NEW WORLD INVESTMENT LTD ν. WHITE KNIGHT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 6476/03, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A438 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6476/03 Μεταξύ: NEW WORLD INVESTMENT LTD Ενάγουσας και 1.WHITE KNIGHT HOLDINGS LIMITED
- XXXXX Πίτσιλλου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κα Χ. Φιλίππου με κα Σ. Ζαχαρία Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Πετρίδης με κα Μ. Λοίζου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αφορά μια από τις πολλές υποθέσεις που είχαν καταχωριστεί ως επακόλουθο της φρενίτιδας που υπήρχε την περίοδο 1999 με 2000 για αγορά μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση. Η Ενάγουσα Εταιρεία με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξίωσε από την Εναγόμενη Εταιρεία 1 το ποσό των Λ.Κ.100.000 πλέον τόκους ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ή/και λόγω απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων που διενεργήθηκαν σε βάρος ή/και λόγω παράβασης των ρητών νομοθετικών διατάξεων οι οποίες ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο. Διαζευτικά, αξιώνει το ποσό των €93.925,63 με τόκο 7% από την ημερομηνία εισπράξεως του ποσού από την Εναγόμενη 1 μέχρι πληρωμής του συγκεκριμένου ποσού χωρίς να απαιτείται η επιστροφή των μετοχών στην Εναγόμενη
- Κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας Εταιρείας, η Εναγομένη 1 Εταιρεία και/ή μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, ήτοι ο Εναγόμενος 2 και/ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα έκαναν προς αυτήν παραστάσεις και/ή δήλωσαν ρητά ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν εύρωστη με πολύ καλές προοπτικές και πως προτίθεται να εισάξει τους τίτλους της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (εφεξής Χ.Α.Κ.). Η Ενάγουσα Εταιρεία βασιζόμενη στις παραστάσεις της Εναγομένης 1 Εταιρείας κατά/ή περί τoυς πρώτους μήνες του 2000 και/ή κατόπιν αιτήσεως της συμφώνησε όπως αποκτήσει 200.000 μετοχές στην τιμή των 0.50σεντ η κάθε μια. Για τις εν λόγω μετοχές κατέβαλε στην Εναγόμενη 1, Εταιρεία το συνολικό ποσό των Λ.Κ.100.000 με επιταγή, της Alpha Bank, η οποία εξαργυρώθηκε περί την 27/04/
- Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία τηρούσε όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο για την εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. και ότι εντός σύντομου και εύλογου χρόνου η Εναγόμενη Εταιρεία θα υπέβαλλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. και ότι η Ενάγουσα Εταιρεία θα μπορούσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να πωλήσει τους συγκεκριμένους τίτλους ως τίτλους μιας δημόσιας εταιρείας. Κατά παράβαση των πιο πάνω όρων οι τίτλοι της Εναγόμενης 1 καθυστέρησαν να εισαχθούν στο Χ.Α.Κ. και/ή η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να λάβει τα νενομισμένα μέτρα για την έγκαιρη εισαγωγή τους στο Χ.Α.Κ. με αποτέλεσμα η Ενάγουσα Εταιρεία να υποστεί ζημιά ύψους Λ.Κ.100.000, που ήταν το ποσό που κατέβαλαν για την αγορά των μετοχών. Λόγω του ότι οι παραστάσεις περί εισαγωγής ή/και έγκαιρης εισαγωγής των τίτλων της Εναγόμενης 1 στο Χ.Α.Κ. ήταν ψευδείς στις 04/12/2002 η Ενάγουσα με επιστολή της ακύρωσε τη συμφωνία για την αγορά των τίτλων της Εναγομένης Εταιρείας γιατί, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, είχε συναφθεί με ψευδείς παραστάσεις και ζήτησε από την Εναγόμενη Εταιρεία να της επιστρέψει το ποσό που είχε πληρώσει για την αγορά των μετοχών πλέον τόκους. Η παράλειψη της Εναγόμενης 1 να επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.100.000 στην Ενάγουσα οδήγησε στην παρούσα αγωγή με την οποία το διεκδικεί. Διαζευκτικά η Ενάγουσα Εταιρεία ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε επιστροφή των Λ.Κ.100.000 εντόκος γιατί εφαρμόζονται στα γεγονότα οι πρόνοιες του άρθρου 58Α του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου του 1994 έως (αρ.4) του 2000, του άρθρου 3 του Ν.42
(1)/00, του άρθρου 58(Β) του Ν.14(Ι)/93 και του άρθρου 3, 4 και 9 του Ν. 168
(1)/
- Με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης έχει μειωθεί το οφειλόμενο ποσό από €170.860,14 (Λ.Κ.100.000) σε €93.295,63 εντόκως λόγω πώλησης 15.000 μετοχών και είσπραξης Λ.Κ.7.500 (€12.814,51) και εξαγοράς των υπολοίπων μετοχών από την εταιρεία SFS Group Public Ltd και καταβολής προς την Ενάγουσα του ποσού των €64.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπισή τους προβάλουν δυο προδικαστικές ενστάσεις που αφορούν, η πρώτη, την έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος στη βάση του περί Επιστροφής Χρημάτων σε Επενδυτές Νόμου Ν.168(Ι)/2002και ότι το μέρος της αγωγής που βασίζεται στο συγκεκριμένο Νόμο θα πρέπει να διαγραφεί, αφού ο Νόμος ρητά προνοεί ότι τα νομικά πρόσωπα δεν έχουν δικαίωμα επιστροφής χρηματικών ποσών ή άλλων ανταλλαγμάτων που έχουν επενδύσει για αγορά μετοχών. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος Νόμος δίδει το δικαίωμα σε ορισμένα άτομα να απαιτήσουν την επιστροφή χρημάτων που έχουν επενδύσει για αγορά μετοχών και καθιστά τη μη επιστροφή ποινικό αδίκημα χωρίς να δίδει δικαίωμα καταχώρισης αστικής αγωγής. Συνεπακόλουθα, το μέρος της αγωγής που αφορά τον συγκεκριμένο Νόμο θα πρέπει να διαγραφεί. Επιπρόσθετα και χωρίς βλάβη των προδικαστικών ενστάσεων οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 21/06/00 η Εναγόμενη 1 κατέθεσε πρόσκληση για εγγραφή και ενημερωτικό δελτίο στο Χ.Α.Κ., για εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ, με βάση τους περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμους και Κανονισμούς. Η Εναγόμενη Εταιρεία ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργούσε εκ μέρους της δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε παραστάσεις ή/και δηλώσεις σε σχέση με τις προοπτικές ή/και την ευρωστία της καθώς και την πρόθεση εισαγωγής των μετοχών της στο Χ.Α.Κ σε σύντομο ή άλλο χρονικό διάστημα. Υποστηρίζει ότι δεν προσέφεραν ή συμφώνησαν να πωλήσουν ή πώλησαν ή παραχώρησαν ή διέθεσαν οποιεσδήποτε μετοχές στην Ενάγουσα ούτε αποδέχθηκαν προσφορά της για αγορά μετοχών αλλά ούτε και εισέπραξαν για δικό τους λογαριασμό οποιοδήποτε αντάλλαγμα από την Ενάγουσα και ούτε έλαβαν οποιαδήποτε αίτηση της Ενάγουσας για έκδοση ή/και παραχώρηση ή/και αγορά μετοχών της Εναγόμενης
- Δεν εισπράχθηκε οποιοδήποτε ποσό από την Ενάγουσα, με την προοπτική έκδοσης ή παραχώρησης τίτλων της Εναγόμενης
- Είναι η δική της θέση ότι στις 27/07/00 η Ενάγουσα ενεγράφηΚε στο μητρώο μελών της Εναγομένης 1, ως κάτοχος 200,000 μετοχών, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την εταιρεία Sellamico Trade Limited, από τις οποίες μεταβίβασαν 15.000 μετοχές, στις 07/02/02, σε τρίτο πρόσωπο, με αποτέλσμα να είναι κάτοχοι 185.000 μετοχών μόνο. Για τις 200,000 μετοχές είχε εκδοθεί και σχετικό πιστοποιητικό στις 27/07/00, το οποίο αντικαταστάθηκε στις 29/01/01 λόγω μηχανογράφησης του μητρώου των μελών της Εναγόμενης
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι οι πρόνοιες του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, αναφορικά με την επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές καθώς και οι τροποποιήσεις, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα γεγονότα που αφορούν την Ενάγουσα, ενώ, περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι αυτές έρχονται σε αντίθεση με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο και/ή το Ευρωπαικό Κεκτημένο. Παράλληλα, επικαλούνται αντισυνταγματικότητα των προνοιών τουΝ.168(Ι)/02 και του Ν.42(Ι)/00 οι οποίες είναι η θέση τους, παραβιάζουν τα Άρθρα 23, 25, 26, 28 και 33 του Συντάγματος. Προς τιμή και των δυο συνηγόρων προέβησαν σε καταρτισμό παραδεκτών γεγονότων κατά την έναρξη της δίκης συναισθανόμενοι την ανάγκη της άμεσης επανεκδίκασης της υπόθεσης και διασώζοντας δικαστικό χρόνο. Τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία και κατέθεσαν γραπτώς στο Δικαστήριο, σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Ήταν τα ακόλουθα:
- Η Ενάγουσα, περί τις αρχές του 2000, αιτήθηκε από την Εναγομένη 1 την απόκτηση 200.000 μετοχών της Εναγόμενης 1, με βάση τη διαδικασία της Ιδιωτικής Τοποθέτησης, στην τιμή των Λ.Κ.0,50 έκαστη μετοχή.
- Προς υλοποίηση της πρόθεσης της Ενάγουσας να αποκτήσει 200.000 μετοχές της Εναγομένης 1, αυτή εξέδωσε την επιταγή με αριθμό XXXXX8651 της ALPHA BANK.
- Η επιταγή ημερ. 12/01/00, με αρ. XXXXX8651, της ALPHA BANK LIMITED, για το ποσό των Λ.Κ100.000, εκδόθηκε από λογαριασμό της Ενάγουσας και δικαιούχος αυτής ήταν η Εναγόμενη
- Στις 27/04/00, η επιταγή με αρ. XXXXX8651, κατατέθηκε στον λογαριασμό αρ. XXXXX1013, της Εναγόμενης 1, που διατηρείτο στην ALPHA BANK LIMITED και εξαργυρώθηκε.
- Η Ενάγουσα, εξ όσων προκύπτει από το μητρώο μελών της Εναγομένης 1, στις 27/07/00, απέκτησε 200.000 μετοχές, κατόπιν σχετικής μεταβίβασης από μέτοχο της Εναγομένης αρ. 1, ήτοι την εταιρεία Sellamico Trade Ltd.
- Κατά την 31/12/1999, μέτοχοι της Εναγομένης 1 ήταν οι Theonautica Enterprises Ltd, Sellamico Trade Ltd και η Sharelink Financial Services Ltd.
- Η Ενάγουσα, με βάση το μετοχολόγιο της Εναγομένης 1, ενεγράφη στο μητρώο μελών της Εναγομένης 1, την 27/07/2000, κατόπιν μεταβίβασης 200.000 μετοχών από τη Sellamico Trade Ltd.
- Στις 16/6/2000, με Ειδικό Ψήφισμα, η Εναγομένη 1 μετατράπηκε από Ιδιωτική σε Δημόσια Εταιρεία.
- Η Εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, στις 21 /06/
- Διευθυντής Έκδοσης, σε σχέση με τις μετοχές που η Εναγομένη 1 εξέδωσε, ήταν η Sharelink Financial Services Ltd.
- Σύμβουλοι - Χρηματιστές της Εναγόμενης 1 ήταν η Sharelink Securities Ltd.
- Ανάδοχη εταιρεία της Εναγόμενης 1 ήταν η Sharelink Securities Ltd και η AAA United Stockbrokers Ltd.
- H Sharelink Financial Services Ltd, η Sharelink Securities Ltd και η AAAUnited Stockbrokers Ltd, είχαν την έδρα τους στην οδό Θεοτόκη 6, Μέγαρο 'Ελληνα, στην Λευκωσία.
- Η Εναγόμενη 1 έλαβε παρατάσεις χρόνου, όσον αφορά επιστροφές χρημάτων σε επενδυτές, με βάση το Ν.41(Ι)/00, για χρήματα τα οποία εισπράχθηκαν πριν τις 07/04/00, για τις ακόλουθες ημερομηνίες: i. 19/04/01-19/06/01 ii. 19/07/01-20/09/01 iii. 20/09/01-20/11/01 iv. 15/11/01-15/01/02 v. 10/01/02-10/04/02 vi. 11/04/02-30/09/02
- Στις 07/02/02, η Ενάγουσα πώλησε 15.000 μετοχές της Εναγομένης 1 στην τιμή των Λ.Κ.0,50, εκάστη, σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον XXXXX Collier, έναντι του συνολικού ποσού των Λ.Κ. 7.500,
- Στις 03/10/02, δεν δόθηκε άλλη παράταση χρόνου από το ΧΑΚ προς την Εναγόμενη 1, σε σχέση με επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές.
- Η Ενάγουσα, με επιστολές ημ. 30/10/2001 και 04/12/02, απαίτησε επιστροφή χρημάτων δυνάμει του Ν.42(Ι)/
- Στις 03/04/06, η Εναγόμενη 1 εξέδωσε το Ενημερωτικό Δελτίο της για το Χρηματιστήριο.
- Το Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, με ανακοίνωση του ημερομηνίας 06/04/06, ανακοίνωσε ότι έχει αποδεχθεί, προς εισαγωγή στην Εναλλακτική Αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, 216686,667 συνήθεις μετοχές, ονομαστικής αξίας Λ.Κ.50 σεντ η καθεμιά, της Εναγομένης
- Η SFS GROUP PUBLIC COMPANY LTD, κατά τις 04/08/08, υπέβαλε δημόσια πρόταση προς όλους τους μετόχους της Εναγομένης 1 για απόκτηση μέχρι και το 100% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης
- Σε συνέχεια της επιτυχούς λήξης της δημόσιας πρότασης και της απόκτησης από την SFS GROUP PUBLIC COMPANY LTD ποσοστού πέραν του 90% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1, η SFS GROUP PUBLIC COMPANY LTD εξάσκησε το δικαίωμα εξαγοράς (squeeze out) που της παρείχε το άρθρο 36, του Περί Δημοσίων Προτάσεων Εξαγοράς Νόμου του 2007(Ν.41(Ι)/2007)και εξασφάλισε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης
- Η SFS GROUP PUBLIC COMPANY LTD, εξασκώντας το δικαίωμα εξαγοράς, κατέβαλε την προβλεπόμενη αντιπαροχή σε όλους τους μετόχους της Εναγομένης 1, συμπεριλαμβανομένης και της Ενάγουσας.
- Στα πλαίσια της αναγκαστικής εξαγοράς, η SFS GROUP PUBLIC COMPANY LTD απέστειλε στην Ενάγουσα τραπεζική επιταγή της Eurobank EEG CYPRUS LTD, ημερ. 18/11/2008, για το ποσό των €64.750,00, την οποία η Ενάγουσα εισέπραξε.
- Ο Εναγόμενος 2 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, Διοικητικός Σύμβουλος της Εναγομένης 1 και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της SFS GROUP PUBLIC COMPANY LTD. Για την Ενάγουσα Εταιρεία δόθηκε μαρτυρία από δυο εκ των διευθυντών και μετόχων της. Πρώτος, έδωσε μαρτυρία ο κ. Λαούρης, ΜΕ1, του οποίου η μαρτυρία ήταν γραπτή, σε μορφή δήλωσης, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη δήλωσή του απαρρίθμησε τα πτυχία του και η ενασχόλησή του, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν οι χρηματιστηριακές αγοραπωλησίες. Καταγράφει ότι η Ενάγουσα είναι υπαρκτή και υφιστάμενη εταιρεία, από το 1999, με έδρα την Πάφο και ασχολείτο με την αγορά, απόκτηση και πώληση μετοχών σε εταιρείες. Σήμερα, δεν εκτελεί οποιαδήποτε εργασία. Περί το τέλος του 1999, η Ενάγουσα συνεργαζόταν με την εταιρεία ΑΑΑUNITED STOCKBROKERS LIMITED (εφεξής UNITED), η οποία διεξήγαγε χρηματιστηριακές πράξεις τόσο προς όφελος της Ενάγουσας όσο και για πελάτες της και ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών που ανήκει και η Εναγόμενη 1, ήτοι τον όμιλο SHARE LINK FINANCIAL SERVICES LIMITED με τον οποίο και συστεγάζεται και έχει την ίδια έδρα. Η UNITED μαζί με τη SHARE LINK SECURITIES LTD ήταν ανάδοχοι της Εναγόμενης
- Η SHARE LINK SECURITIES LTD ήταν οι σύμβουλοι και χρηματιστές της Εναγόμενης 1 και η SHARE LINK FINANCIAL SERVICES LIMITED, της οποίας πρόεδρος ήταν ο κ. Έλληνας, οι διευθυντές έκδοσης της Εναγόμενης
- Στις 16/06/00 ο κ. Έλληνας ήταν πρόεδρος της SHARE LINK FINANCIAL SERVICES LIMITED και μέτοχος της Εναγομένης 1 καθώς επίσης και εκτελεστικός πρόεδρος της εταιρείας που ήταν διευθυντής έκδοσης της Εναγόμενης
- Η Ενάγουσα κατά τη συνεργασία της με τη UNITED είχε επαφές με τον κ. Νεόφυτο Νεοφύτου, ο οποίος ήταν εργοδοτούμενος και εκτελεστικός πρόεδρος της UNITED και διοικητικός σύμβουλος της SHARE LINK FINANCIAL SERVICES LIMITED, καθώς και με τον Χάρη Παστελλή, ο οποίος ήταν διευθυντής της UNITED. Ο ίδιος, γνωριζόταν προσωπικά με τον κ. Νεοφύτου, τον οποίο συναντούσε στα γραφεία της Ενάγουσας, στην Πάφο, ενώ κάποιες φορές στα πλαισία της συνεργασίας τον συνάντησε και στα γραφεία της UNITED στη Λευκωσία, όπου στεγάζονται όλες οι εταιρείες του ομίλου SHARE LINK. Περί τα τέλη του 1999 ο κ. Νεοφύτου, εκπροσωπόντας τη UNITED αλλά και την Εναγόμενη 1, τον ενημέρωσε και του δήλωσε ότι η Εναγόμενη 1 ήταν εταιρεία εύρωστη με πολύ καλές προοπτικές και ότι σύντομα θα υπέβαλλε αίτηση με σκοπό την εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. και ότι οι τίτλοι της στο Χ.Α.Κ. θα εισάγονταν σε περίοδο 3 μηνών περίπου, ότι είχε κάνει πολλές εξαγορές διαφόρων εταιρειών, αγορές μεγάλων τεμαχίων γης στην Πάφο, στον Πύργο Τηλλυρίας και επένδυση σε μία μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία καθώς επίσης και ότι οι μετοχές της με την εισαγωγή τους θα διαπραγματεύοντο στην τιμή των Λ.Κ.10 έκαστη. Λόγω της διαβεβαίωσης του κ. Νεοφύτου, ότι η Εναγόμενη 1 πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις σύντομης εισαγωγής των τίτλων της στο Χ.Α.Κ., παρότρυνε την Ενάγουσα να αγοράσει μετοχές της Εναγόμενης 1 για το ποσό Λ.Κ.0.50 σεντ τη μία. Προς επίτευξη συμφωνίας, ο ίδιος μαζί με τον διευθυντή της Ενάγουσας, κ. Μάη, συναντήθηκαν με τον κ. Νεοφύτου στα γραφεία της UNITED στη Λευκωσία. Στη συγκεκριμένη συνάντηση είχαν δεί και τον κ. Έλληνα, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι η Εναγόμενη 1 θα τους πωλούσε μετοχές ενώ τους ανέπτυξε τις προοπτικές της. Στηριζόμενοι στις παραστάσεις και δηλώσεις τόσο του κ. Νεοφύτου καθώς και του κ. Έλληνα, αποφασίστηκε όπως η Ενάγουσα αγοράσει μετοχές της Εναγόμενης 1, ήτοι 200.000 μετοχές για το ποσό των Λ.Κ.100.000, ήτοι εκ Λ.Κ.0.50 σεντ έκαστη. Ο κ. Νεοφύτου είχε ζητήσει όπως η επιταγή των Λ.Κ.100.000 εκδοθεί επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 και αποσταλεί. Η Ενάγουσα εξέδωσε την επιταγή με αριθμό XXXXX8651, της ALPHA BANK, με δικαιούχο την Εναγόμενη 1 στις 12/01/00, η οποία στάληκε στα γραφεία της Εναγόμενης
- Μετά την παραλαβή της, είχε αποσταλεί με φάξ από τον κ. Παστελλή μη συμπληρωμένο έντυπο αίτησης συμμετοχής, το οποίο έφερε χειρόγραφα τα αρχικά WH, της Εναγομένης
- Ο ίδιος, είχε υπογράψει και είχε αποστείλει στα γραφεία της Εναγόμενης 1 την αίτηση αιτούμενος την παραχώρηση 200.000 μετοχών. Το ποσό της επιταγής είχε εισπραχθεί από την Εναγόμενη 1 στις 27/04/
- Μετά την αγορά είχαν διενεργηθεί δυο συναντήσεις, για την παρουσίαση της Εναγόμενης 1, η μία στο ξενοδοχείο Cypria Maris όπου η παρουσίαση είχε γίνει από το κ. Έλληνα, Πρόεδρο του γκρουπ εταιρειών SHARE LINK και άλλους διοικητικούς συνεργάτες της Εναγομένης
- Με ενθουσιασμό, διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 1, οι οποίοι την εκπροσωπούσαν, είχαν διαβεβαιώσει για τις καλές προοπτικές ένταξης της Εναγόμενης 1 στο Χ.Α.Κ., εντός 3 μηνών, στην τιμή των Λ.Κ.10 έκαστη μετοχή. Ακολούθησε πρόσκληση στο Monte Caputo, σε εκδήλωση παρουσίασης των εταιρειών που είχε εξαγοράσει η Εναγόμενη 1 και της ίδιας της Εναγόμενης
- Έγινε παρουσίαση όλων των εταιρειών που ανήκαν στην Εναγόμενη 1 και επαναλήφθηκαν οι διαβεβαιώσεις σε σχέση με την εισαγωγή των τίτλων της Εναγομένης 1 εντός 3 μηνών σε ψηλή τιμή. Στις 03/01/00, είχε σταλεί από τον κ. Παστελλή, εκ μέρους της UNITED, επιστολή στην οποία καταγραφόταν ότι οι αμετάκλητες αιτήσεις για την Εναγόμενη 1 θα άρχιζαν στις αρχές Φεβρουαρίου και θα παραχωρούντο μόνο στους πελάτες της UNITED και της SHARE LINK, σύμφωνα με τη συνεισφορά του κάθε πελάτη. Μετά την εξαργύρωση της επιταγής της Ενάγουσας ακολούθησε επιστολή του κ. Παστελλά, στις 22/05/00, με την οποία πληροφορούσε ότι τις επόμενες μέρες θα ήταν σε θέση να ανακοινώσει τον αριθμό μετοχών που θα διέθετε ο καθένας από τους αγοραστές στους πελάτες του και ο αριθμός μετοχών που θα παραχωρείτο εξαρτάτο από τη συνεισφορά, ενώ η κατανομή θα γινόταν σύμφωνα με το ύψος των αγοραπωλησιών. Στις 13/02/01, η Εναγόμενη 1 είχε ταχυδρομήσει πιστοποιητικό συνήθων μετοχών με εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη 200.000 την Ενάγουσα Εταιρεία. Λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος χωρίς την εισαγωγή των τίτλων της Εναγόμενης 1 στο Χ.Α.Κ. ζητήθηκε προφορικά, από το κ. Νεοφύτου, εργοδοτούμενο του συγκροτήματος SHARE LINK και αντιπρόσωπο της Εναγομένης 1, η άμεση επιστροφή των Λ.Κ.100.000, χωρίς όμως ανταπόκριση. Οι τίτλοι της Εναγόμενης 1 εισήχθηκαν στο Χ.Α.Κ. 6 χρόνια μετά και όχι εντός 3 μηνών ως οι διαβεβαιώσεις. Η Ενάγουσα δεν θα αγόραζε τις μετοχές αν το γνώριζε αφού αυτό που την ενδιέφερε ήταν να πραγματοποιήσει άμεσο κέρδος. Η Ενάγουσα, στην προσπάθειά της να μειώσει την απώλειά της, στις 07/02/02, πώλησε 15.000 μετοχές σε τρίτο πρόσωπο στην τιμή των 0.50Λ.Κ έκαστη, λαμβάνοντας το ποσό των Λ.Κ.7.
