HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. LOUCAS PANAYIOTOU ESTATES LTD κ.α., Αγωγή Αρ. 6277/2012, 9/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A453 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6277/2012 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων -και-
- LOUCAS PANAYIOTOU ESTATES LTD
- XXXXX ΒΟΥΡΚΩΤΗ ΜΙΧΑΗΛ
- XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 24/2/2020 για περαιτέρω Αποκάλυψη Ημερομηνία:9 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Ενάγοντες: κα Α. Σολουκίδου για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: Π. Βορκάς για ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΟΡΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές/Ενάγοντες επιδιώκουν τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Διαταγή του Δικαστηρίου επιτρέπουσα στους Ενάγοντες να προβούν σε περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων εντός 7 ημερών από της διαταγής του Δικαστηρίου ή καθ΄ οιονδήποτε άλλον χρόνο το Δικαστήριο ήθελε ορίσει, ΚΑΙ/Η (Β) Οποιανδήποτε άλλην διαταγή που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δικαίαν και εύλογον υπό τας περιστάσεις, ΚΑΙ (Γ) ΄Εξοδα της Αιτήσεως. Νομική Βάση Η Αίτηση αυτή βασίζεται επίτου Διαδικαστικού Κανονισμού της Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θ.θ.1, 2, 3, 4 και 6 και Δ.48, θ.θ.1-4, 7- 9, επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου. Ένορκη Δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Καλλή, υπαλλήλου των Εναγόντων, στην οποία αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: o Στις 16/10/2014 ο ομνύων προέβη, κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, σε Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση αποκαλύφθηκαν ορισμένα έγγραφα και περαιτέρω επιφυλάχθηκε το δικαίωμα του να κατατεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία οποιοδήποτε άλλο έγγραφο βρεθεί στην κατοχή του σε μεταγενέστερο στάδιο. o Κατά τη μελέτη της υπόθεσης με σκοπό την ετοιμασία της για την ακροαματική διαδικασία στις 27/2/2020, περιήλθε σε γνώση του Δικηγόρου των Εναγόντων ότι εκ παραδρομής και εξ αβλεψίας στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 16/10/14 δεν αναφέρθηκαν ως έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή της η πλευρά των Εναγόντων, οι δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο για μεταβολή του βασικού επιτοκίου, η σχετική ιστοσελίδα των Εναγόντων με τις δημοσιεύσεις για τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου, η επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 21/12/2017 με θέμα Αποφάσεις Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής, οι Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκης με αριθμούς Υ12296/07 και Υ4749/
- o Η παρουσίαση των εν λόγω εγγράφων είναι απαραίτητη και αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Εκφράζεται δε στο τέλος η άποψη του ομνύοντα ότι δεν υπέδειξε αμέλεια ή αδιαφορία ως προς την παρουσίαση και αποκάλυψη του εν λόγω εγγράφου και παράλληλα διατυπώνει τη θέση ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, Δ.30Δ.39 και Δ.48, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ετροποιήθη Άρθρο 30, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η οποία κυρώθηκε εντός της Κυπριακής έννομης τάξης με το Νόμο 39/1962, Άρθρα 6 και 13, την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Oscar Shipping PTE v. Του Φορτίου επί του Πλοίου Asphodel (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798 καθώς και στην γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή της συναφούς πάγιας νομολογίας ούτως ώστε να επιτραπεί στους Αιτητές η καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή περαιτέρω ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Καλλή ημερ. 16/10/
- Οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν επαρκείς και ικανοποιητικούς λόγους στην Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση για τη μη προγενέστερη αποκάλυψη των επιδιωκόμενων προς αποκάλυψη εγγράφων. Η νομική βάση της υπό κρίση Αιτήσεως είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής με αποτέλεσμα το αιτούμενο Διάταγμα να μην δύναται να εκδοθεί. Ενόψει τούτου, η εν λόγω Αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, αστήρικτη και υποκείμενη σε απόρριψη. Η Αίτηση είναι απαράδεκτη, αναιτιολόγητη, ατεκμηρίωτη και καταχρηστική. Περαιτέρω δε η Αίτηση κρίνεται νομικά και ουσιαστικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την εκ πρώτης όψεως σχετικότητα των προτεινόμενων προς αποκάλυψη εγγράφων και/ή απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος της απόδειξης αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως σχετικότητα των τελευταίων. Εν όλω και/ή τα πλείστα έγγραφα τα οποία επιζητούν να αποκαλύψουν οι Αιτητές διά της υπό κρίση Αιτήσεως ευρίσκονταν στην κατοχή τους προγενέστερα της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων του XXXXX Καλλή ημερ. 16/10/
- Η κατ' ισχυρισμόν αιτιολόγηση της καθυστέρησης από τους Αιτητές στην αποκάλυψη των προτεινόμενων εγγράφων επί τη βάσει αβλεψίας και/ή εκ παραδρομής των δικηγόρων αυτών, αντιβαίνει της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι Αιτητές προβαίνουν στην παρούσα Αίτηση σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή καταστρατηγώντας θεμελιώδη και συνταγματικά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και/ή την ισότητα των όπλων και/ή τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Οι Αιτητές διά της υπό κρίση Αιτήσεως επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα τα οποία έχουν ήδη αποκαλυφθεί από την πλευρά τους και/ή έγγραφα ταυτόσημα με αυτά που έχουν ήδη αποκαλυφθεί με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Παναγιώτου στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ð Τα έγγραφα που προβάλλονται στο Παράρτημα της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εγγράφων του XXXXX Καλλή και συγκεκριμένα τα έγγραφα υπ' αριθμόν 3 έως 5, φέρουν ημερομηνίες πολύ προγενέστερες της καταχώρησης της Αγωγής. Η βάση αιτιολόγησης της καθυστέρησης από τους Αιτητές στην αποκάλυψη των προτεινόμενων εγγράφων επί τη βάσει αβλεψίας και/ή εκ παραδρομής των δικηγόρων αυτών, αντιβαίνει της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν είναι επιτρεπτή στο παρόν στάδιο. ð Σε σχέση με μέρος των Εγγράφων 1 και 2 τα οποία τοποθετούνται χρονικά προγενέστερα της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων του XXXXX Καλλή ημερ. 16/10/2014, είναι η θέση της πλευράς των Εναγομένων ότι υιοθετείται η ίδια προσέγγιση ως ανωτέρω. Περαιτέρω, στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει ο ομνύοντας, για όλα τα προτεινόμενα έγγραφα δεν έχει αποδειχθεί από την πλευρά των Αιτητών η εκ πρώτης όψεως σχετικότητα των προτεινόμενων προς αποκάλυψη εγγράφων και, κατά συνέπεια, απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος της απόδειξης αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως σχετικότητα των τελευταίων. ð Επιπρόσθετα, οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν επαρκείς και ικανοποιητικούς λόγους στην Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση για τη μη προγενέστερη αποκάλυψη των επιδιωκόμενων προς αποκάλυψη εγγράφων και εν πάση περιπτώσει θέτουν την πλευρά μας σε μειονεκτική θέση, αντιβαίνοντας της αρχής της ισότητας των όπλων και μάλιστα σε τόσο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Η νομική βάση της υπό κρίση αιτήσεως είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής με αποτέλεσμα το αιτούμενο Διάταγμα να μην δύναται να εκδοθεί. Νομική Πτυχή - Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αποκάλυψης εγγράφων έχουν αποκρυσταλλωθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.[1] Η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία[2]. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4ηέκδοση, Τόμος 13, παράγραφο 1 σελίδα 2, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The function of the discovery of documents is to provide the parties with the relevant documentary material before the trial so as to assist them in appraising the strength or weakness of their respective cases, and thus to provide the basis for the fair disposal of the proceedings before or at the trial. Each party is thereby enabled to use before the trial or to adduce in evidence at the trial relevant documentary material to support or rebut the case made by or against him, to eliminate surprise at or before the trial relating to documentary evidence and to reduce the costs of the litigation." Η γενικότητα καθώς και το συνεχές της υποχρέωσης αποκάλυψης έχει ξεκάθαρα τονισθεί στην υπόθεση Oscar Shipping PTE Ltd v. Του φορτίου επί του πλοίου Asphodel (Αρ. 2)
(2012)1 Α.Α.Δ. 2771 όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408)». Στην πιο πάνω υπόθεση δεν επετράπη η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης ένεκα του ότι σχετική αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων έγινε μετά την έναρξη της ακρόασης επί της ουσίας της υπόθεσης και προτού κλείσει η υπόθεση των Εναγόντων και, επομένως ,σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και επειδή τα προς αποκάλυψη έγγραφα αφορούσαν προσπάθειες για μείωση της ζημιάς η οποία δεν δικογραφείτο ενώ προηγούμενο αίτημα για τροποποίηση είχε απορριφθεί. Η συνεχής υποχρέωση ενός διαδίκου να αποκαλύπτει τα έγγραφα ούτως ώστε να μην παραπλανείται ο αντίδικος του έχει και πιο πρόσφατα τονισθεί στην υπόθεση Marcegaglia SPA v. Του Πλοίου Vysokagorsk ECLI:CY:AD:2016:D264, Αγωγή Ναυτοδικείου 31/2013, ημερ. 31/5/2016 από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τ. Οικονόμου ο οποίος παρέπεμψε σε αποσπάσματα από τις υποθέσεις Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab&El 215 [1886-90] AllERRep 449 (HL) Vernon v. Bosley (No.2) [1997] 1 AllER 613 καθώς και από το Σύγγραμμα Supreme Court Practice1987. Στην υπόθεση Mitchell (ανωτέρω)είχε αναφερθεί ότι, αν μετά την αρχική αποκάλυψη κάποιος διάδικος ανακαλύψει έγγραφο το οποίο ο αντίδικος του έχει δικαίωμα να επιθεωρήσει αλλά δεν είχε αρχικά αποκαλυφθεί είτε λόγω του ότι είχε ξεχαστεί, είτε είχε παραβλεφθεί ή είχε υποτεθεί ότι δεν υφίστατο, τότε είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει τον αντίδικο του είτε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με ειδοποίηση και δεν έχει το δικαίωμα να αποκρύψει τη γνώση για το έγγραφο που ανακάλυψε αργότερα. Η σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση έχει ως ακολούθως: "Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not tο exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Aναφορά στην υπόθεση Mitchell (ανωτέρω)γίνεται και στοHalsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol.12, para 43, σελ. 30, στο οποίο, επίσης, παρέπεμψε ο Δικαστής Οικονόμου στην πιο πάνω Απόφαση στο ακόλουθο απόσπασμα: "Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice." Σε ό,τι αφορά την παραπομπή στο Σύγγραμμα Supreme Court Practice 1987εκεί αναφέρεται ότι η αρχική αποκάλυψη δεν συνιστά και το τέλος της υποχρέωσης ενός διαδίκου για αποκάλυψη και ότι η υποχρέωση αποκάλυψης απαιτεί την αποκάλυψη όλων των σχετικών εγγράφων όποτε αυτά περιέλθουν στην κατοχή ενός διαδίκου. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση Marcegaglia SPA(ανωτέρω), η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποκαλύπτει έγγραφα είναι συνεχής την οποία οφείλει να ασκεί χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή ακόμη και με ειδοποίηση προς τον αντίδικο χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Όπως μάλιστα υπογραμμίστηκε, δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωση του[3].Μάλιστα έγινε διάκριση μεταξύ του ζητήματος της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που, όπως υπογραμμίστηκε, διέπεται από τη Δ.28, θ.
- Επιπλέον επισημάνθηκε ότι η Δ.28, θ.11 δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον Αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική του ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο Αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθεί[4]. Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και ειδικότερα την υποχρέωση συνεχούς αποκάλυψης και αποφυγής οποιασδήποτε παραπλάνησης στον αντίδικο θεωρώ πως είναι ορθή, κατά την κρίση μου, η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για τους Αιτητές ότι με δεδομένο ότι κάποια έγγραφα δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση τους οι Ενάγοντες έχουν υποχρέωση να προβούν σε αποκάλυψη των εν λόγω εγγράφων. Η πλευρά των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση ήγειρε και το θέμα της σχετικότητας των προτεινόμενων προς αποκάλυψη εγγράφων. Η πλευρά των Αιτητών ισχυρίζεται ότι αυτά είναι σχετικά ενώ η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζεται το αντίθετο. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι το Διάταγμα αποκάλυψης το οποίο είχε εκδοθεί ημερ. 27/5/2014 ήταν γενικό και όχι ειδικό εφόσον μέσω αυτού διατάχθηκαν τόσο οι Ενάγοντες όσο και οι Εναγόμενοι όπως αποκαλύψουν όλα τα έγγραφα τα οποία ευρίσκονταν στην κατοχή τους. Δεν επιζητήθηκε, από μέρους των Εναγομένων, η αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων. Αν και δεν διαπιστώνω ότι τα έγγραφα τα οποία περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να μην είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα, όπως αυτά αποκαλύπτονται από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, δεν θεωρώ, εν πάση περιπτώσει ότι αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο για να κριθεί η σχετικότητα των εγγράφων. Υπενθυμίζεται ότι η σχετικότητα των εν λόγω εγγράφων θα κριθεί κατά το στάδιο που οι Αιτητές/Ενάγοντες θα επιχειρήσουν να τα παρουσιάσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία έχουν ήδη αποκαλυφθεί μέσω της ένορκης δήλωσης Καλλή ημερ.16/
- Προβλήθηκαν από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση ως κύριοι λόγοι Ένστασης ότι υπήρξε καθυστέρηση εφόσον δεν προηγήθηκε νωρίτερα στη διαδικασία οποιοδήποτε διάβημα για την επιπρόσθετη αποκάλυψη καθώς και ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την μη συμπερίληψη των εγγράφων στην αρχική αποκάλυψη. Παρά το γεγονός ότι στη σχετική με το θέμα νομολογία δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά περί της αναγκαιότητας παροχής επαρκούς δικαιολογίας για την μη συμπερίληψη στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των σχετικών εγγράφων, τέτοια αναφορά ίσως να κρίνετο αναγκαία σε περιπτώσεις όπου τέτοιο διάβημα θα επηρέαζε την προώθηση της υπόθεσης ή θα προκαλούσε οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στον αντίδικο. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν παραβλέπω ότι η υπό κρίση Αίτηση υπεβλήθη 6 χρόνια μετά που είχε προηγηθεί η αρχική αποκάλυψη με την ένορκη δήλωση ημερ. 16/10/
- Προβλήθηκε, ωστόσο, ως εξήγηση και ή δικαιολογία ότι εκ παραδρομής και εξ αβλεψίας, δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική αποκάλυψη τα σχετικά έγγραφα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποκαλυφθεί και δεν υπήρξε οποιαδήποτε προς τούτο μαρτυρία για την ύπαρξη από πλευράς Εναγόντων οποιουδήποτε αλλότριου σκοπού για την μη αποκάλυψη των εγγράφων εξ αρχής. Αντίθετα θα έλεγα ότι θα ήταν παράλογο να υποτεθεί ότι οι Αιτητές δεν ήθελαν να αποκαλύψουν τα έγγραφα που αναφέρονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, ανεξαρτήτως του λόγου που δεν είχαν προηγουμένως αποκαλυφθεί, σήμερα οι Αιτητές, εκπληρώνοντας το καθήκον που είχαν, όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω στη βάση της σχετικής νομολογίας, το πράττουν. Εν πάση περιπτώσει και αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης που η πλευρά των Εναγομένων έχει επικαλεστεί στους Λόγους Ένστασης, επισημαίνω ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και δεν βλέπω πως μπορεί ένεκα του χρόνου που μεσολάβησε να προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στην πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στους Ενάγοντες/Αιτητές να προβούν σε περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από σήμερα και αντίγραφα των αποκαλυφθέντων εγγράφων να παραδοθούν στην άλλη πλευρά εντός της ίδιας προθεσμίας. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης θεωρώ πως, υπό τις περιστάσεις, η πιο δίκαιη διαταγή είναι να είναι έξοδα στην πορεία της δίκης. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Δέστε G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 A.A.Δ. 1624, 1629, Ανδρέας Χρ. Τηλλυρής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271, 2274,VECTORONEGA A.G.v. Το Πλοίο M/VGIRVAS κ.α. (αρ.4)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ.823, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)1 C.L.R. 40, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600. [2]Δέστε The Peruvian Guano Company
(1883)11 Q.B. 55 και ειδικότερα το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brett L.J. στη σελίδα 63: «. It seems to me that every document relates to the matters in question in the action, which not only would be evidence upon any issue, but also which, it is reasonable to suppose, contains in formation which may - not which must - either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary. I have put in the words "either directly or indirectly" because, as it seems to me, a document can properly be said to contain information which may enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary, if it is a document which may fairly lead him to a train of inquiry, which may have either of these two consequences. .» [3] «Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του.» [4] «Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο