SOLOMINA κ.α. ν. ALFA CAPITAL HOLDINGS (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1593/18, 2/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A417 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1593/18 Μεταξύ:
- XXXXX SOLOMINA
- XXXXX YUDINTSEV
- XXXXX SOROKA
- XXXXX POMIGUEV
- XXXXX MUZYREV
- XXXXX MUZYREVA
- XXXXX TISHCHENKO Εναγόντων και 1) ALFA CAPITAL HOLDINGS (CYPRUS) LIMITED 2) ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 02/10/2020 Αίτηση Εναγόμενης 1 ημερ. 02/12/2019 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κα Α. Αντωνιάδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Αμβροσίου για M. Economides Kranos & Co LLC Για Εναγόμενη 2: κα Μ. Τριανταφυλλίδη για Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοί ΔΕΠΕ --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την πιο πάνω αγωγή που καταχώρισαν οι Ενάγοντες διεκδικούν από τις Εναγόμενες 1 και 2 το ποσό των €500.549,92, το οποίο απώλεσαν, συνεπεία, κατ' ισχυρισμόν, αμελών πράξεων ή/και παραλείψεων των Εναγομένων 1 και
- Με βάση τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, οι Ενάγοντες διατηρούσαν κοινό επενδυτικό λογαριασμό στην Εναγόμενη 1, που δραστηριοποιείται ως Εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών («ΚΕΠΕΥ»), ο οποίος παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο για το ποσό των €500.549,92, μέχρι την 06/10/
- Το υπό αναφορά ποσό απωλέστηκε την 07/10/2016 από κατ' ισχυρισμό αμελείς πράξεις της Εναγόμενης 1 και/ή παράβασης των θεσμοθετημένων καθηκόντων της, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στις παραγράφους 11-22 της Έκθεσης Απαίτησης. Με βάση την Έκθεση Υπεράσπισης της την οποία καταχώρισε στις 10/10/2018, η Εναγόμενη 1 αρνείται αφενός οποιαδήποτε ευθύνη για τις απώλειες που υπέστη η Ενάγουσα 1 ενώ αφετέρου υποστηρίζει πως δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους Ενάγοντες 2-7, οι οποίοι δεν ήταν κάτοχοι ή συνιδιοκτήτες του επίδικου λογαριασμού. Επί της ουσίας, αφού παραθέτει την εκδοχή της για τη φύση και τους όρους του επίδικου λογαριασμού, υποστηρίζει, εν ολίγοις, ότι οι απώλειες της Ενάγουσας 1, επήλθαν λόγω της απότομης νομισματικής «συντριβής» της Αγγλικής Στερλίνας, γνωστής ως "the GBP flash crash", που έλαβε χώρα λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυκτα της 06/10/2016 σύμφωνα με τη βρετανική καλοκαιρινή ώρα ("BST") και μετά τις 2 π.μ. της 07/10/2016, ώρα Μόσχας. Μετά την ως άνω συντριβή της GBP, ακολούθησε μια επιθετική πώληση του νομίσματος που είχε ως συνέπεια τη μείωση της αξίας του περιθωρίου εξασφάλισης του επίδικου λογαριασμού, με βάση τους όρους της συμφωνίας τους, γεγονός που οδήγησε στη διαδικασία κλεισίματος του λογαριασμού, ως προβλεπόταν στους όρους της Σύμβασης (βλ. παράγραφο 14 Ε/Υ). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως με βάση τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1, η επίδικη επένδυση αφορούσε στην ισοτιμία της Αγγλικής Στερλίνας ("GBP") και του Αυστραλιανού Δολαρίου ("AUD"). Ως υποστηρίζει στην παράγραφο 15 της Ε/Υ της η Εναγόμενη 1, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, ως εις την παράγραφο 14 αναφέρεται, «. η Εναγόμενη 1 υπολόγισε την αξία της συναλλαγματικής ισοτιμίας GBP/AUD, η οποία ανήρχετο σε 1.