- Δεν ανευρέθησαν άλλοι αγοραστές. Λόγω της μη ανταπόκρισης της Εναγόμενης 1 στις οχλήσεις της Ενάγουσας για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.100.000 αποστάληκε, στις 04/12/02, διπλοσυστημένη επιστολή στην Εναγόμενη 1, με κοινοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στο Χ.Α.Κ. με την οποία απαιτείτο η άμεση επιστροφή του ποσού εντός 10 ημερών. Σε έρευνα που είχε διενεργηθεί στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών διαφάνηκε ότι η Εναγόμενη 1 είχε συσταθεί σαν ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης το 1996 και η αρχική της ονομασία ήταν Χ. Α. Παπαέλληνα Επενδύσεις Λτδ, ακολούθως, μετονομάστηκε, στις 09/11/99, σε WΗΙΤΕ KNIGHT INVESTMENTS LTD, την 19/07/00 μετονομάστηκε σε WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD, στις 08/11/04 μετονομάστηκε σε WHITE KNIGHT HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD και ακολούθησε, στις 12/10/09, η μετονομασία της ξανά σε WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD. Ήταν η θέση του ότι η Ενάγουσα δεν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με την εταιρεία SELLAMICO TRADE LIMITED, της οποίας την ύπαρξη δεν γνώριζε πριν την καταχώριση της Υπεράσπισης, γι΄ αυτό και η δικηγόρος της Ενάγουσας είχε αποστείλει την επιστολή με ημερομηνία 01/09/04 ζητώντας πληροφόρηση σε σχέση με την ισχυριζόμενη μεταβίβαση μετοχών από την SELLAMICO στην Ενάγουσα. Λήφθηκε απαντητική επιστολή, η οποία αποκάλυπτε ότι η μεταβίβαση των μετοχών από την εταιρεία SELLAMICO στην Ενάγουσα είχε γίνει στις 27/07/00 με αριθμούς άλλων μεταβιβάσεων. Η μη εισαγωγή των τίτλων της Εναγόμενης 1 στο Χ.Α.Κ. είχε οδηγήσει την Ενάγουσα στο να υποστεί ζημιά την οποία εξακολουθεί να υφίσταται, την οποία η Εναγόμενη 1 οφείλει να πληρώσει χωρίς το Δικαστήριο να διατάξει την επιστροφή των μετοχών, αφού αυτό έχει καταστεί αδύνατο λόγω της εξαναγκαστικής αγοράς τους από την εταιρεία SFS GROUP PUBLIC COMPANY LIMITED. Η SFS, λόγω του ότι είχε εξασφαλίσει ποσοστό άνω του 90% των μετοχών της Εναγομένης 1, είχε αποστείλει επιστολή ημερομηνίας 09/11/08, με την οποία ενημέρωσε την Ενάγουσα για την άσκηση του δικαιώματος της εξαγοράς για απόκτηση όλων των υπόλοιπων τίτλων της Εναγόμενης
- Ακολούθησε η αποστολή ραπεζικής επιταγής προς όλους τους μετόχους της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €0,35 ανά μετοχή. Η Ενάγουσα, είχε παραλάβει επιταγή ποσού ύψους €64.750 και η δικηγόρος της είχε αποστείλει επιστολή ημερομηνίας 19/01/09 στην Εναγόμενη 1, με κοινοποίηση στην SFS, με την οποία τους υπενθύμιζαν ότι εκρεμμούσε η Αγ. Αρ. 6476/03 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ότι η είσπραξη του ποσού των €64.750 γινόταν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους σε σχέση με την αγωγή και τη ζημιά που υφίσταντο έναντι του ποσού των €158.045,63, πλέον τόκους, για τις 185.000 μετοχές της Εναγομένης 1 που διέθεταν. Τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η SFS, παρέλειψαν να απαντήσουν στην επιστολή γι΄αυτό και η Ενάγουσα απαιτεί το ποσό των €93.295,
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, έντυπο του Εφόρου Εταιρειών, που καταγράφει τους διευθυντές και γραμματείς της Ενάγουσας, ως Τεκμήριο 2, έντυπο που αφορά το μετοχικό κεφάλαιο της Ενάγουσας και ως Τεκμήριο 3, το πιστοποιητικό σύστασης της. Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε αντίγραφο της επιταγής με αριθμό 7868651 της Alpha Bank με ημερομηνία 12/01/
- Ως Τεκμήριο 5, κατέθεσε αντίγραφο της αίτησης συμμετοχής για αγορά μετοχών της Εναγομένης
- Κατέθεσε διάφορες επιστολές που είχαν ανταλαγγεί σε σχέση με την αγορά των συγκεκριμένων μετοχών, ημερομηνίας 03/01/00, 24/04/00 και 22/05/00, οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 6, 7 και 8 αντίστοιχα. Ως Τεκμήριο 9, κατατέθηκε αντίγραφο του πιστοποιητικού μετοχών που είχαν παραχωρηθεί στην Ενάγουσα. Η επιστολή ημερομηνίας 30/10/01, με την οποιά απαιτείτο η επιστοφή του ποσού των Λ.Κ.100.000, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, ενώ ως Τεκμήριο 11, κατατέθηκε δέσμη εγγράφων που συμπεριλάμβανε δύο διπλοσυστημένες επιστολές με ημερομηνία 04/12/02, που αφορούσαν το ίδιο θέμα, μαζί με τα έντυπα ταχυδρομείου και τις αποδείξεις παραλαβής τους. Ως Τεκμήριο 12, κατατέθηκε έγγραφο του Εφόρου Εταιρειών που αφορούσε την μετονομασία της Εναγομένης 1, ως Τεκμήριο 12(α) κατατέθηκε έντυπο του Εφόρου Εταιρειών που αφορούσε το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 και ως Τεκμήριο 12(β) κατατέθηκε το πιστοποιητικό των διευθυντών και του γραμματέα της Εναγόμενης
- Η επιστολή των συνηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 01/09/04, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, η επιστολή της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 07/09/04, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 και δύο επιστολές του Χ.Α.Κ. με ημερομηνίες 14/08/03 και 19/09/05, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15(α) και (β). Επιστολή της SFS προς τους μετόχους της WHITE KNIGHT HOLDINGS PUBLIC COMPANY Ltd με ημερομηνία 16/11/08, σημειώθηκε ως Τεκμήριο 16 ενώ η επιστολή της SFS μαζί με αντίγραφο της επιταγής ημερομηνίας 19/11/08, σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Η επιστολή των συνηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 19/01/09, η οποία είχε σταλεί στην Εναγόμενη 1, στην οποία καταγράφετο ότι το καταβληθέν ποσό, από την SFS, εισπρασσόταν έναντι του οφειλομένου, προς την Ενάγουσα, ποσού σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 12 κατατέθηκε για να υποδείξει τις μετονομασίες της Εναγόμενης από το 1999 μέχρι σήμερα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η επιταγή, Τεκμήριο 4, είχε εκδοθεί σύμφωνα με τις οδηγίες του κ. XXXXX Παστελλή, που εκπροσωπούσε την United, στην εταιρεία White Knight Investments Ltd. Υποστήριξε ότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του μεταξύ των ανθρώπων που γνώριζαν τι έπρατταν σε σχέση με χρηματιστηριακά θέματα. Αναγνώρισε ότι υπήρχε φρενίτιδα το 2000 για απόκτηση μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση, για εταιρείες που θα εισάγοντο στο Χ.Α.Κ., όμως, επέμεινε στη θέση του ότι είχαν πειστεί να αγοράσουν τις μετοχές της Εναγομένης λόγω των διαβεβαιώσεων που τους είχαν δοθεί από άτομα όπως τον κ. Νεοφύτου, τον κ. Παστελλή και τον κ. Έλληνα. Γνώριζαν ότι μια εταιρεία, τον τότε καιρό, χρειαζόταν περίπου ένα τρίμηνο για να είσαχθεί λόγω των πάρα πολλών αιτήσεων που υπήρχαν από εταιρείες για ένταξη τους στο Χ.Α.Κ., γι΄ αυτό και κατανόησαν μερικώς την καθυστέρηση που υπήρχε και δεν αντέδρασαν ενωρίτερα για να ζητήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους. Παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε ανάγκη να παρακαλέσει για την αγορά των μετοχών της και προώθησε τη θέση ότι ούτε η Ενάγουσα δεν είχε παρακαλέσει για να λάβει τις συγκεκριμένες μετοχές, αλλά ο ίδιος είχε πειστεί από τον κ. Έλληνα και τον κ. Νεοφύτου, με τους οποίους είχε συναντηθεί, ότι η Εναγόμενη 1 ήταν μια σοβαρή εταιρεία, η οποία θα εισαγόταν στο Χ.Α.Κ. εάν όχι στο τρίμηνο σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, όμως, ποτέ δεν είχαν υπόψη τους ή και δεν είχαν αντιληφθεί ότι θα χρειαζόταν τόσα χρόνια. Κατά τη δική του άποψη η συγκεκριμένη πράξη είχε ολοκληρωθεί λόγω της καλής συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των δυο εταιρειών μέχρι τότε και όχι γιατί υπήρξε οποιαδήποτε εκμετάλλευση. Επέμενε στη θέση του ότι στην συνάντηση με τον κ. Έλληνα, στην οποία ήταν παρών και ο κ. Μάης, τους είχε λεχθεί ότι η τιμή της μετοχής της Εναγόμενης 1 θα διαπραγματευόταν στην τιμή των Λ.Κ.10 με την εισαγωγή της στο Χ.Α.Κ. και είχαν πειστεί από αυτά που τους είχαν λεχθεί. Αποδέχθηκε ότι οι συγκεκριμένες μετοχές είχαν παραχωρηθεί λόγω της συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των εταιρειών και ότι αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη συνεργασία δεν θα λάμβαναν το πακέτο των 200.000 μετοχών, όμως, για να εξαντληθεί το πακέτο μετοχών που είχε εκδώσει η Εναγόμενη 1 έπρεπε να το προωθήσουν. Συμφώνησε ότι η Εναγόμενη 1 είχε λάβει παρατάσεις χρόνου όσον αφορά τις επιστροφές χρημάτων σε επενδυτές και ότι οι επιστολές της Ενάγουσας, για επιστροφή των χρημάτων, ενέπιπταν και οι δύο εντός της περιόδου αναστολής, ήτοι από 19/04/01 μέχρι 03/10/
- Ήταν η δική του θέση ότι η Εναγόμενη 1 είχε ευθύνη για τη μη ένταξη των μετοχών της στο Χ.Α.Κ. για 6 χρόνια αφού άλλες εταιρείες εισάγοντο σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Διαφώνησε με τη θέση ότι ο νόμος που αφορά την επιστροφή χρημάτων δεν προσέδιδε στην Ενάγουσα τη δυνατότητα για να αξιώσει την επιστροφή του ποσού, λόγω του ότι μέρος των μετοχών είχε τύχει εκμετάλλευσης από την Ενάγουσα. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 τους είχε παραστήσει ψευδώς και είχε παραλάβει μια επιταγή εκδομένη στο όνομα White Knight Investments Ltd και μετά από χρόνια είχε ενημερώσει ότι δεν ήταν η ίδια που παραχώρησε τις μετοχές αλλά η SELLAMICO. Επέμενε στη θέση του ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής η Ενάγουσα γνώριζε την Εναγόμενη 1 και κανένα άλλο. Παραδέχθηκε παράλληλα ότι είχε εξηγηθεί με πάσα λεπτομέρεια ότι οι εκδοθείσες μετοχές είχαν διατεθεί μόνο σε τρεις εταιρείες και ότι αυτές στη συνέχεια ήταν που διέθεσαν τις μετοχές αλλά αυτό είχε γίνει μετά την αγορά των μετοχών. Επέμενε, περαιτέρω, στη θέση του ότι ο ίδιος είχε σχέση με την Εναγόμενη 1 και όχι με οποιαδήποτε άλλη εταιρεία και ότι αυτός ήταν ο τρόπος της Εναγομένης 1 να απαλλαχθεί από την οποιαδήποτε ευθύνη. Ερωτηθείς για το «squeeze out», υποστήριξε ότι η Ενάγουσα δεν είχε επιλογή να μην πωλήσει τις μετοχές της Εναγόμενης 1 στην τιμή €0,35σεντ, ενόψει του τρόπου που είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα, συγκεκριμένα, δεν είχαν ερωτηθεί και η επιταγή είχε παραληφθεί ταχυδρομικώς. Συμφώνησε με το συνήγορο της Εναγομένης 1 ότι κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει με ακρίβεια τι θα γινόταν ενόψει των συνθηκών που υπήρχαν τότε, γνωρίζοντας ότι μετοχές είχαν ανεβεί από τα 0,50σεντ στις Λ.Κ.
- Κατέληξε, ότι είχαν διαβεβαιώσεις, από το Δεκέμβριο 1999, τόσο ότι η μετοχή της Εναγόμενης 1 θα έμπαινε σε ψηλή τιμή, γύρω στις Λ.Κ.10, καθώς και ότι θα εισάγετο σε 3 μήνες. Υποστήριξε εμφαντικά ότι η μετοχή αγοράζεται για να πωληθεί έτσι ώστε να επιτευχθεί σύντομο κέρδος, ιδιαίτερα την συγκεκριμένη εποχή κατά την οποία τα ποσά που διαπραγματεύοντο ήταν τρελλά. Κατέληξε, ότι το παράπονο της Ενάγουσας δεν ήταν ότι η μετοχή είχε εισαχθεί στους τρεις ή στους έξι μήνες κάτω από τις Λ.Κ.10 αλλά ότι δεν μπήκε καν για 6 χρόνια. Η Ενάγουσα δεν θα είχε παράπονο αν έμπαινε η μετοχή στους 3 μήνες στις Λ.Κ.3 ή Λ.Κ5 γιατί πάλι θα υπήρχε κέρδος. Μαρτυρία δόθηκε, σε έγγραφη μορφή, το Έγγραφο 2 και από τον κ. Μάη, επίσης μέτοχο και διευθυντή της Ενάγουσας από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα. Ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και έχει υπο τη φύλαξή του το φάκελο που διατηρεί η Ενάγουσα σε σχέση με αυτά. Παρά το γεγονός ότι η ανάμειξή του στις καθημερινές δραστηριότητες της Ενάγουσας Εταιρείας με την εταιρεία UNITED ήταν περιορισμένη, στο θέμα της αγοράς των μετοχών από την Εναγόμενη 1 είχε αρκετή ανάμειξη. Περί το τέλος του 1999, κλήθηκε στα γραφεία της Ενάγουσας, όπου του αναφέρθηκε από στελέχη της Ενάγουσας ότι οι πελάτες του γραφείου και οι ίδιοι ένιωθαν ότι η UNITED και κατ΄ επέκταση η SHARELINK, δεν τους έδωσαν την ευκαιρία να πάρουν τον αριθμό των μετοχών που ζήτησαν από την έκδοση της ΚΥΚΝΟΣ και του ζητήθηκε να επικοινωνήσει με τον κ. Νεοφύτου και να διαβιβάσει το συγκεκριμένο παράπονο. Όταν τηλεφώνησε του κ. Νεοφύτου εκείνος τον ενημέρωσε ότι το γκρουπ της SHARELINK ετοίμαζε κάτι πολύ καλό και του λέχθηκε να καθησυχάσει τα στελέχη της Ενάγουσας και να τους αναφέρει ότι θα πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών της, γιατί η χορήγηση μετοχών της νέας εταιρείας θα γινόταν στους συνεργάτες του γρουπ της SHARELINK ανάλογα με τον κύκλο εργασιών. Ακολούθησε συνάντηση με τον κ. Νεοφύτου, στα γραφεία της Ενάγουσας στη Πάφο, όπου και τους παρουσίασε την Εναγόμενη 1 και τις προοπτικές της απαρριθμίζοντάς τους τις δραστηριότητες τις οποίες θα αναλάμβανε. Ο κ. Νεοφύτου, διαβεβαίωσε ότι η εισαγωγή της νέας εταιρείας θα γινόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα, δηλαδή, σε μερικούς μήνες και ότι η τιμή θα κυμαινόταν σε πάρα πολύ ψηλά επίπεδα. Πριν την παράδοση της επιταγής των Λ.Κ.100.000, τέλος 1999 αρχές 2000, είχαν συναντηθεί με τον κ. Νεοφύτου πολλές φορές και σε μια από αυτές είχε μεταβεί με τον κ. Λαουρή στα γραφεία της SHARELINK στη Λευκωσία όπου τους δόθηκαν ξανά διαβεβαιώσεις ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν εύρωστη, με πολύ καλές προοπτικές και ότι σύντομα προτίθετο να καταχωρήσει αίτηση με σκοπό την εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ., ότι οι τίτλοι της θα εισάγονταν εντός 3 μηνών περίπου και μόλις εισάγονταν θα διαπραγματεύονταν σε ψηλή τιμή. Τη συγκεκριμένη μέρα συναντήθηκαν και με τον κ. Έλληνα, ο οποίος φάνηκε να γνωρίζει για την Ενάγουσα, και ο οποίος τους ανέφερε ότι το γκρουπ της SHARELINK προσέχει τους πελάτες του και για αυτό θα τους πωλούσε μετοχές της Εναγόμενης 1, της οποίας οι προοπτικές ήταν τρομερές. Τόσο ο κ. Νεοφύτου όσο και ο κ. Έλληνας, εκπροσωπούσαν την Εναγόμενη 1 και το κατέστησαν σαφές. Στηριζόμενοι στις διαβεβαιώσεις που τους δόθηκαν και κατόπιν πρότασης από τον κ. Νεοφύτου και τον κ. Έλληνα, αγοράσαν 200.000 μετοχές στην τιμή των 0,50Λ.Κ έκαστη για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.100.
- Ο ίδιος είχε παρευρεθεί σε εκδηλώσεις για παρουσίαση της Εναγόμενης 1 από τον κ. Έλληνα τόσο στο Monte Caputo καθώς και στο Cypria Maris. Η παρουσίαση στο Cypria Maris έγινε, μεταξύ άλλων, από τον κ. Έλληνα, Πρόεδρο του γκρουπ εταιρειών SHARELINK και τον κ. Πίτσιλλο, διοικητικό σύμβουλο της Εναγομένης 1, οι οποίοι μέσα σε ενθουσιώδες κλίμα προέβησαν σε περαιτέρω διαβεβαιώσεις σε σχέση με την Εναγόμενη
- Μετά την πάροδο εύλογου χρόνου χωρίς την εισαγωγή της Εναγομενης 1 στο Χ.Α.Κ., ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1, το 2001, η επιστροφή των λεφτών της Ενάγουσας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 07/02/02, πωλήθηκαν 15.000 μετοχές σε τρίτο πρόσωπο, στην τιμή των Λ.Κ.0.50σεντ έκαστη, σε μια προσπάθεια να μετριαστεί η ζημιά. Ακολούθησε η αναγκαστική εξαγορά από την SFS GROUP PUBLIC COMPANY LIMITED των 185.000 μετοχών που είχαν απομείνει και η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ύψους €93.295,
- Κατέθεσε μέρος του ενημερωτικού δελτίου της SHARELINK FINANCIAL SERVICES LIMITED ημερομηνίας 08/04/99, ως Τεκμήριο 20, και την Ετήσια Έκθεση της ίδιας εταιρείας για το έτος 2001 ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι η Ενάγουσα ήταν κατά την επίδικη περίοδο αντιπρόσωπος της UNITED στην Πάφο σε ζητήματα πώλησης και διάθεσης εισηγμένων μετοχών, καθώς επίσης και ότι κατά την περίοδο 1999 με 2000, υπήρχε τεράστιος όγκος συναλλαγών στο Χ.Α.Κ. και τεράστιο ενδιαφέρον σε σχέση με εταιρείες που προτίθεντο να εισαχθούν στο Χ.Α.Κ. με ιδιωτική τοποθέτηση. Αρχικά υποστήριξε ότι είχαν ξεγελαστεί λόγω του ότι τους είχαν υποσχεθεί ότι σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο η Εναγόμενη 1 θα εισαγόταν στο Χ.Α.Κ. Παραδέχθηκε παράλληλα όμως ότι η Εναγόμενη 1 στις 16/06/00 είχε μετατραπεί από ιδιωτική σε δημόσια εταιρεία και ότι είχε αποκτήσει μερίδιο σε ναυτιλιακές εταιρείες, όπως τους είχε παρουσιαστεί. Επίσης, παραδέχθηκε ότι οι δυο συναντήσεις που είχε επικαλεστεί, στο Monte Caputo και στο Cypria Maris, είχαν γίνει μετά την παράδοση της επιταγής στην Εναγόμενη 1 και ότι είχαν πεισθεί από προηγουμένως να αγοράσουν τις συγκεκριμένες μετοχές. Όμως, επέμενε, στη θέση του ότι δεν είχε τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει σε σχέση με την εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. Ήταν η δική του θέση ότι αν γνώριζαν ότι θα χρειαζόταν, η Εναγόμενη 1, τόσα χρόνια για να εισαχθούν οι μετοχές της στο Χ.Α.Κ. δεν θα τις αγόραζαν. Παραδέχθηκε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι στις 04/12/02 που η δικηγόρος της Ενάγουσας είχε αποστείλει επιστολή, Τεκμήριο 11, η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει στην Εναγόμενη 1 τίτλο για 200.000 μετοχές. Υποστήριξε ότι για την εταιρεία SELLAMICO, ο ίδιος είχε ακούσει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε διερεύνηση γιατί η Ενάγουσα είχε πληρώσει την Εναγόμενη 1 και όχι οποιαδήποτε άλλη εταιρεία. Επέμενε ότι είχε δοθεί διαβεβαίωση ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η μετοχή θα της εισαγόταν στο Χ.Α.Κ. και ότι θα ήταν σε ψηλή τιμή, πιο ψηλά από την ΚΥΚΝΟΣ. Υποστήριξε ότι ο κ. Έλληνας, στη συνάντηση που είχαν στη Λευκωσία, δεν είχε προσδιορίσει τιμή της μετοχής αλλά έλεγε ότι θα ήταν πολύ καλύτερη από τις άλλες εκδόσεις και ο κ. Νεοφύτου έλεγε ότι θα είναι σε ψηλά επίπεδα, και αυτό ήταν κάτι λογικό εάν και εφόσον ήταν καλή η εταιρεία. Κανένας από τους δυο αντιπροσώπους της Εναγομένης 1 δεν είχε καθορίσει τιμή της μετοχής κατά την ένταξή της. Εξήγησε ότι η Ενάγουσα δεν είχε όλα τα δεδομένα για να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν καλή η Εναγόμενη 1, είχε μόνο τις διαβεβαιώσεις του κ. Νεοφύτου και του κ. Έλληνα. Ως οικονομολόγος, ήταν η θέση του ότι για να βγάλει κάποιος σωστό συμπέρασμα πρέπει να έχει όλα τα δεδομένα μπροστά του. Προώθησε τη θέση ότι τους ενδιέφερε, ως μέτοχοι και διευθυντές της Ενάγουσας, να επενδύσουν σε μια εταιρεία η οποία να έχει το υπόβαθρο, να είναι σωστή, εύρωστη και να εισαχθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα στο Χ.Α.Κ., δηλαδή εντός 3-4 μηνών. Όσον αφορά την αναγκαστική εξαγορά, «squeeze out», αυτό που γνώριζε είναι ότι τους είχε σταλεί μια επιταγή ύψους €65.000, η οποία είχε παραληφθεί από τον κ. Λαούρη και μετά από νομική συμβουλή είχε γίνει αποδεκτή με επιφύλαξη. Εξ' όσων μπορούσε να θυμηθεί δεν είχε προβεί, η Ενάγουσα, σε οποιαδήποτε ενέργεια για παγοποίηση της διαδικασίας του «squeeze out». Κατέληξε, ότι με τις παραστάσεις που τους είχαν γίνει αν δεν έπερναν τότε μετοχές θα είχαν παράπονο. Η εκδοχή της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, προσφέρθηκε από τον κ. Έλληνα, Προέδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της SFS GROUP COMPANY Ltd, από 12/02/1998 μέχρι σήμερα. Κατέθεσε γραπτώς τις θέσεις του και η δήλωσή του σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Σύμφωνα με τον κ. Έλληνα, η SFS παρέχει συμβουλευτικές και άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες τόσο στην Κύπρο καθώς και στο εξωτερικό. Παράλληλα, ασχολείται με αγοραπωλησίες τίτλων τόσο για τρίτους όσο και για δικό της όφελος, με τη διαχείριση κεφαλαίων και με άλλες συναφείς χαρτοοικονομικές υπηρεσίες. Στις 05/11/99, η SFS είχε αγοράσει σχεδόν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 και στις 14/11/99, το Διοικητικό Συμβούλιο της SFS είχε αποφασίσει τη μετεξέλιξη της Εναγόμενης 1 σε εταιρεία συμμετοχών. Μετά από απόφαση της SFS, η οποία ήταν ο κύριος μέτοχος και ανάδοχος της Εναγόμενης 1, η Εναγόμενη 1 επέλεξε να αντλήσει κεφάλαια για την επίτευξη των πιο πάνω σκοπών με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης, η οποία μέθοδος, είναι ένας από τους σύγχρονους τρόπους άντλησης μεγάλων κεφαλαίων. Η μορφή που ακολούθησε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν οι μετοχές να εκδίδονται σε εταιρείες οχήματα του ανάδοχου, της SFS δηλαδή. Τα οχήματα ήταν η SELLAMICO και η Theonautica. Προς υλοποίηση των ρηθέντων σκοπών, η Εναγόμενη 1 προέβηκε σε δύο εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών στις 31/12/99 και στις 16/06/00, στις εταιρείες Theonautica Enterprises Limited, SELLAMICO Trade Limited και SFS. Σύμφωνα με την Πληροφοριακή Έκθεση - σελίδες 12 και 13 - η Εναγόμενη 1 θα εξέδιδε αριθμό νέων μετοχών, επιπρόσθετα από τις μετοχές που είχαν εκδοθεί στις SFS, Theonautica και SELLAMICO, που θα διαπραγματευόταν στο Χ.Α.Κ. και θα παραχωρούνταν σε ενδιαφερόμενους που θα υπέβαλλαν αίτηση. Πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν να εκδώσει μετοχές προς το κοινό εάν και εφόσον εγκρίνετο το ενημερωτικό δελτίο από το Χ.Α.Κ. Η αναφορά επομένως, στην Πληροφοριακή Έκθεση, σε έκδοση μετοχών προς το κοινό, αφορούσε μετοχές που θα εκδίδονταν σε πρόσωπα που θα υπέβαλαν αίτηση μετά την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου και δεν αφορούσε τις μετοχές που είχαν ήδη εκδοθεί στις εταιρείες SFS, Theonautica και SELLAMICO. Δεδομένης της υπερβολικής καθυστέρησης του Χ.Α.Κ. στην εξέταση του ενημερωτικού δελτίου της Εναγόμενης 1, χωρίς οποιαδήποτε ευθύνη της Εναγόμενης 1, οι συνθήκες της αγοράς εν τω μεταξύ άλλαξαν σημαντικά. Τα διαθέσιμα κεφάλαια για αγορά μετοχών από νέες εκδόσεις μειώθηκαν σημαντικά, με αποτέλεσμα να εξαλειφθεί το ενδιαφέρον των επενδυτών για την αγορά μετοχών σε δημόσια έκδοση (ΙΡΟ). Λόγω της πτώσης του δείκτη του Χ.Α.Κ. μεγάλος αριθμός μετοχών διαπραγματευόταν κάτω από την ονομαστική τους αξία και κάτω από την εσωτερική τους αξία μέχρι και 50%. Ως εκ τούτου, στις 16/01/03 σε έκτακτη γενική συνέλευση αποφασίσθηκε να μην προχωρήσει η Εναγόμενη 1 σε δημόσια έκδοση (ΙΡΟ) και να συνεχίσει τις προσπάθειες εισαγωγής των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. αλλά με απλή εισαγωγή των υφιστάμενων μετοχών της (listing). Γι' αυτό δεν λήφθηκε καμία αίτηση για συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 από το κοινό και φυσικά ενόψει της απόφασης ούτε επρόκειτο να λάβουν, παρά την εισδοχή των τίτλων της Εναγομένης 1 στο Χ.Α.Κ. στις 13/04/
- Λόγω της καθυστέρησης στην εξέταση και έγκριση της αίτησης της Εναγομένης 1, στις 11/04/01 υπέβαλε αίτηση προς το Χ.Α.Κ.για να της δοθεί παράταση στην επιστροφή χρημάτων, δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2000, Ν.42
(1)/2000, παρόλο που δεν έχει παραχωρήσει ή πωλήσει ή διαθέσει μετοχές της σε οποιοδήποτε πρόσωπο πέραν από τις 3 εταιρείες και δεν έχει εισπράξει χρήματα από τρίτους για δικό της λογαριασμό, ούτε ότι έχει υποχρέωση να επιστρέψει χρήματα για όλους τους λόγους που καταγράφηκαν στην Υπεράσπισή της. Το Χ.Α.Κ., αφού εξέτασε την αίτηση της Εναγομένης 1, της έδωσε παράταση χρόνου για επιστροφή χρημάτων από τις 19/04/01 μέχρι και τις 19/06/01, και ακολούθως, της παραχώρησε νέες παρατάσεις μέχρι και τις 30/09/
- Ήταν η θέση του ότι η SFS, η οποία ήταν ο κύριος μέτοχος και ανάδοχος της Εναγόμενης 1, είχε αναθέσει στην United και στην Sharelink Securities Limited τη διάθεση των μετοχών της Theonautica και της SELLAMICO. Η επιταγή που εξέδωσε η Ενάγουσα στο όνομα της Εναγόμενης 1, το προηγούμενο όνομα της Εναγόμενης 1, παραδόθηκε από την United μαζί με λίστα των προσώπων που ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν μετοχές της Εναγομένης 1, αφού η Εναγόμενη 1 ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει την United να διαθέσει μετοχές της. Εξήγησε ότι ο κ. XXXXX Νεοφύτου ήταν διοικητικός σύμβουλος της SFS και της United και συνεπώς δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε σχέση με την Εναγομένη 1 για να την εκπροσωπεί. Ο κ. Χάρης Παστελλής ήταν υπάλληλος της United και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την Εναγόμενη 1 και ουδέποτε είχε εξουσιοδοτηθεί για να την εκπροσωπήσει σε οποιοδήποτε θέμα. Οπόταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα, όταν συνομιλούσαν με την Ενάγουσα, εκπροσωπούσαν την SFS. Όσον αφορά τις δυο συναντήσεις ήταν η δική του εκδοχή ότι η εκδήλωση που διοργανώθηκε στο Cypria Maris, στην οποία ο ίδιος είχε λάβει μέρος, τον Απρίλιο 2000, είχε διοργανωθεί από την SFS, την United και την Sharelink Securities και δεν είχε γίνει καμία παρουσίαση που να αφορά την Εναγόμενη
- Όσον αφορά την εκδήλωση στο Monte Caputo, η οποία είχε λάβει χώρα στις 22/09/00, στόχος της ήταν η γνωριμία των συνεργατών και συναιτέρων της Εναγόμενης 1 μεταξύ τους. Ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η Εναγόμενη 1 μέσω οποιουδήποτε είχε κάνει οποιεσδήποτε παραστάσεις για εισδοχή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. Ουδέποτε η Εναγόμενη 1 ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτήν διαβεβαίωσε την Ενάγουσα για οτιδήποτε. Ούτε ο ίδιος είχε αναφέρει σε οποιονδήποτε εκπρόσωπο της Ενάγουσας ότιδήποτε, γιατί δεν υπήρχε λόγος για να το πράξει γιατί τη δεδομένη περίοδο υπήρχε φρενίτιδα σε σχέση με την απόκτηση οποιασδήποτε νεοεκδοθείσας μετοχής. Καταλήγει, ότι παρόλο που η Ενάγουσα γνώριζε για τη διαδικασία της υποχρεωτικής εξαγοράς δεν έπραξε οτιδήποτε για να τη σταματήσει, αλλά, αντίθετα, αποδέχθηκε την επιταγή που της είχε σταλεί οπόταν δεν υφίσταται αντικείμενο προς εκδίκαση στην υπο κρίση υπόθεση. Υποδεικνύει ότι η Ενάγουσα ενεργεί κακόπιστα αφού είχε ζητήσει την επιστροφή του ποσού που είχε καταβάλει, ενώ είχε παραχωρηθεί παράταση στην επιστροφή εισπραχθέντων ποσών, καθώς επίσης είχε προσφέρει επιστροφή των τίτλων της Εναγομένης 1, στις 04/12/02, ενώ 10 μήνες πριν είχε διαθέσει μέρος των μετοχών αυτών. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 22, έντυπο με πίνακες που αφορούν τις εταιρείες στις οποίες η Εναγόμενη 1 είχε συμμετοχή. Ως Τεκμήριο 23, κατέθεσε την ανακοίνωση της εταιρείας SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD ημερομηνίας 17/01/00, ως Τεκμήριο 24, κατέθεσε το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που αφορούσε τους μετόχους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Ως Τεκμήριο 25, κατέθεσε το ψήφισμα του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 31/12/99, ως Τεκμήριο 26, κατέθεσε τον κατάλογο μετόχων της Εναγομένης 1 στις 21/06/00 ενώ ως Τεκμήριο 27 κατέθεσε την Πληροφοριακή Έκθεση της ίδιας ημερομηνίας σε σχέση με την Εναγόμενη
- Ως Τεκμήριο 28, κατέθεσε επιστολή ημερομηνιας 16/12/00, ενώ ως Τεκμήριο 28(α) κατέθεσε την ειδοποιήση σύγκλισης έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της Εναγομένης
- Ειδικό ψήφισμα της Εναγομένης 1, ημερομηνίας 16/06/00, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 29, ενώ η ανοικτή πρόσκληση σε γνωριμία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κατά τα έτη 1999 και 2000 εκτός από εκτελεστικός πρόεδρος της SFS ήταν και μεγαλομέτοχος της. Παραδέχθηκε ότι η ιθύνουσα εταιρεία ήταν η SFS και ότι η Εναγόμενη 1 ήταν μια από τις θυγατρικές της. Υποστήριξε ότι τα όσα αναγράφονται στο Τεκμήριο 27, την Πληροφοριακή Έκθεση, ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αφού η SFS είχε αγοράσει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης
- Ήταν η θέση του ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της SFS, αναφορικά με τη διάθεση των μετοχών της Εναγομένης 1, ήταν να εκδοθούν στην SFS, στην SELLAMICO και στην Theonautica. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν παρακολουθούσε μια έκαστη των αιτήσεων για την αγορά μετοχών. Εξήγησε ότι η ιδιωτική τοποθέτηση διενεργείται όταν μια εταιρεία, της οποίας το ενημερωτικό δελτίο έχει εγκριθεί από το Χ.Α.Κ., αφου έχει λάβει αιτήσεις ενδιαφέροντος από επενδυτές προχωρεί στην ιδιωτική τοποθέτηση προς τους συγκεκριμένους επενδυτές, είτε αυτοί είναι νομικά είτε είναι φυσικά πρόσωπα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι μετοχές της Εναγόμενης 1 είχαν εκδοθεί προς τις τρεις συγκεκριμένες εταιρείες και αυτές θα μεταβίβαζαν στους ενδιαφερόμενους στη συνέχεια. Ερωτηθείς αναφορικά με την αναγκαιότητα της αύξησης του κεφαλαίου της Εναγομένης 1, ήταν η θέση του ότι ήταν απόφαση της εταιρείας και είχε θεωρηθεί πρέπον η εισαγωγή της στο Χ.Α.Κ. να γίνει με το συγκεκριμένο τρόπο. Είχε ληφθεί συμβουλή και από τους δικηγόρους της Εναγομένης 1, σε σχέση με τον τρόπο εισαγωγής της αλλά και λόγω του ότι είχαν θεωρήσει ότι θα γινόταν πολύ πιο γρήγορα η εισαγωγή στο Χ.Α.Κ. με αυτό τον τρόπο. Υποστήριξε ότι τη συγκεκριμένη απόφαση της Εναγομένης 1, να πωληθούν οι μετοχές της μέσω τρίτων εταιρειών, την είχαν εξηγήσει σε όλους, μεταξύ αυτών και στην Ενάγουσα, αφού η Ενάγουσα είχε λάβει γνώση ότι η μεταβίβαση των μετοχών θα γινόταν από την εταιρεία SELLAMICO όταν θα υπογραφόταν το έγγραφο μεταβίβασης. Το γεγονός αυτό είχε δηλωθεί σε όλους ανεξαίρετα και όλοι οι αγοραστές είχαν υπογράψει έγγραφο μεταβίβασης, το οποίο αποκάλυπτε την εταιρεία που θα τους μεταβίβαζε τις μετοχές. Εξήγησε ότι οι εταιρείες SELLAMICO και Theonautica κατ΄ουσία και νομικά ανήκαν στην SFS και οι μετοχές των δύο αυτών εταιρειών, ήτοι το μετοχικό κεφάλαιο, ανήκαν στην SFS, η οποία είχε αναθέσει την πώληση των μετοχών που είχαν αυτές οι δύο εταιρείες στις εταιρείες United και Sharelink σύμφωνα και με το Τεκμήριο
- Η μεταβίβαση των μετοχών, εξ' όσων μπορούσε να θυμηθεί, γινόταν με την αποστολή της επιταγής. Σε ερώτηση που του τέθηκε, υποστήριξε ότι το κοινό είχε ενημερωθεί ότι η συγκεκριμένη εταιρεία θα έμπαινε στο Χ.Α.Κ. και είχε ενδιαφερθεί πριν ακόμη κυκλοφορήσει το ενημερωτικό δελτίο, από την Πληροφοριακή Έκθεση ημερομηνίας 21/06/00 και την ανακοίνωση του Χ.Α.Κ. στις 17/01/
- Δήλωσε κατηγορηματικά ότι την δεδομένη εποχή κανένας από αυτούς που επισκεπτόταν τα γραφεία για να αιτηθεί ή και να απαιτήσει την παραχώρηση μετοχών δεν ασχολείτο με την ημερομηνία που η μετοχή αυτή θα εισαγόταν στο Χ.Α.Κ. ή για να ρωτήσει για τις προοπτικές της εταιρείας. Το τι τους ενδιέφερε ήταν ο αριθμός των μετοχών που θα λάμβαναν για να έχουν το εύκολο κέρδος που ήταν το θέμα της εποχής. Συνεπακόλουθα, ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οι συνεργάτες του είχαν την ανάγκη να προβούν σε οποιαδήποτε παράσταση είτε για την ημερομηνία εισαγωγής των οποιονδήποτε τίτλων στο Χ.Α.Κ. ή για την τιμή διαπραγμάτευσης. Ο ίδιος, δεν είχε δώσει ποτέ διαβεβαίωση στον κ. Λαούρη ή σε οποιοδήποτε άλλο επενδυτή ότι η Εναγόμενη 1 θα εισάγετο στο Χ.Α.Κ. εντός τριών μηνών γιατί δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να το πράξει, αφού ο ίδιος είχε σειρά αιτήσεων και αιτημάτων αλλά και απειλών για να παραχωρηθούν ένα, δύο, τρία, πέντε ακόμη και εκατό εκατομμύρια μετοχές. Κατέληξε, ότι οι τίτλοι της Εναγομένης 1 έχουν ενταχθεί το Χ.Α.Κ. εξού και ακολούθησε το ενημερωτικό δελτίο για εξαγορά των μετοχών της Εναγόμενης 1, διότι δεν μπορείς να εξαγοράσεις μετοχές με τίτλους και να μην είναι εισηγμένοι. Εξήγησε ότι μέτοχοι πέραν του 90% είχαν αποδεχθεί την πρόσκληση για εξαγορά γι΄ αυτό και δόθηκε στην Εναγόμενη 1 το δικαίωμα για αναγκαστική εξαγορά, το οποίο και εξασκήθηκε. Η Ενάγουσα κατά την περίοδο που γινόταν η αναγκαστική εξαγορά, εάν δεν συμφωνούσε θα μπορούσε να προχωρήσει με άλλα νομικά μέτρα για να σταματήσει, να παρακωλύσει τη διαδικασία της υποχρεωτικής εξαγοράς. Η Ενάγουσα όμως αντί αυτού είχε επιλέξει να εισπράξει την επιταγή χωρίς να λάβει οποιοδήποτε μέτρο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εξαντλητικά λεπτομερείς αλλά εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, αναφέρθηκαν σε όλα τα θέματα που απασχόλησαν κατά την ακροαματική διαδικασία, τόσο πραγματικά καθώς και νομικά, για τα οποία καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Η προσπάθεια του κ. Λαούρη, ΜΕ1, να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον ανυποψίαστο που επηρεάστηκε από το τι του λέχθηκε από εκπροσώπους, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, της Εναγόμενης 1 δεν έπεισε το Δικαστήριο αφού ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε στην αντεξέταση «κατατάσσω τον εαυτό μου μεταξύ των ανθρώπων των οποίων γνώριζαν τι έκαμναν.». Ειδικότερα, παρατηρώ τα ακόλουθα: Ισχυρίστηκε γενικά ότι είχε ληφθεί η απόφαση για αγορά των μετοχών από την Ενάγουσα, στηριζόμενη μόνο στις παραστάσεις που έγιναν από αντιπροσώπους της Εναγομένης
- Η θέση του αυτή δεν πείθει, δεδομένου του ότι ο ίδιος σπούδασε οικονομικά και ασχολείτο με χρηματιστηριακές αγοραπωλησίες κατά την ουσιώδη χρονική περίοδο, ενώ παράλληλα ήταν Σύμβουλος Επενδύσεων. Τα προσόντα και η θέση που κατείχε στην Ενάγουσα παρείχαν σε αυτόν τις αναγκαίες γνώσεις τόσο να κρίνει από μόνος του το πρόσφορο της επένδυσης, όσο και να γνωρίζει τους κινδύνους που θα προέκυπταν από τυχόν καθυστέρηση στην εισαγωγή των μετοχών της Εναγόμενης 1 στο Χ.Α.Κ. Η θέση του ότι το 2000 στηρίχθηκε στις παραστάσεις που του έγιναν, ότι οι τίτλοι της Εναγόμενης 1 Εταιρείας θα εισάγονταν στο Χ.Α.Κ. εντός 3 μηνών, έρχεται σε αντίθεση με άλλο μέρος της μαρτυρίας του στο οποίο αποκάλυψε ότι σκοπός ήταν το γρήγορο κέρδος και παράλληλα δέχτηκε ότι, παρά το γεγονός ότι μέχρι και το 2001 οι μετοχές ακόμη δεν είχαν ενταχθεί, η πρώτη φορά που είχαν ζητήσει επιστροφή των χρημάτων τους ήταν κατά την περίοδο που η Εναγόμενη 1 είχε πάρει αναστολή της υποχρέωσης επιστροφής των λεφτών αυτών. Είναι εκτός λογικής κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά τα δεδομένα να αγοράζει μετοχές, την επίδικη περίοδο, με ιδιωτική τοποθέτηση και να πιστεύει, με τη φρενίτιδα που υπήρχε, ότι θα επιτευχθεί η εισαγωγή της εντός 3 μηνών στο Χ.Α.Κ. και ότι με την εισαγωγή της η τιμή θα διαπραγματευόταν στις Λ.Κ.
- Κανένας δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ιδιαίτερα ο κ. Λαούρης που ήταν πολύ καλός γνώστης των πραγμάτων. Η μαρτυρία του κ. Μάη, ΜΕ2, ήταν πιο ρεαλιστική και πιο κοντά στο τι πραγματικά είχε διαμηφθεί. Παρά το γεγονός αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι είχαν πειστεί, τόσο ο ίδιος όσο και ο κ. Λαούρης, από τις διαβεβαιώσεις του κ. Νεοφύτου και του κ. Έλληνα στο να επενδύσουν σε μετοχές της Εναγομένης
- Οι πελάτες της Ενάγουσας είχαν παράπονα σε σχέση με τις μετοχές της ΚΥΚΝΟΣ και έπρεπε να ικανοποιηθούν με άλλες μετοχές με άλλα κέρδη. Τη δεδομένη στιγμή, λόγω της συνεργασίας με την UNITED, οι μετοχές της Εναγόμενης 1 ήταν η ευκαιρία που παρείχετο και δεν χρειάζονταν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις για να πεισθούν. Το κέρδος ήταν το μέλημά τους και όπως παραδέχθηκε θα τις αγόραζαν τις μετοχές εν πάση περιπτώσει. Ο κ. Έλληνας παρά τη στρωτή και μελετημένη μαρτυρία του, κρίνεται πως εμφανώς προσπαθούσε να ερμηνεύσει και παρουσιάσει τα γεγονότα όπως ο ίδιος πίστευε ότι εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της εταιρείας της οποίας είναι μεγαλομέτοχος και εκτελεστικός Πρόεδρος. Μιλούσε με σιγουριά και βεβαιότητα για τις απόψεις του και ήταν απόλυτος στις θέσεις του, με κάποια υπεροψία. Σημειώνεται ότι κατά την αντεξέτασή του, παραδέχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία με την Ενάγουσα για τη διάθεση μετοχών της Εναγόμενης 1 αλλά όχι από την Εναγόμενη 1 αλλά με τη SELLAMICO. Κατά τα λοιπά, όμως, τα πλείστα στοιχεία που παρουσίασε όπως για τις εκδόσεις μετοχικού κεφαλαίου, τις παραχωρήσεις μετοχών, την κατάθεση πληροφοριακής έκθεσης, είναι ορθά και επιβεβαιώνονται από τα κατατεθέντα Τεκμήρια. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης και με δεδομένα τα παραδεκτά γεγονότα, Τεκμήριο 19, αποτελεί εύρημά μου ότι η Εναγόμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία και οι τίτλοι αυτής είναι εισηγμένοι στο Χ.Α.Κ. Το αρχικό της όνομα ήταν Χ.Α. Παπαέλληνας Επενδύσεις Λτδ, στην συνέχεια μετονομάστηκε σε White Knight Investments Ltd, ακολούθως σε White Knight (Holdings) Ltd και σήμερα διεξάγει εργασίες με το όνομα White Knight (Holding) Ltd. Οι μοναδικές εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών στις οποίες προέβηκε η Εναγόμενη Εταιρεία 1, έλαβαν χώρα στις 31/12/99 και 16/06/00 προς τις εταιρείες Theonautica Enreprises Ltd, SELLAMICO Trade Ltd και Sharelink Financial Services Ltd. Σε σχέση με τις μετοχές της Εναγόμενης 1, δεν έγινε πρόσκληση για εγγραφή προς το ευρύ κοινό. Η αίτηση για εισαγωγή της Εναγόμενης 1 έγινε την 21/06/00 και οι τίτλοι της εισήχθησαν στο Χ.Α.Κ.την 13/04/
- Η Ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συνεργαζόταν με την ΑΑΑ United Stockbrokers Ltd, η οποία εταιρεία είναι θυγατρική της Sharelink Financial Services Ltd, η οποία διεξήγαγε χρηματιστηριακές πράξεις τόσο προς όφελος της Ενάγουσας όσο και για πελάτες της Ενάγουσας. Η UNITED μαζί με την Sharelink Securities Ltd, ανέλαβαν ανάδοχοι της έκδοσης και υπεύθυνοι της διάθεσης των μετοχών της Εναγόμενης Eταιρείας
- Προσφέρθησαν στους συνεργάτες του Ομίλου Sharelink πακέτα μετοχών της Εναγομένης 1, μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα στην οποία προσεφέρθη πακέτο 200.000 μετοχών έναντι Λ.Κ.0.50 έκαστη μετοχή. Η Ενάγουσα αποφάσισε να αγοράσει τις μετοχές αυτές, για να ικανοποιήσει τους πελάτες της που ήταν δυσαρεστημένοι με την μη παραχώρηση μετοχών της εταιρείας ΚΥΚΝΟΣ, και έκδωσε την επιταγή Τεκμήριο 4, στις 12/01/00 για ποσό Λ.Κ.100.000, την οποία απέστειλε στα γραφεία της Εναγόμενης 1 στην Λευκωσία και στη συνέχεια συμπλήρωσε το Τεκμήριο 5, το οποίο ήταν η αίτηση συμμετοχής. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε σε λογαριασμό της White Knight Investments Ltd, Εναγομένης 1, στις 27/04/00 και εξαργυρώθηκε. Μεταβιβάστηκαν 200,000 μετοχές στο όνομα της Ενάγουσας, Τεκμήριο 9, στις 27/07/
- Λίγες μέρες μετά την αποστολή της επιταγής με ανακοίνωση της, ημερομηνίας 17/01/00, η SHARELINK FINANCIAL SERVICES LTD, ανακοινώνει ότι εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για τη διάθεση των μετοχών της «Κύκνος Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ» και «White Knight Investments Ltd» είναι οι χρηματιστηριακές εταιρείες ΑΑΑ United Stockbrokers Limited και Sharelink Securities Limited, Τεκμήριο
- Οπόταν, όταν η Ενάγουσα συμπλήρωνε την αίτηση συμμετοχής, Τεκμήριο 5, γνώριζε ποιες εταιρείες θα της διέθεταν μετοχές της Εναγόμενης 1 και οι μετοχές της είχαν παραχωρηθεί από τη SELLAMICO. Η Εναγόμενη 1 δεν κατάφερε να εισάξει τις μετοχές της στο Χ.Α.Κ. και για αυτό λάμβανε, από τις 19/04/01 μέχρι τις 30/09/02, παρατάσεις από το Χ.Α.Κ. σε σχέση με την επιστροφή των χρημάτων που είχαν εισπραχθεί πριν από τις 07/04/00 από επενδυτές. Στις 03/10/01 και στις 04/12/02 με επιστολές της η Ενάγουσα είχε απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων της, ενώ υπήρχε αναστολή, ενώ παράλληλα είχε πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο, στις 07/02/02, 15.000 μετοχές έναντι του ποσού των Λ.Κ.7.
- Μετά την εισαγωγή των μετοχών της Εναγόμενης 1, στις 06/04/06, στο Χ.Α.Κ. η SFS, στις 04/08/08, υπέβαλε δημόσια πρόταση προς όλους τους μετόχους για απόκτηση όλου του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης
- Ακολούθως, με την απόκτηση του 90% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου εξάσκισε το δικαίωμα εξαγοράς που της παρείχε ο Ν.41(Ι)/07και απέστειλε στην Ενάγουσα επιταγή ύψους €64.750, την οποία η Ενάγουσα αποδέχθηκε και εξαργύρωσε χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε διαβήματα αναστολής ή παρεμπόδισης της διαδικασίας εξαγοράς. αποδεχόμενη πλέον τα γεγονότα και παραδίδοντας τις υπόλοιπες μετοχές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Από την Έκθεση Απαιτήσεως καθώς και από την αγόρευση της κας Φιλίππου προκύπτει ότι αυτή στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας Εταιρείας για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.100.000,00 σε τρεις βάσεις, ήτοι στο άρθρο 58Α
(3)(β) του Ν.42
(1)/2000, στο άρθρο 3 του Ν.168
(1)/2002 και στο δίκαιο των Συμβάσεων σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 64 του περί Συμβάσεων Νόμου. Κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω την κάθε βάση αγωγής ξεχωριστά. Απαίτηση με βάση τον Περι Αξιών και Χρηματιστηρίου Κύπρου (Τροποποιητικό) (αρ.4) Νόμο του 2000 Το άρθρο 58Α
(3)(β) το οποίο επικαλείται η Ενάγουσα Εταιρεία αναφέρει τα ακόλουθα: «Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν έκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές». Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι σε περίπτωση που κάποιος κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό σε εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών, δικαιούται, μετά πάροδο 3 μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χ.Α.Κ. ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή αυτού εάν δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί αλλά δεν έχουν ακόμη εισαχθεί στο Χ.Α.Κ. Σε τέτοια περίπτωση, ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε, με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χ.Α.Κ. και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους, εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές. Είναι η εισήγηση της Εναγόμενης 1, στην πολύπτυχη Υπεράσπισή της, ότι πρώτον το συγκεκριμένο άρθρο δεν εφαρμόζεται ή και έχει καταργηθεί από το Ν.9
(1)/01. Επιπρόσθετα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι για να μπορούσε να απαιτήσει η Ενάγουσα το καταβληθέν ποσό, βασιζόμενη στη συγκεκριμένη πρόνοια του Νόμου, θα έπρεπε να αποστείλει επιστολή για επιστροφή του ποσού πριν τις 16/02/01 που είχε καταργηθεί η σχετική διάταξη. Ανάμεσα στους σκοπούς του πιο πάνω Νόμου είναι και η παροχή της δέουσας προστασίας σε επενδυτές και στο κοινό γενικά. Ο Ν.42
(1)/00 τροποποίησε τον αρχικό Νόμο προσθέτοντας σειρά άρθρων, μεταξύ των οποίων και τα άρθρα 58Α 3(β) και 3
(3)επί των οποίων βασίζεται η Ενάγουσα. Σκοπός του πιο πάνω Νόμου ήταν να απαγορεύσει στις εταιρείες να προσφέρουν προς πώληση μετοχές με την προοπτική ή με παραστάσεις εισαγωγής τους στο Χ.Α.Κ. εκτός αν πληρώσουν κάποιες προϋποθέσεις που προνοούνται στο Νόμο. Δεν αμφισβητείται ότι ο συγκεκριμένος Νόμος τροποποιήθηκε στις 16/02/01 από το Ν.9
(1)/01, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε το άρθρο 58Α, με νέο άρθρο. Όμως, ο ρηθείς Ν.9
(1)/01 με ρητή διάταξή του, με το άρθρο 58Γ, διατήρησε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν με τις σχετικές διατάξεις του Τροποποιητικού αρ. 4 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, δηλαδή του Ν.42
(1)/
- Το άρθρο 58(Γ) ρητά προβλέπει ότι: «58Γ. Για δικαιώματα ή υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου εξακολουθούν να εφαρμόζονται και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου οι σχετικές του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) αρ. 4 Νόμου του 2000 ως αυτές να μην είχαν καταργηθεί.» Η Ενάγουσα έχει καταβάλει το αντίτιμο της αξίας των μετοχών στις 12/01/00, πριν τη θέσπιση του Τροποποιητικού Νόμου. Το ότι η επιταγή, Τεκμήριο 4, εξαργυρώθηκε στις 27/04/00 δεν επειρεάζει αφού είχε αποσταλεί τον Ιανουάριο 2000 και φέρει ημερομηνία 12/01/
- Στην απόφαση Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 691 κρίθηκε ότι η συμφωνία αγοράς μετοχών και η καταβολή του αντίτιμου, έλαβεν χώρα πριν τη σχετική έκδοση των μετοχών και την κατάθεση της πληροφοριακής έκθεσης στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Κρίθηκε περαιτέρω ότι ουσιώδης χρόνος δεν είναι η μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του επενδυτή, αλλά η ημερομηνία καταβολής των χρημάτων και αποδοχής τους από την εταιρεία. Προκύπτει από τα γεγονότα ότι ήταν η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε το ποσό τον Ιανούαριο του 2000 και ακολούθως απέστειλε στην Ενάγουσα την αίτηση οπόταν εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ.100,
- Αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα από την επιταγή, Τεκμήριο 4, που αναγράφει ως δικαιούχο την Εναγόμενη
- Έγινε παραδεκτό γεγονός, παρα. 4 του Τεκμηρίου 19, ότι η επιταγή κατατέθηκε στο τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης
- Είναι εξίσου σαφές ότι τα χρήματα τα εισέπραξε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με την αγορά τίτλων και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου δεν έχει σημασία αν η Εναγόμενη 1 τα εισέπραξε για λογαριασμό της ίδιας ή για λογαριασμό άλλης εταιρείας. Αυτό απαντά και το σημείο που εγείρει η Εναγόμενη 1 ότι δήθεν έλαβε τα χρήματα για λογαριασμό της συνδεδεμένης με αυτήν εταιρείας SELLAMICO Trade Limited. Αυτό είναι θέμα που θα συζητηθεί και πιο κάτω. Για σκοπούς επίκλησης του άρθρου 3
(3)του Νόμου δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη οποιωνδήποτε παραστάσεων προς τον ενδιαφερόμενο αγοραστή, αλλά αρκεί η μη εισαγωγή των τίτλων στο Χ.Α.Κ. εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριών μηνών. Όπως λέχθηκε στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Βαρνάβας Τρύφωνος ν. Investylia Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 875, το δικαίωμα του εφεσείοντα για επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε μπορεί να κριθεί στη βάση της αγοράς μετοχών, είτε με προοπτική την εισαγωγή της εταιρείας στο Χ.Α.Κ., είτε άλλως πως. Η καταβολή του ποσού αυτού γενόμενη πριν τις 07/04/00, εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου αυτού και η επιστροφή του ρυθμίζεται από το άρθρο3
(3)του Ν. 42
(1)/
- Η επιστολή για απαίτηση επιστροφής του ποσού είχε σταλεί στις 30/10/01, Τεκμήριο
- Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 επέλεξε για σκοπούς δικούς της και για απόκτηση χρημάτων να διοχετεύσει όλο το μετοχικό κεφάλαιο στις τρεις προαναφερθείσες εταιρείες και στη συνέχεια εκείνες να μεταβιβάσουν μετοχές στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αντί να το κάνει απευθείας η ίδια, αυτό δεν τη βοηθά να ξεφύγει απ' το σκοπό του Νόμου που ήταν η προστασία του επενδυτή. Αποτελούσε ένα εύσχημο και έξυπνο τρόπο αποποίησης ευθυνών και υποχρεώσεων. Αν η Ενάγουσα απέκτησε τις μετοχές κατόπιν μεταβίβασης από υφιστάμενο μέτοχο αυτό είναι, για τους σκοπούς της νομοθετικής πρόνοιας που εξετάζεται, εντελώς άσχετο. Ο Νόμος κάνει αναφορά σε εταιρεία που εισέπραξε. Και στην υπο κρίση περίπτωση, η εταιρεία που εισέπραξε ήταν η Εναγόμενη
- Το τι έκανε με τα χρήματα, αν δηλαδή τα χρωστούσε αλλού ή τα έλαβε για λογαριασμό άλλου ουδόλως ενδιαφέρει το Νόμο. Σημασία έχει ότι τα εισέπραξε τον Ιανουάριο του
- Διαφορετική προσέγγιση θα επέτρεπε την καταστρατήγηση του Νόμου. Εφόσον η Εναγόμενη 1 υπέβαλε την αίτηση της για εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. την 21/06/2000, παραδεκτό γεγονός 9, αυτό, σύμφωνα με την ερμηνεία που δόθηκε στη νομοθετική διάταξη που διέπει το ζήτημα στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 704 σημαίνει ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δημιουργήθηκε την 21/06/2000 και έτσι η Ενάγουσα δικαιούται σε επιστροφή των χρημάτων της άσχετα από τον χρόνο που στάλθηκαν οι επιστολές της, με τις οποίες αξίωνε την επιστροφή των χρημάτων της. Το πρόβλημα όμως που εντοπίζεται είναι ότι το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει παράλληλα και για την επιστροφή των αγορασθείσων μετοχών. Στην υπο κρίση περίπτωση η Ενάγουσα Εταιρεία δεν κατέχει τους «σχετικούς τίτλους» για να τους επιστρέψει, αφού έχει πωλήσει μέρος τους ενώ τους υπόλοιπους τους έχει παραδώσει στην SFS κατά τη διαδικασία του «squeeze out». Με την αποδοχή της επιταγής και την επιστροφή των μετοχών στη SFS η υποχρέωση της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας, δυνάμει του άρθρου 58Α
(3)(β), έπαψε να υφίσταται. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Aspis Holdings Plc v. Ρολάνδου Αθηνοδώρου
(2009)1 ΑΑΔ 45, όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Στις 20.10.2000 ο Εφεσίβλητος συμπληρώνοντας το σχετικό έντυπο, το οποίο απευθύνεται τόσο προς την Marketventures όσο και προς τους Εφεσείοντες, συγκατατέθηκε όπως το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εξαγοραστεί από τη δεύτερη και όπως ο ίδιος ανταλλάξει τις μετοχές του στην Marketventures με μετοχές της Marketrends με αναλογία 2 μετοχών της Marketventures προς 1 μετοχή της Marketrends. Κατά την άποψή μας, η αποδοχή από τον Εφεσίβλητο της πρότασης ανταλλαγής των μετοχών, τερματίζει τη σχέση του και τα όποια δικαιώματα είχε έναντι της Marketventures και συνάπτει νέα συμβατική σχέση με την Marketrends, με αντάλλαγμα τις μετοχές του στην πρώτη. Ως αποτέλεσμα, η αποστολή από τον ίδιο της επιστολής ημερ. 31.10.2000 προς την Marketventures από την οποία ζητείτο η επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε για την αγορά μετοχών, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε νομική σημασία, εφόσον η συμβατική σχέση του ήταν πλέον με την Marketrends. Επομένως, ο λόγος έφεσης 9 δεν ευσταθεί στο βαθμό που αφορά την Marketventures και την προβλεπόμενη ημερομηνία εισαγωγής των μετοχών της στο ΧΑΚ». Συνεπακόλουθα ακριβώς λόγω της αποξένωσης των μετοχών της Εναγόμενης 1 η συγκεκριμένη θεραπεία δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα. Αντισυνταγματικότητα Προβάλλεται στην Υπεράσπιση η θέση ότι η σχετική νομοθεσία παραβιάζει τα Άρθρα 23 και 25 του Συντάγματος. Κατά την αγόρευση του κ. Πετρίδη, η προταθείσα αντισυνταγματικότητα επικεντρώθηκε και εντοπίσθηκε στο Άρθρο 25 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ελεύθερη άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, εμπορίου ή επικερδούς εργασίας. Ο κ. Πετρίδης προβαίνει σε εκτεταμένη ανάλυση της νομολογίας και παραπομπή σε ελληνικά συγγράμματα και τονίζει, μεταξύ άλλων, ιδιαίτερα την απόφαση Lapertas Fisheries v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 7279 ημερ. 09/07/02 με την υπόδειξη ότι υιοθετήθηκε η προσέγγιση της Ελληνικής Νομολογίας πάνω στο ότι συνιστά παραβίαση του δικαιώματος άσκησης επικερδούς εργασίας. Παραλληλίζεται αυτό το δικαίωμα με το δικαίωμα οικονομικής ελευθερίας που κατοχυρώνεται από το Ελληνικό Σύνταγμα. Ήταν η θέση του ότι το Δικαστήριο στην Lapertas, ανωτέρω, επεσήμανε ότι σε περίπτωση καταδολίευσης επενδυτών ή ακόμη σε περίπτωση που εξασφαλίστηκαν από την εταιρεία τα χρήματα του επενδυτή με ψευδείς παραστάσεις, υπάρχουν θεραπείες στην Κυπριακή έννομη τάξη που μπορούν να προστατεύσουν τους επενδυτές χωρίς να επιβάλλεται η ποινικοποίηση της παράλειψης υποβολής αίτησης για εισδοχή στο Χ.Α.Κ. Εισηγήθηκε ότι η υιοθέτηση του μέτρου αυτού, ευνοεί επιλεκτικά μερίδα επενδυτών ενώ πλήττει τα συμφέροντα των λοιπών που δεν αξίωσαν επιστροφή των χρημάτων τους και των αθώων τρίτων, οι οποίοι συνήψαν εμπορικές σχέσεις με την Εναγόμενη 1. Στην Lapertas (ανωτέρω) στην οποία παρέπεμψε ο κ. Πετρίδης, το Εφετείο εξέτασε τη συνταγματικότητα του άρθρου 3
(1)και
(2)του Ν. 42
(1)/00 σε σχέση με το Άρθρο 25 του Συντάγματος, το οποίο επέβαλλε στην εταιρεία υποχρέωση υποβολής δεόντως στοιχειοθετημένης και τεκμηριωμένης αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο Χρηματιστήριο εντός 2 μηνών ή σε άλλη ημερομηνία, όχι όμως αργότερα των οκτώ
(8)μηνών από την ημερομηνία έναρξης του Νόμου, για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χ.Α.Κ. τη συγκεκριμένη περίπτωση η απόφαση Lapertas (ανωτέρω) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Αυτό που εδώ ζητά η Ενάγουσα δεν είναι να επέμβει στον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων της εταιρείας αλλά επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε στην Εναγόμενη 1 για την αγορά των μετοχών, με την προοπτική ότι αυτές θα εισάγοντο στο Χ.Α.Κ, δικαίωμα το οποίο έχει έμμεσα, αν όχι άμεσα, αναγνωρισθεί από το Εφετείο στην ίδια υπόθεση Lapertas. Στη σελίδα 18 της απόφασης αναγράφονται τα πιο κάτω: «Οι παραπονούμενοι επενδυτές έχουν συμβληθεί ελεύθερα και οικειοθελώς με τους Εφεσείοντες. Η Κυπριακή έννομη τάξη περιέχει πρόνοιες προστατευτικές των δικαιωμάτων των επενδυτών. Για την τυχόν παραβίαση των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από τη σχέση που έχουν δημιουργήσει με τους Εφεσείοντες, μπορούν να προστρέξουν στις θεραπείες που προσφέρονται από το Αστικό Δίκαιο.» Δίδεται σαφής και ξεκάθαρη απάντηση περί των πραγματευομένων θεμάτων στις αποφάσεις Investylia ν. Σωτήρη Ταπούρη
(2006)1 ΑΑΔ 1325 και Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1683, όπου η δεύτερη υιοθετήθηκε από την πρώτη, κρίνοντας συνταγματικές τις πρόνοιες του άρθρου 58Α 3(β) και 3
(3)του Ν. 42
(1)/00. Λέχθηκε στη σελίδα 7 της Investylia: «Το θέμα που μας απασχόλησε στην παρούσα έφεση καλύπτεται πλήρως από την απόφαση του εφετείου στην Πολιτική Έφεση 11192 Ηarvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου, ημερ. 26.11.2003, όπου συζητήθηκαν σε έκταση οι πρόνοιες του άρθρου 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000, που στην ουσία είναι πανομοιότυπες με το επίμαχο άρθρο 58(Α) 3(β). Το Δικαστήριο έκρινε στην πιο πάνω υπόθεση ότι οι πρόνοιες του σχετικού άρθρου είναι συνταγματικές. Το ίδιο, φρονούμε πως ισχύει και για τις πρόνοιες του άρθρου 58(Α) 3(β). Να παραθέσουμε πιο κάτω ορισμένα κρίσιμα αποσπάσματα από την πιο πάνω απόφαση. Κρίνουμε πως και στην παρούσα περίπτωση, το τι έχει γίνει με την επίδικη νομοθεσία είναι η ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ συμβαλλομένων αποκλείοντας έτσι εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 23 (του Συντάγματος). Έστω και αν εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να λεχθεί, αν είχε εφαρμογή το άρθρο αυτό, ότι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(3)τέθηκαν για προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, όπως επιτρέπεται από την παράγραφο 3 του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος.». Βέβαια εκεί κρινόταν η συνταγματικότητα των ρηθέντων άρθρων με αναφορά στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το όλο όμως πνεύμα και γλώσσα των αποφάσεων αυτών οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι τα ρηθέντα άρθρα δεν προσκρούουν σε συνταγματική διάταξη. Άξιον αναφοράς, που δίνει άμεση απάντηση στο θέμα αντισυνταγματικότητας σε σχέση με τα Άρθρα 25 και 28 του Συντάγματος, είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Chimonides v. Manglis
(1967)1 CLR 125, το οποίο υιοθετήθηκε στις Investylia και Ταμάσιος: «Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει λεχθεί και στη Chimonides (πιο πάνω), είναι επιτρεπτές νομοθετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις που σκοπό έχουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και την προστασία του κοινού και των πολιτών. Το ίδιο το άρθρο προνοεί για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ, κάτι που κατά την άποψή μας θα είχε απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωσή μας, όπου και ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας στην ενώπιόν μας προφορική αγόρευσή του αναφέρθηκε εκτενώς στα προβλήματα και τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν με την εισδοχή εταιρειών στο ΧΑΚ κατά την ουσιώδη περίοδο. Εν πάση όμως περιπτώσει, στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Home Building and Loan Association v. John H. Blaisdell
(1933)90 U.S. 398, στη σελ. 434 λέχθηκε, σε μετάφραση: «Η Πολιτεία επίσης εξακολουθεί να έχει εξουσία να διασφαλίζει τα ζωτικά συμφέροντα του λαού της. Δεν έχει σημασία αν νομοθεσία κατάλληλη που εξυπηρετεί το σκοπό αυτό έχει το αποτέλεσμα τροποποίησης ή κατάργησης συμβάσεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ, Stephanides v. Binford, 287 U.S. 251, 276» Τούτου δοθέντος αλλά και όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, κρίνεται ότι ο Νόμος δεν παραβιάζει τις αναφερθείσες Συνταγματικές Διατάξεις. Ούτε προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεδομένης της ανάγκης και των λόγων για τους οποίους αυτός ψηφίσθηκε. Με βάση τα πιο πάνω, οι λόγοι που έχουν προβληθεί και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 58(Α)
(3)(β) και 3
(3)στην έκταση που αφορούν τα Άρθρα 23, 25 και 28 του Συντάγματος, έχουν ήδη απαντηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις προαναφερθείσες υποθέσεις και επομένως, εφόσον, η επιχειρηματολογία που έχει αναπτυχθεί δεν διαφοροποιεί στο παραμικρό τα όσα έχουν ήδη εξετασθεί και κριθεί εκεί, απορρίπτονται. Απαίτηση με βάση των περί Συμβάσεων Νόμο Προχωρώ τώρα στην εξέταση της εισήγησης της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Ενάγουσα Εταιρεία, ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 18 του περί Συμβάσεων Νόμου λόγω του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία 1 είχε προβεί σε ψευδείς παραστάσεις προς την Ενάγουσα, οι οποίες είχαν γίνει και από τον διευθύνων σύμβουλο της Εναγόμενης 1, κ. Έλληνα καθώς και άλλους αξιωματούχους της SFS και της United. Το βασικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης είναι η θετική βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και ως αποτέλεσμα της οποίας το αθώο μέρος συνομολογεί σύμβαση με το μέρος που προέβη στην αναληθή παράσταση (βλ. σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Π. Πολυβίου, Τόμος Α, σελ. 333 και 334). Ως ψευδείς παραστάσεις ενός των συμβαλλομένων, οι οποίες δύνανται να οδηγήσουν στην εξ' υπαρχής ακύρωση συμφωνίας, νοούνται οι αναληθείς δηλώσεις τις οποίες αυτός απηύθυνε προς τον αντισυμβαλλόμενό του, διαρκούσης της διαμόρφωσης της συμφωνίας, και οι οποίες αφορούν σε ορισμένο γεγονός ή ορισμένη πρόθεσή του (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, τόμος 31, παρα.767). Αρκεί οι δηλώσεις αυτές να είναι αναληθείς και να έγιναν διαρκούσης της διαμόρφωσης της συμφωνίας. Δεν απαιτείται αυτές να είναι εσκεμμένως αναληθείς και ούτε απαιτείται αυτές να υπήρξαν το μόνον κίνητρο για τη σύναψη της συμφωνίας. Είναι σημαντικό η ψευδής παράσταση να ενήργησε στο μυαλό του ατόμου στο οποίο απευθυνόταν. Επομένως, ένας ενάγοντας δεν δικαιούται σε θεραπεία εάν θα προχωρούσε στη σύναψη της συμφωνίας ακόμη και αν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα. Σχετική είναι και η υπόθεση Industrial Properties Ltd v. Associated Electrical Industries Ltd [1977] QB
- Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πως η ψευδής παράσταση ήταν η μοναδική αιτία που ώθησε τον ενάγοντα στη σύναψη της συμφωνίας. Αρκεί να αποδειχθεί πως ήταν μία από τις αιτίες που τον ώθησε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμωνα με τη μαρτυρία του κ. Μάη, ΜΕ2, η Ενάγουσα θα προχωρούσε στην αγορά των μετοχών της Εναγόμενης 1 ακόμα και αν δεν συνομιλούσαν ο ίδιος και ο κ. Λαουρής με τον κ. Έλληνα τον Ιανουάριο του
- Δεν πρέπει να λησμονείται ότι υπήρχαν και τα παράπονα των πελατών της Ενάγουσας σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας ΚΥΚΝΟΣ οπόταν οι συγκεκριμένοι πελάτες θα έπρεπε να ικανοποιηθούν. Το ότι υπήρχε συμφωνία έγινε αποδεκτό και από τον κ. Έλληνα κατά την αντεξέτασή του. Το ερώτημα είναι αν η συγκεκριμένη συμφωνία είχε συναφθεί κατόπιν ψευδούς παράστασης οπόταν και είναι ακυρώσιμη. Οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις καταγράφηκαν στις παραγράφους 6 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Οπως έχει επεξηγηθεί από τη νομολογία υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιηθούν ώστε το αθώο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεων. Πρώτον, η παράσταση θα πρέπει να ήταν ουσιώδης (material), υπό την έννοια ότι είναι ο τύπος της παράστασης που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση του κατά πόσο να προβεί στην επίδικη σύμβαση. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συναίνεση του αθώου συμβαλλομένου παρασχέθηκε συνεπεία και ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Θα πρέπει, δηλαδή, το αθώο μέρος να αποδείξει ότι βασίστηκε στην παράσταση του άλλου συμβαλλομένου και ότι ήταν σαν αποτέλεσμα αυτής της παράστασης που συνομολόγησε την επίδικη σύμβαση. Τρίτον, έστω και αν η συναίνεση του αθώου μέρους παρασχέθηκε ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης, το μέρος του οποίου η συναίνεση προκλήθηκε με τον τρόπο αυτό δεν θα αποκτήσει τα συνήθη δικαιώματα που απορρέουν από ψευδή παράσταση, αν το αθώο μέρος «ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια». Σε περίπτωση που οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται και το αθώο μέρος προέβηκε σε σύναψη σύμβασης ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης του άλλου συμβαλλομένου, τότε η συμφωνία που προέκυψε είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε ή καλύτερα αποσπάστηκε με τον τρόπο αυτό. Όπως αναφέρθηκε από τους μάρτυρες της Ενάγουσας και οι δυο ήταν έμπειροι στα χρηματοοικονομικά. Η Ενάγουσα ήταν εταιρεία που ασχολείτο με χρηματιστηριακές αγοραπωλησίες κατά τον επίδικο χρόνο. Συνεπακόλουθα, γνώριζε την περριρέουσα ατμόσφαιρα σε σχέση με μετοχές που αποκτούνταν με ιδιωτική τοποθέτηση και δεν χρειαζόταν οποιονδήποτε άλλο να τη συμβουλέψει. Αμέσως μετά την αποστολή της επιταγής προς την Εναγόμενη 1 ακολούθησε η ανακοίνωση ημερομηνίας 17/01/00 της εταιρείας SHARELINK με την οποία η Ενάγουσα ενημερώθηκε ως προς το ποιος θα της πουλούσε τις μετοχές. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι η αναφορά ότι θα εισάγετο ο τίτλος της Εναγόμενης εταιρείας 1 στο Χ.Α.Κ. εντός 3 μηνών ήταν μια παράσταση η οποία είχε οδηγήσει στη σύναψη της συμφωνίας αγοράς των συγκεκριμένων μετοχών. Η μαρτυρία της Ενάγουσας καταδείκνυει το αντίθετο. Οι μετοχές θα αγοράζονταν ούτως ή άλλως. Οπόταν ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να πετύχει. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός όμως είναι καταδικασμένος σε αποτυχία και για άλλους λόγους. Πρώτο, οι κατ' ισχυρισμό παραστάσεις δεν έγιναν από την Εναγόμενη 1 αλλά από υπαλλήλους της UNITED και δεύτερον, η Ενάγουσα αντί να ακυρώσει τη συμφωνία η οποίς είχε επιτευχθεί δυνάμει ψευδών παραστάσεων, προχώρησε και πώλησε τις μετοχές ενεργώντας επί της σύμβασης. Επαναλαμβάνω αυτό που λέχθηκε και πιο πάνω, ότι η Ενάγουσα ουδέποτε είχε στην ουσία συμβατική σχέση με την UNITED, αφού τις μετοχές τις αγόρασε από υφιστάμενο μέτοχο. Αδυνατώ, συνεπώς, να αντιληφθώ που εδράζεται η εισήγηση αυτή ότι η Εναγόμενη 1 είχε προβεί σε κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις. Η UNITED δεν είναι εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση. Η δε κατάληξη ότι δεν υπήρχε ποτέ συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και της UNITED, από την οποία είχαν προέλθει οι συγκεκριμένες θέσεις, καθιστά άνευ αντικειμένου και το κατά πόσο έγιναν ή όχι παραστάσεις ή συμφωνία ουσιωδών ορών, προς την Ενάγουσα από τους κ.κ. Έλληνα και Νεοφύτου. Εν πάση περιπτώσει, από την αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, δεν έχει γίνει δεκτό ότι έγιναν τέτοιες παραστάσεις, καθώς και ότι αυτές επηρέασαν την Ενάγουσα, δεδομένου ειδικά η ίδια η εταιρεία ασχολείτο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, με την πώληση και αγορά μετοχών. Καταλήγω λοιπόν ότι από όποια νομική σκοπιά και αν εξεταστεί η απαίτηση της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί αφού λόγω της ιδιότητάς της θα μπορούσε να ανακαλύψει γεγονότα και δεδομένα που αφορούσαν την Εναγόμενη
- Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπακόλουθα, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί τόσο εναντίον της Εναγόμενης 1 καθώς σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, με έξοδα υπερ των Εναγομένων 1 και 2, των οποίων η Υπεράσπιση ήταν κοινή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο