← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. Ιακωβίδης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας SOPOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 9921/2010, 12/10/2020

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. Ιακωβίδης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας SOPOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 9921/2010, 12/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A455 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9921/2010 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και

  1. SOPOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED
  2. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  3. CREDIT AGRICOLE (SUISSE) S.A Εναγομένων Ως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 29.1.2016 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και
  4. Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή των Εναγομένων 1 SOPOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED
  5. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  6. CREDIT AGRICOLE (SUISSE) S.A Εναγομένων Ως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10.5.2017 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και
  7. XXXXX Ιακωβίδης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας SOPOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED
  8. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  9. CΑ INDOSUEZ (SWITZERLAND) SA Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 04.02.2020 για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 12.10.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Δ. Κρονίδης με κα Ν. Κουκουμά για Ιωαννίδη Δημητρίου ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Α. Ανδρέου για Chrysses Demetriades & Co LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.11.2010, με την καταχώρηση Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, η ενάγουσα δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Κάτοχος ποσού το οποίο αναγνωρίζει ότι οφείλει να καταβάλει σε σχέση με φορτίο πετρελαιοειδών που της παραδόθηκε (Low Sulphur Heavy Fuel Oil), αξιώνει μεταξύ άλλων την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων και/ή διακήρυξης του Δικαστηρίου με τις οποίες να καθορίζεται ο δικαιούχος του ως άνω ποσού, το οποίο διεκδικείται από τις εναγόμενες εταιρείες. Έχοντας μεσολαβήσει διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες στο πλαίσιο της παλαιάς αυτής διαδικασίας, στις 04.02.2020, η ενάγουσα εταιρεία καταχώρισε την υπό συζήτηση αίτηση μέσω της οποίας αιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής η «Εναγόμενη 1») όπως παράσχει εντός 10 ημερών από την ημέρα έκδοσης του ζητούμενου Διατάγματος, χρηματική ασφάλεια δηλαδή του ποσού των Ευρώ €37.703,69 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., ως ικανοποιητική εγγύηση και/ή ασφάλεια εξόδων για τα έξοδα της Ενάγουσας - Αιτήτριας (στο εξής η «Ενάγουσα») σε ότι αφορά ειδικά την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 εναντίον της Ενάγουσας (στο εξής η «Ανταπαίτηση») και/ή εντός άλλου χρόνου και/ή άλλου ποσού που το Δικαστήριο θα θεωρήσει ορθό και δίκαιο να καθορίσει υπό τις περιστάσεις. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρι που να δοθεί η ανωτέρω χρηματική ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν θα δοθεί τέτοια ασφάλεια και/ή εντός του χρόνου που θα εγκρίνει και/ή καθορίζει το Δικαστήριο, η Ανταπαίτηση να απορριφθεί με έξοδα άμεσα και χωρίς οποιοδήποτε άλλο διάβημα προς το Δικαστήριο από πλευράς της Ενάγουσας με έξοδα σε βάρος της Εναγόμενης
  10. Γ. Οποιαδήποτε άλλη Οδηγία και/ή θεραπεία και/ή Διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο να εκδώσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό από τις περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα της αίτησης αυτής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.» Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστύλωση του ως άνω αιτήματος, τίθεται με την ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαδοπούλου, ίδιας ημερομηνίας, Γραμματέα/Διευθύντριας των Νομικών Υπηρεσιών της ενάγουσας - αιτήτριας. Η ως άνω ομνύουσα αφού αναφέρεται στην πορεία της διαδικασίας, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα στοιχεία και τεκμήρια, προβάλλει τη θέση ότι η ενάγουσα έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της εναγομένης 1, η οποία εδράζεται σε ισχυριζόμενη ζημιά που έχει υποστεί συνεπεία παράβασης του επίδικου συμβολαίου για προμήθεια και παράδοση καυσίμων, ως αποτέλεσμα αποκοπών και/ή αναπροσαρμογών που διενεργούσε η ενάγουσα από τα τμήματα πώλησης των φορτίων πετρελαίου για διάφορους λόγους. Εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους η πλευρά της ενάγουσας προβάλλει τη θέση ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η συγκεκριμένη ανταπαίτηση της εναγομένης 1 να απορριφθεί, σημειώνει το γεγονός ότι η τελευταία, ήδη από τις 31.12.2013, δυνάμει σχετικού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού τελεί υπό εκκαθάριση. Το γεγονός τούτο, προβάλλει, ως πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της ενάγουσας, αποτελεί από μόνο του εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας σε περίπτωση που κληθεί προς τούτο εκτός αν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου περί του αντιθέτου μαρτυρία. Σε βάρος της εναγομένης 1, υποδεικνύει, εκκρεμούν αγωγές ενώ παράλληλα και η ίδια έχει δρομολογήσει αγωγές εναντίον τρίτων. Σημειώνει παράλληλα το γεγονός ότι στα πλαίσια παράλληλου αιτήματος που υπεβλήθηκε από την ενάγουσα στην αγωγή αρ. XXXXX/2011 (εναγόμενη στην εν λόγω διαδικασία) για ασφάλεια εξόδων εναντίον της εναγομένης (ενάγουσας στην εν λόγω διαδικασία), εκδόθηκε εκ συμφώνου σχετικό διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων εναντίον της τελευταίας, στις 06.03.
  11. Η καθ΄ ης η αίτηση-εναγομένη αρ. 1 εταιρεία, υποστηρίζει, είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα της ενάγουσας ως εξ΄ ανταπαιτήσεως εναγομένης, σε περίπτωση που επιτύχει η υπεράσπισή της τελευταίας στην ανταπαίτηση της εναγομένης
  12. Έχοντας υπόψη τις συνθήκες που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και το καθεστώς εκκαθάρισης στο οποίο βρίσκεται η εναγομένη 1 εδώ και πολλά χρόνια, υποστηρίζει, η υπό συζήτηση αίτηση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη. Θέτοντας τέλος υπόψη του Δικαστηρίου ενδεικτικό κατάλογο εξόδων που ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους της ενάγουσας, προκρίνει καταληκτικά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η εναγομένη αρ. 1 - εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, αντέδρασε στην πιο πάνω εξέλιξη καταχωρώντας σχετική Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών, πέραν από τη νομική βάση στην οποία αυτή εδράζεται, στο σώμα της προβάλλονται και οι λόγοι της Ένστασης. Ειδικότερα, προτάσσεται από την πλευρά της ότι: «
  13. Η εταιρεία SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED, που στο εξής θα καλείται «η Εταιρεία», και/ή ο Εναγόμενος 1 δεν θεωρούνται ως ενάγοντες για τους σκοπούς είτε του άρθρου 382 του Περί Εταιρειών Νόμου είτε της Δ.60 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, με βάση τα δικόγραφα, η Απαίτηση και Ανταπαίτηση είναι αλληλένδετες, με την έννοια ότι η Ανταπαίτηση πηγάζει από και εδράζεται σε γεγονότα και συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Εταιρείας και της ΑΗΚ πάνω στα οποία προωθείται και η Απαίτηση της τελευταίας.
  14. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί κατά της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, έχοντας υπόψη και ότι αυτό που οδήγησε την Εταιρεία στην εξαιρετικά δυσμενή οικονομική κατάσταση και τελικά στην κατάρρευση της με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ήταν οι συνεχείς και διαδοχικές παράνομες αποκοπές εξαιρετικά μεγάλων ποσών από τα τιμολογημένα ποσά που η Εταιρεία είχε να εισπράττει από την ΑΗΚ στα πλαίσια της Σύμβασης Αρ. 107/2009 μεταξύ της Εταιρείας και της ΑΗΚ για την τμηματική παράδοση πετρελαϊκών φορτίων στους ηλεκτροπαραγωγούς σταθμούς της ΑΗΚ στο Βασιλικό, στη Μονή και στη Δεκέλεια την περίοδο 01/12/2009-31/01/
  15. Αυτές οι αποκοπές που ανήλθαν στα ποσά, για τα οποία υπάρχει η αξίωση με βάση την Ανταπαίτηση, ήταν παράνομες καθότι έγιναν κατ' επίκληση ποινικών και ανεφάρμοστων ρητρών, εφόσον μετά την παραλαβή των φορτίων η ΑΗΚ τα έκαιγε για να παράγει ηλεκτρική ενέργεια και να χρεώνει τους καταναλωτές, χωρίς, όμως, να υφίσταται εκείνη οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη ζημιά. Ακόμη και για το επίδικο φορτίο επί του πλοίου SCF NEVA που εκφορτώθηκε μερικώς στον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της ΑΗΚ στη Δεκέλεια στις 21/09/2010 και το υπόλοιπο στον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της ΑΗΚ στο Βασιλικό στις 22/09/2010 (βλέπετε πχ. παράγραφο 22 και 32 της Υπεράσπισης), η ΑΗΚ αφαίρεσε παρανόμως €131,697.47 και 123,764.80, σύνολο €255,562.
  16. Ήταν μετά την αφαίρεση του εν λόγω ποσού που αναγκαστικά και χωρίς άλλη επιλογή η Εταιρεία εξέδωσε προς την ΑΗΚ τα δύο τιμολόγια με Αρ. C-093/2010 ημερομηνίας 19/10/2010 και Αρ. C-094/2010 ημερομηνίας 20/10/2010 αξίας USDS 10.000.362,47 και USD$5.877.555,02 αντίστοιχα, δηλαδή σύνολο USD$15.877.917,
  17. Πέραν από τον αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό στην παράγραφο 56 της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπάντηση που η ΑΗΚ καταχώρισε στις 20/01/2020, πουθενά δικογραφεί, δίνοντας σχετικές λεπτομέρειες, τη θέση, ώστε ο ισχυρισμός της να συνάδει με το άρθρο 74 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ότι υπέστη οικονομική ζημιά που όντως αντιστοιχούσε προς τις εν λόγω αποκοπές περιλαμβανομένων των αποκοπών σε σχέση με το τελευταίο πιο πάνω φορτίο που παραδόθηκε στην ΑΗΚ με το πλοίο SCF NEVA.
  18. Σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ο Εναγόμενος 1 δεν θα είναι σε θέση να συμμορφωθεί, αυτό θα οδηγήσει σε στέρηση του δικαιώματος του Εναγόμενου 1 και/ή της Εταιρείας σε πρόσβαση της στο Δικαστήριο καθώς και στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, γιατί θα τους στερήσει το θεμελιώδες δικαίωμα να ακουστούν και να προωθήσουν την Ανταπαίτηση που διασφαλίζεται τόσο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και από τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δια την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
  19. Το ύψος της ασφάλειας εξόδων που ζητά η ΑΗΚ είναι υπερβολικό, κάτι που από μόνο και ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο αποστερεί από τον Εναγόμενο 1 και/ή την Εταιρεία το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη.
  20. Η χρονική προθεσμία των 10 ημερών που ζητείται να δοθεί για πληρωμή είναι αδικαιολόγητα και/ή υπερβολικά και/ή εκβιαστικά σύντομη και σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο διατάξει την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ως ασφάλεια εξόδων, θα πρέπει να δοθεί εύλογος χρόνος για καταβολή του, δηλαδή όχι λιγότερος των 90 ημερών.» Την ως άνω ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους, δικηγόρου στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον εκκαθαριστή της περιουσίας της ως άνω εναγομένης 1 εταιρείας. Ο ως άνω ομνύων, αφού εξηγεί τους λόγους για τους οποίους προβαίνει ο ίδιος στη σχετική ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους Ένστασης, θέτοντας παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια. Χωρίς να αμφισβητηθεί ότι στα πλαίσια της αγωγής αρ. XXXXX/2011 δόθηκε από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση - εναγομένης 1 εταιρείας ασφάλεια εξόδων ύψους €20.000 στην ενάγουσα εταιρεία, προβάλλει παράλληλα τη θέση πως η καθ' ης η αίτηση είναι αδύνατο να εξεύρει περαιτέρω πόρους για να ικανοποιήσει περαιτέρω ασφάλεια εξόδων για τους σκοπούς της ανταπαίτησης της στην παρούσα αγωγή. Επιμένοντας ότι η καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία μέσω της ανταπαίτησης δεν προωθεί μια εντελώς αυτοτελή ανταπαίτηση αλλά αξίωση που πηγάζει από την υπερασπιστική της γραμμή, προβάλλει τη θέση ότι τούτο, από μόνο του, εμποδίζει την αιτήτρια να διεκδικεί ασφάλεια για τα έξοδά της στη διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζει, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα απέληγε ουσιαστικά στην παραβίαση της συνταγματικής επιταγής για διασφάλιση της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη και θα επηρέαζε την αρχή της δίκαιης δίκης. Ακόμα και ο χρόνος που έχει παρέλθει από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, υποδεικνύει, αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να λειτουργήσει αρνητικά όσον αφορά την αιτούμενη θεραπεία. Σημειώνοντας καταληκτικά ότι ο προκαταρτικός κατάλογος εξόδων που ετοιμάστηκε από την πλευρά των αιτητών είναι αδικαιολόγητα διογκωμένος, υποστηρίζει ότι η υπό συζήτηση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του εναγομένου
  21. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που εδώ απασχολούν. Στην έκταση που θεώρησαν χρήσιμο τούτο έπραξαν και δια ζώσης, κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολύ προσοχή το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες, σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Στην υπόθεση Standard Ltd κ.α. v. Gold Seal Ship. Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 121, υποδείχτηκε μεταξύ άλλων ότι η έκδοση του σχετικού διατάγματος δεν είναι προϊόν άκαμπτου κανόνα. Αποτελεί τούτο προϊόν διακριτικής ευχερείς του Δικαστηρίου στη βάση των γεγονότων της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης Η έκδοσή τέτοιου διατάγματος, γίνεται, νοουμένου ότι υπό τις ειδικότερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν καθίσταται άδικη (Alahmari v. Alia Airline
(1990)1A.A.Δ. 434). Το ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ευρύτατη, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι θεσμοί δεν καθορίζουν κριτήρια για την άσκησή της. Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, από τη σχετική για το ζήτημα νομολογία προκύπτει ότι τέτοιοι είναι, μεταξύ άλλων, η οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας εταιρείας, η ισχύς της υπόθεσής της, αλλά και το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων που ζητείται, αφού το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων δεν θα πρέπει να είναι τέτοιο που στην ουσία να απολήγει σε απαγόρευση προσφυγής στη δικαιοσύνη (Επίσημος Παραλήπτης v. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1446 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Η προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο είχε εξ' άλλου, διαχρονικά, το δικό της ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε ζητήματα όπως το υπό συζήτηση. Η «ευαισθησία» των Δικαστηρίων μας στην προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο όταν συζητά ζητήματα όπως το υπό εξέταση, αναδεικνύεται, μεταξύ άλλων και στο λόγο της απόφασης Δημητρίου ν. Δημητρίου, άλλως Στυλιανού
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.768, όπου υπεδείχθη ότι: «Το θέμα έκδοσης διατάγματος για ασφάλεια εξόδων ενάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά υπό το φως όλων των περιστάσεων και υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Γενική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι πως, αν η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διαδίκου εναντίον του οποίου η αγωγή στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Σε τέτοια περίπτωση, η ανάγκη προστασίας του διαδίκου που ζητά την παραχώρηση ασφάλειας εξόδων, υποτάσσεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο του αντιδίκου του». Στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του, το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη κατά πόσο οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν τη διαδικασία ασφάλειας εξόδων καταπιεστικά, ούτως ώστε να καταπνίξουν μια γνήσια απαίτηση, ως επίσης τυχόν καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, αφού ο χρόνος υποβολής αίτησης του είδους, αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να αποκλείεται η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό πάντα με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος (Genemp Trading Ltd ν. Λαϊκή Κυπρ. Τρ. Δημοσ. Εταιρ. Λτδ,
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314 και Studland Holdings Ltd κ.α ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v Fashion Wines Ltd
(2000)1(B) A.A.Δ. 1377, όπου η αίτηση για ασφάλεια εξόδων βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η αφερεγγυότητα μιας εταιρείας απαιτείται να καταδεικνύεται ως θετικό γεγονός. (βλ. περαιτέρω Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) 1958, στις σελ. 1884 - 1887 όπου συζητείται η αντίστοιχη Αγγλική Δικονομική Διάταξη Ο.65, r.6 (a) και τη νομική σειρά συγγραμμάτων, Halsbury's Laws of England, (4η έκδοση), Τόμος 37 σελ. 226 - 233, ως επίσης Union de Cooperatives Agricole v Apak Agro (Αρ.2)
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1170 και Almana Engineering v. Glyfos Commercial
(1981)1 A.A.Δ. 273). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επίκληση από τους αιτητές της Δ.60 θθ. 1, 2 και 5 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, ως δικαιοδοτικής βάσης για την προώθηση του υπό συζήτηση διαβήματος τους, δεν φαίνεται να δικαιολογείται. Ο ως άνω, σχετικός με το ζήτημα της εξασφάλισης των εξόδων Διαδικαστικός Κανονισμός, τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση αλλοδαπού ενάγοντα (φυσικού ή νομικού προσώπου) περίπτωση που δεν φαίνεται να καλύπτει την περίπτωση της καθ΄ ης η αίτηση, εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Αντίθετα, η επίκληση του άρθρου382 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), επί του οποίου επίσης εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση, φαίνεται να δικαιολογεί την δρομολόγηση της υπό συζήτηση αίτησης και συνακόλουθα την διεκδίκηση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι γεγονός ότι ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του προσεγγίζοντας αιτήματα όπως το υπό συζήτηση, αποτελεί και η ισχύς της υπόθεσης της ενάγουσας. Επί του ειδικότερου τούτου ζητήματος, αισθάνομαι ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν είναι αναγκαίο να λεχθούν πολλά. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. ν. Εμπ. Μελετών Σχεδ. & Επίχ. Κεφ. Α.Ε. κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 459, σημειώθηκε πως η υπόδειξη και μόνο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση της ενάγουσας πως έχει καλή υπόθεση με ορατές πιθανότητες επιτυχίας, αποτελώντας προφανώς τούτο εκτίμηση της τελευταίας, δεν θεωρήθηκε ότι ήταν αρκετή για να αποτρέψει το Δικαστήριο από την έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας για τα έξοδα, ενόψει των άλλων περιστάσεων που περιέβαλλαν την συγκεκριμένη υπόθεση. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι σε σχέση με την ισχύ της ανταπαίτησης της εναγομένης 1 και εξ΄ ανταπαιτήσεως ενάγουσας - όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσω της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της, στο πλαίσιο της οποίας παρατίθεται από την οπτική γωνία της τελευταίας η εξέλιξη των γεγονότων και οι λεπτομέρειες των απαιτήσεων της, ζητήματα που θα εξεταστούν καθηκόντως στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας - δεν μπορεί εκ των προτέρων να αποκλειστεί οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Η θεμελιακή σκέψη κατά την εξέταση αίτησης ως η υπό συζήτηση, είναι ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχει ως βάση τη δυνατότητα του καθ΄ ου η αίτηση να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Αν δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα, το αίτημα απορρίπτεται. Η λογική πίσω από την πιο πάνω σκέψη, έγκειται στην αρχή πως αν η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, τότε δεν εκδίδεται η διαταγή. Υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, που διασφαλίζουν συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις και Διεθνείς Συνθήκες. (Βλ. Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A47, Π.Ε. 66/13 ημερ. 30.1.2015 και Garcia Manibardo v. Spain Application No. 38695/97, ημερ. 29.6.2000, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου επιβεβαιώθηκε ότι η επιβολή σε διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό, σε συνάρτηση τούτο και με την οικονομική του κατάσταση, μπορεί να συνιστά στην ουσία αποστέρηση του δικαιώματος του προσφυγής στη δικαιοσύνη). Ως δε υποδεικνύεται - σε πλήρη εναρμόνιση και σύμπνοια με τα πιο πάνω - στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles and Practice, 3η εκδ. Κεφ. 10 παράγραφος 10.271: «Orders of security for costs are essentially discretionary. Even where a defendant has established the conditions necessary for obtaining security for costs the court will order security only if it considers it to be just in the circumstances of the case. One of the circumstances that may render it unjust to order security is the claimant's impecuniosity. It would be unjust to order security for costs against a company or an individual who is unable to provide security, because such an order would effectively deny them the opportunity to sustain their action and may amount to a denial of the right of access to court guaranteed by EHCR, Art.6» Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1346, σημειώθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα υπό το πρίσμα πάντα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη: «Υπενθυμίζουμε κατ' αρχάς την Continental Ins. Co. of Hampshire v. O'Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, όπου αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Λέχθηκαν εκεί τα εξής: «Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 p. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October
  1. Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: "... ... ... ... . it cannot be assumed that a request for security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψή μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ' όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd [1892] 66 L.T.R.
  2. Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο.» Την ίδια γραμμή ακολούθησε το Εφετείο και στις υποθέσεις Conway v. Ηλία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1653, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698 και Stadland Holdings Ltd κ.ά., ν. Ευσταθίου κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809.» Είναι καλά νομολογημένο ότι το καθεστώς εκκαθάρισης στο οποίο η εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία περιήλθε, από μόνο του, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1314 και Halsbury' s Laws of England, 3rd edition, Vol. 6, παρά. 875). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, όμως, το ζήτημα δεν φαίνεται να εξαντλείται στην πιο πάνω πραγματικότητα. Ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, παρά την ως άνω κατάσταση στην οποία η εναγόμενη αρ. 1 περιήλθε, τούτο δεν την εμπόδισε να δρομολογήσει αγωγές σε βάρος διαφόρων προς προάσπιση των συμφερόντων της ή ακόμα να συμμετάσχει σε άλλες δικαστικές διαδικασίες που έχουν δρομολογηθεί σε βάρος της, επωμιζόμενη τα ανάλογα έξοδα. Περαιτέρω, μήνες μόλις πριν τη δρομολόγηση της παρούσας αίτησης, ήτοι στις 06.03.2019, στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αριθμό XXXXX/2011, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που η ίδια δρομολόγησε σε βάρος της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, της ενάγουσας δηλαδή στην παρούσα διαδικασία, συμφώνησε στην έκδοση σχετικού διατάγματος ασφάλειας εξόδων προς όφελος της τελευταίας. Υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που φαίνεται να περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση και στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αναμφίβολα κλονίζεται η εκ πρώτης όψεως θεώρηση του πράγματος, ότι δηλαδή το καθεστώς εκκαθάρισης το οποίο η εναγόμενη 1 εταιρεία ευρίσκεται, εξυπακούει την αδυναμία καταβολής οποιουδήποτε ποσού για έξοδα. (Βλ. κατ' αναλογίαν, Al-Koronky v. Time Life Entertainment Group
(2005)EWHC 1688 και Danilina v. Chernukhin
(2018)EWHC 2503 (Comm)). Υπό τις ως άνω ειδικότερες περιστάσεις, το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση τελεί υπό εκκαθάριση, δεν επιτρέπει την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι πράγματι τυχόν έκδοσης διαταγής εξόδων θα απέληγε ουσιαστικά στο να εμποδίσει την πρόσβαση της εναγομένης 1 στο Δικαστήριο κατά τρόπο που θα παραβιαζόταν το δικαίωμα για πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Προκρίνεται από την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση ότι η υπό συζήτηση αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη καθ΄ην έκταση η ανταπαίτηση της προβάλλεται σε συνάρτηση και πλήρη συνάφεια με την υπεράσπισή της. Η ανταπαίτηση, προτάσσει, δεν είναι αυτοτελής αλλά πηγάζει ως φυσική προέκταση της υπερασπιστικής γραμμής της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας και της προβαλλόμενης θέσης ότι η ενάγουσα ήταν εκείνη που παρέβη την επίδικη σύμβαση προκαλώντας στην εναγομένη 1 ζημιές. Η παράβαση της επίδικης σύμβασης, εισηγείται, αποτελεί κοινό στοιχείο τόσο στην υπεράσπιση όσο και στην ανταπαίτηση, κατά τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να αποκλίνει εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Πέραν του γεγονότος ότι η ανταπαίτηση στην παρούσα περίπτωση δεν προβάλλεται ούτε έχει τον χαρακτήρα συμψηφισμού, προσεκτική θεώρηση των δικογραφημένων θέσεων των δύο πλευρών, καταδεικνύει ότι η ανταπαίτηση της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας αποτελεί ουσιαστικά μια ξεχωριστή ανταπαίτηση η οποία εδράζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση του συγκεκριμένου επίδικου συμβολαίου. Η ανταπαίτηση της εναγομένης 1, αυτή καθ΄ αυτή, δεν φαίνεται να έχει άμεση σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας ούτε να αποτελεί προέκταση της υπεράσπισης επί τούτης. Αφενός η απαίτηση της για USD $10.000 εδράζεται σε τραπεζικές εγγυήσεις οι οποίες δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την υπεράσπιση της εναγόμενης 1 και αφετέρου, η διεκδίκηση ειδικών ζημιών κατά τρόπο που διεκδικούνται με την ανταπαίτηση της εναγομένης 1, παρά το γεγονός ότι αναφέρονται στο ίδιο επίδικο συμβόλαιο, δεν φαίνεται να παρουσιάζονται αλληλεξαρτώμενα συναφείς με την απαίτηση της ενάγουσας και τα επίδικα ζητήματα που η τελευταία προκρίνει μέσω της αγωγής της. Πρόκειται για αξιώσεις οι οποίες θα μπορούσαν ανεξάρτητα από την προβαλλόμενη υπεράσπιση της να προβάλλει, όπως άλλωστε εκδηλώθηκε τούτο μέσω της δρομολόγησης της ως άνω αγωγής αρ. XXXXX/2011, αναφορικά με άλλα συμβόλαια. Παρά το γεγονός ότι δε προκρίνεται από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, ως ειδικός λόγος ένστασης, το θέμα του χρόνου προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης - με δεδομένο ότι αυτή προωθήθηκε μόλις στις 04.02.2020, ενώ η αγωγή έχει καταχωρηθεί ήδη από το 2010 - το ζήτημα απασχόλησε επίσης το Δικαστήριο. Ώς υπεδείχθη στην υπόθεση Genemp Trading Ltd (ανωτέρω), ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, χωρίς να αποκλείεται σε περίπτωση καθυστέρησης ενός διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό τούτο με άλλους παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η αγωγή εκκρεμεί για πολλά χρόνια - της οποίας η ακρόαση δεν έγινε κατορθωτό να ξεκινήσει αφού πολύτιμος Δικαστικός χρόνος αναλώνεται σε διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες - δεν διαλανθάνει της προσοχής ότι τα δικόγραφα μεταξύ των διαδίκων αποκρυσταλλώθηκαν πολύ μεταγενέστερα, έχοντας προηγηθεί διατάγματα τροποποίησης, με την τελευταία προσπάθεια της εναγομένης αρ.1 να τροποποιήσει το δικόγραφό της να αποτυγχάνει, αφού το Δικαστήριο, στις 04.04.2019, απέρριψε σχετικό αίτημά της. Παράλληλα εξακολουθεί να εκκρεμεί αίτηση για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων αρ. 1 και 3. Τα ειδικότερα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν θα επέτρεπαν κατά την αντίληψη μου την απόρριψη της υπό συζήτηση αίτησης, με την καθυστέρηση της προώθησή της να αποτελεί το μόνο λόγο προς τούτο. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα είναι η κατάλληλη περίπτωση για έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας για τα έξοδα της εναγόμενης- αιτήτριας. Εξετάζοντας με προσοχή το προσχέδιο του καταλόγου εξόδων που ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους της ενάγουσας, έχοντας πάντα κατά νου τις θέσεις τω δύο πλευρών επί του ειδικότερου τούτου ζητήματος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι φαίνεται να κινείται στα ανώτατα περιθώρια των προβλεπόμενων κονδυλίων για κάθε ενέργεια ή εμφάνιση που δύναται να συνυπολογιστεί για σκοπούς προϋπολογισμού των εξόδων. Εντοπίζεται επίσης, ανάμεσα σε άλλα, ότι η πλευρά της αιτήτριας επιζητεί έξοδα για εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου για έξι
(6)ακροάσεις, με ανάλογη προσαρμογή διαφόρων κονδυλίων του προτεινόμενου καταλόγου, χωρίς όμως να εξηγείται γιατί θεωρεί, προκαταρκτικά έστω, ότι θα χρειαστούν τόσες πολλές πλήρεις ημέρες ακροάσεων για την ανταπαίτηση. Τούτο δε, χωρίς να διαλανθάνει της προσοχής ότι η δικαστική επίλυση των ζητημάτων που προκρίνονται στην Ανταπαίτηση, εκ των πραγμάτων θα αντιμετωπιστούν στο ευρύτερο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, πραγματικότητα που βάσιμα παραπέμπει στην πιθανότητα αλληλοκάλυψης κάποιων ζητημάτων. Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ποσό των €18.000,00 του ΦΠΑ περιλαμβανομένου, θα ήταν λογικό υπό τις περιστάσεις ποσό εξόδων και ότι δυνατόν να προκύψει στην περίπτωση που η ανταπαίτηση απορριφθεί. Συνακόλουθα, κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εναγομένη αρ.1 εταιρεία να καταθέσει στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, €18.000,00 ή να του παραδώσει ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση για το ίδιο ποσό, εντός εικοσιπέντε
(25)ημερών από σήμερα, ως ασφάλεια για τυχόν έξοδα της ενάγουσας - εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης σε περίπτωση απόρριψης της ανταπαίτησης με έξοδα προς όφελος της τελευταίας. Μέχρι τη συμμόρφωση της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας με τα πιο πάνω ή την εκπνοή του χρόνου που έχει οριστεί, η διαδικασία σε σχέση με την ως άνω ανταπαίτηση της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, αναστέλλεται. Σε περίπτωση που η ως άνω εναγομένη αρ.1 εταιρεία δεν συμμορφωθεί με τα πιο πάνω, τότε, με την πάροδο της προθεσμίας των 25 ημερών η πιο πάνω ανταπαίτηση εναντίον της ενάγουσας απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. Να καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. Υπ.) ............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.