← Κύπρος

ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΚΥΡΙΖΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΩΝ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ & ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ κ.α., Αρ. Αγωγ

ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΚΥΡΙΖΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΩΝ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ & ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7385/2012, 27/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A470 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7385/2012 Μεταξύ: ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΚΥΡΙΖΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΩΝ Ενάγοντα -και- 1. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ & ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ 2. ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ 3. ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 28/7/2020 του Ενάγοντα για Τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2020. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτούντα: κα Αντωνία Λουκαρή για κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Λούκας Περικλέους για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της Αίτησης 1. Ο Ενάγων - Αιτών (ο «Ενάγων»), που είναι, όπως ισχυρίζεται, συνεταιρισμός που ασχολείται με την παροχή μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών υπηρεσιών, απαιτεί από τους Εναγόμενους το ποσό των €12860,64 ως αμοιβή για προσφερθείσες υπηρεσίες. Επειδή η ουσία της αίτησης άπτεται της περιγραφής και νομικής υπόστασης των διαδίκων, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις πρώτες 5 παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης όπου γίνεται περιγραφή της ιδιότητας του καθενός από τους διαδίκους[1] (παρατίθενται αυτολεξεί): «1. Οι Ενάγοντες είναι Συνεταιρισμός προσώπων δεόντως εγγεγραμμένος στο Μητρώο του Εφόρου εταιρειών από τις 30.10.1998, με αριθμό εγγραφής Σ10052 και, μεταξύ άλλων, ασχολείται με την παροχή μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών υπηρεσιών. 1. Οι Εναγόμενοι 1 είναι συνεργασία γραφείων, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών, με έδρα τους τη Λευκωσία. 2. Οι Εναγόμενοι 2 είναι Αρχιτεκτονικό γραφείο με έδρα τη Λευκωσία. 3. Οι Εναγόμενοι 3 είναι Αρχιτεκτονικό γραφείο με έδρα τη Λευκωσία. 4. Για ορισμένο χρονικό διάστημα οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους συνεργασία, η οποία συνίστατο στην από τους Ενάγοντες προς τους Εναγομένους 1 και/ή τους Εναγομένους 2 και/ή τους Εναγομένους 3 και/ή και στους Εναγομένους 1,2 & 3, παροχή υπηρεσιών για την αποκατάσταση και/ή ανακαίνιση του Παλαιού Δημαρχείου Στροβόλου (Ηλεκτρομηχανολογικές Υπηρεσίες) έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αξίας.» 2. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης, η οποία προστέθηκε μετά από τροποποίηση που αιτήθηκαν και η οποία εγκρίθηκε την 22/3/2019, ισχυρίζονται ότι η απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί ο Ενάγων δεν δικαιούνταν να προσφέρει τις εν λόγω υπηρεσίες αφού δεν ήταν εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ. Εγείρουν επιπρόσθετα και Υπεράσπιση επί της ουσίας της Απαίτησης. Ως προς την περιγραφή των ιδιοτήτων των διαδίκων αναφέρονται τα ακόλουθα στην Υπεράσπιση (παρατίθενται αυτολεξεί): «2. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αρνούνται τον ισχυρισμό στη παρ. 1 της Έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων. Ειδικά ο Εναγόμενος 2 και ο Εναγόμενος 3 αρνούνται ότι ενεργούν μαζί ως συνεργασία γραφείων. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 συνεργάστηκαν για την διεκπεραίωση κάποιων έργων αλλά όχι του επιδίκου έργου. Επίσης δεν παρέχουν υπηρεσίες αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών αλλά είναι αρχιτεκτονικά γραφεία και παρέχουν υπηρεσίες Συμβούλων Μηχανικών. 3. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 2 και 3. 4. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στη παρ. 4 της Έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων και επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο της παρ. 2 της έκθεσης υπεράσπισης.» 3. Με αίτηση ημερομηνίας 13/12/2019, οι Εναγόμενοι αιτήθηκαν την απόρριψη της αγωγής με το αιτιολογικό ότι ο Ενάγων και οι Εναγόμενοι 1 - 3 ήταν ανύπαρκτοι διάδικοι. Η αίτηση δεν προωθήθηκε εν τέλει και απορρίφθηκε στις 13/7/2020 για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια. 4. Με την παρούσα αίτηση του, ημερομηνίας 28/7/2020, ο Ενάγων αιτείται τις ακόλουθες τροποποιήσεις (παρατίθενται τα αιτητικά αυτολεξεί): «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος και όλων των δικογράφων με την αντικατάσταση του ονόματος:
  2. i)των Εναγόντων από ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΚΥΡΙΖΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΩΝ σε S.K.P. SOTERIOU, KYRIZIS PARTNERS
  3. ii)των Εναγομένων αρ. 1 από ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ & ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ σε ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & Χ.ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ iii) των Εναγομένων αρ.2 από ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ σε ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ
  4. iv)των Εναγομένων αρ.3 από ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ σε Χ.ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος έτσι ώστε ο νέος τίτλος του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και όλων των δικογράφων να είναι ως ακολούθως : «Αρ. Αγωγής 7385/2012 Μεταξύ S.K.P. SOTERIOU, KYRIZIS PARTNERS Ενάγοντες -και- 1. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & Χ.ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ 2. XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ 3. Χ.ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Εναγομένων» Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η παράγραφος 3 της έκθεση απαίτησης έτσι ώστε η νέα παράγραφος 3 της έκθεσης απαίτησης να διαμορφωθεί ως ακολούθως: «Ο Εναγόμενος 2 είναι φυσικό πρόσωπο και διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο με έδρα την Λευκωσία και παρέχει υπηρεσίες αρχιτέκτονα και/ή άλλες συναφείς υπηρεσίες και συναλλάσσεται και/ή παρίσταται δια της επωνυμίας Christos Panayiotides Associate.» Δ. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου με το οποίο να καθορίζεται ως ο χρόνος εντός του οποίου θα καταχωρηθεί η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων εντός πέντε

(5)ημερών από την σύνταξη του εν λόγω Διατάγματος και/ή εντός οποιοσδήποτε άλλης χρονικής περιόδου το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ε. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου με το οποίο να καθορίζεται ότι ως προς τα λοιπά τροποποιημένα δικόγραφα θα ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και/ή ο χρόνος εντός του οποίου θα καταχωρηθούν τα παρεπόμενα δικόγραφα. Στ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Ζ. Όπως τα έξοδα της παρούσας ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής.»
  1. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Πωλίνας Πέτρου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με την ομνύουσα, κατά την προετοιμασία τους για την ακρόαση διαπίστωσαν ότι ο Ενάγων, που είναι ομόρρυθμος συνεταιρισμός, έχει περιγραφεί λανθασμένα στον τίτλο της αγωγής. Η περιγραφή του δεν συνάδει με την εγγραφή του στον Έφορο Εταιρειών (δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 1). Αφορά, ανέφερε καλόπιστο λάθος, αφού αναγράφηκε το όνομα του στην Ελληνική αντί στην Αγγλική, όπως είναι εγγεγραμμένος στον Έφορο.
  2. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, XXXXX Παναγιωτίδη & Συνεργάτες, διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται τέτοια νομική οντότητα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προστεθεί ως Εναγόμενος 2 ο XXXXX Παναγιωτίδης προσωπικά. Αφορά καλόπιστο λάθος που προκλήθηκε από τον τρόπο που παρίστανε τον εαυτό του ο XXXXX Παναγιωτίδης αφού εμπορευόταν με την εν λόγω επωνυμία (δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 2).
  3. Ως προς τον Εναγόμενο 3, ο οποίος είναι ετερόρρυθμος συνεταιρισμός, λανθασμένα έχει περιγραφεί στον τίτλο ως Χάρης Φεραίος & Συνεργάτες αντί ως Χ. Φεραίος & Συνεργάτες ως είναι εγγραφή του στον Έφορο Εταιρειών. Αφορά πάλι σφάλμα το οποίο θα πρέπει να διορθωθεί (δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 3).
  4. Μεταξύ του XXXXX Παναγιωτίδη και του Χ. Φεραίος & Συνεργάτες υφίστατο συνεργασία. Λόγω της προτεινόμενης τροποποίησης επομένως προκύπτει ανάγκη τροποποίησης και της κοινοπραξίας/συνεργασίας που συναποτελούν την Εναγόμενη
  5. Η μεταξύ τους συνεργασία προκύπτει και από σχετική αλληλογραφία (δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 4). Τέλος αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι είχαν εμφανιστεί κανονικά και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Η τροποποίηση είναι αναγκαία και δεν επιδρά δυσμενώς σε κανένα από αυτούς. Η Ένσταση
  6. Για τους λόγους που θα αναφερθώ στη συνέχεια, ένσταση καταχώρισε μόνο ο Εναγόμενος
  7. Προβάλλει 17 λόγους ένστασης. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση (λόγος 1), ότι είναι παράτυπη, ουσία και νόμω αβάσιμη (λόγοι 1, 15 και 16), ότι ο Ενάγων κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς του να την προωθεί (λόγος 3), ότι υφίσταται αδικαιολόγητη καθυστέρηση και θα εκτροχιαστεί η διαδικασία προκαλώντας ζημιά στον Εναγόμενο 3 (λόγοι 4, 5, 6 και 10), ότι οι τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες (λόγος 7), ότι η αίτηση δεν δικαιολογείται (λόγος 8), ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη (λόγοι 9 και 14), ότι υφίσταται θέμα παραγραφής σε σχέση με τον προτεινόμενο Εναγόμενο 2 (λόγος 11), ότι η αίτηση είναι παράτυπη γιατί επιδιώκεται η αποκατάσταση ανύπαρκτου νομικά προσώπου με φυσικό πρόσωπο (λόγος 12), ότι η αίτηση ουδέποτε επιδόθηκε στους ενδιαφερόμενους (λόγος 13) και ότι τα έξοδα πρέπει να επιδικαστούν εναντίον του Ενάγοντα (λόγος 17).
  8. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αλεξάνδρου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγομένο
  9. Ο ομνύων αναφέρει ότι η αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα, 8 χρόνια από την καταχώριση της αγωγής, και αφού προηγήθηκε αίτηση των Εναγομένων για διαγραφή της αγωγής με την οποία επισημάνθηκαν τα πιο πάνω σφάλματα. Η καθυστέρηση αυτή δεν δικαιολογείται, ενώ η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα, τον αποτρέπει από την προώθηση της αίτησης. Η καθυστέρηση θα επηρεάσει τα δικαιώματα του Εναγομένου 3 για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Είναι η θέση του ότι υφίσταται παραδοχή ότι οι διάδικοι είναι ανύπαρκτοι. Αυτό αποτελεί ζήτημα ουσίας και υπεράσπισης στην αγωγή.
  10. Ειδικά όσον αφορά τον προτεινόμενο Εναγόμενο 2, αν και δεν τους αφορά, τίθεται θέμα παραγραφής αφού επιδιώκεται η αντικατάσταση ανύπαρκτης οντότητας (Τεκμήριο 1, η έρευνα στο μητρώο του Εφόρου) με φυσικό πρόσωπο. Το ίδιο ισχύει και με την προτεινόμενη Εναγόμενη 1 η οποία ως οντότητα δεν υφίσταται (Τεκμήριο 2, αποτέλεσμα έρευνας στο μητρώο του Εφόρου).
  11. Είναι η θέση του ότι τα σφάλματα αυτά τέθηκαν σε γνώση του Ενάγοντα κατά την ακρόαση της Αγωγής XXXXX/12, οπότε και η ομνύουσα ψεύδεται ως προς τον χρόνο και τρόπο που περιήλθαν τα λάθη σε γνώση της. Ο λόγος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι για να παραπλανηθεί το Δικαστήριο ως προς τους λόγους καθυστέρησης. Ο Ενάγων δεν δικαιούται ούτε τα έξοδα, αντίθετα θα πρέπει να επωμιστεί και τα σπαταληθέντα.
  12. Και οι δύο συνήγοροι παρουσίασαν γραπτώς τις θέσεις τους. Νομική Πτυχή - Misnomer
  13. Η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής ονόματος (misnomer) ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στα πλαίσια της Δ.25, θ.
  14. Όπως αναφέρεται στην Λάμπρου ν Λάμπρου
(2002)1Β ΑΑΔ 1092, 1096 και 1097, και αφού υιοθετήθηκε η Αγγλική νομολογία επί του θέματος, τροποποίηση που αφορά αναφορά σε λανθασμένο όνομα δεν μπορεί να επηρεάσει την ουσία της αγωγής. 16. Οι αρχές της νομολογίας σε ζητήματα τροποποίησης γενικά συνοψίζονται ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν Grenmar Navigation Ltd
(1989)1Ε ΑΑΔ 33, 36-37, Preece κ.α. ν Ρωσσίδου
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138, 2146 και Παπαχρυσοστόμου ν Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι
(2012)1Α ΑΑΔ 817, 824).
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης, πιο πάνω, σελ. 36 - 37).
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά, άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτούντα ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτών για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης, πιο πάνω, σελ. 37 και Χρίστου ν Αζά
(1992)1Α ΑΑΔ 704, 707).
(4)Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726, 730, Ikos Cif Ltd v Coward κ.α.
(2014)1Α ΑΑΔ 663, 676 και Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1Α ΑΑΔ 543, 550).
(5)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτούντα και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. Saba & Co (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426, 432 και Ikos, πιο πάνω, σελ. 676).
(6)Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο επιδιώκεται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτούντα ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα και η δίκη είναι ήδη σε προχωρημένο στάδιο (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, 611, United Sea Transport Ltd v Zakou
(1980)1 CLR 510, 515 και Ikos, πιο πάνω, σελ. 676). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με τη φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos, πιο πάνω, σελ. 676 - 677).
(7)Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτούντα είναι εμφανής (βλ. Χρίστου, πιο πάνω, σελ. 707). Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν ΓΕ
(2012)1Α ΑΑΔ 745, 751).
(8)Η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, 939 και Evripidou v Kannaourou
(1985)1 CLR 21, 27). Ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos, πιο πάνω, σελ. 674 και 676).
(9)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, 562). Προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου 17. Η προσθήκη Εναγομένου με βάση τη Δ.9, Θ.10, είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1372, 1375). Το δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων (βλ. Σοφιανού ν Minas Makris Developers Ltd κ.α.
(2011)1Γ ΑΑΔ 1668, 1671, με αναφορά στην Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β ΑΑΔ 772). Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο οι προτεινόμενοι διάδικοι είναι αναγκαίοι διάδικοι για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων (βλ. Ι. Γ. Κασουλίδης & Υιός Λτδ ν Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση Ε187/2013, 9/10/2018). Η καθυστέρηση στην υποβολή μιας τέτοιας αίτησης δεν αποτελεί εκ προοιμίου αρνητικό παράγοντα για την έγκρισή της, αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες όπως, για παράδειγμα, την ανυπαρξία καλής πίστης (βλ. Ι. Γ. Κασουλίδης & Υιός Λτδ, ανωτέρω). Συνεταιρισμοί και Επωνυμίες
  1. Οι δύο συνήγοροι δεν αναφέρθηκαν καθόλου στις αγορεύσεις τους στον τρόπο έγερσης αγωγών και εμφάνισης από και κατά συνεταιρισμών ή προσώπων που εμπορεύονται με εμπορικές επωνυμίες. Ειδικότερα ο συνήγορος του Εναγομένου 3 εστίασε την προσοχή του στην ύπαρξη ή όχι των υφιστάμενων Εναγομένων ως νομικών οντοτήτων, προβάλλοντας ότι δεν τίθεται θέμα λανθασμένης περιγραφής αλλά έναρξης της διαδικασίας ευθύς εξαρχής κατά ανύπαρκτων προσώπων. Στηρίχθηκε στη μη εγγραφή το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών των υφιστάμενων Εναγομένων 1 και 2 και της προτεινόμενης Εναγομένης
  2. Η Δ.7 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας διέπει τη διαδικασία έγερσης αγωγής από συνεταιρισμό ή κατά συνεταιρισμού ή προσώπου που εμπορεύεται με επωνυμία. Το ουσιαστικό δίκαιο των συνεταιρισμών διέπει ο περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμος, Κεφ. 116 («Κεφ. 116»), όπως έχει τροποποιηθεί. Η Δ.7 είναι ταυτόσημη με την παλαιά Αγγλική Ord. 48A και το Κεφ. 116 ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τα Αγγλικά, Partnership Act 1890, Limited Partnerships Act 1907 και Registration of Business Names Act
  3. Γενικά, συνεταιρισμός αφορά σχέση που προκύπτει από συμφωνία μεταξύ εμπορευόμενων προσώπων με σκοπό το κέρδος. Όπως αναφέρεται στην ηλεκτρονική έκδοση του Halsbury's Laws of England/Partnership (Volume 79
(2020))/1: 1. Meaning of 'partnership' and 'firm'. Partnership is the relation which subsists between persons carrying on a business in common with a view of profit. The persons who have entered into partnership with one another are called collectively a 'firm'. The parties who make up a partnership may be individuals, companies (as in corporate partnerships) or may be other partnerships (as in group partnerships). ..... An ordinary partnership is a partnership composed of definite individuals, bound together by contract between themselves to continue combined for some joint object either during pleasure or during a limited time, and is essentially composed of the persons originally entering into the contract with one another: Smith v Anderson
(1880)15 ChD 247 at 273, CA, per James LJ. 21. Στο άρθρο 5 του Κεφ. 116 συνεταιρισμός ορίζεται ως ακολούθως: «5.-
(1)Συνεταιρισμός είναι η σχέση η οποία υφίσταται μεταξύ προσώπων που διεξάγουν εργασίες από κοινού με σκοπό το κέρδος.
(2)Αλλά η σχέση μεταξύ μελών οποιασδήποτε εταιρείας ή συνδέσμου ο οποίος- (α) εγγράφεται ως εταιρεία βάσει οποιουδήποτε Νόμου που αφορά την εγγραφή εταιρειών περιορισμένης ευθύνης (β) συνίσταται ή αποκτά νομική προσωπικότητα από ή σύμφωνα με οποιοδήποτε άλλο νόμο, δεν είναι συνεταιρισμός με την έννοια του Νόμου αυτού.»
  1. Το άρθρο 6 του Κεφ. 116 περιέχει τους κανόνες διαπίστωσης ύπαρξης συνεταιρισμού.
  2. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, ανωτέρω[2], αναφέρεται ότι οι συνεταιρισμοί δεν συνιστούν νομικές οντότητες: «
  3. Lack of legal personality. Under English common law it has long been established that a partnership or firm is not a 'person' or legal entity, although the firm may sue and be sued in the firm name.»
  4. Αυτό βέβαια δεν αποτρέπει σε κάποιες περιπτώσεις τη μεταχείριση συνεταιρισμών ως νομικών οντοτήτων για σκοπούς φορολογικούς (βλ. Αγγλικό Value Added Tax Act 1994 s 45 και όσον αφορά την Κύπρο, Σταυρινού κ.α. ν Δημοκρατίας
(2000)4 ΑΑΔ 612, Σταυρινού κ.α. ν Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 93), αναφορικά με επιβαλλόμενο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας), ανεξαρτήτως ή όχι της υποχρέωσης εγγραφής τους στον Έφορο (βλ. άρθρο 50 του Κεφ. 116). Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του E.R. Hardy Ivamy, Underhill's Principles of the Law of Partnership, (11th edn Butterworths, London 1981) στη σελ. 119: «Unlike a company, a partnership is not a separate legal person. For tax purposes however, it is to a certain extent treated as if it were, in that the Revenue uses the entity as a medium through which the income tax of the separate partners is assessed and collected. Thus, where a partnership exists, tax in respect of it must be computed jointly and a joint assessment made in the partnership name. The liability of the partners to tax on their earnings is a joint liability of all the partners and not the several liability of each.» (Έμφασις δική μου) 25. Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης από το Αγγλικό Law Commission. Σε σχετική έκθεση που ετοιμάστηκε (βλ. The Law Commission and the Scottish Law Commission, Partnership Law, Law Com No 283 and Scot Law Com 192, 2003[3], σελ. 45 - 56) έγινε εισήγηση όπως τροποποιηθεί η νομοθεσία ώστε οι συνεταιρισμοί να αποτελούν νομικές οντότητες χωρίς όμως να μεταβάλλεται η ευθύνη των συνεταίρων. Ανάλογες ρυθμίσεις έγιναν στην Σκωτία και σε Πολιτείες των Η.Π.Α. Οι εισηγήσεις δεν υιοθετήθηκαν. Η μόνη μεταρρύθμιση που είχε γίνει ήταν σε σχέση με τους Ετερόρρυθμους συνεταιρισμούς (Limited Liability Partnerships), οι οποίοι περιορίζουν την ευθύνη των μελών τους. Με την εισαγωγή του Limited Liability Partnerships Act 2000 (βλ. s 1
(1)και
(2)) οι Ετερόρρυθμοι συνεταιρισμοί στην Αγγλία θεωρούνται πλέον νομικά πρόσωπα. 26. Στην Κύπρο, μέχρι πρόσφατα, στο Κεφ. 116 δεν γινόταν ρητή αναφορά στο ζήτημα. Με την τροποποίηση του Ν. 144(Ι)/2015 προστέθηκε στο άρθρο 47, μεταξύ άλλων, το ακόλουθο νέο εδάφιο
(6)το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «47. -
(6)Ετερόρρυθμοι συνεταιρισμοί είτε έχουν μετοχικό κεφάλαιο είτε όχι δεν θεωρούνται νομικά πρόσωπα με ξεχωριστή νομική προσωπικότητα.» (Έμφασις δική μου)
  1. Αξίζει να σημειωθεί ότι Ετερόρρυθμοι συνεταιρισμοί που δεν εγγράφονται, θεωρούνται Ομόρρυθμοι (άρθρο 48 του Κεφ. 116 και Limited Partnership Act 1907, s.5). Θεωρώ ότι η τροποποίηση στην ουσία διευκρινίζει αυτό που ήδη ίσχυε, ότι δηλαδή ότι η οι συνεταιρισμοί, Ομόρρυθμοι ή Ετερόρρυθμοι δεν συνιστούν ανεξάρτητες νομικές οντότητες. Η εγγραφή επομένως αφορά το όνομα το συνεταιρισμού. Δεν αφορά εγγραφή ονόματος νομικού προσώπου. Αφορά απλά το όνομα με το οποίο οι συνέταιροι διεξάγουν επιχείρηση (βλ. Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, με αναφορά στην De Bernales v New York Herald [1893] 2 QB 97): «
  2. Firm name. The name under which partners carry on business is their firm name. The firm name is not the name of a corporation but simply the name under which the partners carry on the joint business.»
  3. Η διαπίστωση επομένως ύπαρξης συνεταιρισμού αφορά την έκταση ευθύνης, περιορισμένης (στους Ετερόρρυθμους) ή απεριόριστης (στους Ομόρρυθμους) των συνεταίρων μεταξύ τους και έναντι τρίτων και εξετάζεται ως πραγματικό γεγονός. Εδώ έγκειται και η διαφορά του συνεταιρισμού από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ως τρόπου διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αφορά πρωτίστως την έκταση ευθύνης για οικονομική συνεισφορά των μελών στις υποχρεώσεις που θα δημιουργηθούν στα πλαίσια της διεξαγωγής της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας έναντι τρίτων. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, στο σύγγραμμα Underhill's Principles of the Law of Partnership, ανωτέρω, στη σελ. 2, περιγράφεται με ιδιαίτερη παραστατικότητα το διακύβευμα ενός συνέταιρου σε συνεταιρισμό: «The question 'What is a partner?' is one of no mere academic interest because if the relation of partnership exists in point of law, then, unless the partnership is a 'limited partnership' in which case the ordinary rules are somewhat modified, whatever may be the arrangements between the partners inter se as to how the losses are to be borne, and however much the partners may have repudiated the notion of partnership, each partner will, as between himself and the creditors of the firm, be liable to the last halfpenny of his fortune.»
  4. Διαδικαστικά, η Δ.7 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την ευχέρεια έγερσης αγωγής στο όνομα ή εναντίον συνεταιρισμού που υφίσταται στη Κύπρο (Δ.7, θ. 1). Η δυνατότητα αυτή δεν πρέπει να τυγχάνει σύγχυσης με το ζήτημα ύπαρξης του συνεταιρισμού ούτε προσδίδεται νομική υπόσταση σε συνεταιρισμό. Εξ ου και στην εν λόγω διάταξη προβλέπεται ο τρόπος εμφάνισης συνεταίρου (Δ.7, θ. 5) και ο τρόπος που θα πρέπει να εμφανιστεί πρόσωπο που αμφισβητεί ότι είναι, ή ήταν ποτέ, συνέταιρος στον συνεταιρισμό που ενάγεται (Δ.7, θ.7). Η δε εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης δυνατόν να στραφεί και κατά των περιουσιακών στοιχείων των συνεταίρων προσωπικά (βλ. N. I. Drousiotis & Co a.o. v The Chartered Bank
(1965)1 CLR 373, 385). Σχετικό με τα προαναφερθέντα είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του D. B. Casson, Odgers on High Court Pleading and Practice, (23rd edn Sweet & Maxwell, London 1991), στη σελ. 28: «Partners carrying on business within the jurisdiction may sue and be sued in the name of their firm; but if they sue in the firm name they can be compelled to disclose the name and address of every member of the firm. If they are sued in the firm name they must acknowledge service in their own names individually, but the subsequent proceedings nevertheless con­tinue in the name of the firm.»
  1. Εναλλακτικά ο Ενάγων δύναται να κινήσει την αγωγή εναντίον όλων των συνεταίρων προσωπικά. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd edn, Vol. 28, § 1008, σελ. 523 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Action against individual partners. The foregoing procedure is optional; and a plaintiff may, if he thinks fit, sue all the partners whom he seeks to make liable individually;»
  2. Τα πιο πάνω ισχύουν κατ' αναλογία και σε κοινοπραξίες (joint ventures ή joint adventures) των οποίων η φύση της συνεργασίας, αν δηλαδή αποτελούν συνεταιρισμό (και κατ' επέκταση η ευθύνη των μελών για συνεισφορά), πάλι θα κριθεί στη βάση των κριτηρίων του Κεφ. 116 (βλ. Morrison Steamship Co Ltd v Owners of Cargo Lately Laden On SS Greystoke Castle [1946] 2 All ER 696 (HL), 704 - 705 (per Porter LJ) ως παράδειγμα).
  3. Για σκοπούς πληρότητας αξίζει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τη Δ.7, θ.11 επιτρέπεται η καταχώριση αγωγής εναντίον προσώπου με την επωνυμία που αυτός εμπορεύεται. Η εν λόγω διάταξη προνοεί τα ακόλουθα: «
  4. Any person carrying on business in Cyprus in a name or style other than his own name may be sued in such name or style as if it were a firm name; and, so far as the nature of the case will permit, all Rules relating to proceedings against firms shall apply.» (Έμφασις δική μου)
  5. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1961, Vol. 1, στη σελ. 1169 (αντίστοιχη Αγγλική Ord. 48Α, r.11): «'Any person'- By the concluding words of this Rule all the foregoing Rules of this Order are to apply to an individual sued, who trades within the jurisdiction as a firm, or who carries on business under an assumed or trading name.» (Έμφασις δική μου)
  6. Στο σύγγραμμα, Odgers on High Court Pleading and Practice, ανωτέρω, σελ. 28, αναφέρονται τα ακόλουθα: «An individual carrying on business within the jurisdiction under a trade name may be sued in that name as though he were a member of a firm.»
  7. Επομένως, πρόσωπο που εμπορεύεται με εμπορική επωνυμία δύναται να εναχθεί ωσάν να είναι μέλος συνεταιρισμού. Αξιολόγηση των προβαλλόμενων θέσεων
  8. Είναι εμφανές στην προκείμενη περίπτωση ότι οι τροποποιήσεις που αιτείται ο Ενάγων αφορούν λανθασμένη περιγραφή του ονόματος του ως επίσης και αυτού του Εναγομένου
  9. Οι επωνυμίες έχουν εγγραφεί στον Έφορο Εταιρειών. Ο μεν Ενάγων ενεγράφη ως ομόρρρυθμος συνεταιρισμός, ο δε Εναγομένος 3 ως ετερόρρυθμος. Ο Εναγόμενος 3 καταχώρισε εμφάνιση την 6/6/2012 χωρίς διαμαρτυρία ως προς την περιγραφή του. Μάλιστα διατηρεί την ίδια περιγραφή και στο διοριστήριο που υπεγράφη εκ μέρους του. Το ίδιο έγινε και με το νέο διοριστήριο που υπεγράφη εκ μέρους του όταν άλλαξε δικηγόρο την 15/11/
  10. Δεν πρόκειται επομένως για αντικατάσταση διαδίκου αλλά για διόρθωση της περιγραφής του (βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν Χαρικλείδη κ.α.
(2011)1Γ ΑΑΔ 1603) ούτε επηρεάζεται η ουσία της αγωγής (βλ. Λάμπρου, ανωτέρω).
  1. Όσον αφορά τους υφιστάμενους Εναγόμενους 1 και 2, αυτοί εκπροσωπούνταν από την αρχή από τον ίδιο δικηγόρο που είχε διορίσει ο Εναγόμενος
  2. Την 15/11/2018 διόρισαν μαζί με τον Εναγόμενο 3 τον νυν συνήγορο του Εναγομένου
  3. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι και αυτοί είχαν εμφανιστεί στην αγωγή υπογράφοντας διοριστήρια, χωρίς να μεταβάλλεται ο τρόπος περιγραφής τους. Η υφιστάμενη Εναγομένη 1 αν και «εμφανίστηκε υπό διαμαρτυρία» ουδέν άλλο διάβημα έλαβε, και καταχώρισε μαζί με τους άλλους δυο υφιστάμενους Εναγόμενους Υπεράσπιση στην οποία διατυπωθήκαν οι ισχυρισμοί τους οποίους παρέθεσα πιο πάνω στην §
  4. Στις §§ 2, 3 και 4 της Υπεράσπισης τους αρνήθηκαν μόνο τη μεταξύ τους συνεργασία. Προώθησαν μάλιστα και αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης τους με αίτηση ημερ. 21/11/2018 η οποία εγκρίθηκε την 22/3/
  5. Πέραν τούτου, δεν ενεργοποίησαν καμία από τις πρόνοιες της Δ.7 (βλ. Δ.7, θ.5 και 11, ειδικότερα). Σημειώνω ότι σε κάθε περίπτωση εναγόμενος μπορεί να εμφανιστεί και να διορθώσει λανθασμένη περιγραφή του ονόματος του, εφόσον βέβαια, είναι το πρόσωπο που ενάγεται. Ο ενάγων πάλι θα πρέπει να προβεί σε αίτημα τροποποίησης (βλ. Annual Practice 1961, Vol. 1, σελ. 183[4]).
  6. Με αίτηση των συνηγόρων των Εναγομένων 1 - 3, ημερ. 13/12/2019 αιτήθηκαν απόρριψη της αγωγής ισχυριζόμενοι ότι ο Ενάγων και οι Εναγόμενοι είναι ανύπαρκτες οντότητες. Μετά από υπόδειξη του Δικαστηρίου στο συνήγορο τους ότι δεν νοείται να εμφανίζεται και να προωθεί μέτρα εκ μέρους ανύπαρκτων προσώπων, αφού η εμφάνιση του στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου προϋποθέτει νομότυπο διορισμό εκπροσώπησης (βλ. Supreme Court Practice 1997, Vol. 1, § 67/6/2, σελ. 1216[5]), αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση των υφιστάμενων Εναγομένων 1 και 2 την 13/07/2020 και σε σχέση με τον Εναγόμενο 3 απέσυρε την αίτηση. Την ημέρα εκείνη είχε εμφανιστεί και ο κ. XXXXX Παναγιωτίδης, ο οποίος είχε διορίσει το δικηγορικό γραφείο Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. για να εκπροσωπεί τους υφιστάμενους Εναγόμενους 1 και 2, δηλώνοντας ότι οι υφιστάμενοι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν υφίστανται νομικά ως οντότητες. Η αίτηση ως εκ τούτου δεν προωθήθηκε από κανένα και απορρίφθηκε.
  7. Ο κ. XXXXX Παναγιωτίδης εμφανίστηκε ενώπιον μου και την ημερομηνία ακροάσεως της παρούσας ζητώντας άδεια να καταχωρίσει ένσταση ως επηρεαζόμενος προτεινόμενος εναγόμενος, αφού συνέχιζε να διατηρεί τη θέση ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι ανύπαρκτες οντότητες. Το Δικαστήριο δεν του επέτρεψε να ακουστεί καθότι αίτημα για προσθήκη διαδίκου με τη Δ.9, δεν προϋποθέτει επίδοση της αίτησης σε προτεινόμενο εναγόμενο (βλ. Δ.9, Θ. 10 και 11, σχετική είναι επίσης η Ι. Γ. Κασουλίδης & Υιός Λτδ, ανωτέρω).
  8. Παρά την καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί, δεν διαπιστώνω κακοπιστία από πλευράς Ενάγοντα. Είναι γεγονός ότι η αναφορά της ομνύουσας ότι ο εντοπισμός των λαθών έγινε κατά την προετοιμασία της υπόθεσης είναι γενικός, αφού είχε προηγηθεί αίτηση των Εναγομένων για διαγραφή. Δεν συμφωνώ όμως ότι η παράλειψη αναφοράς στην αίτηση μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί κακοπιστία. Άλλωστε αυτή ήταν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω, όσον αφορά τον Εναγόμενο 3, και τον Ενάγοντα, η τροποποίηση αφορά την περιγραφή και τίποτε περισσότερο, οπότε δεν θεωρώ ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά, στον Εναγόμενο 3, έχοντας κατά νου ότι και ο ίδιος έθεσε ζήτημα λανθασμένης περιγραφής του για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του
  9. Το γεγονός επίσης ότι θα προστεθούν διάδικοι επίσης με προβλημάτισε, αφού θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση. Κρίνω όμως ότι δεν θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός, αφού οι νέοι Εναγόμενοι στην ουσία μετείχαν μέχρι πρόσφατα στη διαδικασία έστω και με το τρόπο που περιέγραψα. Το ότι θα σημειωθεί περαιτέρω καθυστέρηση είναι γεγονός, η ακρόαση της υπόθεσης όμως δεν έχει ακόμη αρχίσει και εναπόκειται και στους συνήγορους να ενεργήσουν υπεύθυνα και να επικεντρωθούν στα επίδικα θέματα ώστε να αρχίσει η δίκη το συντομότερο δυνατό.
  10. Όσον αφορά την αντικατάσταση του υφιστάμενου Εναγομένου 2 με τον προτεινόμενο XXXXX Παναγιωτίδη, οφείλω να πω ότι δεν συζητήθηκε ενώπιον μου κατά πόσο η Δ.7, θ. 11 θα μπορούσε να διασώσει την κατάσταση. Ίσως να αρκούσε η τροποποίηση της § 2 της Έκθεσης Απαίτησης με τον τρόπο που προτείνεται. Με την τροπή όμως που έχει πάρει η υπόθεση και τον όλο χειρισμό της, θεωρώ ορθό, δίκαιο και αναγκαίο να επιτρέψω την προσθήκη του σε αντικατάσταση της επωνυμίας με τον προτεινόμενο Εναγόμενο 2 ώστε να τεθεί σε τάξη η διαδικασία.
  11. Είναι επίσης γεγονός ότι στη νομική βάση της Αίτησης δεν περιλήφθηκαν οι Δ.9, θ.θ. 10 και
  12. Ο συνήγορος του Εναγομένου 3 ανέφερε ότι αυτό θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης σε σχέση με τους προτεινόμενους Εναγομένους 1 και
  13. Η Δ.9, θ.10 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δύναται και αυτεπάγγελτα να εγείρει το ζήτημα και να προσθέσει αναγκαίο διάδικο ακόμη και χωρίς αίτηση. Δεν θεωρώ επομένως ότι προκύπτει πρόβλημα. Με τα ενώπιον μου δεδομένα το θεωρώ αναγκαίο να προστεθούν. Ως προς το ζήτημα της παραγραφής είναι ζήτημα υπεράσπισης του προτεινόμενου Εναγόμενου 2 και όχι του Εναγομένου
  14. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι η συμπερίληψη του XXXXX Παναγιωτίδη ως νέου Εναγόμενου 2 είναι αναγκαία και επιβάλλεται για να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων.
  15. Δεν διαπιστώνω πρόβλημα ούτε σε σχέση με την συμπερίληψη της προτεινόμενης Εναγομένης
  16. Το αν ενεγράφη ή όχι στον Έφορο δεν έχει σημασία. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω η σύσταση, η ευθύνη και η συμμετοχή της ως συνεταιρισμός στις επίδικες συναλλαγές είναι ζήτημα γεγονότων.
  17. Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος.
  18. Ως προς τα έξοδα η εισήγηση του συνηγόρου του Εναγομένου 3, είναι ότι αυτά θα πρέπει να καταβληθούν από τον συνήγορο του Ενάγοντα. Παρέπεμψε σε απόφαση μου στην Φελλά κ.α. ν Ετ. A. P Kypros Satellites Ltd κ.α., Αγωγή 4250/2012, 20/4/
  19. Τα όσα αναφέρθηκαν εκεί δεν τυγχάνουν εφαρμογής, αφού η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την εκπροσώπηση ανύπαρκτου διαδίκου. Περαιτέρω, αν και συνήθως σε αιτήσεις τροποποίησης ο Καθ' ου η Αίτηση δικαιούται τα έξοδα της αίτησης αλλά και τα σπαταληθέντα ο κανόνας δεν είναι απόλυτος (βλ. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Asfalistikos Aetos Agents and Consultants Co Ltd κ.α.
(2014)1Β ΑΑΔ 1244, 1246 - 1247, Χατζηγέρου ν ΑΗΚ (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, 36). Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι η διαδικασία κατέστη αχρείαστα πολύπλοκη συνεπεία των χειρισμών και των δύο πλευρών. Ως εκ τούτου δεν θα εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα της Αίτησης. Θα επιδικαστούν στον Εναγόμενο 3 μόνο τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Κατάληξη
  1. Η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως τα αιτητικά Α - Γ της Αίτησης.
  2. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Η σύνταξη του Διατάγματος να ζητηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα.
  3. Το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να επιδοθεί τους νέους Εναγόμενους 1 και
  4. Ως προς την καταχώριση σημειώματος Εμφάνισης και Υπεράσπισης να ακολουθηθούν οι θεσμοί.
  5. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 3, Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την παράδοση της Υπεράσπισης.
  6. Τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 3 και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος. Για τους λόγους που ανέφερα δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με τη διαδικασία της Αίτησης. (Υπ.) .............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Εκ λάθους, προφανώς τυπογραφικού, αριθμούνται δυο παράγραφοι με
  7. [2] Σχετικές αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει, Sadler v Whiteman [1910] 1 KB 868 at 889, CA, per Farwell J ('In English law a firm as such has no existence'); Re Vagliano Anthracite Collieries Ltd
(1910)79 LJ Ch 769; R v Holden [1912] 1 KB 483 at 487, CCA; Meyer & Co v Faber (No 2) [1923] 2 Ch
  1. [3] http://www.lawcom.gov.uk [4] Misnomer. — A defendant may by his appearance correct any mistake in the names by which he is sued, so long as it is clear that he is the defendant sued. Where a defendant is sued in a trade or business name, e.g., " Madame James ", appearance should be entered as follows: "Enter an appearance for Madame James whose real name is Anne Smith, but who is known (or trades) as Madame James ". See 2 Court Forms
  2. This correction does not relieve the plaintiff from the necessity of amending his writ, if the alteration of name is material. [5] Solicitor ceasing to act for party - The general rule is that a retainer to conduct or defend an action continues till the client discharges the solicitor, or the solicitor discharges himself, or till death or incapacity of either party, or a change in the solicitor's firm, or till the final conclusion of the cause or matter, and moreover such a retainer is, as a general rule, an entire contract to conduct or defend the action to the end (Underwood, Son & Piper v. Lewis [1894] 2 Q.B. 306, C.A.; Court V. Berlin [1897] 2 Q.B. 396, C.A.; Re Wingfield & Blew [1904] 2 Ch. 655, C.A.). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.