- Ως αποτέλεσμα του κλεισίματος, ο λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Δολ. ΗΠΑ 36.074,
- Ακολούθως η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να διαγράψει το χρεωστικό υπόλοιπο της Ενάγουσας 1 με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι εφαρμόστηκε ισοτιμία συναλλάγματος στο 1.55434, μια ισοτιμία η οποία ήταν αρκετά ψηλότερη από την πραγματική αγοραία ισοτιμία.». Με την υπό εξέταση αίτηση, η Εναγόμενη 1 επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της ως ακολούθως: «α. Αντικατάσταση της παραγράφου 10 της Υπεράσπισης, με την ακόλουθη παράγραφο:- «
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα 1 είχε αριθμό Ανοιχτών Θέσεων που αφορούσαν την ισοτιμία GBP/AUD τις οποίες είχε ανοίξει μεταξύ 24/6/2016 μέχρι 5/10/
- Το συνολικό ποσό το οποίο είχε κατατεθεί κατά το άνοιγμα των θέσεων από την Παραπονούμενη ήταν το ποσό των USD 500.549,92, ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού της Παραπονούμενης κατά ή περί τις 6/10/2016, 23:59, ανέρχετο σε Δολ. ΗΠΑ 335.573,
- Το περιθώριο εξασφάλισης (stop out margin) ήταν καθορισμένο στο 27% της αξίας των Ανοιχτών Θέσεων και ανέρχετο σε Δολ. ΗΠΑ 46.028,53.» β. Αντικατάσταση της λέξης «δευτερόλεπτο» που αναγράφεται στην παράγραφο 11 της Υπεράσπισης με την λέξη «μιλιδευτερόλεπτο». γ. Αντικατάσταση του αριθμού «1.5493», που αναγράφεται στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 15 της Υπεράσπισης με τον αριθμό «1.54331157» και την διαγραφή της πρότασης «Ακολούθως η Εναγόμενη 1 αποφάσισε να διαγράψει το χρεωστικό υπόλοιπο της Ενάγουσας 1 με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι εφαρμόστηκε ισοτιμία συναλλάγματος στο 1.55434, μια ισοτιμία η οποία ήταν αρκετά ψηλότερη από την πραγματική αγοραία ισοτιμία.», ούτως ώστε η παράγραφος 15 να διαβάζεται ως ακολούθως:- «
- Κατά το κλείσιμο του λογαριασμού της Ενάγουσας 1, η Εναγόμενη 1 υπολόγισε την αξία της συναλλαγματικής ισοτιμίας GBP/AUD, η οποία ανήρχετο σε 1.
- Ως αποτέλεσμα του κλεισίματος, ο λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Δολ. ΗΠΑ 36.074,68.» δ. Τροποποίηση διά της προσθήκης καινούργιας παραγράφου 16 της Υπεράσπισης και η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως:- «
- Παρά το ότι είχε αποδοθεί η καλύτερη δυνατή τιμή υπό τις περιστάσεις, η Εναγόμενη 1, λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις που υπήρχαν στην αγορά, προχώρησε σε επαναξιολόγηση όλων των συναλλαγών που είχαν εκτελεστεί κατά τον επίδικο χρόνο, καθορίζοντας την τιμή για το συναλλαγματικό ζεύγος GBPAUD σε 1.54911.» ε. Τροποποίηση διά της προσθήκης καινούργιας παραγράφου 17 της Υπεράσπισης και η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως:- «
- Παρά τις θετικές ενέργειες της Εναγόμενης 1 προς όφελος της Ενάγουσας 1, διαπιστώνοντας ότι ο λογαριασμός της Ενάγουσας 1 συνέχιζε να παρουσιάζει αρνητικό πρόσημο ακόμη και μετά την αναπροσαρμογή της τιμής, η Εναγόμενη 1 προχώρησε εκ νέου σε αναπροσαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ούτως ώστε να μηδενιστεί οποιοδήποτε αρνητικό υπόλοιπο που θα προέκυπτε, αν χρησιμοποιείτο η τιμή 1.54911.» στ. Τροποποίηση διά της προσθήκης υπότιτλου μετά την υφιστάμενη παράγραφο 22 και προσθήκης καινούργιας παραγράφου 23 της Υπεράσπισης και η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως:- «Απόφαση Εναγόμενης 2
- Κατόπιν της επιστολής της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 27/06/2018 με την οποία καλούσε την Εναγόμενη 1 σε γραπτές παραστάσεις για ενδεχόμενη παράβαση του Άρθρου 38
(1)του Νόμου 144
(1)/2007, κατά ή περί τις 04/02/2019 η Εναγόμενη 1 προέβη στην παράδοση των γραπτών της παραστάσεων στην Εναγόμενη 2.» ζ. Τροποποίηση διά της προσθήκης καινούργιας παραγράφου 24 της Υπεράσπισης και η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως:- «24. Στις 26/07/2019, η Εναγόμενη 2 γνωστοποίησε στην Εναγόμενη 1 την απόφασή της ότι δεν προκύπτει μη συμμόρφωσή της Εναγόμενης 1 με το άρθρο 38
(1)του Ν. 144
(1)καθότι η Εναγόμενη 2 ικανοποιήθηκε από τις γραπτές παραστάσεις της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 04/02/
- Επομένως, η Εναγόμενη 1 απαλλάχθηκε πλήρως από το παράπονο της Ενάγουσας 1 και δεν της επιβλήθηκε καμία ποινή και/ή πρόστιμο από την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 επιφυλάσσει πλήρως τα δικαιώματά της να αναφερθεί στις γραπτές της παραστάσεις και στην απόφαση ημερομηνίας 26/07/2019 κατά τη δικάσιμο.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1 κ. Γ. Χατζησωτηρίου, ο οποίος εξηγεί τους λόγους που οδήγησαν στην ανάγκη για την υποβολή του αιτήματος. Επιγραμματικά υποστηρίζει πως τα νέα στοιχεία και δεδομένα τα οποία επέβαλαν την αναγκαιότητα για τροποποίηση της Υπεράσπισης, προέκυψαν μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1, η οποία έχει καταχωριστεί στις 10/10/
- Συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι σχετικές με τις τροποποιήσεις πληροφορίες, περιήλθαν στην αντίληψη των δικηγόρων της Εναγόμενης 1, κατά τη μελέτη και ετοιμασία των γραπτών παραστάσεων της Εναγόμενης 1, στα πλαίσια της διοικητικής διαδικασίας που εκκρεμούσε ενώπιον της Εναγόμενης 2, ως απόρροια του παραπόνου της Ενάγουσας 1, για ενδεχόμενη παράβαση από την Εναγόμενη 1, συγκεκριμένης πρόνοιας της σχετικής νομοθεσίας (Ν. 144(Ι)/2007). Οι γραπτές παραστάσεις της Εναγόμενης 1 παραδόθηκαν στις 04/02/2019 και στις 26/07/2019 η Εναγόμενη 2 εξέδωσε την απόφαση της αναφορικά με το παράπονο της Ενάγουσας 1 με την οποία απάλλαξε την Εναγόμενη 1 από όσα της είχε καταλογίσει η Ενάγουσα
- Αφού αναφέρεται στη συνέχεια στις διαδικασίες που προηγήθηκαν της αίτησης, υποστηρίζει πως δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, καταλήγοντας πως η αποδοχή της αίτησης δεν θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι: - Η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται με καθυστέρηση, χωρίς να δίνονται επαρκείς εξηγήσεις. - Τα γεγονότα που επιχειρούν να θέσουν με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις ήταν γνωστά στην Εναγόμενη 1 και θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να τα είχαν θέσει εξ' αρχής στην Υπεράσπισή τους. - Εισάγονται νέα γεγονότα, σε σημείο που εκτροχιάζεται η πορεία εκδίκασης της υπόθεσης. - Η αίτηση είναι κακόπιστη και - Τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στους Ενάγοντες και ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματά τους. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές σε νομολογία. Νομική πτυχή Είναι πρόδηλο ότι η εξέταση της αίτησης διέπεται από τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 25, εφόσον η αγωγή καταχωρίστηκε το έτος
- Συγκεκριμένα εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.25 Θ.1
(3), η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.». Όπως προκύπτει από το φάκελο έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες στις 11/12/2018 αμέσως μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων ενώ στο μεσοδιάστημα, προτού καταχωριστεί η παρούσα αίτηση, είχε καταχωριστεί και εκδικαστεί αίτηση της Εναγόμενης 1 για ασφάλεια εξόδων. Τυγχάνει ως εκ τούτου εφαρμογής η ως άνω πρόνοια στην οποία σαφώς προσδιορίζεται ότι ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση: (α) Το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) η ύπαρξη νέων δεδομένων που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή αναλόγως, για καταχώριση της δικογραφίας. Η νέα, ως άνω, πρόνοια δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί νομολογιακά αλλά τα πράγματα είναι πλέον ξεκάθαρα. Η προηγούμενη νομολογία με τη φιλελεύθερη προσέγγιση, ως ήταν, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, υπό τα νέα δεδομένα. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έχει πλέον διακριτική ευχέρεια για να αποφασίσει τα ζητήματα που εγείρονται σε κάθε περίπτωση. Φρονώ όμως ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν είναι τόσο ευρεία όσο ήταν πριν από την τροποποίηση, περιοριζόμενη στο κατά πόσο πληρούνται οι δύο ως άνω προϋποθέσεις. Στο κατά πόσο δηλαδή: (α) Το «λάθος» που επιχειρείται να διορθωθεί ήταν «καλόπιστο» οφειλόμενο σε «παραδρομή» και σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να οφείλεται σε κακοπιστία και (β) Τα γεγονότα που περιβάλλουν την τροποποίηση έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση του δικογράφου. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο οφείλει να έχει ως αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αυτός εξάλλου ήταν ο κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προτού τροποποιηθεί η Δ.25. Σε συνάρτηση, βεβαίως, με το κατά πόσο οι ζητούμενες τροποποιήσεις κρίνονται αναγκαίες για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και με το κατά πόσο η έγκριση τους θα προκαλέσει ή όχι ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά, με την επιδίκαση δηλαδή των εξόδων (βλ. IKOS CIF LTD v. MARTIN COWAD κ.α.
(2014)1 Α.Α.Δ. 663 και Δημητρίου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. Ε151/16 ημερ. 06/07/18). Έχω εξετάσει την Αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των διαδίκων, τις οποίες επιμελώς έθεσαν υπόψη μου οι συνήγοροι των διαδίκων. Κρίνω ότι οι επιδιωκόμενες με την Αίτηση τροποποιήσεις εντάσσονται στις εξαιρέσεις της ανωτέρω πρόνοιας αφού: - Με βάση τα δεδομένα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, τα γεγονότα αποκρυσταλλώθηκαν και διευκρινίστηκαν κατά τη μελέτη και προετοιμασία των παραστάσεων της Εναγόμενης 1, στα πλαίσια εξέτασης του παραπόνου της Ενάγουσας 1, από την Εναγόμενη
- - Εξετάζοντας προσεκτικά τις τροποποιήσεις που ζητούνται, το Δικαστήριο διαπίστωσε πως πρόκειται για διορθώσεις που δεν αλλοιώνουν τις αρχικές θέσεις και τη γραμμή Υπεράσπισης που είχε εξ αρχής προωθήσει η Εναγόμενη
- - Δεν διαπιστώνεται, επίσης, οποιαδήποτε κακοπιστία, ως υποστηρίζουν οι Ενάγοντες στην Ένστασή τους, θέση την οποία υιοθέτησαν και οι συνήγοροι τους στη γραπτή τους αγόρευση. Αντίθετα, το Δικαστήριο εκτιμά πως πρόκειται για καλόπιστα λάθη και παραλείψεις που δεν αλλοιώνουν ή μεταβάλλουν τους αρχικούς ισχυρισμούς τους. - Πέραν τούτου πρόκειται για τεχνικά κυρίως θέματα και ορολογίες, οι διορθώσεις των οποίων θα βοηθήσουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. - Περαιτέρω και καθόσον αφορά την προσθήκη των παραγράφων 23 και 24, είναι προφανές ότι πρόκειται, κατ' ουσία, για γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης
- Ατυχώς δε οι συνήγοροι των Εναγόντων αναφέρουν στην αγόρευσή τους ότι η απόφαση της Εναγόμενης 2 εκδόθηκε πριν από την καταχώριση της Υπεράσπισης, θεωρώντας ότι εκδόθηκε στις 26/07/2018 και όχι 26/07/2019, που φαίνεται να είναι η ορθή ημερομηνία. - Όσον αφορά το παράπονο των Εναγόντων ότι η αίτηση διαπνέεται από κακοπιστία και ότι υποβλήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το Δικαστήριο δεν εντόπισε στοιχεία που να υποδηλώνουν κακοπιστία ούτε και οποιαδήποτε καθυστέρηση. Η Αίτηση υποβλήθηκε, σύντομα μετά που η υπόθεση προγραμματίστηκε για οδηγίες, μετά την περάτωση της διαδικασίας για την ασφάλεια εξόδων. - Ούτε η θέση των Εναγόντων ότι οι τροποποιήσεις θα τους προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά, κρίνεται βάσιμη. Οι Ενάγοντες θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν στις θέσεις της Εναγόμενης 1, ως έχουν διαμορφωθεί με την τροποποίηση, χωρίς επαναλαμβάνεται να έχει μεταβληθεί η ουσία της Υπερασπιστικής γραμμής που είχε προβάλει με την αρχική της Έκθεση Υπεράσπισης. Η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους Ενάγοντες, λόγω της τροποποίησης, μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση των εξόδων. Για τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1, ως οι παράγραφοι 1(α)-1(η) της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 να καταχωριστεί εντός πέντε
(5)ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός δέκα
(10)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στους δικηγόρους των Εναγόντων. Τα έξοδα της Αίτησης και όσο χάνονται συνεπεία της τροποποίησης (costs thrown away) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 04/12/2020 στις 09:00 π.μ. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο