παρακοής διατάγματος η οποία επιδόθηκε τόσο στους Μεσεγγυούχους καθώς και στον διευθυντή της. Ακολούθησε η καταχώρηση ένστασης στην αίτηση παρακοής και η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 05/06/18 με την εξέταση του διευθυντή των Μεσεγγυούχων και εκδόθηκε απόφαση στις 28/11/18 με την οποία οι Μεσεγγυούχοι κρίθηκαν σε παρακοή. Την συγκεκριμένη ημερομηνία, 05/06/18, η συνήγορος της Ενάγουσας είχε δηλώσει ότι η αίτηση παρακοής αφορούσε μόνο τους Μεσεγγούχους, την Εταιρεία και όχι οποιονδήποτε διευθυντή της προσωπικά. Με βάση τη συγκεκριμένη δήλωση το Δικαστήριο δεν επέτρεψε υποβολές που αφορούσαν στο πρόσωπο του διευθυντή των Μεσεγγυούχων. Παρόλο που διευκρινίστηκε και δηλώθηκε ότι η αίτηση παρακοής ημερ. 04/07/17 δεν στρεφόταν προσωπικά εναντίον του διευθυντή των Μεσεγγυούχων αλλά μόνο εναντίον της Μεσεγγυούχου εταιρείας εντούτοις η Ενάγουσα καταχρηστικά και/ή εκδικητικά καταχώρησε αίτηση παρακοής που αφορά το ίδιο διάταγμα και στρέφεται εναντίον του διευθυντή των Μεσεγγυούχων προσωπικά. Η συγκεκριμένη αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου και/ή είναι καταχριστική και/ή αντικανονική και/ή έκνομη και/ή παράτυπη και/ή καταπιστική και/ή επιπόλαια και/ή ενοχλητική και/ή κακόπιστη και/ή εκδηκιτική. Γι' αυτό και οι Μεσεγγυούχοι αιτούνται την απόρριψή της. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση εκ μέρους της Ενάγουσας -Καθ' ης η αίτηση. Κατεγράφησαν δέκα

(10)λόγοι ένστασης, οι οποίοι σε συντομία ήταν οι ακόλουθοι: Ότι οι Αιτητές δεν νομιμοιποιούνται και/ή δεν έχουν locus standi να υποβάλλουν την υπο κρίση αίτηση, ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και /ή νομικά αβάσιμη, ότι η βάση της αίτησης πάσχει, ότι η αίτηση παρακοής ημερ. 06/12/18 είναι απόλυτα νόμιμη, νομότυπη και δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ούτε είναι αντικανονική, εκδικητική ή κακόπιστη. Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική γιατί επιδιώκεται η ίδια θεραπεία που δεν είχε αποδοθεί στα πλαίσια της προηγούμενης διαδικασίας. Επιπρόσθετα, προβάλλεται ότι δεν δικαιολογείται νομικά και/ή πραγματικά ο παραμερισμός και/ή η απόρριψη αλλά ούτε και η αναστολή της διαδικασίας της εκδίκασης της αίτησης παρακοής μέχρι την έκδοση των απαφάσεων στις Εφέσεις Ε48/19 και Ε27/
  1. Αντίθετα, οι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού από τις 30/04/17 βρίσκονται σε συνεχιζόμενη παράβαση του διατάγματος και σκοπός της υπό εκδίκαση αίτησης είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας. Νομική βάση της Ένστασης αποτέλεσαν τα ίδια άρθρα του περί Δικαστηρίων Νόμου που είχαν καταγραφεί από τους Αιτητές, ενώ όσο αφορά τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι Καθ΄ων η αίτηση έκαναν αναφορά και στη Δ.42Α θ.1-
  2. Υποστηρίζεται, η Ένσταση, από την Ένορκη Δήλωση του XXXXX Κοτοπούλη, Οικονομικού Διευθυντή των εταιρειών στις οποίες ανήκει η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα. Η Ένορκη Δήλωσή του είναι σε μεγάλο μέρος σύμφωνη με τα γεγονότα που παρατίθενται στην Αίτηση. Εξηγεί ότι το διάταγμα παρακοής επιδόθηκε, στις 25/06/18, στον κ. Αιμιλιανού, διευθυντή των Αιτητών -Μεσεγγυούχων, υπο τη προσωπική του ιδιότητα. Οι Αιτητές εφεσίβαλλαν την απόφαση με την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα Μεσεγγύησης με την Ε37/
  3. Το Διάταγμα Μεσεγγύησης ημερομηνίας 30/11/16, σύμφωνα με τον ομνύοντα, ενεργοποιείται όποτε καθίστανται καταβλητέες οι δόσεις, τις οποίες οι Μεσεγγυούχοι - Αιτητές οφείλουν προς τους Εναγόμενους 1, ήτοι €200.000 κάθε 30ην Απριλίου μέχρι εξοφλήσεως του τιμήματος. Υποστηρίζει ότι είναι αναληθής ο ισχυρισμός περί δήθεν διαφοροποίησης της οικονομικής κατάστασης των Μεσεγγυούχων - Αιτητών. Είναι η θέση του ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης γιατί η αίτηση παρακοής δεν στρέφεται εναντίον τους αλλά εναντίον του κ. XXXXX Αιμιλιανού, οπόταν δεν έχουν locus standi. Επιπρόσθετα, είναι η δική του θέση ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και θα έπρεπε να απορριφθεί γιατί οι θεσμοί δεν προβλέπουν αυτήν τη διαδικασία, ενώ η νομική βάση της Αίτησης δεν μπορεί να στηρίξει την έκδοση του διατάγματος που ζητείται με το αιτητικό (Α) της Αίτησης, ενώ σε σχέση με τα αιτητικά (Β) και (Γ), η Αίτηση θα έπρεπε να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Αίτηση παρακοής ημερ. 06/12/18 αφορά διαφορετική μορφή παρακοής, ήτοι συνέργια και παρότρυνση των Αιτητών από τον κ. Αιμιλιανό ώστε να μην υπακούσουν το διάταγμα και περαιτέρω συμπεριλαμβάνει και την παρακοή ημερ. 30/04/
  4. Η συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη αφού ο μόνος λόγος καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης,\ είναι η πρόκληση καθυστέρησης αφού ζητούσαν συνεχώς παρατάσεις για καταχώρηση ένστασης στην Αίτηση Παρακοής ενώ, μετά την καταχώρηση της υπο κρίση Αίτησης, εισηγήθηκαν όπως παραδώσουν τραπεζική εγγύηση για να αποσυρθεί η Αίτηση Παρακοής χωρίς όμως να το πράξουν. Καταλήγει, ότι οι Αιτητές είχαν επιδιώξει ουσιαστικά την ίδια θεραπεία με την αίτηση ημερ. 10/02/17, με την οποία ζητούσαν αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/11/16 μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης Ε37/17, η οποία αίτηση όμως απερρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η ακρόαση της Αίτησης διεξείχθη στη βάση των γραπτών αγορεύσεων. Οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις ικανές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Αυτό που χρήζει αναφοράς είναι ότι στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των Αιτητών-Μεσεγγυούχων περιορίζει τη θεραπεία που ζητά από το Δικαστήριο στην απόρριψη ή/και αναστολή της υπό κρίση διαδικασίας λόγω κατάχρησης διαδικασίας και εστιάζει στη νομική βάση που παραχωρεί η Δ.27 θ.3 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί, γιατί είναι καταλυτικής σημασίας, είναι κατά πόσο οι Αιτητές - Μεσεγγυούχοι έχουν locus standi στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης αφού στρέφεται εναντίον του κ. Αιμιλιανού προσωπικά, όπως ισχυρίζονται οι Καθ΄ων η αίτηση. Σημειώνεται ότι παρόλο που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν καταχωρήσει λόγο ένστασης που αφορά το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν locus standi, τέτοιος λόγος δεν προωθήθηκε με τη γραπτή τους αγόρευση. Παρά ταύτα θα εξεταστεί. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι για να μπορεί να παρέμβει πρόσωπο σε μια διαδικασία για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε στην απουσία του θα πρέπει να καταστεί διάδικος βλ. μεταξύ άλλων Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ v. Μαρίας Λόντου
(2012)1 ΑΑΔ 738 και Κουή v. Χριστοδούλου
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα η διαδικασία εξελίχθηκε μεταξύ των Αιτητών- Μεσεγγυούχων και των Καθ΄ων η Αίτηση - Εναγόντων. Ο κ. Αιμιλιανού ουδέποτε κατέστη διάδικος αλλά αντίθετα οι Καθ΄ων η Αίτηση είχαν διευκρινίσει ότι ο κ. Αιμιλιανού αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη αίτηση παρακοής ως συνεργός και παρακινητής των Αιτητών στην διάπραξη της παρακοής, σύμφωνα με τις καταγραφείσες θέσεις των Καθ΄ων η Αίτηση στη σελίδα 14 της γραπτής τους αγόρευσης αλλά και αυτής τούτης της αίτησης παρακοής ημερ. 06/12/
  2. Οπόταν, από τη στιγμή που προσάγεται στο Δικαστήριο ως διευθυντής των Μεσσεγυούχων, χωρίς να έχει καταστεί με οποιοδήποτε τρόπο διάδικος στη διαδικασία και χωρίς το διάταγμα Μεσεγγύησης να τον κατονομάζει, αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι νομιμοποιείται, ήτοι έχει locus standi, για τη λήψη οποιουδήποτε διαβήματος στην αίτηση η εταιρεία των Μεσσεγυούχων που είναι διάδικος και ο διευθυντής της Ενάγουσας ενεργούσε για αυτήν. Ισως για αυτό η συγκεκριμένη εισήγηση εγκαταλήφθηκε από τους Καθ΄ων η Αίτηση. Θα έπρεπε στη συνέχεια να δοθεί απάντηση στη θέση των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτή έχει επεξηγηθεί στις σελίδες 6 και 7 της γραπτής τους αγόρευσης, η οποία αφορά τον ισχυρισμό ότι η Δ.19 θ.26 δεν εφαρμόζεται γιατί αφορά τη διαγραφή δικογράφου. Όπως προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση των Αιτητών - Μεσεγγυούχων, σελ. 5 κ.ε., το αίτημά τους περιορίστηκε στην απόρριψη ή/και την ακύρωση της αίτησης παρακοής δυνάμει της Δ.27 θ.3 ή/και βάζοντας σε εφαρμογή τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου οπόταν παρέλκει η εξέταση του θέματος περαιτέρω. Για να τεθεί το θέμα προς εξέταση στην ορθή του διάσταση αυτό που ζητείται με την υπό κρίση Αίτηση είναι πρώτον, η απόρριψη ή/και ο παραμερισμός της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 06/12/18 λόγω κατάχρησης διαδικασίας και δεύτερον, εάν δεν απορριφθεί ή παραμεριστεί η διαδικασία τότε ζητείται η αναστολή εκδίκασης της αίτησης αναστολής μέχρι την εκδίκαση των δυο εφέσεων που έχουν καταχωριστεί. Γίνεται επίκληση, από τους Αιτητές - Μεσεγγυούχους, της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να απορρίπτει διαδικασίες που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of process), παράγραφος 24 των γεγονότων που συνοδεύουν την Αίτηση και σελ. 5-9 της αγόρευσής τους. Η επίκληση της κατάχρησης από μόνη της οδηγεί το Δικαστήριο σε υποχρέωση εξέτασης του θέματος. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδης κ.α. Ποιν. Εφ. 348/18 ημερ. 31/05/19 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «Aποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, Ποιν. Εφ. 223/14 ημερ. 11.11.15, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, Ποιν. Εφ. 3.3.16, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες.». Σχετικά είναι επίσης και τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, Πολ. Εφ. 226/12 ημερ. 22.11.17, από τον Δικαστή κ. Μ. Χριστοδούλου, σε σχέση με την κατάχρηση, στην οποία έχει παραπέμψει το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών: «Επιπρόσθετα, πάγια νομολογία αναγνωρίζει στο Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία επέμβασης όταν η άσκηση μιας αγωγής ή ενός ενδίκου μέσου εκτρέπει την πορεία απονομής της δικαιοσύνης και καταχράται τις παρεχόμενες από το νόμο θεραπείες και διαδικασίες. Το ίδιο συμβαίνει και όταν παρατηρείται πολλαπλότητα διαδικασιών που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα. ............................................. Η κατάχρηση της διαδικασίας δεν μπορεί εκ των προτέρων να προσδιοριστεί με γενικό κανόνα. Μπορεί αυτή να προσλαμβάνει διάφορες μορφές και αποτελεί θέμα που εξετάζεται κατά περίπτωση από το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο έχει την εξουσία να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε περίπτωση εκτροπής (βλ. Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd and others (πιο πάνω)).». Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding.». Άκρως διαφωτιστική είναι και η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E. R. 727, 729: ".............. this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Το συγκεκριμένο απόσπασμα υιοθετήθηκε στην απόφαση του Εφετείου στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037. Συνεπακόλουθα για να μπορεί να χαρακτηριστεί μια διαδικασία καταχρηστική θα πρέπει να είναι καταπιεστική. Στην απόφαση Beogradska
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 λέχθηκε ότι στις περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με χρήση πολλαπλών ένδικων μέσων για επιδίωξη του ίδιου σκοπού, το Δικαστήριο έχει στην διάθεση του τόσο το μέτρο της απόρριψης της αγωγής όσο και αυτό της αναστολής της. Επιπλέον, κατάχρηση συνιστά και η χρήση ενός δικονομικού μέσου για αλλότριο σκοπό. Έχει νομολογηθεί ότι δικαστική διαδικασία μπορεί να κατασταλεί ως καταχρηστική όποτε η προσεπίκλησή της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 και Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου (ανωτέρω)). Πρωτού εξεταστεί κατά πόσο οι πιο πάνω αρχές μπορούν να εφαρμοστούν στην υπο κρίση Αίτηση, θα πρέπει να εξεταστεί ο ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση ότι για να γίνει επίκληση της συγκεκριμένης αρχής θα έπρεπε να υπάρχει παράθεση των γεγονότων, τα οποία να τεθούν με ένορκη δήλωση. Η υπό κρίση Αίτηση δεν συνοδεύτηκε με ένορκη δήλωση η οποία θα συνιστούσε τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σίγουρα το Δικαστήριο για να μπορέσει να αποφανθεί κατά πόσο υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας θα πρέπει να έχει ενώπιόν του γεγονότα. Τα γεγονότα αυτά έχουν παρατεθεί σε αυτή τούτη την υπό κρίση Αίτηση και με αυτά, ήτοι τα γεγονότα, συμφωνεί και η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Φώτη Κοτοπούλη που συνοδεύει την Ένσταση στην οποία ρητά καταγράφει ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο των παραγράφων 1-15 της Αίτησης, ενώ σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 16-20 παρέπεμψε στα πρακτικά του Δικαστηρίου και την απόφαση, τα οποία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορούν να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με την απόφαση Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938 από το φάκελο του Δικαστηρίου. Τούτων λεχθέντων, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του όλα εκείνα τα γεγονότα τα οποία κρίνει απαραίτητα για να αποφασίσει κατά πόσον υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 06/12/
  1. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές στα γεγονότα είναι κατά πόσον η δεύτερη αίτηση παρακοής εναντίον του Διευθυντή των Αιτητών - Μεσεγυούχων συνιστά κατάχρηση αφού αφορά τα ίδια γεγονότα. Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι υπάρχει κατάχρηση όταν προωθούνται πέραν της μιας διαδικασίας για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία. Στην υπό κρίση περίπτωση καταχωρίστηκε, είναι παραδεκτό, αίτηση παρακοής του διατάγματος ημερομηνίας 30/11/16 στις 04/07/17, η οποία είχε επιδοθεί τόσο στους Μεσεγγυούχους καθώς και στο Διευθυντή της. Σε εκείνη την πρώτη αίτηση παρακοής είχε διευκρινιστεί ότι η αίτηση παρακοής αφορούσε μόνο την Εταιρεία και όχι το διευθυντή της, βλ. σελ. 5 της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 28/11/18, παρά το γεγονός ότι του είχε επιδοθεί και προσωπικά. Ο κ. Αιμιλιανού είχε δώσει μαρτυρία στη πρώτη αίτηση παρακοής και είχε αντεξεταστεί. Η συγκεκριμένη Εταιρεία κρίθηκε ένοχη παρακοής και της επιβλήθηκε πρόστιμο στις 28/11/
  2. Στις 06/12/18, ήτοι πέντε
(5)μέρες μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, ακολούθησε η καταχώρηση της δεύτερης αίτησης παρακοής εναντίον του διευθυντή της Μεσεγγυούχου Εταιρείας προσωπικά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Μεσσεγυούχος Εταιρεία ήταν ένοχη για παρακοή έχει εφεσιβληθεί. Το Δικαστήριο καλείται τώρα να αποφασίσει κατά πόσο αυτή η δεύτερη αίτηση παρακοής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου με αυτά τα δεδομένα. Δεν χωρεί αμφισβήτησης ότι σε σχέση με διάταγμα το οποίο απευθύνεται σε εταιρεία μπορεί να ζητηθεί η τιμωρία των διευθυντών της ή άλλων αξιωματούχων της στην περίπτωση ανυπακοής. Όμως, θα πρέπει οι διευθυντές ή οι αξιωματούχοι πρώτον, να γνωρίζουν την ύπαρξη και τους όρους του συγκεκριμένου διατάγματος και δεύτερον, εκ προθέσεως να έχουν αποτύχει να λάβουν επαρκή και συνεχή διαβήματα για να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το διάταγμα βλ. Halsbury's Laws of England, 5η έκδ., τόμος 22, παρα.65, σελ.55 και Templeton Insurance Ltd v. Motorcare Warranties Ltd [2012] EWCH
  1. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας ημερομηνίας 25/06/18, σελ. 32, αυτό ήταν σε γνώση του δικηγόρου της Ενάγουσας Εταιρείας, Καθ' ης η αίτηση ο οποίος δήλωσε: «Δεν πάυω να έχω δικαίωμα να υποβάλω αίτηση για τιμωρία του διευθυντή μετά, και ο ίδιος για παρακοή του διατάγματος προσωπικά, ασχέτως εάν δεν είναι η ουσία που τον αφορά, το παρακούει..». Διαπιστώνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι οι Ενάγοντες, θα μπορούσαν να προχωρήσουν την πρώτη αίτηση και εναντίον του Διευθυντή των Αιτητών - Μεσεγγυούχου, αφού του είχε επιδοθεί η αίτηση, η πρώτη, προσωπικά και είχε δώσει και μαρτυρία. Αντί αυτού, επέλεξαν να του επιδώσουν εκ νέου την αίτηση ημερομηνίας 06/12/18, οκτώ μέρες μετά την έκδοση της απόφασης σε σχέση με τη πρώτη παρακοή, στις 28/11/18 γνωρίζοντας πλέον την κρίση του εκδικάζοντος Δικαστηρίου ότι οι Μεσεγγυούχοι ήταν σε παρακοή. Στην ουσία αυτό που οι Καθ΄ων η Αίτηση επιδιώκουν είναι να υποστεί ο διευθυντής των Αιτητών - Μεσεγγυούχων περαιτέρω ταλαιπωρία και επειδή θα κινδυνεύει με φυλάκιση, στην περίπτωση που κριθεί σε παρακοή, να ασκείται μιας μορφής πίεση στο άτομό του για να επιτευχθεί η όποια συμμόρφωση με το διάταγμα μεσεγγύησης το οποίο, σύμφωνα με δική τους δήλωση, δεν τον αφορά αλλά και ουδέποτε είχε απευθυνθεί σε αυτόν. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός των Καθ΄ων η αίτηση ότι «το αντικείμενο των αιτήσεων στρέφεται εναντίον διαφορετικών προσπώπων.». Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο και ενεργεί μέσω των αξιωματούχων της, οπόταν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση της Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση ότι το αντικείμενο των δυο αιτήσεων είναι διαφορετικό, σελίδα 13 της γραπτής αγόρευσης των Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση. Αντικείμενο τόσο της πρώτης καθώς και της δεύτερης αίτησης παρακοής είναι η παρακοή του διατάγματος ημερ. 30/04/17 από τους Αιτητές - Μεσεγγυούχους. Οι Καθ΄ων η Αίτηση έχοντας αλιεύσει πληροφορίες κατά την αντεξέταση του διευθυντή των Αιτητών - Μεσεγγυούχων στην πρώτη διαδικασία επέλεξαν να καταχωρήσουν τη δεύτερη αίτηση παρακοής επικαλούμενοι παρότρυνση ή και συνέργειά του προς τους Μεσεγγυούχους. Η συγκεκριμένη προσέγγιση κρίνεται ως ανεπίτρεπτη αφού χρησιμοποιήθηκαν πολλαπλά ένδικα μέσα για επιδίωξη του ίδιου σκοπού, δηλαδή την τιμωρία των Μεσεγγυούχων. Θεωρώ ότι η χρήση του συγκεκριμένου δικονομικού μέσου, ήτοι της αίτησης παρακοής, έχει χρησιμοποιηθεί για αλλότριο σκοπό αφού οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση πρώτα αντεξέτασαν τον διευθυντή των Μεσεγγυούχων πέτυχαν την τιμωρία των Μεσεγγυούχων και ακολούθως καταχώρησαν δεύτερη αίτηση εναντίον του Διευθυντή των Μεσεγγυούχων προσωπικά. Η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι εκδικητική και καταστρατηγεί την καλή πίστη και το Δικαστήριο έχει καθήκον να τη σταματήσει. Καθοδηγούμενη από την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία, η καταχώρηση της δεύτερης αίτηση παρακοής με δεδομένη την ύπαρξη έφεσης κατά της πρώτης αίτησης παρακοής, καθιστά την παρούσα καταχρηστική και παράτυπη. Αν αφεθούν μάλιστα οι Ενάγοντες - Καθ ων η Αίτηση να την προωθήσουν υπάρχει κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις σε δύο ξεχωριστές διαδικασίες που αφορούν ακριβώς το ίδιο θέμα, τα ίδια γεγονότα ενώ θα ακολουθήσει στη συνέχεια και η απόφαση του Εφετείου επι της έφεσης που έχει ασκηθεί. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική καθώς επίσης είναι κακόπιστη και διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα. Το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύσει την ενώπιόν του διαδικασία από καταχριστικές συμπεριφορές. Επομένως, η διακριτική μου ευχέρεια ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η διαδικασία της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 06/12/
  2. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και είναι υπέρ των Αιτητών - Μεσεγγυούχων και εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση - Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.